Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

1914

Τα Κιμιντένια κουράστηκαν φέτος. Πολύ κουράστηκαν. Ανυπόμονα περιμένουν τη νύχτα να ΄ρθει. Οι οξιές το βλέπουν πρώτες, ύστερα το βλέπουν οι βαλανιδιές.
Λένε στη νύχτα:
«΄Ελα πια. ΄Ελα κι η μάνα μας τα Κιμιντένια κουράστηκαν. ΄Ελα να τα ξεκουράσεις».
«Τι να σας κάμω;» τους λέει η νύχτα. «Είναι ακόμα καλοκαίρι. Οι μέρες είναι πολύ μεγάλες. Ο ήλιος αργεί να βασιλέψει».
Τότε οι οξιές παρακαλούν τα σύννεφα.
Τους λένε:
«Ο ήλιος αργεί να βασιλέψει. Ας πάει ένας σύντροφός σας να τον σκεπάσει. Βοηθείστε τη μάνα μας, τα Κιμιντένια, να ξεκουραστεί νωρίς».
΄Ένα μαύρο σύννεφο σηκώνεται στον καταγάλανο ουρανό, πορεύεται απ΄ τ΄ ανατολικά, τραβά κατά τη δύση, και κρύβει τον ήλιο. ΄Ένα θεόρατο μαύρο σύννεφο. Κ΄ η Αιολική γη απότομα σκοτεινιάζει. Οι τσαλαπατεινοί και τ΄ αγριοπερίστερα, που παίζαν στο γαλάζιο φως, άξαφνα βρίσκουνται τυλιγμένα στη σκιά που έρχεται απ΄ το ύψος. Οδηγημένα απ΄ το ένστιχτό τους αρχίζουν να τρέχουν τρομαγμένα για να τρυπώσουν στις φωλιές τους.
Τρέχουν φωνάζοντας:
«Η θύελλα! Η θύελλα έρχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Το ακούν οι πράσινες σαύρες, το ακούνε τα τσακάλια του ρουμανιού, ο φόβος περνά απ΄ τα μάτια τους. ΄Όλα φωνάζουν σπαραχτικά:
«Η θύελλα έρχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Μια μικρή χελώνα, που περιμένει αναποδογυρισμένη το θάνατο στη σπηλιά των αγριογουρουνιών, ακούει τη φωνή των πουλιών και των αγριμιών. Συμμαζώνεται τρομαγμένη μες στο καβούκι της και, μ΄ όλον που περιμένει το θάνατο, μ΄ όλον που αυτή μονάχα το θάνατο περιμένει, ωστόσο ανατριχιάζει σαν όλα τα πλάσματα της γης.
«Η θύελλα έρχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Μάταια οι οξιές αγωνίζουνται να παλέψουν τον πανικό, μάταια λένε:
«Μην κάνετε έτσι! Δεν έρχεται η θύελλα! Εμείς παρακαλέσαμε το σύννεφο να σκεπάσει τον ήλιο!»
Ας λένε. Κανένας δεν τους ακούει. Γιατί στα Κιμιντένια βαθύ και ακατάλυτο βασιλεύει το ένστικτο. Κι αυτό έδωσε στα πλάσματα τη σοφία να ξέρουν πως πέρα απ΄ ό,τι με τη θέλησή τους άρχισε, πέρα απ΄ τις επιθυμίες κι από τις πράξεις, υπάρχει η σκοτεινή δύναμη που παίρνει στα χέρια της και δίνει αυτή πια κίνηση, με τον τρόπο που θέλει και στο δρόμο που θέλει, σε επιθυμίες και πράξεις.
«΄Όχι! ΄Όχι! Η θύελλα είναι! Η θύελλα έρχεται!»
Τότε σαλεύουν αργά τα Κιμιντένια. Τινάζουν από πάνω τους τον ύπνο που έρχεται να τα ξεκουράσει, σηκώνουνται, κοιτάνε δεξιά ζερβά. Βλέπουν κατά τα δυτικά το μαύρο σύννεφο. Στρέφουν τα μάτια τους στον ουρανό ψηλά. Ξέρουν πως σε λίγο θα βγούνε τ΄ άστρα. Μπορεί και το μαύρο σύννεφο που το φώναξαν οι οξιές να σκορπίσει και να φύγει, μόλις ο ήλιος βασιλέψει. Σίγουρα θα φύγει. Κι όμως, τώρα πια και τα Κιμιντένια είναι σίγουρα. Γιατί ζήσαν πολύ στη ζωή τους και μάθαν πολύ πιο πολλά απ΄ όσα ξέρουν οι οξιές, οι τσαλαπετεινοί, τ΄ αγριογούρουνα και τα τσακάλια.
Ξέρουν πια και τα Κιμιντένια πως η θύελλα έρχεται. Ωστόσο, επειδή έτσι πάντα γίνεται, ίσαμε την τελευταία στιγμή να ελπίζουμε γι΄ αυτό που είμαστε σίγουροι πως είναι πια ανεπανόρθωτο, τα Κιμιντένια στρέφουν στα βουνά κατά τα δυτικά, στα βουνά κατά τ΄ ανατολικά. Ρωτάνε το Καζ-Νταγ, τα βουνά τα πέρα απ΄ το Αιγαίο, τα πέρα απ΄ τον Ελλήσποντο, τα πέρα απ΄ το Δούναβη, θεό των ποταμών.
Ρωτάνε να βεβαιωθούν: «Είναι αλήθεια, αδελφοί μου, πως έρχεται;»
Και τα βουνά όλα, απ΄ τη μακρινή Βοσνία, απ΄ το μακρινό Δούναβη, όλα αποκρίνουνται λυπημένα:
«Είναι αλήθεια, αδελφέ μας! ΄Ερχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Τελευταίοι οι άνθρωποι, τελευταίοι απ΄ όλα τα πλάσματα που ζουν στα Κιμιντένια γιατί απ΄ όλα είναι οι έσχατοι, παίρνουν το μήνυμα. ΄Ερχεται πυκνή βουή το κύμα, ταξιδεύει, χτυπιέται και δέρνεται, ολοένα φουσκώνει κι ολοένα μανιάζει:
«΄Ερχεται! Η θύελλα έρχεται! ΄Ερχεται ο πόλεμος!»
Κ΄ ενώ τα άστρα πάνω απ΄ την Αιολική γη κοιτάνε ατάραχα, οι καρδιές των ανθρώπων λουφασμένες ανοίγουν για να ΄μπει ο Φόβος – οι καρδιές των δυστυχισμένων ανθρώπων. (σελ. 267-269)

Δεν υπάρχουν σχόλια: