Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Ο μπαρμπα-Ιωσήφ

…Οι πρόγονοι της αρκούδας είχαν έρθει σε μακρινούς χρόνους απ΄ τα μέρη του Καυκάσου. Σ΄ εκείνα τα μέρη είναι μόνο βουνά απάτητα που πάντα τα κατοικούνε σύννεφα. Γι΄ αυτό, τον ήλιο απάνω εκεί τον βλέπουν οι καρυδιές. Ο κόσμος γύρω τους είναι θολός και σκοτεινός. Μια μέρα πέρασε ένα αγριοπούλι απ΄ τα βουνά του Καυκάσου. Ερχόταν απ΄ τα δυτικά, από βασίλεια μακρινά, κ΄ είπε στις καρυδιές το νέο.
«Κεί κάτω κατά τα δυτικά», είπε, «βρίσκεται μια χώρα που είναι πάντα φωτεινή. Τη λένε χώρα του Αιγαίου. Εκεί είναι τα Κιμιντένια».
Αυτά ακούγοντας δυο μεγάλες καρυδιές μπήκαν σε πολύν καημό.
«Πόσος καιρός μας μένει;» λέγαν. «Είναι κρίμα να πεθάνουμε χωρίς να δούμε τη φωτεινή χώρα».
Τις άκουσε το μεγάλο ποτάμι της Ανατολής και τις λυπήθηκε.
«Εγώ», λέει στις καρυδιές, «έχω πολλούς γιους και πολλές κόρες. Κει που τελειώνουν τα δικά μου τα νερά, αρχίζουν τα νερά των παιδιών μου και των παιδιών των παιδιών μου. Το πιο μικρό φτάνει ίσαμε τη φωτεινή χώρα, εκεί ζει. Μπορώ να σας ταξιδέψω».
΄Ετσι έγινε, και το μεγάλο ποτάμι πήρε τις δυο καρυδιές μες στα νερά του και τις κατέβασε χαμηλά. ΄Υστερα τις πέρασε στ΄ άλλα ποτάμια, στα παιδιά του και στα παιδιά των παιδιών του. Και το πιο μικρό, το «Τσακάλ-Ντερέ» - το Ποτάμι των Τσακαλιών – που είναι κάτω απ΄ τα Κιμιντένια, αυτό τις έφερε στον τόπο μας. Οι δυο καρυδιές στην αρχή μαγεύτηκαν, αλλά ύστερα άρχισε να τις βασανίζει η νοσταλγία. Θυμόντανε πολύ την πατρίδα τους, τ΄ απάτητα βουνά του Καυκάσου και τα σύννεφα που πάντα τα κατοικούσαν. Χρειάστηκε καιρός ίσαμε που να συνηθίσουν στη χώρα της θάλασσας. Φέραν ένα νέο παιδί στη γη: τη δική μας καρυδιά. Αυτή γεννήθηκε στα Κιμιντένια, γι΄ αυτό μοναχά σαν παραμύθι άκουγε να της λένε για τη μακρινή πατρίδα των προγόνων της. ΄Ετσι αυτή δε δοκίμασε τον καημό της ξενιτιάς, ποτές δεν υπόφερε από νοσταλγία. ΄Εζησε χρόνους πολλούς, είδε κι άκουσε όλες τις θύελλες που έρχουνται απ΄ τα Κιμιντένια, προστάτεψε κάτω απ΄ τον ίσκιο της, κοριτσάκι σαν ήρθαν, τη μητέρα μου, ύστερα εμάς όλους. ΄Εδωσε σ΄ όλους μας απ΄ τον καρπό της. Και τώρα πια που γέρασε πάει να κοιμηθεί…(σελ. 66-67)

Δεν υπάρχουν σχόλια: