Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

Οι αλήθειες των άλλων

«Κι αν φτωχική τη βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε. Η Ιθάκη σου έδωσε τ΄ ωραίο ταξίδι!».

Διαβάζοντας το νέο βιβλίο του Νίκου Θέμελη «Οι αλήθειες των άλλων» ήλθαν στο νου μου οι παραπάνω στίχοι του Καβάφη. ΄Ισως γιατί στο σύνολό του το βιβλίο μου άφησε μια αίσθηση ατέλειας, ανολοκλήρωτης πρότασης, μιας προσπάθειας που , ενώ ξεκίνησε με ενθουσιασμό και ειλικρινή διάθεση να κάνει τομές στα στερεότυπα, προχωρώντας βυθίστηκε σε συμβιβασμούς και αδυναμία διαχείρισης της αλήθειας.

«Οι αλήθειες των άλλων», από τα παράλια της Μικράς Ασίας στη Μυτιλήνη, από εκεί στην Αθήνα, στη Κομοτηνή, πίσω στην Αθήνα, αλλά και στο Λονδίνο, με διάχυτη την επιθυμία του συγγραφέα να αποτυπώσει τη διαφορετικότητα του ανθρώπου, να την κατανοήσει και να μας μεταφέρει το μήνυμα της αποδοχής της. Φαινόμενα κοινωνικού ρατσισμού περιγράφονται με ένταση και αντανακλούν τη δυστυχία στην οποία βυθίζονται τα μεμονωμένα άτομα ή οι ομάδες που η κοινωνία αρνείται να ενσωματώσει . Ο ομοφυλόφιλος Ισμαήλ, που πληρώνει με το θάνατό του τον ηθικό ρατσισμό, αλλά και η πρωτοποριακή για την εποχή της Ρούσα απομονώνεται όχι μόνο από το κοινωνικό σύνολο, αλλά και από την ίδια την οικογένειά της. Ο φυλετικός ρατσισμός, Έλληνες Τούρκοι, ο θρησκευτικός Χριστιανοί Μουσουλμάνοι, ο φανατισμός της Ευγενίας που προσηλωμένη με εμπάθεια στις πολιτικές πεποιθήσεις της εκδηλώθηκε με ρατσιστική συμπεριφορά σε βάρος των κομμουνιστών. Έλλειψη θέλησης για διαλλακτικότητα, προβλήματα στην επικοινωνία, Οι ήρωες του βιβλίου δεν γνωρίζουν δυστυχώς τις δικές τους αλήθειες, για τις οποίες καλούνται να αγωνισθούν, πώς λοιπόν θα ήταν δυνατόν να αναγνωρίσουν τις αλήθειες των άλλων; ΄Όταν καταδίδει η Ευγενία, γιατί το κάνει; Επειδή φοβάται; Επειδή έχει διαφορετική άποψη; Επειδή αντιπαθεί τον Αντώνη; Πώς θα κατανοήσουμε τους άλλους αν πρώτα δεν προσεγγίσουμε τον εαυτό μας;

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος είναι ένα το χρονικό της διαμονής του Μανόλη και του παππού του στο Αϊβαλί τη χρονιά του 1923 μέχρι τότε που ο παππούς αποφασίζει να αυτοκτονήσει για να αποδεσμεύσει τον εγγονό του και να του επιτρέψει να φύγει και να ανταμώσει τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας στη Μυτιλήνη, διαπιστώνοντας ότι «η αληθινή πατρίδα μας μίσεψε για άλλα μέρη. ΄Εφυγαν οι δικοί μας και την πήρανε μαζί τους. Μόνο που εγώ άργησα να το χαμπαρίσω» (σελ. 159). Ο Μανόλης πρέπει να πάρει μαζί του και τέσσερα μπαούλα, πολιτιστική κληρονομιά του μικρασιατικού –χριστιανικού λαού. Λέει γι΄ αυτά ο παππούς : «Σε αυτά βρίσκεται η ιστορία μας, τα πιστεύω μας, η γλώσσα μας … ο πολιτισμός μας, τα σπάργανα μέσα στα οποία αντρώθηκε η εθνική συνείδησή μας» (σελ. 138) Μέσα σε ένα από αυτά τα μπαούλα ανακαλύπτει ο Μανόλης το χειρόγραφο γύρω από το οποίο ξετυλίγεται ο μύθος του Νίκου Θέμελη, που θέλει τον τελευταίο αυτοκράτορα Κων/νο Παλαιολόγο να φεύγει με βάρκα μυστικά για το ΄Αγιο ΄Ορος, αντίθετα από την ιστορική εκδοχή ότι σκοτώθηκε πάνω στη μάχη κατά την άλωση της Κων/πολης από τους Τούρκους. Στις σελίδες 23 μέχρι 27 η αφήγηση που περιγράφει τη γειτονιά του Μανόλη, την οικογένειά του και τον πόλεμο, αλλά και στη σελίδα 35 η περιγραφή της γιαγιάς είναι αποσπάσματα με γλώσσα πλούσια και αρωματική, με μυρουδιές θαλασσινές κι ανοιξιάτικες, με συναισθήματα νοσταλγίας αλλά και λησμονιάς. Ιδιαίτερη συγκίνηση προκαλεί η σχέση του Μανόλη με τον Ισμαήλ, τον ομοφυλόφιλο μουσουλμάνο, που κατέφυγε στο Αιβαλί σαν πρόσφυγας από την πατρίδα του τη Μυτιλήνη.

Το δεύτερο μέρος είναι η ζωή του Μανόλη αφού έφυγε από το ΑΙβαλί , η σχέση του με τη Ρούσα, ο γάμος του με την Ευγενία, οι δυο του γιοί, ο Ιωακείμ και ο Αντώνης, η κοινωνική απομόνωσή του στην Κομοτηνή εξαιτίας του χειρόγραφου που υποστηρίζει σαν τη μοναδική αλήθεια και μάλιστα σε μια επέτειο της 25ης Μαρτίου στο σχολείο όπου υπηρετεί ως καθηγητής, η επιστροφή στην Αθήνα, η σχέση του με τον κομμουνιστή Αυγέρη, η δολοφονία της Ευγενίας και τέλος η υποχώρηση και ο συμβιβασμός όταν συμβουλεύει τον εγγονό του να εργασθεί στο Πανεπιστήμιο, αφού πρώτα παραιτηθεί από την θεωρία του που αμφισβητεί την αδιάκοπη συνέχεια του ελληνισμού και η οποία έρχεται σε αντίθεση με την επίσημη άποψη των ελλήνων ιστορικών. Σ΄ αυτό το δεύτερο μέρος τα ιστορικά γεγονότα είναι πολλά , πυκνά και συμπτυγμένα. Ενώ δηλαδή το πρώτο μέρος εκτυλίσσεται στη διάρκεια ενός περίπου χρόνου, ίσως και λιγότερο, το δεύτερο μέρος φτάνει μέχρι το 1960 περίπου, απλώνοντας τη ζωή του Μανόλη επί τριάντα πέντε περίπου χρόνια. Η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων γίνεται σαν πέρασμα, χωρίς βάθος, χωρίς συναίσθημα, με αδιαφορία θα τολμούσα να πω.

Αλλά για επανέλθω στον αρχικό στίχο του Καβάφη, μπορεί το βιβλίο να μην με ικανοποίησε στο σύνολό του, μου άνοιξε όμως κάποια παράθυρα στην Ιστορία , για τα οποία είμαι ευγνώμων στη γραφή του Νίκου Θέμελη: έτσι ονόματα σαν του Βενιαμίν του Λέσβιου και του Θεόφιλου Καϊρη, τα οποία είταν άγνωστα σε μένα , μου αποκάλυψαν πτυχές της ελληνικής διανόησης και πνευματικής ζωής που αγνοούσα. Και εδώ υπάρχει ένας προβληματισμός βέβαια, γιατί η ιστορία μας σιωπά μπροστά στο έργο αυτών των επιστημόνων , ίσως και κάποιων άλλων . Την ιστορία της Γενναδείου Βιβλιοθήκης βρήκα ενδιαφέρουσα. Και κυρίως το θέμα που αφορά την ιδιαιτερότητα της ελληνικής ταυτότητας και την ενιαία ιστορική διαδρομή του ελληνισμού. Απορώ πώς ένα τόσο σοβαρό επιστημονικό θέμα, που έχει προβληματίσει έλληνες και ξένους ιστορικούς, για το οποίο έχουν γραφεί πάμπολλα βιβλία, το καταπιάνεται ο Νίκος Θέμελης ανάλαφρα και επιφανειακά.

Στην τελική έχω την αίσθηση ότι η αποδοχή της διαφορετικότητας των άλλων , η δυνατότητα να είναι καθένας ο εαυτός του χωρίς φόβο και απαξίωση είναι ήδη ένας μακρύς δρόμος, ανηφορικός, αλλά και με πισωγυρίσματα, που αν καταφέρουμε να τον πορευθούμε , βρίσκουμε στην πορεία πρώτα τον εαυτό μας.

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

EAN

Εάν δεν μπορώ ν' ανέβω στον Παράδεισο
-προφανώς αυτοί οι κύκλοι είναι πολύ ψηλοί για μένα-
θα ήθελα να περάσω το χρονο μου σε μια από τις ζώνες του Καθαρτηρίου
κερδίζοντας τη λύτρωση από τα φαντάσματα του νου,
που τη δύναμή του,
μολονότι δεν την εμπιστεύθηκα πλήρως ποτέ,
τη θυμούμαι πολύ καλά.

