Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Το άρωμα του ονείρου

Το άρωμα του ονείρου είναι ένα έπος που αρχίζει στα δάση της αρχαίας Βοημίας και δεν τελειώνει παρά απόψε, στις εννιά η ώρα το βράδυ (ώρα Παρισιού). Είναι, ακόμη ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα με ήρωα ένα επιστάτη που έχει χάσει ένα μπλε μπουκάλι. ΄Ένα μπουκάλι πολύ παλιό που έχει χαραγμένη πάνω του την εικόνα ενός θεού με κέρατα τράγου. Αν το υγρό μέσα σ΄ αυτό το μπουκάλι είναι πραγματικά η μυστική ουσία του σύμπαντος, όπως πιστεύουν μερικοί, θα πρέπει να βρεθεί γρήγορα, γιατί εξατμίζεται και έχουν απομείνει μόνο δύο σταγόνες.
"Η ύπαρξη μπορεί να επαναπροσδιοριστεί" αναδύεται μέσα στο νου του Αλομπάρ η σκέψη, καθώς ανακαλύπτει τη μοναδικότητα και τη διαφορετικότητά του μέσα στα πλαίσια μιας φυλής που τον απορρίπτει. Ο άνθρωπος όμως θα προσπαθήσει να καθυποτάξει το θάνατο μόνο με τη διανοητική ευφυΐα. Αλίμονο, πολεμώντας μόνο με τη λογική, χωρίς να βελτιώνεται στο επίπεδο της ψυχής, ποτέ δε θα κατακτήσει την πραγματική αθανασία.". Παράλληλα οι προβληματισμοί αυτοί για τη υγεία και μακροζωία ανοίγουν το δρόμο για τολμηρές σκέψεις, όπως «δεν είναι το μεγάλωμα εκείνο που οδηγεί στο θάνατο, αλλά η πεποίθηση πως το μεγάλωμα οδηγεί στο θάνατο, είναι εκείνη που οδηγεί στο θάνατο… Ο άνθρωπος γερνάει γιατί αφήνει το σώμα του να σκουριάσει…». Ο Αλομπάρ και η Κούδρα επινοούν ένα πρόγραμμα βασισμένο στα τέσσερα στοιχεία: συνδέουν τον αέρα με την αναπνοή, το νερό με το ζεστό μπάνιο, τη φωτιά με το σεξ και τη γη με το φαγητό. Σ΄ αυτά είναι δυνατόν να εισαχθεί κι ένα πέμπτο στοιχείο, η θετική σκέψη, η θέληση δηλαδή για ζωή, που αποτελεί ένα διεγερτικό για τη μακροζωία με σημαντική σπουδαιότητα.

Με αυτές τις τεχνικές οι δύο ήρωες καταλήγουν στο Κ 23, το άρωμα που τους σημαδεύει, ένα άρωμα ολότελα δικό τους, με το οποίο θα μπορούσαν πάντα να βρουν ο ένας τον άλλον αν χανόντουσαν στις αίθουσες του θανάτου, στο ταξίδι τους στην ΄Άλλη ΄Οχθη, καθώς η μακροζωία για χάρη της μακροζωίας δεν είναι αρκετή και το ταξίδι ανάμεσα στις δύο όχθες αρχίζει να απασχολεί το νου των δύο ηρώων: «΄Εχουμε περάσει το κατώφλι του σπιτιού της θεϊκής γνώσης, αλλά χρονοτριβούμε στον προθάλαμο θαυμάζοντας τις ταπετσαρίες του και αποφεύγουμε τις κύριες αίθουσές του. Γιατί αντιστεκόμαστε να εξερευνήσουμε την έπαυλη στην οποία είχαμε το μοναδικό προνόμιο να μας επιτραπεί η είσοδος;». ΄Ένα άρωμα που η δημιουργία του αποτελεί το μονοπάτι για την αιωνιότητα: «Η γύρη του παντζαριού με τη γοητευτική αμφιθυμία της, είναι το άρωμα του παράδοξου, του γιανγκ και συνάμα του γιν, της ζωής και του θανάτου, συνδυασμένων σε μια φυτική απολυτότητα…. Σαν αστακός μ΄ ένα μαργαριτάρι στις δαγκάνες του, το παντζάρι κράτησε το γιασεμί σταθερά, δίχως να το συντρίψει ή να το επισκιάσει. Το παντζάρι ανύψωσε το γιασεμί όπως ένας στιβαρός χορευτής σηκώνει μια μπαλαρίνα και το ζευγάρι βγήκε στη σκηνή με τη συνοδεία των μουσικών τόνων του κίτρου.».
Η Πρισίλα στο Σηάτλ, η μαντάμ Ντεβαλιέ και η Β΄λυ στη Νέα Ορλεάνη, ο Κλώντ και ο Μαρσέλ στο Παρίσι στροβιλίζονται γύρω από τον Αλομπάρ και την Κούδρα, καθώς η μυρωδιά είναι η αδελφή του φωτός, είναι το αριστερό χέρι του υπέρτατου, δένει το αιώνιο με το πρόσκαιρο, δένει τη μία ΄Οχθη με την ΄Άλλη ΄Οχθη κι έτσι είναι κάτι πολύ ευαίσθητο, εύκαμπτο και ίσως επικίνδυνο. Το άρωμα είναι ένας αγωγός για τις πρώιμες αναμνήσεις μας και ο συνοδός μας καθώς περνάμε στην επόμενη ζωή. Είναι ο ισχυρότερος συνδετικός μας κρίκος με το παρελθόν και ο πιο κοντινός συνταξιδιώτης μας στο μέλλον. Το άρωμα μπορεί κάλλιστα να είναι η υπογραφή της αιωνιότητας.

΄Όλα τα παραπάνω συνοψίζονται για τον Τομ Ρόμπινς, σε ένα λαχανικό, το παντζάρι.
΄Ετσι ξεκινά το ξεχωριστό αυτό βιβλίο του, έτσι το κλείνει, τονίζοντας ότι «τόσο η νοσταλγία όσο και η ελπίδα αποτελούν εμπόδια της αυθεντικής εμπειρίας.». ΄Οσο για την επιθυμία, η Κούδρα μας λέει ότι «η λέξη «επιθυμία» υποδηλώνει κάτι που δεν έχουμε. Αν έχουμε κιόλας τα πάντα, τότε δεν μπορεί να υπάρξει καμιά επιθυμία, αφού δεν έχει απομείνει τίποτα που να το θέλουμε. Για να εξαλείψουμε την ταραχή και την απογοήτευση της επιθυμίας, δεν χρειάζεται τίποτ΄ άλλο παρά να κατανοήσουμε το γεγονός ότι έχουμε όλα όσα θέλουμε και χρειαζόμαστε εδώ και τώρα.». Ενώ ο Αλομπάρ δε διστάζει να φιλοσοφήσει: «΄Όταν ταυτιζόμαστε με τις επιθυμίες μας και τις παίρνουμε πολύ στα σοβαρά, όχι μόνο αυξάνουμε την ευπάθειά μας στην απογοήτευση, αλλά, στην ουσία, δημιουργούμε ένα κλίμα αφιλόξενο για την ελεύθερη και αβίαστη εκπλήρωση αυτών των επιθυμιών.».


Η ΣΠΕΣΙΑΛΙΤΕ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Το παντζάρι είναι το πιο έντονο ζαρζαβατικό. Το ραπανάκι αναμφίβολα, είναι πιο καυστικό, αλλά η κάψα του είναι μια παγερή φωτιά, είναι η καούρα της δυσαρέσκειας, όχι η φλόγα του πάθους. Οι ντομάτες είναι αρκετά εύρωστες κι όμως, τις διαπερνάει ένα υπόγειο ρεύμα ελαφρότητας. Τα παντζάρια έχουν μια θανάσιμη σοβαρότητα. …
Το παντζάρι είναι το μελαγχολικό ζαρζαβατικό, το πιο πρόθυμο να υποφέρει. Δεν μπορείς να βγάλεις αίμα στίβοντας ένα γογγύλι…
Το παντζάρι είναι ο φονιάς που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος. Το παντζάρι είναι ό,τι ακριβώς συμβαίνει στο κεράσι όταν συνουσιάζεται μ΄ ένα καρότο. Το παντζάρι είναι ο αρχαίος πρόγονος του φθινοπωριάτικου φεγγαριού, γενειοφόρο, θαμμένο, αλλά όχι απολιθωμένο, είναι τα βαθυπράσινα πανιά της προσαραγμένης φεγγαρόβαρκας ραμμένα με ίνες αρχέγονου πρωτοπλάσματος, είναι το κορδόνι του χαρταετού που κάποτε συνέδεε τη Σελήνη με τη Γη, τώρα ένα λασπωμένο γατομούστακο που σκάβει απελπισμένα για ρουμπίνια…

Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ

Το παντζάρι είναι το πιο έντονο ζαρζαβατικό. Το κρεμμύδι έχει τόσες σελίδες όσο το Πόλεμος και Ειρήνη και καθεμιά τους είναι αρκετά αψιά για να κάνει ακόμα κι έναν δυνατό άντρα να δακρύσει, αλλά όσες οι φιλντισένιες περγαμηνές του κρεμμυδιού καθώς και ο πράσινος κεντριστικός σελιδοδείκτης του γρήγορα απανθρακώνονται από τα στομαχικά υγρά και τα βακτηρίδια των εντέρων. Μόνο το παντζάρι εγκαταλείπει το σώμα με το ίδιο χρώμα που είχε όταν έμπαινε σ΄ αυτό.
Τα παντζάρια που τρώγονται στο δείπνο, όταν έρθει το πρωί, γεμίζουν τη λεκάνη της τουαλέτας με κοκκινόψαρα που η απόχρωσή τους πιστοποιεί τη χρωματική ασυλία του παντζαριού από τα παντοδύναμα χωνευτικά οξέα και τα αεικίνητα μικρόβια, που μπορούν να μετατρέψουν την πιο κόκκινη πιπεριά, το πιο πορτοκαλί καρότο και το πιο πράσινο κολοκύθι σε μια ενιαία και αηδιαστική καφετιά μάζα.
΄Όταν γεννιόμαστε, είμαστε κοκκινοπρόσωποι, στρογγυλοί, έντονοι και αγνοί. Μέσα μας καίει η πορφυρή φλόγα της παγκόσμιας συνείδησης. Βαθμιαία, όμως, καταβροχθιζόμαστε από γονείς, μασιόμαστε από σχολεία, τρωγόμαστε από συμμαθητές, καταπινόμαστε από κοινωνικούς θεσμούς και ροκανιζόμαστε από τις κακές συνήθειες και την ηλικία. Κι όταν πια μας έχουν μηρυκάσει και χωνέψει αυτά τα έξι στομάχια, βγαίνουμε από μέσα τους σαν μια ενιαία και αηδιαστική καφετιά μάζα.
Το δίδαγμα, λοιπόν του παντζαριού είναι το εξής: Διατηρείστε τη θεϊκή κοκκινίλα σας, την έμφυτη ροζ μαγεία σας, ειδάλλως θα καταλήξετε καφέ. ΄Ετσι και καταλήξετε καφέ, ξέρετε τι σας περιμένει: καφές, καφετζούδες, χαρτορίχτρες, τσαρλατάνοι, ψυχοσωτήρες…

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

H "Αιολική Γη" με μαγεύει ...

Θα ήταν δύσκολο και ανακριβές να χαρακτηρίσει κανείς την Αιολική Γη τυπικό μυθιστόρημα. Πρόκειται μάλλον για εκτενή τοιχογραφία ιστοριών και θρύλων, που συγγενεύει με το παραμύθι και που ερωτοτροπεί με το χρονικό. ΄Όχι τόσο επειδή ο αναγνώστης μεταφέρεται σε περιοχές όπου άλλοτε ανθούσε το ανύπαρκτο εκεί σήμερα ελληνικό στοιχείο και επικοινωνεί με συνήθειες και έθιμα αλλοτινών καιρών, όσο επειδή τα πρόσωπα, τα περιστατικά και οι πάσης φύσεως αφηγήσεις που παρεμβάλλονται στον κύριο κορμό της πλοκής υπακούουν σε άγραφους κώδικες συμπεριφοράς, σε αρχές και αξίες που σταδιακώς παύουν να ισχύουν – αν και δεν έχουν οριστικά λησμονηθεί στην καθημερινή διαβίωση της σύγχρονης κοινωνίας. Η Αιολική Γη περιγράφει η ζωή σ΄ ένα τσιφλίκι της Μικράς Ασίας, κάτω από τα βουνά Κιμιντένια, στις αρχές του εικοστού αιώνα, μέχρι την έναρξη του πολέμου, το καλοκαίρι του 1914. Τα περισσότερα πρόσωπα του έργου ανταποκρίνονται σε αρχέτυπα, όπως τα έχει καθορίσει η μακροχρόνια παράδοση και η κοινή συνείδηση: οι σεβάσμιες μορφές του παππού και της γιαγιάς, με ό,τι συνεπάγεται η σοφία των χρόνων που τους βαραίνει, αλλά και η πολύχρονη αγάπη και αμοιβαία αφοσίωση και στοργή που τους συνδέει, ο ληστής Αντώνης Παγίδας, φόβος και τρόμος της περιοχής, που ξέρει όμως να γίνεται δίκαιος, έντιμος και απροσδόκητα τρυφερός, οσάκις αντιμετωπίζει αδύναμες ανθρώπινες στιγμές, ο κυνηγός με τα κίτρινα άστρα στο μαντίλι του, πρότυπο υπακοής, παλικαριάς και πίστης στα αφεντικά του, ο σαλεμένος από τον έρωτα σαμαράς που ψάχνει να βρει το «αεικίνητο» για να εντυπωσιάσει την αταίριαστη γι΄ αυτόν γυναίκα που αγάπησε ή, ακόμη, ο φτωχός καμηλιέρης που έχασε και ψάχνει να βρει το καμήλι με το άσπρο κεφάλι, σπάνιο είδος που δεν υπάρχει, δείγμα κι αυτός του ανθρώπου που αφοσιώνεται εφ΄ όρου ζωής στο κυνήγι μιας χίμαιρας, ο γερο-Ιωσήφ, τέλος, περίπτωση άτυχου νησιώτη που ήρθε να εργαστεί στη Μικρασία και δεν κατάφερε να προκόψει, ο οποίος δένεται με τη γη και με τα δέντρα που έμαθε να μπολιάζει. Χωρίς δική του οικογένεια, χωρίς βιος και χωρίς μέλλον, λόγω της ηλικίας του, είναι ο μόνος που αρνείται να εγκαταλείψει το υποστατικό, παρά το βέβαιο τέλος που του επιφυλάσσει η επέλαση των Τούρκων.
Ανάμεσα σε τέτοια πρόσωπα και με τέτοιες ιστορίες μεγαλώνουν και ανακαλύπτουν τον κόσμο και τους ανθρώπους τα μικρά κορίτσια της οικογένειας και ο μικρότερος αδερφός τους, ο αφηγητής του βιβλίου, μέσα από τα μάτια και τα συναισθήματα του οποίου παρακολουθούμε να εκτυλίσσονται και να ερμηνεύονται τα γεγονότα. Δεν είναι, όμως, μόνον οι ανθρώπινες φιγούρες που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο. Εξίσου σημαντικό και πρωτεύονται ρόλο παίζει το ίδιο το φυσικό περιβάλλον: η γη, τα δέντρα, τα βουνά, η θάλασσα, τα ζώα – αγριογούρουνα και χελώνες, άλογα και καμήλες, τσακάλια και αητοί, σκουλήκια και αρκούδες. Η προαιώνια συνύπαρξη του ανθρώπου και των λοιπών έμβιων όντων συγκροτεί τους συνεχείς, αλληλένδετους κρίκους μιας αδιατάρακτης οικολογικής αλυσίδας, την οποία κάποτε ο Βενέζης, δεν διστάζει να περιγράψει, δίνοντας ανθρώπινη φωνή και ανθρώπινες ιδιότητες στα άψυχα …
Το να περιγράφεις πώς ανακαλύπτει σιγά σιγά τον κόσμο η αθώα παιδική ψυχή και πώς δέχεται και αντιμετωπίζει τα θεμελιώδη ερωτηματικά που έχουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συνειδητοποιήσει οι μεγάλοι και έχουν συμφιλιωθεί μαζί τους ( το σκοτεινό ρίγος του ερωτικού ενστίκτου, το φόβο του θανάτου, τον παραλογισμό του πολέμου) είναι για ένα συγγραφέα δουλειά πολύ περισσότερο δύσκολη απ΄ ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Ο Βενέζης έχει καταφέρει με ιδιαίτερη μαστοριά να ισορροπήσει την αφήγησή του, από τη μια μεριά ανάμεσα στην παιδική έκσταση και απορία και από την άλλη στον σκληρό κόσμο των μεγάλων. Ο τρυφερός τόνος που διατρέχει όλες τις σελίδες του βιβλίου δεν κάνει παραχωρήσεις στη γλυκερότητα. … ΄Όλα τα πρόσωπα που κυκλοφορούν στα βιβλία του, πρωτεύοντες και δευτερεύοντες ήρωες, φαίνονται υποταγμένα στις αναπόφευκτες βουλές της μοίρας. Δέχονται την όποια μοίρα τους, δεν αντιδρούν δυναμικά, μοιάζουν να είναι βουτηγμένοι στη μακαριότητα της ανατολικής σοφίας που δεν μπορεί και δεν θέλει να αλλάξει την τάξη του κόσμου. Τα αόρατα νήματα που ορίζουν όχι μόνο την ανθρώπινη ζωή, αλλά και την τύχη όλων των πλασμάτων που ζουν πάνω στη γη, οδηγούν κάποτε σε απροσδόκητες και αναπάντεχες μεταξύ τους διασυνδέσεις. Η πολυπλοκότητα και το αναπόφευκτο του πεπρωμένου περιγράφονται πολύ χαρακτηριστικά στο ένατο Κεφάλαιο του Δεύτερου μέρους του βιβλίου. Ο κυνηγός που φορά το μαντήλι με τα κίτρινα άστρα πηγαίνει, κρυφά απ΄ όλους, να σκοτώσει την αρκούδα για να πάρει το μικρό της και να το χαρίσει στην ξενόφερτη κυρά του, την Ντόρις. Αυτή ακριβώς η αποκοτιά και η ανυπακοή του θα σημάνει την αρχή του τέλους της ευτυχισμένης ζωής στα Κιμιντένια.


Πρόλογος του Δημήτρη Δασκαλόπουλου στην τεσσαρακοστή όγδοη έκδοση της «Αιολική Γης»

Στο Αιγαίο, ενώ η Συμφωνία τελειώνει

…Τα άστρα όλα έχουν βγει. Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα παιδικά όνειρά μας. Το κύμα χτυπά τη μάσκα του καϊκιού μας και τα κοιμίζει. Κοιμηθείτε, όνειρά μας. Στην ξένη χώρα που πάμε, πρόσφυγες, τι άραγες να μας περιμένει, τι μέρες να είναι ν΄ ανατείλουν;
Η Λένα αποκοιμήθηκε. ΄Ηθελε πολύ τον τόπο με το κοκκινόχωμα. Εκεί θα ζούσε με τον άντρα που θα ΄παιρνε, και θα ΄κανε πολλά παιδιά, και θα είχαν κουνέλια και περιστέρια κι άλλα πολλά. ΄Όχι, η Λένα δε μελετούσε ταξίδια σε θάλασσες, δεν ήθελε να τη χωρίσουν απ΄ τα Κιμιντένια. Δεν το ήθελε.
Η Αγάπη έχει στυλώσει αφηρημένα τα μάτια της στα άστρα. Πόσο πολύ τα μελέτησε τον τελευταίο καιρό, πόσο πολύ μέτρησε τις αποστάσεις τους με τους αριθμούς! ΄Όμως τώρα που τα κοιτάζει, φεύγοντας απ΄ τη γενέθλια γη για δύσκολους δρόμους, τώρα μόνο το ανακαλύπτει: βλέπει πως αυτό ήταν το λάθος της, το ανεπανόρθωτο λάθος. Τα άστρα της ξέφυγαν. ΄Όταν εμείς ζούσαμε τις χίμαιρές μας στα φαράγγια της Ανατολής, όταν δημιουργούσαμε παντοτινούς συντρόφους που έμελλε πια να μας ακολουθούν σ΄ όλες τις πικρές μέρες του μέλλοντος, εκείνη ήθελε να κατεβάσει, τόσο μικρή, τον ουρανό στη γη.
Καημένη Αγάπη… Καημένη Αγάπη…
Είναι κάπου, σ΄ ένα υποστατικό της Ανατολής, κάτω απ΄ τα βουνά που τα λένε Κιμιντένια, ένα δωμάτιο «Κίτρινο». Τα σπαθιά, που είναι κρεμασμένα κει μέσα, τις νύχτες ξυπνούνε. Από κει κάποτε πέρασε ένας άνθρωπος. Πορευόταν τους δρόμους της Ανατολής γυρεύοντας ένα καμήλι με άσπορο κεφάλι. Το μοναδικό καμήλι με άσπρο κεφάλι που κάποτε πέρασε απ΄ τη ζωή του και χάθηκε. Οι άνθρωποι τον περιπαίζανε, μα αυτός δεν τους άκουγε. Επειδή δεν μπορούσε να το πιστέψει, επειδή δεν ήθελε να το πιστέψει πως το καμήλι με το άσπρο κεφάλι χάθηκε, πως πια δε θα υπάρξει στη ζωή του.
Απ΄ το ίδιο μέρος πέρασε κ΄ ένας άλλος άνθρωπος. Τραβούσε για τη μακρινή την Ιερουσαλήμ, κυνηγώντας να πιάσει τους ήχους, να κάμει τους ήχους να μη σωπαίνουν μέσα σ΄ ένα ρολόι με χρυσούς σάτυρους. «Ξέρεις πού είναι οι ΄Αγιοι Τόποι, πού είναι η Ιερουσαλήμ;» του λέγαν οι συμπονετικοί άνθρωποι. «Θα πρέπει να περάσεις την Ανατολή ολάκερη…» «Θα περάσω την Ανατολή ολάκερη…», τους αποκρινόταν βαθιά, γαλήνια και πειστική η φωνή του πάθους.
Εκεί, κάτω απ΄ τα βουνά που τα λένε Κιμιντένια, είναι μια σπηλιά όπου πάνε τ΄ αγριογούρουνα που γέρασαν, για να πεθάνουν. Μια σαλαμάντρα, μια μικρή χελώνα, μια κρεμασμένη νυχτερίδα περιμένουν το θάνατο. Δεν προλάβαμε, ΄Αρτεμη, να κρεμάσουμε στο λαιμό μας το ψιλό κόκκαλο του πουλιού, πλάι στο χρυσό σταυρό μας. ΄Ετσι θα μας αγαπούσαν όλοι. Μα δεν προλάβαμε.
΄Όμως, παραπέρα, πέρα απ΄ το Ποτάμι των Τσακαλιών, είναι η φωλιά του αητού. Εκεί μια καλοκαιρινή μέρα ήρθε η καταιγίδα. Ας είναι βλογημένη. ΄Ολες πια οι καταιγίδες που είναι να ΄ρθουν θα θυμίζουν εκείνη. Ας είναι ευλογημένη.
Και πιο πάνω ακόμα, πέρα απ΄ τη χώρα με τις οξιές, πέρα απ΄ τη χώρα με τις αγριοβαλανιδιές, στο φρύδι της μεγάλης χαράδρας, μια ντουφεκιά που πέφτει βρίσκει τη μεγάλη αρκούδα του Λιβάνου. ΄Εχει ένα μωρό, ένα αρκουδάκι με μαύρη τρίχα. Η μεγάλη αρκούδα θα πεθάνει. Κ΄ ένας κυνηγός, που έχει στο κεφάλι του μαντίλα με άσπρα άστρα, κι αυτός θα πεθάνει. «Γιατί;» λένε οι τσαλαπετεινοί και τ΄ αγριοπερίστερα. «Για την αγάπη», αποκρίνουνται οι βαλανιδιές.
΄Αρτεμη, εσύ κι εγώ δε θα ΄μαστε, ΄Αρτεμη, στην ξένη χώρα έρημοι. Από δω και πέρα σ΄ όλες τις μέρες, ως την άκρη του τέλους, δε θα ΄μαστε έρημοι.
Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα όνειρά μας.
Η γιαγιά μας κουράστηκε. Θέλει να γείρει το κεφάλι της στα στήθια του παππού, που έχει καρφωμένα πίσω τα μάτια του μπας και ξεχωρίσει τίποτα απ΄ τη στεριά, τίποτα απ΄ τα Κιμιντένια. Μα πια δε φαίνεται τίποτα. Η νύχτα ρούφηξε μέσα της τα σχήματα και τους όγκους.
Η γιαγιά γέρνει το κεφάλι της να το ακουμπήσει στα στήθια που την προστατέψανε όλες τις μέρες της ζωής της. Κάτι την μποδίζει και εν μπορεί να βρει το κεφάλι ησυχία: Σαν ένας βόλος να είναι κάτω απ΄ το πουκάμισο του γέροντα.
- Τι είναι αυτό εδώ; ρωτά σχεδόν αδιάφορα.
Ο παππούς φέρνει το χέρι του. Το χώνει κάτω απ΄ το ρούχο, βρίσκει το μικρό ξένο σώμα που ακουμπά στο κορμί του και που ακούει τους χτύπους της καρδιάς του.
- Τι είναι;
- Δεν είναι τίποτα, λέει δειλά ο παππούς, σαν παιδί που έφταιξε. Δεν είναι τίποτα. Λίγο χώμα είναι.
Ναι, λίγο χώμα απ΄ τη γη τους. Για να φυτέψουν ένα βασιλικό, της λέει, στο ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται.
Αργά τα δάχτυλα του γέροντα ανοίγουν το μαντήλι όπου είναι φυλαγμένο το χώμα. Ψάχνουν κει μέσα, ψάχνουν και τα δάχτυλα της γιαγιάς, σα να το χαϊδεύουν. Τα μάτια τους, δακρυσμένα, στέκουν εκεί.
- Δεν είναι τίποτα λέω. Λίγο χώμα.
Γη, Αιολική Γη. Γη του τόπου μου.

1914

Τα Κιμιντένια κουράστηκαν φέτος. Πολύ κουράστηκαν. Ανυπόμονα περιμένουν τη νύχτα να ΄ρθει. Οι οξιές το βλέπουν πρώτες, ύστερα το βλέπουν οι βαλανιδιές.
Λένε στη νύχτα:
«΄Ελα πια. ΄Ελα κι η μάνα μας τα Κιμιντένια κουράστηκαν. ΄Ελα να τα ξεκουράσεις».
«Τι να σας κάμω;» τους λέει η νύχτα. «Είναι ακόμα καλοκαίρι. Οι μέρες είναι πολύ μεγάλες. Ο ήλιος αργεί να βασιλέψει».
Τότε οι οξιές παρακαλούν τα σύννεφα.
Τους λένε:
«Ο ήλιος αργεί να βασιλέψει. Ας πάει ένας σύντροφός σας να τον σκεπάσει. Βοηθείστε τη μάνα μας, τα Κιμιντένια, να ξεκουραστεί νωρίς».
΄Ένα μαύρο σύννεφο σηκώνεται στον καταγάλανο ουρανό, πορεύεται απ΄ τ΄ ανατολικά, τραβά κατά τη δύση, και κρύβει τον ήλιο. ΄Ένα θεόρατο μαύρο σύννεφο. Κ΄ η Αιολική γη απότομα σκοτεινιάζει. Οι τσαλαπατεινοί και τ΄ αγριοπερίστερα, που παίζαν στο γαλάζιο φως, άξαφνα βρίσκουνται τυλιγμένα στη σκιά που έρχεται απ΄ το ύψος. Οδηγημένα απ΄ το ένστιχτό τους αρχίζουν να τρέχουν τρομαγμένα για να τρυπώσουν στις φωλιές τους.
Τρέχουν φωνάζοντας:
«Η θύελλα! Η θύελλα έρχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Το ακούν οι πράσινες σαύρες, το ακούνε τα τσακάλια του ρουμανιού, ο φόβος περνά απ΄ τα μάτια τους. ΄Όλα φωνάζουν σπαραχτικά:
«Η θύελλα έρχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Μια μικρή χελώνα, που περιμένει αναποδογυρισμένη το θάνατο στη σπηλιά των αγριογουρουνιών, ακούει τη φωνή των πουλιών και των αγριμιών. Συμμαζώνεται τρομαγμένη μες στο καβούκι της και, μ΄ όλον που περιμένει το θάνατο, μ΄ όλον που αυτή μονάχα το θάνατο περιμένει, ωστόσο ανατριχιάζει σαν όλα τα πλάσματα της γης.
«Η θύελλα έρχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Μάταια οι οξιές αγωνίζουνται να παλέψουν τον πανικό, μάταια λένε:
«Μην κάνετε έτσι! Δεν έρχεται η θύελλα! Εμείς παρακαλέσαμε το σύννεφο να σκεπάσει τον ήλιο!»
Ας λένε. Κανένας δεν τους ακούει. Γιατί στα Κιμιντένια βαθύ και ακατάλυτο βασιλεύει το ένστικτο. Κι αυτό έδωσε στα πλάσματα τη σοφία να ξέρουν πως πέρα απ΄ ό,τι με τη θέλησή τους άρχισε, πέρα απ΄ τις επιθυμίες κι από τις πράξεις, υπάρχει η σκοτεινή δύναμη που παίρνει στα χέρια της και δίνει αυτή πια κίνηση, με τον τρόπο που θέλει και στο δρόμο που θέλει, σε επιθυμίες και πράξεις.
«΄Όχι! ΄Όχι! Η θύελλα είναι! Η θύελλα έρχεται!»
Τότε σαλεύουν αργά τα Κιμιντένια. Τινάζουν από πάνω τους τον ύπνο που έρχεται να τα ξεκουράσει, σηκώνουνται, κοιτάνε δεξιά ζερβά. Βλέπουν κατά τα δυτικά το μαύρο σύννεφο. Στρέφουν τα μάτια τους στον ουρανό ψηλά. Ξέρουν πως σε λίγο θα βγούνε τ΄ άστρα. Μπορεί και το μαύρο σύννεφο που το φώναξαν οι οξιές να σκορπίσει και να φύγει, μόλις ο ήλιος βασιλέψει. Σίγουρα θα φύγει. Κι όμως, τώρα πια και τα Κιμιντένια είναι σίγουρα. Γιατί ζήσαν πολύ στη ζωή τους και μάθαν πολύ πιο πολλά απ΄ όσα ξέρουν οι οξιές, οι τσαλαπετεινοί, τ΄ αγριογούρουνα και τα τσακάλια.
Ξέρουν πια και τα Κιμιντένια πως η θύελλα έρχεται. Ωστόσο, επειδή έτσι πάντα γίνεται, ίσαμε την τελευταία στιγμή να ελπίζουμε γι΄ αυτό που είμαστε σίγουροι πως είναι πια ανεπανόρθωτο, τα Κιμιντένια στρέφουν στα βουνά κατά τα δυτικά, στα βουνά κατά τ΄ ανατολικά. Ρωτάνε το Καζ-Νταγ, τα βουνά τα πέρα απ΄ το Αιγαίο, τα πέρα απ΄ τον Ελλήσποντο, τα πέρα απ΄ το Δούναβη, θεό των ποταμών.
Ρωτάνε να βεβαιωθούν: «Είναι αλήθεια, αδελφοί μου, πως έρχεται;»
Και τα βουνά όλα, απ΄ τη μακρινή Βοσνία, απ΄ το μακρινό Δούναβη, όλα αποκρίνουνται λυπημένα:
«Είναι αλήθεια, αδελφέ μας! ΄Ερχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Τελευταίοι οι άνθρωποι, τελευταίοι απ΄ όλα τα πλάσματα που ζουν στα Κιμιντένια γιατί απ΄ όλα είναι οι έσχατοι, παίρνουν το μήνυμα. ΄Ερχεται πυκνή βουή το κύμα, ταξιδεύει, χτυπιέται και δέρνεται, ολοένα φουσκώνει κι ολοένα μανιάζει:
«΄Ερχεται! Η θύελλα έρχεται! ΄Ερχεται ο πόλεμος!»
Κ΄ ενώ τα άστρα πάνω απ΄ την Αιολική γη κοιτάνε ατάραχα, οι καρδιές των ανθρώπων λουφασμένες ανοίγουν για να ΄μπει ο Φόβος – οι καρδιές των δυστυχισμένων ανθρώπων. (σελ. 267-269)

Ο κυνηγός με τα κίτρινα άστρα και η μαύρη αρκούδα

…Μες στο μαρτίνι είναι ένα κομμάτι μολύβι. Το ΄βγαλε απ΄ τα σπλάχνα της γης της Αφρικής ένας νέγρος δούλος. Το δούλεψε και το΄ καμε καθάριο μέταλλο φωτιά καμωμένη με κάρβουνο που βγήκε απ΄ τα βάθη της γης της Ουαλλίας. Το μολύβι ύστερα ταξίδεψε στην Αιολική γη κ΄ έπεσε στα χέρια πρωινό του καλοκαιριού τα δόντια του κυνηγού δαγκάνουν το μολύβι ενώ η καρδιά του χαμογελά. Και το μολύβι φεύγει, να πάει να τελειώσει την ιστορία μιας μεγάλης αρκούδας του Λιβάνου για ένα κορίτσι που γεννήθηκε στη Σκωτία, που έχει τα καστανά μάτια των κοριτσιών του Αιγαίου, και που έζησε μιαν ώρα στη σπηλιά των αγριογουρουνιών. (σελ. 229)

Μια αρκούδα του Λιβάνου, ένα αρκουδάκι και οι άνθρωποι

Πέρα απ΄ τον τόπο με τις οξιές, στην κορφή της χαράδρας που είναι το πιο απάτητο μέρος στα Κιμιντένια, η μεγάλη αρκούδα είχε κάμει ανάμεσα σε δυο βράχους τη φωλιά της. Την έστρωσε με πυκνόφυλλα κλαδιά, και μ΄ άλλα κλαδιά έφραξε τη μπούκα της. Σα γέννησε το μικρό της, στην αρχή του καλοκαιριού, πήγε και ξερίζωσε άγρια θάμνα κ΄ έφραξε ακόμα πιο πολύ τη φωλιά της. ΄Ετσι θαρρεί πώς είναι ασφαλισμένη απ΄ το μάτι τ΄ ανθρώπου.
Το μικρό το αρκούδι τώρα πια μπορεί να καταλαβαίνει πολλά πράματα. Καταλαβαίνει πως το μέλι που του φέρνει η μάνα του, διαγουμίζοντας τις φωλιές των αγριομελισσών, είναι πιο καλό απ΄ τα βαλανίδια και τα σκουλήκια. Καταλαβαίνει πως έξω απ΄ τη φωλιά τους, όπου είναι κλεισμένο απ΄ τον καιρό που γεννήθηκε, πρέπει να ΄ναι ένας παράξενος κόσμος από όμορφα και φοβερά πράματα – από δέντρα, από ποτάμια από σκυλιά και ανθρώπους. ΄Όμως ποτές δεν τα είδε. Και κάθε μέρα τώρα που μεγάλωσε, παρακαλεί τη μεγάλη αρκούδα, τη μάνα του:
«Πάρε με μαζί σου. Πότε θα ΄ρθώ μαζί σου να τα δω;»
«Ακόμα λίγο», του λέει εκείνη. «Ακόμα λίγο να μεγαλώσεις».
Μοναχά σαν έρχουνται σεληνοφώτιστες νύχτες, η μεγάλη αρκούδα ξεθαρρεύεται και βγάζει το μικρό της στην μπούκα της φωλιάς τους. Κάθουνται τότε κει, τυλιγμένοι απ΄ το πράσινο φως, στο ψήλος της μεγάλης χαράδρας, κ΄ η αρκούδα λέει στο μικρό της την ιστορία των προγόνων τους.
Κατοικούσαν, λέει, τους παλιούς χρόνους στα βουνά του Λιβάνου. Ζούσανε ήσυχα εκεί, όταν τους μυρίστηκαν τα κοπάδια οι άνθρωποι κι άρχισαν να τις σκοτώνουν. Κάθε μέρα γινόταν θρήνος, κ΄ η φυλή τους λιγόστευε. Με πικρή καρδιά τότες οι αρκούδες που μέναν είπαν πως «πια τα βουνά του Λιβάνου δεν είναι για μας, πρέπει να ξεπατριστούμε». Αυτό είπαν, αποχαιρέτισαν το γενέθλιο τόπο τους και πήραν το δρόμο για τα δυτικά. ΄Όταν, κατάλαβαν απ΄τη μυρουδιά του αγέρα πως ο χειμώνας έρχεται. Στους καλούς χρόνους του Λιβάνου, σαν ερχόταν τούτο το μήνυμα του καιρού, ξαπλώναν μες στις σκοτεινές φωλιές τους και, ασφαλισμένες, πέφταν στο μακρύ χειμερινό τους ύπνο. Τώρα που ο χειμώνας τις έβρισκε μέσα στο δρόμο της προσφυγιάς, χωρίς φωλιά, παρακάλεσαν το άσπρο χιόνι.
«Προστάτεψέ μας εσύ», του είπαν. «Είμαστε έρημες και χωρίς φωλιά».
Το χιόνι επάκουσε τη δέησή τους, κ΄ έπεσε πολύ κείνη τη χρονιά και τις σκέπασε. Αποκοιμήθηκαν και ξύπνησαν σαν ήρθε η άνοιξη. Πάλι πήραν το δρόμο προς τα χαμηλά, ολοένα πιο μακριά απ΄ τους ανθρώπους του Λιβάνου. Περάσαν τα βουνά του Καζ-Ντάγ, όταν άξαφνα ένα πρωινό, φτάνοντας σε ψηλή κορφή, οι αρκούδες είδανε χαμηλά ν΄ απλώνεται μπροστά τους ένα τείχος από νερό.
«Πώς θα το περάσουμε αυτό;»
Κατεβήκαν χαμηλά στη θάλασσα, σ΄ έρημη ακρογιαλιά, θαμάξανε τα κύματα και πάλι είπαν:
«Πώς θα το περάσουμε αυτό;»
΄Ασπρα πουλιά πετούσαν από πάνω τους. Τα ρώτησαν. Κ΄ οι γλάροι τους αποκριθήκαν:
«΄Όχι! Αυτό το νερό δε θα το περάσετε! Το ταξίδι σας τελείωσε πια!»
Γυρίσαν τότες οι αρκούδες του Λιβάνου στα φαράγγια του Καζ-Νταγ κ΄ εκεί κάμανε τη δεύτερη πατρίδα τους. Λίγον καιρό περάσαν ήσυχα. ΄Όταν, πάλι φάνηκε στο δρόμο τους ο άνθρωπος. ΄Ηταν Τσερκέζοι και Γιουρούκηδες που σκοτώνανε τις μεγάλες αρκούδες για να παίρνουν τα μωρά τους, να τους βάζουν αλυσίδες στη μύτη και να τα μαθαίνουν να χορεύουν.
Θρήνος πάλι τότες πολύς έπεσε στη φυλή τους. ΄Άλλες αρκούδες λέγαν:
«Ελάτε να φύγουμε! Ας φύγουμε κι από δω! Ας πάρουμε πάλι το δρόμο της προσφυγιάς!»
«΄Όχι! Χίλιες φορές όχι!» λέγαν άλλες. «Πώς ν΄ αφήσουμε πάλι τη νέα πατρίδα που κάμαμε; Δεν το μπορούμε πια! Ας γίνει ό,τι θέλει!»
΄Ετσι, πολλές αρκούδες μείνανε στα βουνά του Καζ-Νταγ και χάθηκαν απ΄ το χέρι του ανθρώπου. Οι πιο λίγες, προπάντων όσες είχαν παιδιά μες στην κοιλιά τους, αυτές τραβήξαν κατά τ΄ ανατολικά. Βρήκαν στο δρόμο τους τα Κιμιντένια. Κ΄ έμειναν. (σελ. 220-222)

Η Ντόρις

… Οι ώρες περνούν. Ο ήλιος χαμηλώνει. Το γεράκι πια δε βιγλίζει, κ΄ η σαλαμάντρα έκλεισε τον κύκλο στην ιστορία του ύψους. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε κάτω από ένα ζεστό βράχο, στα Κιμιντένια, η μητέρα της – η μεγάλη σαλαμάντρα – της είπε: «Μάθε να μην κοιτάζεις ψηλά, να μην ονειρεύεσαι. Να κοιτάζεις πάντα στη γη. Η γη είναι η μοίρα μας». «Γιατί μου το ΄πε;» συλλογίστηκε μόνη της η μικρή σαλαμάντρα. «Οι σαλαμάντρες, λοιπόν, δεν μπορούν να ονειρεύουνται; Είναι πλάσματα που μόνο σέρνουνται, κ΄ έτσι θα μείνουν πάντα;» Ωστόσο, να που ήρθε σήμερα η ώρα της. Κ΄ η μικρή σαλαμάντρα τέλειωσε την ιστορία της ψηλά, πάμφωτη από ήλιο κι από γαλάζιο χρώμα, γράφοντας μια γραμμή που σπάραζε ενώ ανέβαινε κρεμασμένη στο στόμα του γερακιού. Να λοιπόν που και για τα πλάσματα που σέρνουνται υπάρχει κάποτε η ελπίδα, υπάρχει έξω απ΄ τη θέλησή τους, στις δυνάμεις του ύψους. (σελ. 161)

Στη σπηλιά των αγριογουρουνιών

… Εκεί που έσταζε το νερό η πέτρα ήταν μαλακή. Με το έργο τούτο του θόλου, που γινόταν από παμπάλαιο χρόνια, σχηματίστηκε καταγής στο βράχο μια μικρή λακκούβα. ΄Όταν το νερό που έσταζε τη γέμιζε, ξεχείλιζε και χυνόταν αργά κατά την έξοδο της σπηλιάς. Οι στάλες, κοιμισμένες χρόνια πολλά μες στην καρδιά του βουνού, άρχιζαν τώρα φοβισμένες το ταξίδι τους προς το φως, το ταξίδι του τέλους. Προχωρούσαν λίγο. Δίσταζαν. Πάλι λίγο. Δίσταζαν. ΄Ετσι, εξόν απ΄ τη μεγάλη λακκούβα, ο τόπος ήταν γεμάτος από άλλες πιο μικρές, μνήμες του φόβου και του δισταγμού. Από γενιά σε γενιά οι στάλες που έρχουνται ακολουθούν τα σημάδια των προγόνων τους. Μένουν λίγο εκεί, όσο μείνανε κ΄ εκείνοι. Και σαν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, σαν έρθουν οι στάλες που ακολουθούν και γυρεύουν τόπο, οι πρώτες φεύγουν. Από πάνω τους οι σταλαχτίτες, στέρεη φωνή του βουνού, καταβοδώνουν τότε και βλογούν τις στάλες για ό,τι κάμαν στη ζωή τους,, για την τρυφερότητα που δώσανε στη μεγάλη μάνα τους, στα Κιμιντένια: «Στο καλό! Στο καλό!» ΄Ενας τσαλαπετεινός πέρασε, πήρε τη μια στάλα. ΄Ένα αγριογούρουνο πέρασε, πήρε την άλλη. ΄Άλλη ταξίδεψε πιο χαμηλά. Πήγε στη ρίζα μιας βατομουριάς, κοντά στις όχθες του Ποταμιού των Τσακαλιών, κ΄ έγινε βατόμουρα. Να τα μαζέψει ένα κορίτσι και να τα δώσει με το χέρι του στον κυνηγό. Καιμια άλλη στάλα βάδισε στην κοίτη του ποταμιού, έγινεένα με το νερό της βροχής κ΄ έφταξε ως τη θάλασσα. Εκεί τη βρήκε ένα ερωτευμένο χέλι και την πήρε μέσα του…

…Τα χέλια του Ποταμού των Τσακαλιών καταλαβαίνουν πως ήρθε η ώρα για το μεγάλο ερωτικό τους ταξίδι. Γεννηθήκαν μακριά στο βυθό του Ωκεανού, κει που πάν και γονιμοποιούν τα χέλια όλου του κόσμου. Σα γίνανε δυο χρονώ άφησαν το λίκνο τους στο βυθό του Ωκεανού και πήραν το δρόμο των προγόνων τους. Περάσαν όλες τις θάλασσες κι ήρθανε μια χειμωνιάτικη νύχτα στο Ποτάμι των Τσακαλιών. Είχε φεγγάρι πάνω στα Κιμιντένια. ΄Ηταν ησυχία. Μοναχά πού και πού τα τσακάλια ούρλιαζαν στο ρουμάνι. ΄Όμως τα χέλια ήταν ασφαλισμένα μές στο νερό και δε φοβήθηκαν. Μείνανε θαμπωμένα απ΄ την αυστηρή ηρεμία της Αιολικής Γής, απ΄ το έρημο φεγγάρι. «Τι όμορφος που είναι ο τόπος των μητέρων μας», είπαν. «Τι όμορφη που είναι η πατρίδα μας».
Μείνανε κεί και ζήσανε μέρες χαρούμενες χρόνους εξ. ΄Όταν, πάλι, ήρθε μια νύχτα. ΤΟ φεγγάρι έλαμπε πάλι ψηλά, τα τσακάλια πάλι ούρλιαζαν, κ΄ ένα νέο κορίτσι που το λέγαν ΄Αρτεμη, παιδί των βουνών του τόπου, ζούσε την πρώτη ιστορία της καρδιάς του, την πρώτη με αίμα, στη σπηλιά των αγριογουρουνιών. Μυστική, από πολύ βαθιά μέσα τους, ήρθε στα χέλια του Ποταμιού των Τσακαλιών η φωνή. Παράξενη φωνή, που τους έλεγε να φύγουν, να κατεβούν χαμηλά το ποτάμι και να βγουν στη θάλασσα. Ξυπνήσαν όλα τα χέλια, άκουσαν την προσταγή της φωνής, κατεβήκαν χαμηλά το ποτάμι και βρήκαν τη θάλασσα. Αλλόκοτο σούσουρο βρήκαν τότε κεί, στις ακρογιαλιές του Αιγαίου. Κοίταξαν καλά μες στο νερό γύρω τους και ξαφνιασμένα είδαν. ΄Όλα τα χέλια των ποταμιών της Ανατολής είχαν μαζευτεί εκεί.
«Πώς εδώ, σύντροφοί μας;»
Τους αποκρίθηκαν:
«Η φωνή μίλησε μέσα μας. Πάμε για το μακρινό ταξίδι».
«Α! Κ΄ εσείς; Κ΄ εμείς για το ίδιο ταξίδι πάμε. Μας μίλησε η φωνή».
Κι ολοένα κουβέντιαζαν χαρούμενα τα χέλια των ποταμιών και κάναν γνωριμίες το ένα με τ΄ άλλο. ΄Ένα μονάχα χέλι, ντυμένο με παράξενο ασημένιο δέρμα, δε σάλευε απ΄ τον τόπο του. Δεν ήθελε γνωριμίες, δεν ήθελε φλυαρίες, γιατί ήθελε να μείνει μονάχο με τη χαρά που το πλημμύριζε. Το είδε, έτσι μόνο, ένα άλλο χέλι με γυαλιστερό δέρμα, που είχε κι αυτό αρχίσει να παίρνει χρώμα ασημένιο, και νόμισε πως είναι περίλυπο.
«Τι έχεις;», του λέει, «κ΄ είσαι έτσι μονάχο; ΄Εχεις κανένα μυστικό που σε βασανίζει;»
«Από πού έρχεσαι εσύ;» ρωτά το μοναχικό χέλι.
«΄Ερχουμε απ΄ το Μαίανδρο. ΄Ετσι το λένε το μεγάλο ποτάμι όπου έζησα».
«΄Ελα κοντά μου», λέει τότε το άλλο χέλι, «εσύ που έρχεσαι από μεγάλο ποτάμι. Ακούμπησε πάνω μου. Ακούς;…»
Το χέλι απ΄ το Μαίανδρο κολλά στο χέλι του Ποταμιού των Τσακαλιών κι ακούει.
«Τι είν΄ αυτό που φωνάζει μέσα σου;» λέει ξαφνιασμένο.
«Είναι η φωνή του βουνού μας», απαντά το φιλέρημο χέλι με το ασημένιο χρώμα. «Την κατέβασε σήμερα το ποτάμι, μια σταγόνα, απ΄ τη σπηλιά των αγριογουρουνιών. Και την πήρα μέσα μου. Τώρα θα ταξιδέψει μαζί μου. Τώρα θα ΄χω μαζί μου τη φωνή του τόπου μου. ΄Ελα μ΄ εμένα».
΄Ετσι έγινε και τα δυο χέλια πορεύτηκαν κοντά κοντά, μαζί με το κοπάδι τους, και φτάξανε στο βάθος του μακρινού Ωκεανού. Πολλούς συντρόφους χάσανε στο δρόμο σε μάχες που κάμανε με άλλα ψάρια. ΄Όμως οι δυο σύντροφοι δεν πάθανε τίποτα, γιατί ο ένας βοηθούσε τον άλλο. Σαν κατέβηκαν στον τόπο που θα γονιμοποιούσαν, στο βυθό, διάλεξαν ένα μέρος στη ρίζα του κοραλλιού και κάμαν τη φωλιά τους. Τ΄ άλλα τα χέλια του κοπαδιού άρχισαν τότεν΄ αλλάζουν το πετσί τους και να ντύνουνται με αργυρό πετσί – τη γαμήλια φορεσιά τους. Μα οι δυο σύντροφοι του κοραλλιού δεν είχαν ανάγκη να περιμένουν. Γιατί αυτοί ήταν έτοιμοι απ΄ την αρχή του ταξιδιού. Ερωτευτήκανε γλυκά και σαν κουράστηκαν μείνανε ήσυχα, περιμένοντας πια τα παιδιά που θα ΄ρχονταν. Το αρσενικό χέλι ακουμπούσε πότε πότε στο σώμα της γυναίκας του, κι όταν άκουγε χτύπους:
«΄Ηρθαν;» ρωτούσε με ανυπομονησία. «Είναι τα παιδιά μας;»
«΄Όχι», του έλεγε εκείνη. «΄Όχι, ακόμα. Αυτό είναι ε κ ε ί ν ο ς ο χτύπος. Είναι η φωνή του τόπου μας».
Μα σαν ήρθαν μέσα της τα παιδιά, οι χτύποι μπερδεύτηκαν. Και τότε πια μήτε αυτή δεν ήξερε να τους ξεχωρίσει. (σελ. 216-218)

Μια χειμωνιάτικη νύχτα στη Σκωτία

… Γεννήθηκε καχεκτικό, αδύναμο παιδί, κ΄ εδώ και είκοσι χρόνια τον είχε βρει η παράλυση που τον κράτησε από τότε δεμένο στην πολυθρόνα του. ΄Όμως μες στο άρρωστο αυτό κορμί σπαρταρούσε μια δύναμη, που, θρεμμένη απ΄ την ακινησία, έγινε με τον καιρό σαν το κύμα του Ωκεανού. ΄Ηταν το αίμα της ράτσας και των προγόνων του που έβραζε μέσα του, η αγάπη για την περιπέτεια, για το ταξίδι, για τη δύσκολη στιγμή της ζωής. Μη έχοντας άλλη διέξοδο η ακατάβλητη τούτη δύναμη χύθηκε μες στα βιβλία. Σε βιβλία ταξιδιών, σε κουρσάρικες ιστορίες, σε απομνημονεύματα για περιηγήσεις ξένων τόπων, σε ημερολόγια εξερευνητών. Ο παράλυτος άρχοντας έμαθε σιγά σιγά να ζει τις ξένες ιστορίες σα δικές του, γιατί ήταν ετοιμασμένος να τις αισθάνεται στην αληθινή τους ποιότητα: στην ποιότητα του πάθους. ΄Ετσι το αδύναμο αυτό σκαρί, το καρφωμένο σε μια πολυθρόνα στη Σκωτία, συνεννοούτανε περίφημα με τον Μαγελάνο, με τον Μάρκο Πόλο, με τον Μπέριγκ, με τον Βάσκο ντε Γκάμα. ΄Εκανε με τη φαντασία του τα ταξίδια όλων των ωκεανών, όλες τις πειρατείες, όλες τις ανακαλύψεις των μυθικών νησιών. ΄Εζησε όλες τις κουρσάρικες περιπέτειες της Αυτοκρατορίας, πέρασε τις Ινδίες, την Ερυθρή Θάλασσα, κατέβηκε πιο χαμηλά. Είχε φτάξει στα στενά του Γιβραλτάρ, κόντευε να τελειώσει το ταξίδι του γυρισμού, όταν ο πειρασμός τον τράβηξε: μπήκε στη Μεσόγειο. ΄Υστερα απ΄ όσα είχε ζήσει, ύστερα απ΄ τη μοίρα των ωκεανών, η θάλασσα τούτη του ήταν σα λίμνη, σαν παιχνίδι. ΄Ελεγε ν΄ ανασάνει λίγο τον αγέρα της και να βγει πάλι έξω απ΄ τα στενά, χωρίς να πολυσκοτιστεί μαζί της. ΄Όμως στη Μεσόγειο φυσούνε ανακατεμένοι άνεμοι, ρέματα δυνατά. Αυτά τον τράβηξαν χαμηλότερα. Ακόμα πιο χαμηλά. Πιο χαμηλά. ΄Ωσπου τον φέραν στη χώρα του Αιγαίου, στη χώρα του μύθου.
Αναγνώστη, εσύ που ρωτάς τι πάρε δώσε έχουν τα φανταστικά ταξίδια ενός παράλυτου άρχοντα της Σκωτίας με την ιστορία της Αιολικής Γης, με την απλή τούτη ιστορία που λέει για έναν τόπο που τον βρέχει το Αιγαίο, θα καταλάβεις τώρα τον ιστό που σιγά σιγά τυλίγει τον ξένο. Ο άνθρωπος ήρθε στην Ελλάδα. Και καθώς μπήκε στον τόπο των Θεών και των Σατύρων, στη Γυμνή και Γαλάζια Χώρα δεν το μπορεί πια να φύγει. Ταξίδεψε όλους τους ωκεανούς και μπόρεσε να φύγει απ΄ όλους τους τόπους όπου είχε φτάξει. Γιατί όλοι είχαν κάτι που δεν ήταν τελειωμένο, που δεν ήταν πλήρες. ΄Όμως η Ελλάδα δεν αφήνει χώρο για επιθυμία και για χίμαιρα. Η Ελλάδα είναι η Χίμαιρα. (σελ. 148-149)

Ο μπαρμπα-Ιωσήφ

…Οι πρόγονοι της αρκούδας είχαν έρθει σε μακρινούς χρόνους απ΄ τα μέρη του Καυκάσου. Σ΄ εκείνα τα μέρη είναι μόνο βουνά απάτητα που πάντα τα κατοικούνε σύννεφα. Γι΄ αυτό, τον ήλιο απάνω εκεί τον βλέπουν οι καρυδιές. Ο κόσμος γύρω τους είναι θολός και σκοτεινός. Μια μέρα πέρασε ένα αγριοπούλι απ΄ τα βουνά του Καυκάσου. Ερχόταν απ΄ τα δυτικά, από βασίλεια μακρινά, κ΄ είπε στις καρυδιές το νέο.
«Κεί κάτω κατά τα δυτικά», είπε, «βρίσκεται μια χώρα που είναι πάντα φωτεινή. Τη λένε χώρα του Αιγαίου. Εκεί είναι τα Κιμιντένια».
Αυτά ακούγοντας δυο μεγάλες καρυδιές μπήκαν σε πολύν καημό.
«Πόσος καιρός μας μένει;» λέγαν. «Είναι κρίμα να πεθάνουμε χωρίς να δούμε τη φωτεινή χώρα».
Τις άκουσε το μεγάλο ποτάμι της Ανατολής και τις λυπήθηκε.
«Εγώ», λέει στις καρυδιές, «έχω πολλούς γιους και πολλές κόρες. Κει που τελειώνουν τα δικά μου τα νερά, αρχίζουν τα νερά των παιδιών μου και των παιδιών των παιδιών μου. Το πιο μικρό φτάνει ίσαμε τη φωτεινή χώρα, εκεί ζει. Μπορώ να σας ταξιδέψω».
΄Ετσι έγινε, και το μεγάλο ποτάμι πήρε τις δυο καρυδιές μες στα νερά του και τις κατέβασε χαμηλά. ΄Υστερα τις πέρασε στ΄ άλλα ποτάμια, στα παιδιά του και στα παιδιά των παιδιών του. Και το πιο μικρό, το «Τσακάλ-Ντερέ» - το Ποτάμι των Τσακαλιών – που είναι κάτω απ΄ τα Κιμιντένια, αυτό τις έφερε στον τόπο μας. Οι δυο καρυδιές στην αρχή μαγεύτηκαν, αλλά ύστερα άρχισε να τις βασανίζει η νοσταλγία. Θυμόντανε πολύ την πατρίδα τους, τ΄ απάτητα βουνά του Καυκάσου και τα σύννεφα που πάντα τα κατοικούσαν. Χρειάστηκε καιρός ίσαμε που να συνηθίσουν στη χώρα της θάλασσας. Φέραν ένα νέο παιδί στη γη: τη δική μας καρυδιά. Αυτή γεννήθηκε στα Κιμιντένια, γι΄ αυτό μοναχά σαν παραμύθι άκουγε να της λένε για τη μακρινή πατρίδα των προγόνων της. ΄Ετσι αυτή δε δοκίμασε τον καημό της ξενιτιάς, ποτές δεν υπόφερε από νοσταλγία. ΄Εζησε χρόνους πολλούς, είδε κι άκουσε όλες τις θύελλες που έρχουνται απ΄ τα Κιμιντένια, προστάτεψε κάτω απ΄ τον ίσκιο της, κοριτσάκι σαν ήρθαν, τη μητέρα μου, ύστερα εμάς όλους. ΄Εδωσε σ΄ όλους μας απ΄ τον καρπό της. Και τώρα πια που γέρασε πάει να κοιμηθεί…(σελ. 66-67)

Περιστατικά μιας πλημμύρας και του φοβερού ληστή που λεγόταν Λαζό-εφφές

… Ησυχία πολλή ήταν. Ψηλά, στην αυστηρή θεότητα του τόπου, στα Κιμιντένια, ένα μεγάλο δέντρο δίψασε. Σαλεύει τις ρίζες του αργά, προς τα δεξιά, προς τα ζερβά, τις τεντώνει γυρεύοντας να πιεί. Τα σκουλήκια ξυπνούν απ΄ τον ύπνο τους. «Τι είναι;» λέει το ένα. «Τίποτα», αποκρίνεται το άλλο. «Το δέντρο δίψασε». Γυρίζουν απ΄ την άλλη να κοιμηθούν, όταν ξυπνά το χώμα. «Τι γίνεται δω;» ρωτά κ΄ εκείνο. Μόλις όμως δει τις ρίζες στον απελπισμένο τους αγώνα, καταλαβαίνει και χαμογελά στοργικά. «Θα σου φέρω νερό», λέει στο δέντρο. Σαλεύει το χώμα, φέρνει νερό απ΄ τη μυστική κρύπτη όπου φυλάγεται για τη δύσκολη ώρα, και το δέντρο πίνει. Την ίδια στιγμή, στην επιφάνεια, μια μεγάλη πέτρα σάλεψε απ΄ την ταραχή της γης, έχασε την αταραξία της, κύλησε λίγο.
Αυτά γίνονταν ψηλά, και τα Κιμιντένια άκουγαν ατάραχα. Ατάραχα άκουγαν ό,τι γινόταν χαμηλά, κάτω απ΄ τη σκέπη τους, ανάμεσα στους ανθρώπους…


…Τότες το ξανθό παλικάρι, ο Λαζό-εφφές, πήρε ένα σκοπό: «Από μακριά, απ΄ τα βάθη της Ασίας, από ψηλά γυμνά βουνά κατεβαίνει το κοπάδι οι λύκοι. Κινούνε προς τα χαμηλά, για την πεδιάδα, για τα μέρη της θάλασσας, να φάνε. Περνάνε από χώρα σε χώρα και τη ρημάζουνε, μα να χορτάσουν δεν μπορούν. Τα δέντρα και τ΄ αγρίμια όλα τους λένε: «Τραβάτε χαμηλά! Τραβάτε χαμηλά για τη θάλασσα!» Κ΄ οι λύκοι όλο φεύγουν. Περνούνε την Αρμυρή ΄Ερημο, ψυχή δε βρίσκεται κεί. Μονάχα ένα παραστρατημένο πουλί βρίσκουν και το ρωτούν να μάθουν: «Πού είναι η θάλασσα;» «Τραβάτε χαμηλά! Τραβάτε χαμηλά!» τους λέει τρομαγμένο το πουλί και χάνεται. Η θάλασσα! Τι να ΄ναι, άραγες, αυτός ο τόπος του νερού όπου όλα τρέχουν να φτάξουν, τα ζωντανά και τα πουλιά κ΄ οι άνθρωποι που πείνασαν στα γυμνά βουνά; Περάσαν οι λύκοι την Αρμυρή ΄Ερημο και μπήκαν σε μεγάλο δάσος. Εκεί, στην κουφάλα ενός δέντρου όπου είχε αποτραβηχτεί για να πεθάνει, βρήκαν ένα γέρικο ελάφι. Του λένε: «Πες μας εσύ, που τόσο στη ζωή σου έτρεξες, πές μας για τη θάλασσα. Αργεί ακόμα να φανεί;» Και το ελάφι, που έζησε πολύ στα δάση, μονάχα στα δάση έζησε, κ΄ είδε όλα τα ελάφια της φυλής του να γεννιούνται και να πεθαίνουν κάτω απ΄ τα μεγάλα δέντρα, τους αποκρίθηκε: «Ποτές σας δε θα φτάξετε στη θάλασσα! Ποτές σας δε θα φτάξετε!». Τότε, με άγριο βογγητό, οι λύκοι γείρανε στη γη κι άρχισαν να κλαίνε τη μοίρα τους, να κλαίνε την ερημιά τους, επειδή πια το ξέρανε πως ποτές δε θα φτάξουνε στη θάλασσα, πως η θάλασσα δεν είναι για τους λύκους».
΄Ηταν ένα παράξενο τραγούδι του ξεπατρισμού και της ερημιάς, πλημμυρισμένο από καημό κι από πάθος που δεν ικανοποιήθηκε, αυτό το τραγούδι των λύκων. ΄Ένα πικρό πέπλο σκέπασε τα μάτια των ληστών όσο το τραγούδι ξετυλιγόταν, η καρδιά τους χτύπησε, χτύπησε, ίσαμε που σύχασε. Και τότε η λύπη ήρθε και κάθισε απάνω της. Οι σκληρές γραμμές χαθήκαν απ΄ τα πρόσωπα, τα χέρια με τις φουσκωμένες φλέβες πέσανε, σιγά σιγά πορευόταν κ΄ έφτανε μέσα τους η ώρα του ανθρώπου. (σελ. 46-47)

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Η Ζωή εν Τάφω

΄Ένα βιβλίο για τον πόλεμο, ένα βιβλίο που δονείται από την ομορφιά της ζωής, καθώς ο αναγνώστης βιώνει την αποτρόπαιη πραγματικότητα του πολέμου, βυθίζεται στη ζεστασιά της γλώσσας, λαχταράει την ειρήνη. Γυρίζουμε τις σελίδες με δέος, ποιητικός λόγος που υμνεί τη ζωή, την αγάπη, την αδελφοσύνη των λαών. Μαγεία αναδύεται μέσα από τις γραμμές καθώς ο Μυριβήλης ξετυλίγει το κουβάρι των στιγμών στο μέτωπο του πολέμου, καθώς οι ήρωες ξεπηδάνε μέσα από την πένα του, ο Μιχάλης (η Μ΄χαγήλους), ο Μπήλιος, ο Γιγάντης, ο Ζαφειρίου, ο ο Αλιμπέρης, ήρωες που φοβούνται, αλλά τολμούν, ήρωες που λαχταρούν να ζήσουν, αλλά χάνονται, ήρωες γραφικοί, ήρωες ανδρείοι, ήρωες ανθρώπινοι, οι δικοί μας άνθρωποι. To έργο αυτό του Μυριβήλη είναι μια μύηση στην ιδέα της πανανθρώπινης ενότητας. Αλλά καθώς οι λέξεις μοιάζουν λιγοστές για να περιγράψουν τις εντυπώσεις από το συγκλονιστικό αυτό βιβλίο, ας μιλήσει ο ίδιος ο συγγραφέας κι ας βιώσει ο κάθε αναγνώστης τη γλυκύτητα και το όνειρο, την ελπίδα και την συγκίνηση, τη θλίψη και την προσδοκία, την παράδοση στην ομορφιά και την αγάπη!

΄Ένα τέλος που είναι μια αρχή

Κάθεσαι κάπου με τον άνθρωπό σου. Κάθεσαι μαζί του μέσα σε μια καμαρούλα που δεν είναι κανείς άλλος από τους δυο σας έξω από μερικά καλά βιβλία, ένα-δυο ζουγραφιές στους τοίχους, μια λάμπα που περιμένει τη νύχτα με χτυποκάρδι, ένα καλαμάρι (τι σπουδαίο πράμα ένα καλαμάρι!) κι οι καρέκλες ένα γύρω γεμάτες υπομονή. Κανένας από τους δυο σας δε μιλά. Καθένας είναι παραδομένος στους λογισμούς του. Μπορεί και να μη συλλογιέται συνειδητά τίποτε. Τότες είναι η πιο σπουδαία στιγμή, γιατί η Ψυχή σου, λεύτερη σα χελιδόνι, ξεφεύγει κι ανταμώνει την απέραντη ψυχή του κόσμου και χάνεται και χωνεύει μέσα της αδελφικά. ΄Όμως τις πιο πολλές φορές η Ψυχή σου μιλάει με την Σιωπή της. Ωστόσο, για πρόσεξε πόσο α π α ρ α ί τ η τ ο ς σου είναι ο άλλος, ο εκλεχτός, που κάθεται δίπλα σου αμίλητος, ή λέει κάπου κάπου καμιά κουβέντα που είναι η φτωχή απολογία του λογικού του για τη γλυκόφωνη σιωπή! Κάθεται σιωπηλός κι αυτός, ανυποψίαστος ακροατής μπροστά στην άφωνη μοναχοκουβέντα σου. Και μόλις κάνει να σηκωθεί να φύγει από κοντά σου, εσύ – πάει πια – σου είναι των αδυνάτων αδύνατο να συναγρικηθείς σιωπηλά μέσα στα βάθη του εαυτού σου.
Καμιά φορά, ύστερ΄ από μια τέτοια συντροφική σιωπή σηκώνεσαι να φύγεις και χαμογελάς στο φίλο σου, που μαζί-μαζί δεν είπατε τόση ώρα τίποτα. ΄Όμως την ίδια ώρα, νιώθετε την ψυχή σας πιο δυνατή, πιο λεύτερη και πιο μεστή. Γιατί ένα σωρό αλήθειες την άγγισαν αλαφρά, σαν ρόδινες πεταλούδες, με τα φτερά τους (σελ. 14).

Η λογική είναι το πιο αδύνατο μετερίζι μπροστά στις έξαλλες και ακατανίκητες ενέργειες της ψυχής και της φαντασίας (σελ. 25)

Να βρέχει και νάσαι μέσα σ΄ ένα σπιτάκι. Να τρίζουν τα κούτσουρα της ελιάς στο παραγώνι. Να βλέπεις τη βροχή πίσ΄ από τα τζάμια. Και κοντά σου νάναι η αγάπη. Κι ένα βάζο φρέσκα λουλούδια. Κι ένα βιβλίο.) Τ΄ είν΄ αυτό; Τα μάγουλά μου είναι ογρά. Απ΄ τη βροχή; (σελ. 34)

΄Ανοιξα μεγάλα τα μάτια, να κοιτάξω δυνατά και περιληπτικά όλη τη Φύση την κρουστή, να πιω μονορούφι όλο της το νόημα, σαν άνθρωπος που πρόκειται να στραβωθεί σε λίγο για πάντα (σελ. 45)

Ο λόφος με τις παπαρούνες

Είναι και μια μέρα χαρούμενη μέσα στις άσκημες μέρες της πορείας. Μια μέρα γαλάζια και κόκκινη, με ανοιξιάτικον ουρανό, γεμάτη μαβιά μάτια, κόκκινα αγριολούλουδα και αργά μελαγχολικά τραγούδια.
΄Ηταν ένας λόφος άλικος από τις παπαρούνες. Ξεκουραζόταν ένα Ρούσικο Σύνταγμα, που τραβούσε κι αυτό για το μέτωπο. Εκεί μας σταματήσανε κι εμάς. Είχε μπόλικο νερό και πρασινάδα δίπλα. Στήσαμε πυραμίδες τα όπλα και φάγαμε κοντά τους. Μας σίμωσαν κάτι μεγαλόσωμα παλικάρια με τριανταφυλλιά μάγουλα, με χοντρές μπότες και μπλούζες παιδιάτικες δίχως κουμπιά. Τα πηλίκιά τους είχαν κεραμίδι στενούτσικο……….
Φάγαμε μαζί, κουβεντιάσαμε ώρες δίχως να καταλαβαίνει γρι ο ένας από τη γλώσσα του αλλουνού. ΄Όμως συνεννοηθήκαμε περίφημα. Η αγάπη κι η όχτρα έχουνε διεθνή γλώσσα.
…………………………………………..
Σαν κάμαμε τις τετράδες να φύγουμε, οι Ρούσοι βάλανε παπαρούνες μέσα στις μπούκες των ντουφεκιώ μας. ΄Ητανε σα μια παράξενη λιτανεία με ατσαλένιες λαμπάδες, που στην κορφή τους άναβε η πιο χαρούμενη φλόγα.
….Πόση αγάπη υπάρχει μέσα στον κόσμο! ΄Αφθονη σαν ποτάμι που χύνεται μέσα σ΄ έναν κάμπο. Ανθισμένη σαν ένας λόφος κόκκινος από τις παπαρούνες, που σε φωνάζουνε να τις κόψεις. Δεν έχεις παρά να σκύψεις να τις κόψεις.



Για τη μνήμη

Μάλωνα συχνά με τον αδερφό μου, τον έδερνα ταχτικά. Η μνήμη μου αρμενίζει σ΄ ένα ήρεμο πέλαγο από γλυκιές ακαθόριστες εντύπωσες αλλοτινές, μισοξεχασμένες. Χρώματα κινούνται, πρόσωπα σχεδιάζουνται, μυρωδιές, τραγούδια, σχήματα. Μικρές χαρές καραβίζουν, ξεθωριασμένα λουλουδάκια πατημένα στο χοντρό συναξάρι του χρόνου. Μικρές θλίψες που τι δε θάδινε κανένας να τις ξαναδοκιμάσει. Ονείρατα και φαντασίες και περιστατικά, ακόμα νοσταλγίες από διαβάσματα. Είναι τα γλυκοθύμητα υπόλοιπα μιας παιδιάστικης ζωής, που έσβησε κι άφησε μονάχα το λαφρύ κι ασύλληπτο μύρο της να πλανιέται πάνω από την τελματωμένη ψυχή. Τ΄ ανεσκαλίζεις και μοσκοβολάνε σαν μαραμένα βασιλικά (σελ. 131).

Για το Θάνατο

Η παρουσία του Θανάτου είναι παντού. Αγγίζει όλα, τα τυλίγει όλα μέσα στην πικρή ουσία του, τους δίνει μιαν ιδιαίτερη όψη και μια σημασία συμβολική. Η γέψη του είναι αδιάκοπα στα χείλια μας. Είμαστε όλοι υποτακτικοί του. Ζούμε στο βασίλειό του από παραχώρεσή του, κάθε στιγμή μπορεί να φυσήξει μέσα στις μονιές μας το κρύο χνώτο του(σελ. 138).

Για τα συρματοπλέγματα του πολέμου

Είναι ο αγριόβατος που φύτρωσε από τον πόλεμο και τύλιξε την οικουμένη. Είναι ένα σιδερένιο φιδόχορτο, ένα περικοκλάδι δίχως φύλλα, όλο νύχια και δόντια. Ποτίζεται με ζεστό αίμα, θεριεύει κι απλώνει τις κουλούρες του. Βλασταίνει και κλαδίζει μόνο μέσα σ τη νύχτα, πιάνεται παντούθε με τις ακατέλυτες κληματίδες του. Τύλιξε τη Γη κι είναι «ο ακάνθινος στέφανος του μαρτυρίου της». ΄Οπου φυτρώσει το συρματόπλεγμα μαραίνουνται τα λουλούδια, φυλλορροούν τα δέντρα, μαραζώνουν οι ανθισμένες μηλιές, οι ροδιές κιτρινίζουν. Είναι τ΄ αγκάθι που ριζοβόλησε, κυρίεψε και χέρσωσε τα χωράφια και τις καρδιές (σελ. 140).

Η μυστική παπαρούνα

΄Ηταν ένα λουλούδι εκεί. Συλλογίσου. ΄Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου ξεφανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα πούναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ΄ άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σα μικρή βελουδένια φούχτα. Αν μπορούσε να τη χαρεί κανείς μέσα στο φως του ήλιου, θάβλεπε πως ήταν άλικη, μ΄ έναν μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαύρες βλεφαρίδες στη μέση. Είναι θραψερό λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί του είναι ντούρο και χνουδάτο. ΄Εχει κι ένα κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ΄ αργήσει ν΄ ανοίξει κι αυτός. Και θάναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής. Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ. Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ΄ αυτό μου αποκαλύφτηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι και τ΄ ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. ΄Ετσι λέω θάναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπιν σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δακτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμυδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Είπα σιγά – σιγά: Καληνύχτα … καληνύχτα και νάσαι βλογημένη (σελ. 185).

Για τη ζωή

Ωχ, είναι καλά νάσαι εικοσιδυό χρονώ, να γύρισες ζωντανός από το χαράκωμα, νάσαι ερωτευμένος και νάχεις μέσα σου την Ελλάδα. Η ζωή είναι αχόρταστα όμορφη. Μπορώ να ζυγιάσω και να φωνάξω τώρα υπεύθυνα την αμέτρητην αξία της. Μπορώ να τη γευτώ στάλα-στάλα σαν σοφός κρασοπατέρας. Αιστάνουμαι κατάβαθα πόσο ακριβή μου είναι η κάθε στιγμή που περνάει πάνωθέ μου. Θέλω ναν τη σταματήσω και να της το πω στ΄ αυτί: Τράβα στο καλό και συ, μα ξέρε το. Σε κατάλαβα που πέρασες. Σ΄ ένιωσα, σε χάρηκα και σ΄ ευχαριστώ!
Είμαι ξαφνικά γεμάτος χαρά και συγκίνηση. Είναι ένα παράξενο συναίστημα. ΄Ολη μου την ύπαρξη την νιώθω σαν ένα όργανο ευγενικό και ηχερό. Τρομαχτικά ευαίσθητο. Εϊναι τεντωμένες πάνω του χιλιάδες, χιλιάδες λεπτεπίλεπτες χορδές χρυσές. Σαν τρίχες χρυσές. Αυτό το όργανο τρέμει μουσικά. Πάλλεται και βουϊζει γλυκά σαν να τραγουδούν μέσα του λαός πολύχρωμα έντομα, μικρούλια σαν μόρια σκόνης που παίζουν ηχερά τις φτερούγες και βγαίνουν άπειρες, άπειρες μικρές φωνούλες… Εγώ ΄μια αυτό το όργανο το πολύ λεπτό, το πολύ ευαίσθητο. Και απαντά στο κάλεσμα της ζωής, που βουϊζει σιγαλινά, γλυκά και παραπονετικά με τις χίλιες χιλιάδες τις ξανθές χορδές του. Είμαι ένας μερακλής της ζωής και μου αξίζει που τη ζω! Μα το Θεό, μου αξίζει που τη ζω… Ποτές μου πριν έμπω στο χαράκωμα δεν είχα υποψιαστεί την πραγματικήν αξία της ζωής. ΄Όμως τώρα και μπρος τη χαίρουμαι στιγμή προς στιγμή. ΄Εγινα ο τσιγκούνης που την ξοδεύει μια-μια πεντάρα. Γιατί ο καιρός είναι μετρημένος αυστηρά, σαν του στρατιώτη που παίρνει άδεια για το χωριό του. Είμαι μια σαΐτα που τινάχτηκε από τη χορδή του δοξαριού σου, Ζωή, και τρέχει πάνω στην καμπύλη του πεσιμού της. Είμαι μια στάλα νερό που πήδηξε μέσα στο φως από τ΄ αφρισμένο ρουθούνι του κυμάτου και ξαναπέφτει μέσα στον καταποτήρα της άβυσσος. Τώρα είμαι άξιος να σταθώ και να σε απολάψω, Ζωή. Από τη στιγμή που άρχισες να σαλεύεις και να φιδοσέρνεσαι σαν ερπετό μες από τη σκοτεινιά της ανυπαρξίας, ως την τελευταία σου στιγμή που θα σβήσεις. Ας ήμουν εγώ το βλέφαρό σου που θα πέσει να κλείσει για πάντα! Ας ήμουν η στερνή στάλα της στεγνωμένης κλεψύδρας σου. Η μικρή σου τελεία ας ήμουν. Κι ας ήμουν, έστω, ένα ταπεινό χουχλιδάκι σε μιαν ακρογιαλιά της Ελλάδας ανεκατωμένο με τον άμμο, ένα χουχλίδι που θα πίνει μόνον ήλιο και θα το μετατοπίζουν τα δροσερά κύματα (σελ. 208).

Για τη νοσταλγία

Ποιος είδε ομορφότερα ηλιοβασιλέματα από μένα; ΄Ηταν Λεσβιακά ηλιοβασιλέματα και τάβλεπα να διαβαίνουν αργά-αργά μέσα στα μάτια σου. Εκεί βαθιά έτρεμε η ψυχή σου η ερωτεμένη, με την αγωνία μιας καρφιτσωμένης πεταλούδας…΄Ωρες ώρες κάθουμαι και αναρωτιέμαι: Πώς μπόρεσα τόσον καιρό και ζω δίχως την ελληνική θάλασσα;… Η θάλασσα…μια θαυμαστή λέξη που μυρίζει, φωνάζει και φυσάει. Σφαλνώ τα μάτια και τη λέω έτσι απανωτά με πολλά «σ». Τη λέω σιγανά και αφουγκράζομαι τη φωνή μου. Ακούγω τότες όλα τα κύματά της τα καλοκαιρινά, σαν ξεσέρνουνται σουσουριστά στα στρωτά μας αμμογιάλια και στα γλειμμένα βότσαλα. Αχαί και τραγουδά αυτή η λέξη. Είναι σαν το κοχύλι που βάζεις στ΄ αυτί στο άνοιγμά του κι ακούς τις φωνές του πελάγου νάρχουνται απ΄ αλάργα (σελ. 235).

Η αισιοδοξία

Ποτές μου δεν ένιωσα νάμαι από τους καταδικασμένους του πολέμου. Ούτε κι από τις μάχες του 12-13 βγήκα ποτές «έκπληχτος» που ζω. Πώς γίνεται να πιστέψω πως είναι μπορετό να πάψω – για πάντα, για πάντα - να γράφω, να κολυμπώ, να τραγουδώ, να τρέχω, ν΄ αγαπώ, να πονώ και να μισώ; Είναι φορές, ακόμη και στις πιο μαύρες ώρες, που μούρχεται να ξεφωνίζω κάτω από το κύμα της χαράς που με συνεπαίρνει και με σηκώνει στην κορφή της ζωής (σελ. 381).

Για το φιλότιμο

Είναι κάτι που το λέμε ελληνικά «φιλότιμο» και κανένας ακόμη δεν ξέρει αρκετά την τρομερή δύναμή του. Αυτό, σαν τη φιλοσοφική λίθο, αλλάζει την ουσία των μετάλλων, κάνει την αλχημεία των ψυχών. (σελ. 400).

.

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Αιολική Γη

.....Και να, προχτές, που ανοίγω ξάφνου την «Αιολική Γη» του Βενέζη.
Μια γλυκιά γαλήνια ζέστη χύνεται άξαφνα από τα φύλλα του, όχι πια φύλλα βιβλίου μια φύλλα δέντρου, δέντρου νεώτατου και δέντρου προαιώνιου, που με τυλίγει με το σάλεμά του, που θροεί ολοένα σιγανότατα στ΄ αυτιά μου, που επικοινωνεί με το αίμα μου, το νου μου, την καρδιά μου, και με τη σειρά του με βοηθάει να κοινωνώ ξανά σε κάποια νέα μου πλατιά επικοινωνία με τον κόσμο όλο: με τη θάλασσα, με τα βουνά, με τα χωράφια, με τα ζώα, με τις ψυχές. ΄Ενας βαθύς, ένας γαλήνιος αυτοματισμός προωθεί το διάβασμά μου – αυτή η ίδια α-προσπάθεια με την οποία κυλάει η λύμφη στο φυτό, ή δημιουργείται η συμπαθητική ανταπόκριση ανάμεσα απ΄ τις ρίζες ενός δέντρου κι από κάποιες μακρινές πηγές, ανάμεσα μιας πεταλούδας κ΄ ενός κάμπου λουλουδιών – και μου χαρίζει απροσδόκητα έναν τρόπο κ΄ ένα μέσο μιας γλυκύτερης και πιο ήρεμης συνολικής, και του κορμιού και της ψυχής μου, αναπνοής. Είναι η γλυκιά Ιωνική ατμόσφαιρα, είναι η κρυφή, χαμένη θαλπωρή της μυστικής του κόσμου σάρκας που απροσδόκητα ξανάρχεται και πάλι σ΄ επαφή μητριαρχική μαζί μου, είναι η αγνή Ιωνική πνοή του ξεχασμένου και νοσταλγημένου από με τον ίδιο, όπως εξήγησα πρωτύτερα, πολιτισμού. Εδώ δεν κυριαρχεί ένας τόνος, σερνικός ή θηλυκός, εδώ ηχούν αράδα όλες οι φωνές του κόσμου,
όπως η σειρά απ΄ τα κουδούνια του καμηλιέρη,
του «τσιτμή» της «Α ι ο λ ι κ ή ς Γ η ς».

«Τίποτε δεν μπορεί (γράφει ο Βενέζης) να ταράξει την αυστηρή πειθαρχία αυτών των ήχων. Επιβεβαιώνουν την καλή τάξη, τη συμφωνία του κόσμου. Τους ακούει να πορεύονται πίσω του ο τσιτμής, και είναι ήσυχος πως όλα πάνε καλά στη γη. Μπορεί να τύχει μια στιγμή – μια ελάχιστη στιγμή- να λείψει ένας ήχος. Η αρμονία πάσχει μονομιάς κι ο τσιτμής καταλαβαίνει πωςκάτι χάλασε στην τάξη του κόσμου. Τότε μονάχα παίρνει το πρόσωπό του ανήσυχη έκφραση και γυρίζει πίσω του να δει. Σταματά, κατεβαίνει απ΄ το γαϊδούρι του, πάει και ξαναδένει στο καραβάνι την καμήλα που έκοψε το σκοινί. Και η συμφωνία ξαναρχίζει».
Κι ο Βενέζης το ίδιο, σαν ετούτο τον καλό τσιτμή, ενεργεί μέσα σ΄ αυτό του το βιβλίο. Δεν ακουμπά ιδιαίτερα σε κάποιον απομονωμένο τόνο, δε ζητάει την επικράτησή του, δεν υπογραμμίζει περισσότερο ετούτη την πλευρά που προέρχεται στο έργο του απ΄ την Ιστορία, την καθαυτό και τόσο πρόσφατη Ιστορία, απ΄ την άλλη που προέρχεται από μόνη την αισθαντικότητά του. ΄Όπως εκείνος ο τσιτμής, κάνει και τούτος κάτι πάνσοφο. Γυρεύει ν΄ αποδώσει σ΄ όλα, είτε πρόσωπα είτε πράγματα είτε γεγονότα, που κινούνται μέσα στο βιβλίο του – και για τούτο και μες στην ψυχή του ίδιου του αναγνώστη – τις χαμένες τους παλιές δυνάμεις, τις κρυφές τους συμπαθητικές ιδιότητες, πλησιάζοντάς τα με τη Φύση, ολοκληρώνοντάς τα μες στη συμφωνία της καθολικής ζωής, αναπλάθοντας την παλιά ιερή κι αναγκαία συμμαχία μεταξύ «πλάσματος» - ζώου, φυτού ή ανθρώπου – και της όλης Δημιουργίας.
Για να πραγματοποιήσει αυτό το θαύμα ο Βενέζης δεν έχει άλλο τίποτα να κάμει παρά να κατέβει – όχι βίαια, μήτε βιαστικά, αλλά ρυθμικά, στρωτά, γαλήνια – στον πρώτο του, το θεμελιώδη αισθαντικό εαυτό.
....................................
Οι αποδείξεις και τα παραδείγματα είναι πολλά, όλο το βιβλίο. Θεματοφύλακας μιας παράδοσης υπέρτατης, που τη λογιάζαμε χαμένη. Της Ιωνικής. Η μυστική φωνή της:
«΄Ετσι ετούτη η μυστική φωνή γίνεται ο πιο αδιόρατος κι ο πιο βέβαιος δεσμός ανάμεσα στις γενιές των προγόνων κ΄ εκείνων που θα ΄ρθουν, ένα ήχος π ο υ
θ α μ έ ν ε ι όταν η μνήμη των ανθρώπων θα ΄χει χαθεί».
Και υπάρχει και το υπέρτατο παράδειγμα, το τελευταίο, που κλείνει όλο το βιβλίο. Είναι το μικρό μαντίλι, με το φυλαγμένο απ΄ την πατρίδα χώμα. Εδώ πια δεν είναι η φωνή. Είναι η ίδια η σάρκα και το πνεύμα της Ιωνίας. Την κρατάμε, την αγγίζουμε, την ψάχνουμε σ΄ αυτή τη φούχτα απ΄ το δικό της χώμα. Μια φ υ σ ι ο λ ο γ ι κ ά γ λ υ κ ι ά π ί σ τ η χύνεται από την αφή μας μες στις φλέβες μας και στις καρδιές μας. Η Ιωνία δε χάθηκε. Η Ιωνία ζει. Ο χαμένος της προαιώνιος πολιτισμός υπάρχει. Μας τον έφερε το δράμα το φριχτό της Ιστορίας. Μας τον έφερε η προσφυγιά κοντά μας. Μας τον έφερες Εσύ, Ηλία Βενέζη.
Σκύβω και φιλώ το χώμα εκείνο πρώτα. ΄Επειτα, από μέρος όλων μας των αδελφών Κι μεγαλύτερος στα χρόνια, σκύβω και φιλώ μ΄ αυτό τον ίδιο πρόλογο και το δικό Σου μέτωπο, αδελφέ Ηλία Βενέζη.
9.1.1944

(Πρόλογος του ΄Αγγελου Σικελιανού στη δεύτερη έκδοση της "Αιολικής Γης"

Τώρα τ΄ ακούτε σαν παραμύθι, μα τότε ήταν ζωή!

Το βιβλίο «Το χαμένο ταίρι» είναι η προσωπική μαρτυρία μιας φαρμακωμένης γενιάς, όπως βίωσε την ιστορία, τη καταστροφή της Σμύρνης, την εγκατάσταση στην Ελλάδα, τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, την κατοχή και την αντίσταση. Κι όλ΄ αυτά μέσα από τις διηγήσεις της κυρα-Δέσποινας, της «γιαγιάς», χωρίς όνομα, χωρίς άλλα διακριτικά.
« Η γιαγιά… Δρυς που ρίχνει τη δροσερή σκιά της πάνω από τα κεφάλια μας. Απλή και αρχόντισσα όμως συνάμα. Αρχόντισσα στο φέρσιμο, στους τρόπους, κι αμύθητα πλούτη στην καρδιά. Σκληρή όταν πρέπει να επιβληθεί η τάξη, μα απρόσμενα γλυκιά όταν πρέπει να εξασφαλίσει τη νηνεμία γύρω της. Κρατάει ένα μαγικό ραβδάκι στα χέρια της αυτή η μικροσκοπική φιγούρα κι όλα τα μεταμορφώνει γύρω της. Κανέναν δεν ξεχωρίζει τούτη η γερόντισσα. ΄Ολους, δίχως εξαίρεση, τους έρανε με τη χρυσόσκονη που έχει φυλαγμένη μέσα στην καρδιά της. ΄Ένα χαρμάνι μας έχει κάνει όλους. Αξεχώριστοι. ΄Αντρες, γυναίκες, παιδιά κάτω από το θολό της βλέμμα. Το βλέμμα που θαρρείς πως μέρα – νύχτα ξαγρυπνά να μην αφήσει τίποτα να σκιάσει την ευτυχία μας σε όλα τα σπιτικά στο σόι». Της γιαγιάς , που «σαν καλά δοκιμασμένο καράβι δεν πτοούνταν, όπως άλλα πρωτοτάξιδα. Αυτή κάποτε αρμένιζε μονοσάνταλη για το άγνωστο και παρόλ΄ αυτά μπόρεσε να νικήσει το φόβο για να ζήσει. Ξεβράστηκε μια μέρα αλώβητη από τη λέμβο των συμφορών της κι όλα πήραν την πορεία τους με κατάληξη το δικό μας σήμερα.». Η γιαγιά που εκεί που περνούσε από τη στεριά στην αγκαλιά του πελάγους, η μια της παντούφλα έφυγε από το αριστερό της πόδι.
«΄Ένα χαμένο παπούτσι,
Μια χαμένη προσδοκία,
Ένα άπιαστο όνειρο,
Μια σβησμένη ελπίδα,
Ένα γυμνό πόδι,
Μια ολόγυμνη καρδιά,
Μια ξυπόλητη ύπαρξη,
Μονοσάνταλος καημός».
Με την υπόσχεση «Θα το φυλάξω το ορφανεμένο πατούμενο, μέχρι να ξανάρθω πίσω. Γιατί θα γυρίσω μια μέρα, μπουσουλώντας στα τέσσερα έστω, να ψάξω για το αδικοχαμένο ταίρι του. Εγώ ή κάποιος από τη φύτρα μου … Μια μέρα των ημερών θα το βρω». Σταθερή, δυνατή, μεγαλόψυχη : «αρμενίσαμε το ματωμένο πέλαο. Κλείσαμε τα μάτια να αποφύγουμε το κακό μπροστά μας. Δε χάσαμε όμως ούτε στιγμή τη ρότα μας. Δε λιποψυχήσαμε μπρος στο μίσος τους. Φύσηξε αεράκι και μας έφερε στη ζωή. Αν χάσαμε τα παπούτσια μας, γλιτώσαμε τα πόδια μας. Κι αν στερηθήκαμε τα πολλά, έχουμε τα λίγα … Κι αυτό λίγο δεν είναι, μα ούτε κι αρκετό». Με την απορία «Γλιτώσαμε άραγε; Ζήσαμε; Ποιος ξέρει; Γλιτώνει κανείς όταν ξεριζώνεται από τη γη του; Επιβιώνει ο άνθρωπος μισός κι ανέσωτος; … Τι είναι η ζωή; Να έχεις το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί κι ανάμεσα να χάσκει η θάλασσα που κοιτάει να σε αποπνίξει; Δεν ξέρω, κόρη μου, αν γλιτώσαμε τότενες. Δεν ξέρω αν ζούμε τώρα δα». Αλλά αισιόδοξη «κρατήσαμε τα γκέμια κόντρα στα ζιζάνια. Αντέξαμε την καχυποψία, ξεπεράσαμε το νέο πόλεμο που μας κήρυξαν εκεί, Δόξα σοι ο Θεός δε μας τσάκισε ο βοριάς τις ανεμοδαρμένες ιτιές. Κι αν μας λύγισε μια στάλα, δε μας σώριασε καταγής στο τέλος».
Το χαμένο ταίρι κρατά στη ζωή τη γιαγιά Δέσποινα. Αυτό δεν το ανταλλάσσει με όλα τα πλούτη Δύσης και Ανατολής. Κι αν φύγει από τη ζωή, υπάρχει η συνέχειά της για το ιερό καθήκον. Δε στέρεψαν οι ελπίδες. Ακόμα και τώρα που η δρυς του σπιτιού ψυχορραγεί, μια υπόσχεση ζωής μπορεί να κρατήσει άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας. Το μαγικό κουτί, ντυμένο από μεταξωτό ύφασμα κρατά στα σπλάχνα του μόνο τη μισή ευτυχία της γιαγιάς Δέσποινας. Το υπόλοιπο χάσκει στην αντίπερα όχθη από τότε, από τον ανίερο εκείνο διωγμό που άνοιξε βαθιές πληγές στα στήθια. ΄Ηταν τότε που μια φαρμακωμένη γενιά εγκατέλειπε κακήν κακώς την Ιωνία μας με πολλά δάκρυα και στεναγμούς. Μα το χαμένο ταίρι πρέπει να βρεθεί, για να αποκατασταθεί η τάξη των πραγμάτων, να μερώσει η ανησυχία.

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Μπροστά σ΄ ένα παλιό μπαούλο

Σκάλιζα σήμερα μέσα στο γκρίζο μπαουλάκι της εκστρατείας, γυρεύοντας κάποιο επίσημο έγγραφο της στρατιωτικής μου θητείας που μου χρειάστηκε ύστερ΄ από τόσα χρόνια. Είναι ένα γερό γερμανικό κασελάκι του στρατού, χρονώ πράμα, πούχα πετάξει μέσα σ΄ ένα σωρό θυμητάρια του πολέμου. Σαν άνοιξα τη σκουριασμένη του κλειδωνιά, το καπάκι έτριξε σαν να ξεκάρφωσα μια παλιά ξεχασμένη λειψανοθήκη. ΄Ηταν εκεί μέσα ένα μπρούτζινο μισοφέγγαρο που δάγκωνε ένα μαυρισμένο άστρο, κομμένο από το κοντάρι κάποιας τούρκικης σημαίας. ΄Ητανε το σπαθί μου, μια σιδερένια κάσκα, μια γερμανική μουτσούνα για τ΄ ασφυξιογόνα σα γουρουνίσια μούρη, ήτανε τ΄ απολυτήριό μου με τα ξεθωριασμένα γράμματα της γραφομηχανής, ένας πετσένιος χαρτοφύλακας, κάτι φωτογραφίες, δυο-τρεις χειροβομβίδες κι ένα σωρό άλλα μικροπράματα. ΄Ητανε κ΄ ένα χοντρό δέμα από στρατσόχαρτο, δεμένο σταυρωτά με σπάγγο, πούχα ξεχάσει πια τι είχε μέσα. Ψαλίδισα τους κόμπους του και ξεχύθηκαν με πένθιμο θρόισμα ένα σωρό τετράδια και κατεβατά από λογής-λογής χαρτί, γραμμένα όλα πυκνά – πυκνά, με γράψιμο στρωτό και πολύ σφικτό. Αναθυμήθηκα τότες, και πάνω στο χοντρόχαρτο ξαναδιάβασα τη μισοσβησμένη παλιά μου σημείωση με το γαλάζιο μολύβι:

Τα χειρόγραφα του λοχία Αντώνη Κωστούλα.

Τράβηξα έξω όλ΄ αυτά τα χαρτιά κι άφησα το σκέπασμα της στενόμακρης κάσας να ξαναπέσει. ΄Ηταν, αλήθεια, μια αληθινή νεκρόκασα τούτου το μπαουλάκι, κι ήταν ένας φτωχός πεθαμένος αυτά τα κιτρινισμένα πολυκαιρίτικα χαρτιά που ο σπάγγος τα σημάδεψε στις τέσσερεις άκριες. ΄Ενας πεθαμένος που γύρευε να μιλήσει. Τα άπλωσα πάνω στο γραφείο μου και διαβάζοντάς τα με την αράδα έτσι πούταν αριθμημένα, σιγά – σιγά, δίχως να το καταλάβω βρέθηκα χρόνια ολάκερα ξοπίσω. Τα τετράδια τούτα με το φτηνό χαρτί και με τις στριμωχτές μολυβογραμμένες σελίδες τάχα βρει μέσα σ΄ ένα γελιό του Τέταρτου Συντάγματος της Νησιώτικης Μεραρχίας, ύστερ΄ απ΄ τη φριχτή μάχη του υψόμετρου 908. ΄Ημουν υπαξιωματικός ακόμα εκείνο τον καιρό και ξεχωρίζαμε τα δημόσια είδη των ζωντανών, των λαβωμένων και των σκοτωμένων. Τούτα τα τετράδια βρεθήκανε μέσα στο γελιό του Αντώνη Κωστούλα. ΄Ενας εθελοντής λοχίας, διμοιρίτης στην τρίτη διμοιρία του έβδομου λόχου. Τόνε θυμήθηκα τόσο ζωηρά και καθαρά κείνο τον αψηλό μελαχρινό φοιτητή με το μακρουλό πρόσωπο και τα φουντωμένα μαλλιά! ΄Ηταν ένας αληθινός άντρας, φρόνιμος και συσταζούμενος σαν κοπέλα.
Κάηκε κατά λάθος μέσα στα βουλγάρικα χαρακώματα που πατήσαμε, την ώρα που οι εκκαθαριστές, με τα κοντομάχαιρα στη φούχτα και με το συνεργείο των «φλογοβόλων», ξεπαστρεύανε τους τελευταίους οχτρούς, που απόμειναν κρυμμένοι από φόβο για από μπαμπεσιά μέσα στ΄ αμπριά της κυριευμένης γραμμής. Τον έκαψε ένας φραντσέζος, υποδεκανέας στην «ειδικότητα του υγρού πυρός». Αυτό το συνεργείο το κολλήσανε στο Σύνταγμά μας κείνη τη φοβερή και εξαιρετική μέρα, γιατί εμείς οι βαλκάνιοι δεν είχαμε τότες ακόμα στα μηχανικά μας πολεμικά μέσα τέτοιας λογής ευρωπαϊκές «ειδικότητες».
Το λοιπόν, ο φραντσέζος αυτός, την ώρα που λαντουρούσε με το μασούρι της συσκευής του μια γλώσσα τρεχούμενης φωτιάς μέσα σ΄ ένα βουλγάρικο αμπρί, πήρε μια τραβηχτή μαχαιριά στ΄ αποκοίλι από έναν κρυμμένο βούλγαρο. ΄Ωσπου να παραδώσει, σπαρταρώντας σαντ ο ψάρι με τ΄ άντερα έξω (το μηχάνημα της συσκευής του δούλευε), και με τα νύχια γαντζωμένα πα στο σουληνάρι της εκτόξευσης, σκόρπιζε ακόμη το συντριβάνι της φωτιάς όπου λάχαινε.
Κείνη την ώρα έτυχε να πηδήξει μέσα στο χαράκωμα κι ο λοχίας ο Κωστούλας και κάηκε. Τον ήβραμε με το μούτρο φαγωμένο απ΄ τη φωτιά. ΄Ολο το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ήτανε μια μαυροκόκκινη πληγή, που χάραζαν απάνω της μόνο τρία άσπρα σημάδια. Η σειρά τω δοντιώ του, που σφίγγανε σφιχτοκλειδωμένες οι μασέλες, ολότελα γδυτές από κρέας, κι οι βορβοί τω ματιών, που φούσκωναν στρογγυλοί σα δυο ελεφαντένιες τόπες του μπιλιάρδου. Το κάτω δεξί σκυλόδοντο γυάλιζε, σκεπασμένο με χρυσή κορόνα.
Τόνε θάψαμε στο ίδιο μέρος που βρέθηκε, σ΄ ένα λάκκο, αντάμα με το φραντσέζο και με τρεις βουλγάρους. Πολλές μέρες ύστερα, σαν περνούσα από κει κι ένιωθα το χώμα να λαστιχάρει κουφωτό κάτω απ΄ τα προσεχτικά πόδια μου, ένα κρύο φύσημα περνούσε ως μέσα μου. Μα δεν μπορούσε να γίνει αλλιώτικα, γιατ΄ ήτανε των αδυνάτων αδύνατο να τους παραχώσουμε αλλού. Ο οχτρός, βλέπεις, μόλις άφησε στα χέρια μας το οχυρό του, άρχισε, μέρες, να το ζευγαρίζει αδιάκοπα με οβίδες, για να μας μποδίσει να το «οργανώσουμε».
΄Ητανε, μπορεί να πει κανείς, τυχεροί κιόλας όσοι έλαχε να πεθάνουνε μέσα στα χαρακώματα, ή εκεί κοντά στα προπετάσματα ένα γύρω. Γιατί οι άλλοι, που πέσανε στο ξέσκεπο, σάπιζαν άθαφτοι έξω απ΄ τα συρματοπλέγματα, και κάθε λίγο ξέσκιζαν τις κοιλιές τους οι εκρήξεις κι έκαναν τα κουφάρια να πηδούνε πάνω απ΄ το χώμα. Κατόπι ήρθε η βροχή και μέρες τους έδερνε μέσα στα μαύρα στόματα που χάσκανε, και τους χτυπούσε στα στυλωμένα μάτια. Κι οι οβίδες που χιμούσαν με ακατανόητη μανία πάνω σ΄ αυτούς τους φουκαράδες νεκρούς, βουτούσανε σαν γουρούνες στις λάσπες, τους πιτσίλιζαν ελεεινά και τους έκαναν καμιά φορά με τον τρανταγμό ν΄ ανασηκώνουνται, σα να ζωντάνευαν για λίγο, να μετατοπίζουν τα μέλη τους απότομα, να κλωτσάνε και ν΄ ανοίγουν άσκημα τα σκέλια.

Σαν ένα σιχαμερό κοπάδι ποντίκια με τριγυρίζουν πάλι όλες αυτές οι θύμησες, τώρα που κάθουμαι και πασπατεύω με τα δάχτυλα και με τα μάτια τούτα τα καβουριασμένα παλιόχαρτα, που τάχα ξεχάσει ολότελα τόσα χρόνια. Σήμερα, που ξαναπρόβαλαν στα εγκόσμια, είπα ν΄ αποφασίσω να τα τυπώσω. Είναι γραμμένα σαν είδος γράμματα σε μια κοπέλα, που τ΄ όνομά της δε φαίνεται πουθενά. Α ζει κι αν υπάρχει, ας μου συχωρέσει τούτη την αποκοτιά. Μα γω λέω πως ήτανε κιόλας ένα χρέος ετούτο που κάνω. Γιατί μέσα σ΄ αυτά τα χαρτιά θροεί μια ψυχή τυραγνισμένη, που είναι ένα μέρος της Παγκόσμιας Ψυχής. Θαρώ πως τούτα δω τα μιλήματα, που δεν τους στάθηκε τυχερό να φτάσουν ως τη γυναίκα που γι΄ αυτή γραφόνταν, ε, ανήκουν κάπως και σ΄ όλες τις γυναίκες που άγγισε ο πόλεμος, ακόμα και σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα που γιόμισε από τις απορίες του πολέμου, κι απλώνει τα χέρια ζητιανεύοντας την πανανθρώπινη αγάπη.
Κι ύστερα (γιατί να κρύψω τούτη τη δεισιδαιμονία που με κυρίεψε και με τυραγνά!) θαρώ πως βγάζοντας στο φως ετούτα τα χαρτιά, ξαναζωντανεύω το σκοτωμένο παλικάρι, το σέρνω από το χέρι μες από τον ασημάδευτον τάφο του, και του ξαναδίνω τη μιλιά και το φτωχό πνέμα του που έλιωσε μαζί με τα μυαλά. Είναι βαρύ πράμα νάχετε μέσα σας έναν πεθαμένο που γυρεύει να μιλήσει και να του σφαλνάτε με την απαλάμη το στόμα. Γνέφει και κάνει παρακαλεστικά νοήματα προς την καρδιά σας απ΄ το υπερπέραν. Θέλει να εκφραστεί. Ας μου συχωρεθεί τούτο το βιβλίο, γιατί μου είναι μια προσωπική απολύτρωση.

Η Ζωή εν Τάφω (Στρατής Μυριβήλης)

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

Η Ξυπόλητη των Αθηνών

΄Ένα ξεκούραστο και ευχάριστο ταξίδι στην Αθήνα στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, μια διήγηση συμπτωματικών συμπτώσεων με ωραίο τέλος για τις έξι γυναίκες που διαπλέκονται μέσα στις σελίδες του βιβλίου της Φιλομήλας Λαπατά, ένα μυθιστόρημα εύπεπτο, προσιτό σε όλους τους αναγνώστες, με ανάλαφρες ιστορικές πινελιές, που απλώς διαγράφουν το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται το μυθιστόρημα. Το καινούριο βιβλίο της Φιλομήλας Λαπατά μπορεί να μην ικανοποιήσει απόλυτα τον απαιτητικό αναγνώστη, θα του εξασφαλίσει όμως ένα ανέμελο διάλειμμα μέσα στην δίνη της καθημερινότητας.

Αντιγράφουμε από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:


΄Ένα μυθιστόρημα με φόντο την κοσμοπολίτικη Αθήνα της Μπελ Επόκ (1890-1910). Μια ιστορία γεμάτη ιστορίες. Μια θυσία που προκαλεί ένα μεγάλο πείσμα κι ένα μεγάλο έρωτα, ίντριγκες, μίση και πάθη, μικρές ζωές και μεγάλα πεπρωμένα.
Αθήνα, 1902. Η Λάουρα Αλφιέρι, κοντέσα του Μονρεάλε της Σικελίας και απόγονος των Χρυσολωράδων του Βυζαντίου, μια γυναίκα απαράμιλλης ομορφιάς, αναγκάζεται να παντρευτεί τον ταπεινής καταγωγής αλλά ζάπλουτο Φίλιππο Ρώμα. Τον αποκαλεί με θυμό «καρβουνιάρη» και «ανορθόγραφο βάτραχο», μια και ο γάμος γίνεται για να σώσει την οικογένειά της από την οικονομική καταστροφή. ΄Όμως, δίχως να το καταλάβει, ο βάτραχος θα μεταμορφωθεί σταδιακά σε πρίγκιπα μέσα στην καρδιά της.
Η Φιλομήλα Λαπατά μας ξεναγεί στην «πόλη των πόνων» και μας χαρίζει τις ιστορίες ενός πλήθους αξέχαστων ηρώων: από την Κατίγκω Χρυσολωρά και την αδελφή της Μαργιόλα, τον ψυχίατρο και καθηγητή του Πανεπιστημίου της Αθήνας Αριστείδη Μπαλτατζή, τον κόντε Φραγκίσκο Αλφιέρι, τη θεία Κοκόνα Κρυσταλλένια και άλλα πρόσωπα, ανυποψίαστους κληρονόμους μιας μνήμης, στους οποίους η συγγραφέας δίνει ζωή με μια γλώσσα έντονη, γεμάτη ήχους, φωνές και χρώματα.

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Γουσταύος Φλωμπέρ: ΄Εμμα Μποβαρύ

Με τη μαντάμ Μποβαρύ, γνήσιο αριστουργηματικό πρότυπο του σύγχρονου μυθιστορήματος, η πεζογραφία διαχωρίζεται με τρόπο ξεκάθαρο από την ποίηση, παύει να μεταρσιώνει, να μεταπλάθει την πραγματικότητα, παύει να την βλέπει στην προοπτική της έξαρσης, παύει να αναζητά και να ξεθάβει τη βαθύτερη μεγαλοσύνη και δραματικότητά της, παύει να επιδιώκει την ποιητική της υπερύψωση. Η λογοτεχνία προσγειώνεται στο έδαφος της πικρής αλήθειας της καθημερινής ζωής, στην απεικόνιση της άνυδρης πραγματικότητας, τέτοιας που είναι και που καθημερινά βιώνεται γύρω μας και μέσα μας, οριοθετείται στη φωτογράφηση της ανθρώπινης μοίρας, στην περιγραφή της ζωής με την εγγενή της κακουχία, στην παρουσίαση των άτεγκτων νόμων του κόσμου, χωρίς διαφυγές, χωρίς ψηλοπετάγματα, χωρίς λύτρωση. Ο Φλωμπέρ είναι ο απαράμιλλος παρατηρητής του μηδενός, ο ιχνογράφος της απαισιόδοξης όψης του κόσμου, ο βάρδος της διαρκούς αποτυχίας κάθε προσπάθειας που επιχειρεί ο άνθρωπος μέσα στα πλαίσια που του ορίζει ο κόσμος τούτος για να ξεφύγει από τη δυσπραγία του κόσμου τούτου.
Σύμβολο της αποτυχίας αυτής, σύμβολο που το απαθανατίζει με απίστευτη δύναμη το συγγραφικό ταλέντο του Φλωμπέρ, η απλή μορφή μιας κοπέλας του λαού, της ΄Εμμας Μποβαρύ. Η ΄Εμμα Μποβαρύ, μια γυναίκα ευφάνταστη, ευσυγκίνητη, φιλήδονη, ζωντανή και ονειροπαρμένη, βρίσκεται σε αδυναμία να συμβιβάσει τις λαχτάρες και τις επιθυμίες της με την ανούσια, ανάλατη και πεζή πραγματικότητα της ζωής που της έχει ορισθεί να ζήσει. Δε μπορεί να ισορροπήσει με τα πράγματα, να ενσωματωθεί στον κόσμο που την περιβάλλει, κυνηγά τη χίμαιρα της δυστυχίας, το μεγάλο έρωτα, το ιδεώδες, που το υποστασιοποιεί πότε στον ένα και πότε στον άλλον άντρα, σε πρόσωπα που ο ίδιος αυτός κόσμος που αυτή απεχθάνεται τα παράγει και της τα κομίζει και που επενδύει πάνω τους όλους τους κραδασμούς της ψυχής της, όλες της τις προσδοκίες, γαντζώνεται από αυτά, τα κάνει διαδοχικούς άξονες αναφοράς, τα πολιτογραφεί σαν πλάσματα από άλλους κόσμους και τόπους, τους τόπους της ευδαιμονίας. Και, όταν η απογοήτευση έρχεται, η ΄Εμμα Μποβαρύ, απαρνημένη, εγκαταλειμμένη, περιπαιγμένη, αρνιέται να δεχτεί στωικά τη μοίρα της ζωής και φεύγει απ΄ αυτήν, ενώ η θλιβερή και στυφή όψη του αισθητού τη συνοδεύει στη φυγή της με το τραγούδι του αθεράπευτα πληγιασμένου και κακόμορφου ζητιάνου, κι αφού, λίγο πριν, αυτή, η προδομένη από κείνους που είχε αγαπήσει, δίνει απελπισμένη το πιο φλογερό ερωτικό φιλί που έδωσε ποτέ στο μόνο σταθερά και ακλόνητο πιστό εραστή των ανθρώπων, τον Ιησού.
Με τη Μαντάμ Μποβαρύ, ο Φλωμπέρ δεν εγκαινιάζει μόνο μια νέα εποχή του ρεαλισμού, αλλά, ταυτόχρονα, πράγμα παράδοξο γι΄ αυτόν που πιστεύει στο στυλ γραφής σαν αυτοσκοπό και στην τελική έλευση μιας εποχής όπου η ίδια η Τέχνη θ΄ ανήκει στο παρελθόν, αφήνει στις γενιές που ακολουθούν τη μορφή της ΄Εμμας Μποβαρύ, μορφή αιώνια και πάντα αγέραστη, γιατί σφύζει από αλήθεια, απ΄ την αλήθεια της ζήσης αυτής, που είναι πικρή, γιατί, για να θυμηθούμε τη σολωμική ρήση, μόνο «με λογισμό και μ΄ όνειρο» μαζί είμαστε δικασμένοι να τη ζούμε.
(Μπ. Λυκούδης, από την Εισαγωγή του βιβλίου)

Τρίτη, 10 Αυγούστου 2010

Ο Πίνακας της Φλάνδρας

Το σκακιστή κρατάει φυλακισμένο
Μια άλλη σκακιέρα – απ΄ τον Ομάρ είναι ειπωμένο –
Γεμάτη νύχτες μαύρες και μέρες λευκές.
Ο Θεός κινεί τον παίκτη κι αυτός το πιόνι.
Μα ποιος Θεός πίσω απ΄ το Θεό το νήμα υφαίνει;
Καμωμένο από σκόνη, ώρες, όνειρα και ορμές;

Χ.Λ.Μπόρχες

Ο Αρτούρο Πέρεθ–Ρεβέρτε γεννήθηκε στην ισπανική πόλη Καρθαγένη το 1951. Τα μυθιστορήματά του γνωρίζουν παγκόσμια επιτυχία και αρκετά έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Είναι μέλος της Ισπανικής Ακαδημίας Γραμμάτων.

Στο βιβλίο του «ο Πίνακας της Φλάνδρας» πρωταγωνιστεί ένας πίνακας ζωγραφικής του 15ου αιώνα με τίτλο «Η σκακιστική παρτίδα» του Φλαμανδού Πίτερ βαν Χάυς. Η Χούλια, συντηρήτρια έργων τέχνης αναλαμβάνει τη συντήρηση του πίνακα και η ακτινολογική του εξέταση αποκαλύπτει μια κρυμμένη επιγραφή εποχής με γοτθικούς χαρακτήρες: «quis necavit equitem?», δηλαδή «Ποιος σκότωσε τον ιππότη;».

Στο έργο απεικονίζονται δύο ευγενείς της εποχής, ο Φερδινάνδος Αλτενχόφεν, δούκας του Οστεμβούργου και ο ιππότης Ροζέ ντε Αρράς να παίζουν σκάκι, ενώ στο βάθος η σύζυγος του δούκα Βεατρίκη της Βουργουνδίας διαβάζει ένα βιβλίο, μπροστά από ένα ανοικτό παράθυρο. Το έργο ολοκληρώνεται με ένα καθρέφτη στα αριστερά, στον οποίο αντικατοπτρίζονται οι γυρισμένες πλάτες των παιχτών και η σκακιέρα. Το μυστήριο της επιγραφής κεντρίζει τη Χούλια, και ύστερα από έρευνες ανακαλύπτει ότι ο Ροζέ ντε Αρράς ποτέ δεν πόζαρε γι’ αυτόν τον πίνακα διότι είχε δολοφονηθεί το 1469, δύο χρόνια πριν από τη δημιουργία του. Η Χούλια δεν σκέφτεται πια την αποκατάσταση του πίνακα αλλά την αποκάλυψη ενός μυστικού. «Κάποιος δολοφόνησε ή έβαλε να δολοφονήσουν τον Ροζέ ντε Αρράς τη μέρα των Θεοφανείων του 1469. Και η ταυτότητα του δολοφόνου είναι κρυμμένη στον πίνακα. Θα μπορούσαμε να ρίξουμε φως σ΄ ένα αίνιγμα που έμεινε κρυμμένο πέντε αιώνες… ΄Ισως είναι η αιτία για την οποία ένα μικρό μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας εξελίχθηκε με τον ένα κι όχι με τον άλλο τρόπο», εξιστορεί η Χούλια στον Θέσαρ, τον εκκεντρικό ομοφυλόφιλο αντικέρ, που αποτελεί γι΄ αυτήν ένα παράξενο συνδυασμό πατέρα, εξομολογητή, φίλου και πνευματικού καθοδηγητή, χωρίς ουσιαστικά να είναι τίποτε από όλα αυτά. Εκείνος πάλι τη συγκρατεί: «Τα πρόσωπα και η σκακιέρα απεικονίζονται δύο φορές μέσα στον πίνακα και η μια τους εκδοχή είναι, κατά κάποιον τρόπο, λιγότερο αληθινή από την άλλη. Αν αποδεχθούμε αυτό το γεγονός, μπαίνουμε στο δωμάτιο του πίνακα κι έτσι τα όρια που χωρίζουν την πραγματικότητα από τη ζωγραφιά παύουν να υπάρχουν… Οι πίνακες και οι καθρέφτες δημιουργούν κόσμους ιδιαίτερα συγκεχυμένους, που μπορούμε μεν να τους κατανοήσουμε αν τους κοιτάξουμε απέξω, αλλά δεν είναι καθόλου άνετοι έτσι και περάσουμε στο εσωτερικό τους».

