Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Μπροστά σ΄ ένα παλιό μπαούλο

Σκάλιζα σήμερα μέσα στο γκρίζο μπαουλάκι της εκστρατείας, γυρεύοντας κάποιο επίσημο έγγραφο της στρατιωτικής μου θητείας που μου χρειάστηκε ύστερ΄ από τόσα χρόνια. Είναι ένα γερό γερμανικό κασελάκι του στρατού, χρονώ πράμα, πούχα πετάξει μέσα σ΄ ένα σωρό θυμητάρια του πολέμου. Σαν άνοιξα τη σκουριασμένη του κλειδωνιά, το καπάκι έτριξε σαν να ξεκάρφωσα μια παλιά ξεχασμένη λειψανοθήκη. ΄Ηταν εκεί μέσα ένα μπρούτζινο μισοφέγγαρο που δάγκωνε ένα μαυρισμένο άστρο, κομμένο από το κοντάρι κάποιας τούρκικης σημαίας. ΄Ητανε το σπαθί μου, μια σιδερένια κάσκα, μια γερμανική μουτσούνα για τ΄ ασφυξιογόνα σα γουρουνίσια μούρη, ήτανε τ΄ απολυτήριό μου με τα ξεθωριασμένα γράμματα της γραφομηχανής, ένας πετσένιος χαρτοφύλακας, κάτι φωτογραφίες, δυο-τρεις χειροβομβίδες κι ένα σωρό άλλα μικροπράματα. ΄Ητανε κ΄ ένα χοντρό δέμα από στρατσόχαρτο, δεμένο σταυρωτά με σπάγγο, πούχα ξεχάσει πια τι είχε μέσα. Ψαλίδισα τους κόμπους του και ξεχύθηκαν με πένθιμο θρόισμα ένα σωρό τετράδια και κατεβατά από λογής-λογής χαρτί, γραμμένα όλα πυκνά – πυκνά, με γράψιμο στρωτό και πολύ σφικτό. Αναθυμήθηκα τότες, και πάνω στο χοντρόχαρτο ξαναδιάβασα τη μισοσβησμένη παλιά μου σημείωση με το γαλάζιο μολύβι:

Τα χειρόγραφα του λοχία Αντώνη Κωστούλα.