Την αγωνία μπροστά στο παράθυρό της σ' έναν άδειο δρόμο,
ή την ιδεαλιστική έκκληση για μια τέλεια αγάπη,
πνευματική, σχεδόν υπερκόσμια.

Θα έπρεπε να κλαίω τώρα ή να γελώ; Κι όμως το
σώμα μου
φέρει αυτά τα θραύσματα της έξαρσης και της ακρισίας.
Θα ήθελα ακόμα και τώρα να δω καθαρά,
να μην πω ψέματα σε κανέναν, ούτε στον εαυτό μου,
και να επικαλεστώ, υποθέτοντας ότι υπήρχαν εκεί,
τις καλές μου προθέσεις.


ΤΣΕΣΛΑΦ ΜΙΛΟΣ
(Πολωνός ποιητής, βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1980)

Επειδή κάποιοι λένε ότι ο δρόμος για την Κόλαση
είναι στρωμένος με καλές προθέσεις

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

Το μοιρολόι της Παναγίας

Σήμερον μαύρος ουρανός,σήμερον μαύρη μέρα,
σήμερον εσταυρώσανε, τον πάντων βασιλέα.
Σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερον έβαλαν βουλήνοι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά οι τρισκαταραμένοι.
Σαν κλέφη τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τις αυλές εκεί τον τυραγνάνε.
Κι' η Παναγιά η δέσποινα κ' οι άλλες οι γυναίκες
έπιασαν το στρατί στρατί, στρατί το μονοπάτι.
Το μονοπάτι τς' έβγαλε μεσ' στου ληστή την πόρτα.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει.
Τηρά και δεξιώτερα βλέπει τον Άγιο Γιάννη-
Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιού μου
μην είδες τον υιγιόκα μου και σένα δάσκαλό σου;-
Δεν έχω γλώσσα να σου πω γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμο,για να σού τονε δείξω.
Βλέπεις εκείνον τον γυμνό, τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτημένο;
Οπούναι τα ματάκια του ραμμένα με μετάξι,
κι οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είναι ο γυιόκας σου και μένα δάσκαλός μου.


΄Οπως μας το παρέδωσε ο Φώτης Κόντογλου στο κείμενό του με τίτλο "Σήμερον κρεμάται" (περιλαμβάνεται στο βιβλίο ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΣ - Η δοκιμασία του λογικού, Εκδόσεις Αρμός )

Οι πόνοι της Παναγίας

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάζεις.
Ξαίρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράζεις.

Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό,
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω, την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ' απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ,
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι...

Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ' αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τα' ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις,
θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είν' αλήθεια πιο χρυσή, σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Από την ίδια συλλογή

Η μάνα του Χριστού

Πως οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει.

Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τηνε θρέφαν
κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!

Α! πώς είχα σα μάνα κ΄εγώ λαχταρήσει
(ήταν όνειρο κ΄ ΄εμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ΄άλλα σου αδέρφια να σ΄είχα γεννήσει
κι΄ από δόξες αλάργα κι αλάργ΄ από μίση!

Ένα κόκκινο σπίτι σ΄ αυλή με πηγάδι...
και μιά δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι...
νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

Κι άμ΄ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεματα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
ν΄ ανασενει βαθιά τ΄ όλο κέδρον αγέρι.

Κι αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ίσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,
η ακριβή σου να βγαίνει νερό να σου χύσει,
ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν΄αρχίσει.

Κι ο κατάχρονος θάνατος θα΄τανε μέλι
και πολλή φύτρα θ΄άφηνες τέκνα κι αγγόνια
καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,
τ΄αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στα μάτια τη μαύρη ομπόλια,
γιά να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει...
Ξεφαντώνουν τ΄αηδόνια στα γύρω περβόλια,
λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στην άνοιξη, γιέ μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν εχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη γιέ μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθώς κλαίει, σαν της πέρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυό σου τα μάτια μεγάλα:
τρέχουν αίμα τα στήθια, που βύζαξες γάλα.

Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου
στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας νά μπεις!
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)
δεν ηξέραν ακόμα ούτε ποιό τ΄όνομά σου!

Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη...
Δολερά ξεσηκώσανε τ΄άγνωμα πλήθη
κι όσο ο γήλιος να πέσει και νά΄ρθει το δείλι,
το σταυρό σου καρφώσαν οι οχτροί σου κ΄οι φίλοι.

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι΄ακόμα,
σα ρωτήσανε:"Ποίος ο Χριστός;" τ είπες "Να με"!
Αχ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ΄ έμαθ΄ακόμα!