Στο σημείο αυτό εμφανίζεται ο τρίτος παίχτης. «Λοιπόν, Ουότσον, είπε ο Χολμς. Δεν είναι τελικά παράξενο να διαπιστώνει κανείς ότι μερικές φορές, για να μάθεις το παρελθόν, χρειάζεται να μάθεις πρώτα το μέλλον;» (Ρ. Σμάλλυαν). Είναι ένας αγγελικός άνθρωπος, ο οποίος ισχυρίζεται πως δεν παίζει σκάκι, γιατί η φύση του εμπεριέχει από μόνη της το παιχνίδι: ο Μουνιόθ. Ξεκινάει παίζοντας την παρτίδα που βλέπει να παίζουν οι δύο άντρες στον πίνακα αναδρομικά, από το τέλος προς την αρχή. Το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο Μουνιόθ είναι ποιο από τα μαύρα κομμάτια που βρίσκονται μέσα ή έξω από τη σκακιέρα έφαγε το μαύρο άλογο. Το ταξίδι του ξεκινά από την περιγραφή του πίνακα. «Εδώ έχουμε επίπεδα που το ένα εμπεριέχει το άλλο: ένα πίνακα που περιέχει ένα πάτωμα που μοιάζει με σκακιέρα, και που με τη σειρά του, περιέχει δυο πρόσωπα. Αυτά τα πρόσωπα παίζουν σε μια σκακιέρα που περιέχει κομμάτια… κι επιπλέον όλα αυτά αντικατοπτρίζονται σ΄ αυτόν εκεί το στρογγυλό καθρέφτη στ΄ αριστερά… Αν σας αρέσει να περιπλέκετε τα πράγματα, μπορείτε να προσθέσετε άλλο ένα επίπεδο: το δικό μας, από το σημείο που παρακολουθούμε τη σκηνή ή τις διαδοχικές σκηνές. Κι αν αποφασίσουμε να περιπλέξουμε ακόμη περισσότερο το θέμα, υπάρχει και το επίπεδο από το οποίο ο ζωγράφος φαντάσθηκε εμάς, τους θεατές του έργου του…». Είναι σαφές ότι ο Μουνιόθ βλέπει στον πίνακα πράγματα που οι άλλοι δεν βλέπουν.
Μέσα από την προσπάθειά του να αναπλάσει το παρελθόν, ο Μουνιόθ αναπτύσσει σταδιακά τη θεώρησή του για το παιχνίδι, το οποίο πρόκειται να κρίνει την τύχη του πίνακα:

Το σκάκι αναδεικνύεται σε ένα πεδίο μάχης σε μικρογραφία, όπου εκτυλίσσεται το μυστήριο της ίδιας της ζωής, της επιτυχίας και της αποτυχίας, των σκοτεινών και τρομερών δυνάμεων που κυβερνούν τη μοίρα των ανθρώπων… Πολλές φορές η μάχη που διεξάγεται πάνω σε μια σκακιέρα δεν είναι ανάμεσα σε δυο σκακιστικές σχολές, αλλά ανάμεσα σε δυο φιλοσοφίες. Ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους αντίληψης του κόσμου. «Τα λευκά και τα μαύρα πιόνια έμοιαζαν να συμβολίζουν το μανιχαϊστικό διαχωρισμό ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως, στο καλό και στο κακό, μέσα στο ίδιο το μυαλό του ανθρώπου». (Γκ. Κασπάροφ). Αν και μερικοί βλέπουν το σκάκι ως μια μάχη που πρέπει να κερδίσουν, ο Μουνιόθ, το βλέπει σαν ένα χώρο φαντασίας και ειδικών συνδυασμών, όπου η νίκη και η ήττα είναι λέξεις χωρίς νόημα ή σαν μια μορφή θεραπείας. «Το σκάκι ως παιχνίδι είναι στην πραγματικότητα ένα υποκατάστατο του πολέμου. ΄Όμως είναι και κάτι ακόμα. Ο σκοπός είναι να κάνεις σαχ στο βασιλιά, να σκοτώσεις τον πατέρα. Πέρα από την τέχνη του πολέμου, το σκάκι έχει μεγαλύτερη σχέση με την τέχνη της δολοφονίας… Το όνειρο κάθε αγοριού που παίζει σκάκι είναι να νικήσει τον πατέρα του σε μια παρτίδα. Να σκοτώσει το βασιλιά… Επιπλέον, το σκάκι μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε σύντομα πως αυτός ο πατέρας, αυτός ο βασιλιάς, είναι το πιο ευάλωτο κομμάτι της σκακιέρας. Βρίσκεται υπό συνεχή απειλή, χρειάζεται προστασία, ροκέ. Κινείται αργά, ένα μόνο τετράγωνο τη φορά… Η βασίλισσα είναι η μητέρα, η γυναίκα. Σε κάθε επίθεση στο βασιλιά, αυτή προσφέρει την πιο αποτελεσματική άμυνα, έχει τα καλύτερα μέσα. Και δίπλα στους δύο, στο βασιλιά και στη ντάμα, είναι ο αξιωματικός, που στα αγγλικά λέγεται bishop, δηλαδή επίσκοπος: είναι αυτός που ευλογεί την ένωση και τους βοηθάει στη μάχη. Να μην ξεχνάμε όμως και το αραβικό faras, το άλογο που διασχίζει τις εχθρικές γραμμές και που στα αγγλικά λέγεται knight: ιππότης δηλαδή. Στην πραγματικότητα το πρόβλημα τέθηκε πολύ πριν ο Βαν Χάυς ζωγραφίσει τη Σκακιστική Παρτίδα. Οι άνθρωποι προσπαθούν να το διαλευκάνουν εδώ και χίλια τετρακόσια χρόνια. Είναι φορές που αναρωτιέμαι αν το σκάκι είναι κάτι που το εφηύρε ο άνθρωπος ή κάτι που απλά το ανακάλυψε. Κάτι που υπήρχε πάντα εδώ από καταβολής κόσμου. ΄Όπως οι πρώτοι αριθμοί».

Το ενδιαφέρον του αναγνώστη δοκιμάζεται από τους πλατιασμούς, τις περιττές επαναλήψεις και τις ψυχογραφικές περιγραφές των χαρακτήρων, στερεότυπες και πληκτικές, ενώ η αποκάλυψη του δολοφόνου και στα δύο επίπεδα, του πίνακα και της πραγματικότητας, είναι αναμενόμενη και η λύση αφήνει μια αίσθηση ανικανοποίητου, καθώς η ομολογία του δράστη ή των δραστών με την μελοδραματική της χροιά και την ανεπάρκεια στην πειστικότητα απογοητεύει τη φαντασία.

«Μέσα στην έξαψη του χρόνου που μεσολάβησε, είδα κάτι με αβάσταχτη κατάπληξη; Όλο τον τρόμο που κρύβουν τα αβυσσαλέα βάθη του σκακιού» (Β. Ναμπόκοφ)

ΑΥΤΟ-ΑΠΟΡΡΙΨΗ

Βρισκόμουν εκεί από την πρώτη στιγμή,
Στην αδρεναλίνη
Που κυκλοφορούσε στις φλέβες των γονιών σου
Όταν έκαναν έρωτα για να σε συλλάβουν,
Και μετά στο υγρό
Που η μητέρα σου έστελνε στη μικρή καρδιά σου
Όταν ακόμα ήσουν απλώς ένα παράσιτο.

΄Εφτασα σ΄ εσένα προτού μπορέσεις να μιλήσεις,
Προτού ακόμα μπορέσεις να καταλάβεις κάτι
Απ΄ αυτά που σου έλεγαν οι άλλοι.
Βρισκόμουν εκεί όταν, αδέξια,
Προσπαθούσες να κάνεις τα πρώτα σου βήματα
Εμπρός στο πειραχτικό και γελαστό βλέμμα όλων.
΄Όταν ήσουν απροστάτευτος και εκτεθειμένος,
Όταν ήσουν ευάλωτος κι είχες ανάγκη.

Μ΄ έφερε στη ζωή σου
Το χέρι της μαγικής σκέψης,
Με συνόδευαν …
Οι προλήψεις και τα ξόρκια,
Τα φετίχ και τα φυλαχτά…
Οι καλοί τρόποι, οι συνήθειες και η παράδοση …
Οι δάσκαλοί σου, τα αδέρφια σου και οι φίλοι σου …

Προτού μάθεις πως υπήρχα
Διαίρεσα στην ψυχή σου σ΄ έναν κόσμο φωτός κι έναν κόσμο σκότους.
΄Έναν κόσμο για το καλό κι έναν για τα υπόλοιπα.

Εγώ σου έφερα τα συναισθήματα της ντροπής,
Σου έδειξα όλα τα μειονεκτήματά σου,
Τις ασχήμιές σου,
Τις ανοησίες σου,
Τα δυσάρεστα όλα.
Εγώ σου κρέμασα την ταμπέλα «διαφορετικός»
Όταν σου είπα για πρώτη φορά στο αυτί
Ότι κάτι δεν πήγαινε εντελώς καλά σ΄ εσένα.

Υπάρχω πριν από τη συνείδηση,
Πριν από την ενοχή,
Πριν από την ηθική,
Πριν από τις αρχές του χρόνου,
Πριν ακόμα ο Αδάμ ντραπεί για το κορμί του
Όταν αντιλήφθηκε ότι ήταν γυμνός …
Και το κάλυψε!

Είμαι ο απρόσκλητος μουσαφίρης,
Ο ανεπιθύμητος επισκέπτης,
Και ωστόσο,
Είμαι πρώτος που ήλθα και τελευταίος που θα φύγω
΄Εγινα ισχυρός με τον καιρό
Ακούγοντας τις συμβουλές των γονιών σου
Για το πώς θα θριαμβεύσεις στη ζωή.

Παρατηρώντας τις αντιλήψεις της θρησκείας σου,
Που σου λέει τι να κάνεις και τι να μην κάνεις,
Για να σε δεχτεί ο Θεός στις αγκάλες του.
Υποφέροντας απάνθρωπα αστεία
Των συντρόφων σου στο σχολείο
Όταν γελούσαν με τις δυσκολίες σου.
Υπομένοντας τις ταπεινώσεις από τους ανωτέρους σου.
Παρατηρώντας την άχαρη μορφή σου στον καθρέφτη
Και συγκρίνοντάς την μετά με την εικόνα των «διασήμων»
Που βγαίνουν στην τηλεόραση.

Και τώρα, επιτέλους,
Έτσι όπως είμαι δυνατός,
Και για τον απλό λόγο
Ότι είμαι γυναίκα,
Ότι είμαι νέγρος,
Ότι είμαι Εβραίος,
Ότι είμαι ομοφυλόφιλος,
Ότι είμαι ανατολίτης,
Ότι είμαι ανάπηρος,
Ότι είμαι ψηλός, κοντός ή χοντρός…
Μπορώ να σε μεταμορφώσω
Σ΄ ένα σωρό σκουπίδια,
Σε παλιοσίδερα,
Σε αποδιοπομπαίο τράγο,
Στον παγκόσμιο υπεύθυνο,
Σ΄ έναν καταραμένο μπάσταρδο
Μιας χρήσης.

Γενεές και γενεές ανδρών και γυναικών
Με υποστηρίζουν.
Δεν μπορείς να ξεφύγεις από μένα.

Η θλίψη που προξενώ είναι τόσο ανυπόφορη που
Για να με αντέξεις,
Πρέπει να με μεταδώσεις στα παιδιά σου,
Ώστε να με περάσουν στα δικά τους παιδιά,
Στους αιώνες των αιώνων.

Για να βοηθήσω εσένα και τους απογόνους σου
Θα μεταμφιεστώ σε τελειομανία,
Σε υψηλά ιδανικά,
Σε αυτοκριτική,
Σε πατριωτισμό,
Σε ηθικές αξίες,
Σε καλές συνήθειες,
Σε αυτοέλεγχο.

Η θλίψη που σου προξενώ είναι τόσο έντονη
Που θα θελήσεις να με αρνηθείς
Και, γι΄ αυτό,
Θα προσπαθήσεις να με κρύψεις πίσω από τα πρόσωπά σου,
Πίσω από τα ναρκωτικά,
Πίσω από τη μάχη σου για το χρήμα,
Πίσω από τις νευρώσεις σου,
Πίσω από την απρόσωπη σεξουαλικότητά σου.
Δεν έχει σημασία τί κάνεις, όμως,
Δεν έχει σημασία πού πηγαίνεις.
Εγώ θα είμαι πάντα εκεί,
Πάντοτε παρών.
Γιατί ταξιδεύω μαζί σου
Μέρα και νύχτα,
Ακούραστα,
Δίχως όρια.

Εγώ είμαι η βασική αιτία της εξάρτησης,
Της κτητικότητας,
Της πίεσης,
Της ανηθικότητας,
Του φόβου,
Της βίας,
Του εγκλήματος,
Της τρέλας.

Εγώ σου δίδαξα το φόβο της απόρριψης
Κι εγώ περιόρισα την ύπαρξή σου σ΄ αυτό το φόβο.
Από μένα εξαρτάται το αν θα εξακολουθήσεις να είσαι
Αυτό το άτομο που το γυρεύουν, το λατρεύουν,
Το χειροκροτούν, ο ευγενικός και ο ευχάριστος
Που είσαι σήμερα για τους άλλους.
Από εμένα εξαρτάσαι,
Γιατί εγώ είμαι το μπαούλο όπου έχεις κρύψει
Εκείνα τα πιο δυσάρεστα πράγματα,
Τα πιο γελοία,
Τα λιγότερο επιθυμητά κι από σένα τον ίδιο.

Χάρη σ΄ εμένα
Έμαθες να συμβιβάζεσαι
Με αυτά που σου δίνει η ζωή,
Γιατί, τελικά,
Οτιδήποτε κι αν ζήσεις θα είναι πάντοτε παραπάνω
Απ΄ αυτό που νομίζεις ότι αξίζεις.

Το μάντεψες, έτσι δεν είναι;
Είμαι το συναίσθημα της απόρριψης που νιώθεις για τον ίδιό σου τον εαυτό.

΄Όλα άρχισαν εκείνη τη γκρίζα μέρα
Που αφέθηκες να πεις περήφανος:
«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ!»
Και , ντροπιασμένος και φοβισμένος,
Κατέβασες το κεφάλι
Κι άλλαξες τα λόγια και τις πράξεις σου
Με ένα συλλογισμό:
«ΕΓΩ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΗΜΟΥΝ…»

Για κάποιο λόγο ένιωθα ότι η ζωή μου άρχιζε εκείνο το απόγευμα…

(ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ" ΤΟΥ ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ)

Να σου πω μια ιστορία, λέει ο Χόρχε Μπουκάι

Αυτές οι ιστορίες γράφτηκαν
Για να δείξουν ένα δρόμο.
Να βρεθεί το διαμάντι που κρύβεται μέσα τους,
Είναι δουλειά του καθενός από μας.


Ο Ντεμιάν είναι ένας ανήσυχος νεαρός φοιτητής που, έχοντας δυσκολίες στις σχέσεις του με τον κόσμο, προσπαθεί να ανακαλύψει τον εαυτό του. Οι αναζητήσεις του τον κατευθύνουν στον «Χοντρό», έναν πολύ ιδιόρρυθμο ψυχαναλυτή που τον βοηθά να αντιμετωπίσει τη ζωή και να βρει απαντήσεις στα ερωτήματά του με ένα τρόπο πολύ πρωτότυπο: σε κάθε συνάντηση του διηγείται από μία ιστορία, κλασική ή μοντέρνα, «ανατολίτικη» ή «δυτικότροπη», που πηγάζει από τη λαϊκή προφορική παράδοση ή απευθείας από τη φαντασία του «Χοντρού». «΄Ενας μύθος, ένα παραμύθι ή ένα ανέκδοτο», πιστεύει ο «Χοντρός», «μπορεί να αποτυπωθεί στη μνήμη εκατό φορές πιο ανεξίτηλα από χίλιες θεωρητικές εξηγήσεις, ψυχαναλυτικές ερμηνείες ή επιχειρήματα». Ορισμένες από τις διηγήσεις αυτές, όπως αναφέρει στον επίλογό του ο συγγραφέας, του χρησιμεύουν για να φωτίζει τα σκοτεινά σημεία του δρόμου του. Άλλες πάλι τον έφεραν κοντά σε άτομα τα οποία θαύμασε και θαυμάζει για την σοφία τους. Κι άλλες απλά του αρέσουν, τις απολαμβάνει και τις αγαπά όλο και περισσότερο. Οι ιστορίες αρχίζουν να λειτουργούν ως παραβολές, και ο Ντεμιάν κατασιγάζει τις αγωνίες και τις ανασφάλειές του, ωριμάζοντας μάλλον, παρά βρίσκοντας «έτοιμες λύσεις» και «συνταγές ευτυχίας»…

Θα σταθούμε σε κάποια από τα θέματα που θίγουν οι ιστορίες του Χόρχε

Η μετουσίωση της οργής σε δράση (τούβλο μπούμερανγκ),

Η πραγματική αξία του κάθε ανθρώπου ( η αληθινή αξία του δακτυλιδιού),

Η επιγραφή στο δακτυλίδι «κι αυτό θα περάσει»,

Η άρνηση στην ηττοπάθεια (τα βατραχάκια στο αφρόγαλα),

Η απαίτηση για λίγη ικανοποίηση μέσα από την υποχρέωση(ο θυρωρός του πορνείου),

Η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει τίποτε πολύτιμο που να μπορεί να αποκτηθεί με καταναγκασμό (δυο νούμερα μικρότερα),

΄Οτι όταν η συμπεριφορά σου είναι ποταπή, μικροπρεπής και χυδαία, έχεις την ευκαιρία να σκεφτείς τι σου συμβαίνει, κάπου έχεις πάρει λάθος δρόμο,

η κατοχή και η εξάρτηση από κάτι,

η μιζέρια στην κοινωνία μας, όταν δηλαδή νιώθουμε σπουδαίοι και δεν αφήνουμε χώρο για τους άλλους, όταν πιστεύουμε ότι αξίζουμε πολλά και δεν μπορούμε να δούμε πέρα από τη μύτη μας, όταν φανταζόμαστε ότι είμαστε υπέροχοι και δεν δεχόμαστε σε καμιά περίπτωση να μείνει απραγματοποίητη η επιθυμία μας, τότε πολύ συχνά η ματαιοδοξία, η μικροψυχία, η ηλιθιότητα και η ποταπότητα μας κάνουν μίζερους (διαγωνισμός τραγουδιού),