Τράβηξα έξω όλ΄ αυτά τα χαρτιά κι άφησα το σκέπασμα της στενόμακρης κάσας να ξαναπέσει. ΄Ηταν, αλήθεια, μια αληθινή νεκρόκασα τούτου το μπαουλάκι, κι ήταν ένας φτωχός πεθαμένος αυτά τα κιτρινισμένα πολυκαιρίτικα χαρτιά που ο σπάγγος τα σημάδεψε στις τέσσερεις άκριες. ΄Ενας πεθαμένος που γύρευε να μιλήσει. Τα άπλωσα πάνω στο γραφείο μου και διαβάζοντάς τα με την αράδα έτσι πούταν αριθμημένα, σιγά – σιγά, δίχως να το καταλάβω βρέθηκα χρόνια ολάκερα ξοπίσω. Τα τετράδια τούτα με το φτηνό χαρτί και με τις στριμωχτές μολυβογραμμένες σελίδες τάχα βρει μέσα σ΄ ένα γελιό του Τέταρτου Συντάγματος της Νησιώτικης Μεραρχίας, ύστερ΄ απ΄ τη φριχτή μάχη του υψόμετρου 908. ΄Ημουν υπαξιωματικός ακόμα εκείνο τον καιρό και ξεχωρίζαμε τα δημόσια είδη των ζωντανών, των λαβωμένων και των σκοτωμένων. Τούτα τα τετράδια βρεθήκανε μέσα στο γελιό του Αντώνη Κωστούλα. ΄Ενας εθελοντής λοχίας, διμοιρίτης στην τρίτη διμοιρία του έβδομου λόχου. Τόνε θυμήθηκα τόσο ζωηρά και καθαρά κείνο τον αψηλό μελαχρινό φοιτητή με το μακρουλό πρόσωπο και τα φουντωμένα μαλλιά! ΄Ηταν ένας αληθινός άντρας, φρόνιμος και συσταζούμενος σαν κοπέλα.
Κάηκε κατά λάθος μέσα στα βουλγάρικα χαρακώματα που πατήσαμε, την ώρα που οι εκκαθαριστές, με τα κοντομάχαιρα στη φούχτα και με το συνεργείο των «φλογοβόλων», ξεπαστρεύανε τους τελευταίους οχτρούς, που απόμειναν κρυμμένοι από φόβο για από μπαμπεσιά μέσα στ΄ αμπριά της κυριευμένης γραμμής. Τον έκαψε ένας φραντσέζος, υποδεκανέας στην «ειδικότητα του υγρού πυρός». Αυτό το συνεργείο το κολλήσανε στο Σύνταγμά μας κείνη τη φοβερή και εξαιρετική μέρα, γιατί εμείς οι βαλκάνιοι δεν είχαμε τότες ακόμα στα μηχανικά μας πολεμικά μέσα τέτοιας λογής ευρωπαϊκές «ειδικότητες».
Το λοιπόν, ο φραντσέζος αυτός, την ώρα που λαντουρούσε με το μασούρι της συσκευής του μια γλώσσα τρεχούμενης φωτιάς μέσα σ΄ ένα βουλγάρικο αμπρί, πήρε μια τραβηχτή μαχαιριά στ΄ αποκοίλι από έναν κρυμμένο βούλγαρο. ΄Ωσπου να παραδώσει, σπαρταρώντας σαντ ο ψάρι με τ΄ άντερα έξω (το μηχάνημα της συσκευής του δούλευε), και με τα νύχια γαντζωμένα πα στο σουληνάρι της εκτόξευσης, σκόρπιζε ακόμη το συντριβάνι της φωτιάς όπου λάχαινε.
Κείνη την ώρα έτυχε να πηδήξει μέσα στο χαράκωμα κι ο λοχίας ο Κωστούλας και κάηκε. Τον ήβραμε με το μούτρο φαγωμένο απ΄ τη φωτιά. ΄Ολο το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ήτανε μια μαυροκόκκινη πληγή, που χάραζαν απάνω της μόνο τρία άσπρα σημάδια. Η σειρά τω δοντιώ του, που σφίγγανε σφιχτοκλειδωμένες οι μασέλες, ολότελα γδυτές από κρέας, κι οι βορβοί τω ματιών, που φούσκωναν στρογγυλοί σα δυο ελεφαντένιες τόπες του μπιλιάρδου. Το κάτω δεξί σκυλόδοντο γυάλιζε, σκεπασμένο με χρυσή κορόνα.
Τόνε θάψαμε στο ίδιο μέρος που βρέθηκε, σ΄ ένα λάκκο, αντάμα με το φραντσέζο και με τρεις βουλγάρους. Πολλές μέρες ύστερα, σαν περνούσα από κει κι ένιωθα το χώμα να λαστιχάρει κουφωτό κάτω απ΄ τα προσεχτικά πόδια μου, ένα κρύο φύσημα περνούσε ως μέσα μου. Μα δεν μπορούσε να γίνει αλλιώτικα, γιατ΄ ήτανε των αδυνάτων αδύνατο να τους παραχώσουμε αλλού. Ο οχτρός, βλέπεις, μόλις άφησε στα χέρια μας το οχυρό του, άρχισε, μέρες, να το ζευγαρίζει αδιάκοπα με οβίδες, για να μας μποδίσει να το «οργανώσουμε».
΄Ητανε, μπορεί να πει κανείς, τυχεροί κιόλας όσοι έλαχε να πεθάνουνε μέσα στα χαρακώματα, ή εκεί κοντά στα προπετάσματα ένα γύρω. Γιατί οι άλλοι, που πέσανε στο ξέσκεπο, σάπιζαν άθαφτοι έξω απ΄ τα συρματοπλέγματα, και κάθε λίγο ξέσκιζαν τις κοιλιές τους οι εκρήξεις κι έκαναν τα κουφάρια να πηδούνε πάνω απ΄ το χώμα. Κατόπι ήρθε η βροχή και μέρες τους έδερνε μέσα στα μαύρα στόματα που χάσκανε, και τους χτυπούσε στα στυλωμένα μάτια. Κι οι οβίδες που χιμούσαν με ακατανόητη μανία πάνω σ΄ αυτούς τους φουκαράδες νεκρούς, βουτούσανε σαν γουρούνες στις λάσπες, τους πιτσίλιζαν ελεεινά και τους έκαναν καμιά φορά με τον τρανταγμό ν΄ ανασηκώνουνται, σα να ζωντάνευαν για λίγο, να μετατοπίζουν τα μέλη τους απότομα, να κλωτσάνε και ν΄ ανοίγουν άσκημα τα σκέλια.

Σαν ένα σιχαμερό κοπάδι ποντίκια με τριγυρίζουν πάλι όλες αυτές οι θύμησες, τώρα που κάθουμαι και πασπατεύω με τα δάχτυλα και με τα μάτια τούτα τα καβουριασμένα παλιόχαρτα, που τάχα ξεχάσει ολότελα τόσα χρόνια. Σήμερα, που ξαναπρόβαλαν στα εγκόσμια, είπα ν΄ αποφασίσω να τα τυπώσω. Είναι γραμμένα σαν είδος γράμματα σε μια κοπέλα, που τ΄ όνομά της δε φαίνεται πουθενά. Α ζει κι αν υπάρχει, ας μου συχωρέσει τούτη την αποκοτιά. Μα γω λέω πως ήτανε κιόλας ένα χρέος ετούτο που κάνω. Γιατί μέσα σ΄ αυτά τα χαρτιά θροεί μια ψυχή τυραγνισμένη, που είναι ένα μέρος της Παγκόσμιας Ψυχής. Θαρώ πως τούτα δω τα μιλήματα, που δεν τους στάθηκε τυχερό να φτάσουν ως τη γυναίκα που γι΄ αυτή γραφόνταν, ε, ανήκουν κάπως και σ΄ όλες τις γυναίκες που άγγισε ο πόλεμος, ακόμα και σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα που γιόμισε από τις απορίες του πολέμου, κι απλώνει τα χέρια ζητιανεύοντας την πανανθρώπινη αγάπη.
Κι ύστερα (γιατί να κρύψω τούτη τη δεισιδαιμονία που με κυρίεψε και με τυραγνά!) θαρώ πως βγάζοντας στο φως ετούτα τα χαρτιά, ξαναζωντανεύω το σκοτωμένο παλικάρι, το σέρνω από το χέρι μες από τον ασημάδευτον τάφο του, και του ξαναδίνω τη μιλιά και το φτωχό πνέμα του που έλιωσε μαζί με τα μυαλά. Είναι βαρύ πράμα νάχετε μέσα σας έναν πεθαμένο που γυρεύει να μιλήσει και να του σφαλνάτε με την απαλάμη το στόμα. Γνέφει και κάνει παρακαλεστικά νοήματα προς την καρδιά σας απ΄ το υπερπέραν. Θέλει να εκφραστεί. Ας μου συχωρεθεί τούτο το βιβλίο, γιατί μου είναι μια προσωπική απολύτρωση.

Η Ζωή εν Τάφω (Στρατής Μυριβήλης)

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

Η Ξυπόλητη των Αθηνών

΄Ένα ξεκούραστο και ευχάριστο ταξίδι στην Αθήνα στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, μια διήγηση συμπτωματικών συμπτώσεων με ωραίο τέλος για τις έξι γυναίκες που διαπλέκονται μέσα στις σελίδες του βιβλίου της Φιλομήλας Λαπατά, ένα μυθιστόρημα εύπεπτο, προσιτό σε όλους τους αναγνώστες, με ανάλαφρες ιστορικές πινελιές, που απλώς διαγράφουν το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται το μυθιστόρημα. Το καινούριο βιβλίο της Φιλομήλας Λαπατά μπορεί να μην ικανοποιήσει απόλυτα τον απαιτητικό αναγνώστη, θα του εξασφαλίσει όμως ένα ανέμελο διάλειμμα μέσα στην δίνη της καθημερινότητας.

Αντιγράφουμε από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:


΄Ένα μυθιστόρημα με φόντο την κοσμοπολίτικη Αθήνα της Μπελ Επόκ (1890-1910). Μια ιστορία γεμάτη ιστορίες. Μια θυσία που προκαλεί ένα μεγάλο πείσμα κι ένα μεγάλο έρωτα, ίντριγκες, μίση και πάθη, μικρές ζωές και μεγάλα πεπρωμένα.
Αθήνα, 1902. Η Λάουρα Αλφιέρι, κοντέσα του Μονρεάλε της Σικελίας και απόγονος των Χρυσολωράδων του Βυζαντίου, μια γυναίκα απαράμιλλης ομορφιάς, αναγκάζεται να παντρευτεί τον ταπεινής καταγωγής αλλά ζάπλουτο Φίλιππο Ρώμα. Τον αποκαλεί με θυμό «καρβουνιάρη» και «ανορθόγραφο βάτραχο», μια και ο γάμος γίνεται για να σώσει την οικογένειά της από την οικονομική καταστροφή. ΄Όμως, δίχως να το καταλάβει, ο βάτραχος θα μεταμορφωθεί σταδιακά σε πρίγκιπα μέσα στην καρδιά της.
Η Φιλομήλα Λαπατά μας ξεναγεί στην «πόλη των πόνων» και μας χαρίζει τις ιστορίες ενός πλήθους αξέχαστων ηρώων: από την Κατίγκω Χρυσολωρά και την αδελφή της Μαργιόλα, τον ψυχίατρο και καθηγητή του Πανεπιστημίου της Αθήνας Αριστείδη Μπαλτατζή, τον κόντε Φραγκίσκο Αλφιέρι, τη θεία Κοκόνα Κρυσταλλένια και άλλα πρόσωπα, ανυποψίαστους κληρονόμους μιας μνήμης, στους οποίους η συγγραφέας δίνει ζωή με μια γλώσσα έντονη, γεμάτη ήχους, φωνές και χρώματα.

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Γουσταύος Φλωμπέρ: ΄Εμμα Μποβαρύ