η ανακάλυψη ότι η ψυχοθεραπεία δεν ήταν παρά το εργαλείο για να σκάψεις στο σωστό σημείο και να βρεις τον κρυμμένο θησαυρό (ο θαμμένος θησαυρός),

η συνειδητοποίηση ότι η γνώση του ποιος είμαι και ότι είμαι μοναδικός, διαφορετικός και ξεχωριστός από τον κόσμο έξω από τα όρια του σαρκίου μου, δεν σημαίνει ότι πρέπει να ζω απομονωμένος ούτε απελπισμένος ούτε καν να είμαι αυτάρκης (μόνοι και με συντροφιά),

πόση σημασία έχει να μην αφήνεις πράγματα μισοτελειωμένα και πόσο επικίνδυνο είναι να απασχολείς το μυαλό σου με άλυτα ζητήματα (το πέρασμα του ποταμού),

η αποκάλυψη ότι ένας θεωρητικά υψηλός σκοπός μπορεί να αποτελέσει κίνητρο για την απογείωση, όπως επίσης μπορεί να χρησιμεύσει και ως δικαιολογία για όσους σέρνονται (αναζητώντας το Βούδα),

το μόνο λάθος που κάνω, σχεδόν πάντα είναι να πιστεύω ότι η θέση που βρίσκομαι είναι η καλύτερη για να διακρίνω την αλήθεια, διότι ο κουφός, πάντα νομίζει ότι όσοι χορεύουν είναι κουφοί (η κότα και τα παπάκια),

Μπορείς να διαλέξεις ό,τι θέλεις, όμως δε γίνεσαι ανεξάρτητος σε ό,τι σε βολεύει και σε διευκολύνει και να μην είσαι όταν σου κοστίζει. Οι απόψεις σου, η ελευθερία σου, η ανεξαρτησία σου, το αίσθημα ευθύνης πάνε μαζί στην πορεία της ανάπτυξης σου. Εσύ αποφασίζεις αν θα ενηλικιωθείς ή θα παραμείνεις παιδί (η γκαστρωμένη χύτρα),

Η πραγματικότητα είναι ίδια. Ωστόσο ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνεύσει μια κατάσταση με τον ένα τρόπο ή με τον ακριβώς αντίθετο. Πρόσεχε τι αντιλαμβάνεσαι! Αν ό,τι βλέπεις ταιριάζει «γάντι» με την πραγματικότητα που περισσότερο σε βολεύει … τότε μην πιστεύεις στα μάτια σου (το βλέμμα του έρωτα),

ο πλάτανος και τα βλαστάρια του,

η παραδοχή ότι το ενενήντα εννιά είναι το εκατό τοις εκατό του θησαυρού δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείπεις τους στόχους σου, δε σημαίνει ότι πρέπει να συμβιβάζεσαι με οτιδήποτε (ο κύκλος του ενενήντα εννιά),

η διαφορά ανάμεσα στον συμβιβασμό και την αποδοχή (πάλι τα χρήματα),

ο δρόμος του Διογένη, ο δρόμος του αυτοσεβασμού που λέει να υπερασπιζόμαστε την αξιοπρέπειά μας πάνω από τις ανάγκες μας για επιβεβαίωση,

το πιο σημαντικό είναι να ξέρω τι πράγματα κρύβω μέσα μου και γιατί τα κρύβω (οι δέκα εντολές),

η διαφορά ανάμεσα στο να μη λες την αλήθεια και να λες ψέματα , που σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να ψεύδεται όταν λέει την αλήθεια και η πιθανότητα να είναι κάποιος ειλικρινής λέγοντας ψεύδη(ο ανιχνευτής της αλήθειας),

η ειλικρίνεια και η ευθύτητα,
το ψέμα και η αποκάλυψή του, μερικές φορές η ζωή αποδίδει δικαιοσύνη και η απάτη στρέφεται εναντίον αυτού του ίδιου του απατεώνα (ο δίκαιος δικαστής),

το μαγαζί της αλήθειας, όπου μπορεί κανείς να αγοράσει την απόλυτη αλήθεια με αντίτιμο ότι ποτέ πια δεν θα έχει την ησυχία του,

η επίγνωση ότι θα καταφέρουμε στη ζωή μας, έστω κι αν τη φανταστούμε πολύχρονη, να απολαύσουμε την πλήρη ολοκλήρωση. Να απολαύσουμε την απόλυτη έλλειψη κάθε προσδοκίας, να απολαύσουμε την διανοητική πράξη της απόλυτης αποδοχής των γεγονότων (ο καλλιεργητής χουρμάδων).

Οι σχέσεις μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου εξελίσσονται σταδιακά μέσα από καβγάδες, διαφωνίες, συμπάθεια, αντιπάθεια, θυμό και αποδοχή, καθώς το μοναδικό όριο είναι να υπάρχει άνεση και στους δυο, να είναι επωφελής η διαδικασία σύμφωνα με το θεραπευτικό μοντέλο του θεραπευτή και φυσικά η ίδια η εξέλιξη του θεραπευόμενου. Οι δύο ήρωες αφήνονται ελεύθερα να εκφραστούν, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο δύο μοναδικές λογοτεχνικές μορφές με σάρκα και οστά, προσφιλείς και οικείες στον αναγνώστη. Με λίγη προσπάθεια ίσως καταφέρει ο καθένας μας να εντοπίσει τον εαυτό του μέσα στο νεαρό Ντέμιαν και να χρησιμοποιήσει τις διηγήσεις αυτές για να μάθει να ζει. Ο διάλογος και η ανταλλαγή εμπειριών και απόψεων, διανθισμένος με εξαιρετικές αφηγήσεις ιστοριών, τοποθετούν το «Να σου πω μια ιστορία» στην κατηγορία των λογοτεχνικών βιβλίων, άσχετα αν, παγκοσμίως, τοποθετείται κάτω από την ετικέτα «Βιβλία αυτογνωσίας και αυτοβοήθειας».

Αυτές οι ιστορίες που μόλις διάβασες
Είναι μόνο ορισμένες πέτρες.
Πράσινες πέτρες,
Κίτρινες πέτρες,
Κόκκινες πέτρες.
Αυτές οι ιστορίες γράφηκαν μόνο
Για να σημαδέψουν ένα σημείο ή ένα δρόμο.
Η δουλειά της ανασκαφής
Μέσα σε κάθε ιστορία,
Για να βρεθεί το διαμάντι που κρύβεται …
…είναι υπόθεση του καθενός.

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Η ΘΛΙΨΗ ΚΑΙ Η ΟΡΓΗ

Για την ΄Αννα Μαρία Μπόβο


Σ΄ ένα μαγεμένο βασίλειο όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν, ή ίσως όπου οι άνθρωποι μεταφέρονται αδιάκοπα χωρίς να το καταλαβαίνουν …
Σ΄ ένα βασίλειο μαγεμένο όπου τα αφηρημένα πράγματα γίνονται χειροπιαστά …
΄Ηταν μια φορά κι έναν καιρό …
Μια πανέμορφη λίμνη
΄Ηταν μια λίμνη με νερά κρυστάλλινα και καθαρά όπου κολυμπούσαν ψάρια όλων των χρωμάτων, κι όπου όλες οι αποχρώσεις του πράσινου λαμπύριζαν διαρκώς…
Ως εκείνη τη μαγική και διάφανη λίμνη έφτασαν η θλίψη και η οργή για να κάνουν μπάνιο παρέα.
Κι οι δυο έβγαλαν τα ρούχα τους και, γυμνές, μπήκαν στη λίμνη.
Η οργή, που βιαζόταν (όπως συμβαίνει πάντα στην οργή χωρίς να ξέρει γιατί), έκανε μπάνιο στα γρήγορα, κι ακόμα πιο γρήγορα βγήκε από το νερό …
Αλλά η οργή είναι τυφλή – ή, τέλος πάντων, δεν βλέπει ξεκάθαρα την πραγματικότητα. ΄Ετσι, γυμνή και καθαρή, φόρεσε βγαίνοντας από το νερό, το πρώτο ρούχο που βρήκε…
Και συνέβη εκείνο το ρούχο να μην είναι το δικό της αλλά της θλίψης…
Κι έτσι, ντυμένη θλίψη, η οργή έφυγε.
Πολύ ήρεμη, πολύ γαλήνια, διατεθειμένη όπως πάντα να παραμείνει σε όποιο μέρος βρίσκεται, η θλίψη τελείωσε το μπάνιο της και – χωρίς καμιά βιασύνη – ή, καλύτερα, χωρίς συναίσθηση του χρόνου που περνάει, τεμπέλικα και αργά, βγήκε από τη λίμνη.
Στην αρχή συνειδητοποίησε ότι τα ρούχα της δεν ήταν πια εκεί.
΄Όπως όλοι ξέρουμε, αν υπάρχει κάτι που δεν αρέσει καθόλου στη θλίψη, είναι να μένει γυμνή. ΄Ετσι φόρεσε το μοναδικό ρούχο που υπήρχε δίπλα στη λίμνη: το φόρεμα της οργής.
Λένε ότι από τότε, πολλές φορές συναντάμε την οργή τυφλή, σκληρή, τρομερή, θυμωμένη. Αλλά αν σταματήσουμε για λίγο και κοιτάξουμε καλύτερη, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η οργή που βλέπουμε είναι μόνο μια μεταμφίεση, κι ότι πίσω από την όψη της οργής, στην πραγματικότητα, κρύβεται η θλίψη.


Από το βιβλίο «Ιστορίες να Σκεφτείς» του Χόρχε Μπουκάι

ΘΕΛΩ

Θέλω να με ακούς χωρίς να με κρίνεις

Θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές

Θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις

Θέλω τη βοήθειά σου, κι όχι να αποφασίζεις για μένα

Θέλω να με προσέχεις χωρίς να ακυρώνεις

Θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου σε μένα

Θέλω να με αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ

Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις

Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι

Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα

Θέλω να με πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις

Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν

Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις

Θέλω να ξέρεις … πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου…

Χωρίς όρους.

Από το βιβλίο «Ιστορίες να Σκεφτείς» του Χόρχε Μπουκάι

Ιστορίες να σκεφτείς

ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΦΟΡΑ…

(ή, για τα εύθραυστα όρια μεταξύ παραμυθιού και πραγματικότητας)
΄Ηταν μια φορά … «μια φορά»
Που από το πολύ που τη διηγήθηκαν
Ακούστηκε τόσες φορές …
Που έγινε πραγματικότητα.

«Πάντα υποστήριζα ότι τα βιβλία μου αποτελούν, απλώς υλικό για το νου, ότι βοηθούν τον αναγνώστη να στοχαστεί για τον κόσμο και τον εαυτό του, να σκεφτεί τι δρόμο έχει χαράξει στη ζωή του με όσα έκανε και όσα δεν μπόρεσε να κάνει, να αναλογιστεί όλα όσα συνέβησαν και, πάνω απ΄ όλα, πού οδηγείται ο ίδιος και πού θα ήθελε να οδηγηθεί.
Το μόνο πράγμα που θέλω απ΄ τα βιβλία μου, είναι να χρησιμεύσουν στους άλλους όπως χρησίμευσαν σε μένα άλλα βιβλία, να μπορέσουν να γίνουν δρόμος για κάποιους, επιβεβαίωση για κάποιους άλλους, αφορμή για όσους θέλουν να βρουν μια σύντομη διέξοδο, να ξεφορτωθούν ένα βάρος, να δουν με νέα μάτια κάποιο παλιό τους πρόβλημα.
Το εργαλείο που χρησιμοποιεί αυτό εδώ το βιβλίο, είναι η μαγική τέχνη της αφήγησης μιας ιστορίας που σου ανοίγει πόρτες αγνοημένες, δυνατότητες που δεν είχες φανταστεί, δρόμους που δεν βάδισες ακόμα».

Οι είκοσι εφτά ιστορίες του Χόρχε Μπουκάι που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του «Ιστορίες να σκεφτείς» πετυχαίνουν τους παραπάνω στόχους του.

Στην Εισαγωγή του ο συγγραφέας αναρωτιέται αν θα υπάρξουν ποτέ αλήθειες σταθερές σαν βράχοι και αναλλοίωτες όπως η μορφολογία του εδάφους ή αν η αλήθεια θα είναι μια έννοια πρόσκαιρη και εύθραυστη σαν τα λουλούδια; Αλλά επειδή τα βουνά, τα ποτάμια και τα αστέρια απειλούνται κι αυτά από γρήγορη εξαφάνιση, ο συγγραφέας αποφασίζει να γράψει για κάποιες ιδέες – βουνά, ιδέες – ποτάμια, ιδέες – αστέρια, που έχει συναντήσει στο διάβα του.
Πρώτη αλήθεια: Αυτό που είναι, είναι.
Κι αυτό σημαίνει ότι:
Η πραγματικότητα δεν είναι όπως θα με συνέφερε εμένα να είναι.
Δεν είναι όπως θα έπρεπε να είναι
Δεν είναι όπως μου είπαν ότι θα είναι
Δεν είναι όπως ήταν
Δεν είναι όπως θα είναι αύριο
Η πραγματικότητα γύρω μου είναι όπως είναι.
Μπορώ επομένως να ξεκινήσω την πορεία μου μόνο από το σημείο αναχώρησής μου, δηλαδή αποδέχομαι ότι τα πράγματα είναι όπως είναι. Το συμπέρασμα που βγαίνει από αυτή την ιδέα είναι ότι εγώ είμαι αυτός που είμαι κι ότι εσύ … είσαι όπως είσαι. Το να το δεχτώ αυτό σημαίνει ότι σε σέβομαι και δεν σου ζητώ να αλλάξεις. Ο αληθινός έρωτας μπορεί να ορισθεί ως η ανιδιοτελής προσπάθεια να δημιουργήσεις χώρο στον άλλον, ώστε να μπορεί να είναι όπως είναι.

Δεύτερη αλήθεια: τίποτα καλό δεν είναι δωρεάν.
Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: αν επιθυμώ κάτι που είναι καλό για μένα, θα όφειλα να ξέρω ότι θα πληρώσω κάποιο αντίτιμο γι΄ αυτό. Το αντίτιμο είναι κάποιες φορές υψηλό, κάποιες φορές χαμηλό, αλλά πάντα υπάρχει. Αν οι γύρω μου μού προσφέρουν κάτι, αν μου συμβαίνει κάτι καλό, αν ζω καταστάσεις ευχάριστες και απολαυστικές, είναι επειδή τις έχω πληρώσει. Τις έχω πληρώσει, τις αξίζω. Υιοθετώντας αυτή την αλήθεια εγκαταλείπουμε την ιδέα ότι η ζωή πρέπει να μου εξασφαλίσει αυτό που επιθυμώ απλά και μόνο επειδή το επιθυμώ, από καθαρή τύχη, δια μαγείας.

Τρίτη αλήθεια: Ποτέ να μην κάνω αυτό που δεν θέλω.
Είναι αλήθεια ότι κανείς δεν μπορεί να κάνει πάντα αυτό που θέλει, αλλά ο καθένας μπορεί να μην κάνει ποτέ αυτό που δεν θέλει. Το μόνο που απαιτείται είναι να καταφέρω να απαλλαγώ από την ανάγκη μου να βλέπω κάποιους άλλους να με επικροτούν, να με χειροκροτούν, να με αγαπούν. (Το κόστος είναι ότι, όταν κάποιος τολμάει να πει «όχι» αρχίζει να ανακαλύπτει άγνωστες πλευρές των φίλων του: το σβέρκο, την πλάτη.
Οι αλήθειες αυτές, υποστηρίζει ο Χόρχε Μπουκάι, είναι έννοιες που δεν σχετίζονται μόνο με συγκεκριμένες στιγμές, αλλά με όλες και με καθεμιά από αυτές, και που το άθροισμά τους συνηθίζουμε να ονομάζουμε «ζωή μας».

Στην ιστορία «ο Ερευνητής» ανακαλύπτουμε ότι ο χρόνος της απόλαυσης είναι ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος που έχουμε ζήσει.

Ο «Τρομερός Εχθρός» μας αποκαλύπτει ότι πορευόμαστε στη ζωή απορρίπτοντας με βδελυγμία χαρακτηριστικά άλλων ή ακόμη και δικά μας, που θεωρούμε ευτελή, απειλητικά ή άχρηστα… ΄Όμως, αν καθόμασταν λίγο να το σκεφτούμε, θα καταλαβαίναμε πόσο δύσκολο θα μας ήταν να ζήσουμε χωρίς αυτά που πολλές φορές περιφρονούμε. Κι ότι κοντά σε αυτόν που ξέρει, μαθαίνει κι εκείνος που δεν ξέρει.

Η «Συνειδητοποίηση» είναι μια ιστορία εμπνευσμένη από ένα ποίημα ενός μοναχού από το Θιβέτ και τονίζει κάποια παραπανίσια χαρακτηριστικά που έχουμε εμείς οι άνθρωποι: «… Τη δέκατη μέρα, σήμερα μόλις, συνειδητοποιώ ότι είναι πιο βολικό να περπατάω … στο απέναντι πεζοδρόμιο».

Στην ιστορία «η Αρκούδα» , η σοφία της Ανατολής που συμπυκνώνεται στη Σαμαρκάνδη του Αμίν Μααλούφ στη φράση «είναι πάντα καλύτερα να καθυστερούμε την επερχόμενη συμφορά», οδηγεί τον πρωταγωνιστή της ράφτη στη σκέψη πως «σε δύο χρόνια μπορεί να πεθάνει ο τσάρος …μπορεί να πεθάνω εγώ… αλλά το πιο σημαντικό … μπορεί να μιλάει η αρκούδα».

Τα «Εμπόδια» δεν είναι ένα πραγματικό παραμύθι, αλλά, μάλλον, ένας καθοδηγούμενος στοχασμός σχεδιασμένος σε μορφή ονείρου, που στόχο έχει να εξερευνήσει τις πραγματικές αιτίες των αποτυχιών μας. «Γιατί τόσα εμπόδια ανάμεσα σε μένα και το στόχο μου;» «Τα εμπόδια δεν υπήρχαν μέχρι να έρθεις… Τα εμπόδια τα έφερες εσύ».

Η ιστορία «η Πόλη των Πηγαδιών» συμβολίζει για τον συγγραφέα την αλυσίδα που ενώνει τους ανθρώπους μέσα από τη σοφία των παραμυθιών. Τα πηγάδια, όπως και οι άνθρωποι, ανακαλύπτουν τη βαθιά επικοινωνία που πετυχαίνουν μόνο εκείνοι που έχουν το θάρρος να αδειάσουν από κάθε περιεχόμενο και να ψάξουν στο βάθος της ύπαρξής τους για να βρουν τι έχουν να δώσουν.

ΑΛΗΘΕΙΕΣ – ΒΟΥΝΑ, για να μπορούμε να χτίζουμε τα σπίτια μας σε στέρεη βάση.
ΑΛΗΘΕΙΕΣ-ΠΟΤΑΜΙΑ, για να μπορούμε να ξεδιψάμε και να ταξιδεύουμε πάνω τους ψάχνοντας νέους ορίζοντες.
ΑΛΗΘΕΙΕΣ – ΑΣΤΕΡΙΑ, για να μας χρησιμεύουν ως οδηγοί, ακόμα και σ τις πιο σκοτεινές μας νύχτες.