Με τη μαντάμ Μποβαρύ, γνήσιο αριστουργηματικό πρότυπο του σύγχρονου μυθιστορήματος, η πεζογραφία διαχωρίζεται με τρόπο ξεκάθαρο από την ποίηση, παύει να μεταρσιώνει, να μεταπλάθει την πραγματικότητα, παύει να την βλέπει στην προοπτική της έξαρσης, παύει να αναζητά και να ξεθάβει τη βαθύτερη μεγαλοσύνη και δραματικότητά της, παύει να επιδιώκει την ποιητική της υπερύψωση. Η λογοτεχνία προσγειώνεται στο έδαφος της πικρής αλήθειας της καθημερινής ζωής, στην απεικόνιση της άνυδρης πραγματικότητας, τέτοιας που είναι και που καθημερινά βιώνεται γύρω μας και μέσα μας, οριοθετείται στη φωτογράφηση της ανθρώπινης μοίρας, στην περιγραφή της ζωής με την εγγενή της κακουχία, στην παρουσίαση των άτεγκτων νόμων του κόσμου, χωρίς διαφυγές, χωρίς ψηλοπετάγματα, χωρίς λύτρωση. Ο Φλωμπέρ είναι ο απαράμιλλος παρατηρητής του μηδενός, ο ιχνογράφος της απαισιόδοξης όψης του κόσμου, ο βάρδος της διαρκούς αποτυχίας κάθε προσπάθειας που επιχειρεί ο άνθρωπος μέσα στα πλαίσια που του ορίζει ο κόσμος τούτος για να ξεφύγει από τη δυσπραγία του κόσμου τούτου.
Σύμβολο της αποτυχίας αυτής, σύμβολο που το απαθανατίζει με απίστευτη δύναμη το συγγραφικό ταλέντο του Φλωμπέρ, η απλή μορφή μιας κοπέλας του λαού, της ΄Εμμας Μποβαρύ. Η ΄Εμμα Μποβαρύ, μια γυναίκα ευφάνταστη, ευσυγκίνητη, φιλήδονη, ζωντανή και ονειροπαρμένη, βρίσκεται σε αδυναμία να συμβιβάσει τις λαχτάρες και τις επιθυμίες της με την ανούσια, ανάλατη και πεζή πραγματικότητα της ζωής που της έχει ορισθεί να ζήσει. Δε μπορεί να ισορροπήσει με τα πράγματα, να ενσωματωθεί στον κόσμο που την περιβάλλει, κυνηγά τη χίμαιρα της δυστυχίας, το μεγάλο έρωτα, το ιδεώδες, που το υποστασιοποιεί πότε στον ένα και πότε στον άλλον άντρα, σε πρόσωπα που ο ίδιος αυτός κόσμος που αυτή απεχθάνεται τα παράγει και της τα κομίζει και που επενδύει πάνω τους όλους τους κραδασμούς της ψυχής της, όλες της τις προσδοκίες, γαντζώνεται από αυτά, τα κάνει διαδοχικούς άξονες αναφοράς, τα πολιτογραφεί σαν πλάσματα από άλλους κόσμους και τόπους, τους τόπους της ευδαιμονίας. Και, όταν η απογοήτευση έρχεται, η ΄Εμμα Μποβαρύ, απαρνημένη, εγκαταλειμμένη, περιπαιγμένη, αρνιέται να δεχτεί στωικά τη μοίρα της ζωής και φεύγει απ΄ αυτήν, ενώ η θλιβερή και στυφή όψη του αισθητού τη συνοδεύει στη φυγή της με το τραγούδι του αθεράπευτα πληγιασμένου και κακόμορφου ζητιάνου, κι αφού, λίγο πριν, αυτή, η προδομένη από κείνους που είχε αγαπήσει, δίνει απελπισμένη το πιο φλογερό ερωτικό φιλί που έδωσε ποτέ στο μόνο σταθερά και ακλόνητο πιστό εραστή των ανθρώπων, τον Ιησού.
Με τη Μαντάμ Μποβαρύ, ο Φλωμπέρ δεν εγκαινιάζει μόνο μια νέα εποχή του ρεαλισμού, αλλά, ταυτόχρονα, πράγμα παράδοξο γι΄ αυτόν που πιστεύει στο στυλ γραφής σαν αυτοσκοπό και στην τελική έλευση μιας εποχής όπου η ίδια η Τέχνη θ΄ ανήκει στο παρελθόν, αφήνει στις γενιές που ακολουθούν τη μορφή της ΄Εμμας Μποβαρύ, μορφή αιώνια και πάντα αγέραστη, γιατί σφύζει από αλήθεια, απ΄ την αλήθεια της ζήσης αυτής, που είναι πικρή, γιατί, για να θυμηθούμε τη σολωμική ρήση, μόνο «με λογισμό και μ΄ όνειρο» μαζί είμαστε δικασμένοι να τη ζούμε.
(Μπ. Λυκούδης, από την Εισαγωγή του βιβλίου)