Από το Φως που Καίει του Κ. Βάρναλη

Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

Μαρέα

Στο Γιακουμή Βαλάση


Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρεί μεσ' στα νερά
το παλλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες.
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες
του Chagall άλογα --- τσίρκο του Seurat.


Πυξίδα γέρικη --- ataxie locomotrice ---
και στοιχειωμένη από τα χείλια σου σφυρίχτρα.
Στην κόντρα γέφυρα προσμένατε κι' οι τρείς
να λύσει τ' άστρο του Αλμποράν η χαρτορίχτρα.


Της τραμουντάνας τ' άστρο, τ' άστρα του Νοτιά
παντρεύονται με πορφυρόχρωμους κομήτες.
Του Magazan οι θερμαστές οι Σοδομίτες
παίξαν του Σέσωστρη την κόρη στα χαρτιά.



Η ξύλινη που όλοι αγαπήσαμε Γοργόνα,
καθώς βουτά παίρνει παράξενες ανάσες.
Προτού κολλήσουμε για πάντα στις Σαργάσσες,
μας πρόδωσε μ' έναν πνιγμένο του Νορόνα.


Πουλιά στα ξάρτια --- καραντί --- στεργιανή ζάλη
χελιδονόψαρα --- πνιγμένου δαχτυλίδι.
Του ναυτικού το δυσκολώτερο ταξίδι
το κυβερνάν του Μαγγελάνου οι παπαγάλοι.


Η καραβίσια σκύλα οσμίζεται ρεστία
και το κορμί σου το νερό που θα καλάρει.
Τη νύχτα ο ναύτες κυνηγάνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ' αστεία.

Από το Πούσι του Ν. Καββαδία

Περί Αστέρων και Συμπάντων

Κάθε βιβλίο είναι ένα ταξίδι, ένα ταξίδι μοναχικό και μοναδικό , σε οδηγεί σε μέρη άγνωστα, εξωτικά και πρωτόγνωρα, άλλες πάλι φορές σε μέρη γνώριμα που η εξερεύνησή τους ανάγεται σε μυστήριο του νου, αυτής της πολυμήχανης ενέργειας που έχει την ικανότητα να προσεγγίζει τις λέξεις και τα γράμματα σε αλλεπάλληλα επίπεδα , έτσι ώστε η ανάγνωση ενός βιβλίου να γίνεται κάθε φορά μια ιδιαίτερη , προσωπική εμπειρία.
Το βιβλίο «Περί αστέρων και συμπάντων» του Βασίλη Ξανθόπουλου είναι ένα διαστημικό ταξίδι και ταυτόχρονα ένα ταξίδι στο κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, ο Κοπέρνικος, ο Γαλιλαίος, ο Κέπλερ, ο Γραμματικάκης, ο Χώκιν, οι επιστήμονες του CERN κυριαρχούν στη σκέψη μου καθώς βυθίζομαι στις σελίδες του. Επιστημονικό, αλλά κατανοητό επιτρέπει σε κάθε αναγνώστη να συμμετέχει στην προσπάθεια κατανόησης του Κόσμου. Περιλαμβάνει δύο διαλέξεις του καθηγητή, ο οποίος έφυγε απροσδόκητα και βίαια από τη ζωή το 1990 , με σκοπό να δοθεί στο ελληνικό κοινό η δυνατότητα να προσεγγίσει θέματα σύγχρονης φυσικής.
Στην ενότητα της αστροφυσικής εκφράζεται η άποψη ότι η ζωή των αστεριών είναι ένας συνεχής αγώνας ενάντια στη βαρύτητα, που, ενώ τα δημιούργησε, προσπαθεί μετά να τα καταστρέψει. «Τα αστέρια, όπως και όλοι οι βιολογικοί οργανισμοί, περνούν από τα στάδια της ανάπτυξης , της ωριμότητας και των γηρατειών». Στην προσπάθειά τους να ζήσουν τα αστέρια παράγουν ενέργεια μέσα από θερμοπυρηνικές αντιδράσεις, καίγοντας υδρογόνο το οποίο μετατρέπουν σε ήλιο. Οι διαθέσιμες ποσότητες ενέργειας όμως είναι περιορισμένες, έτσι τα αστέρια κάποτε πεθαίνουν. Ανάλογα με τη μάζα τους , μετά το θάνατό τους γίνονται λευκοί και στη συνέχεια σκοτεινοί νάνοι, αστέρες νετρονίων ή μαύρες τρύπες. ΟΙ μαύρες τρύπες δεν είναι τα άκρως επικίνδυνα ουράνια σώματα που «κατατρώγουν» ό,τι υπάρχει γύρω τους. Είναι επικίνδυνες μόνο για τους πολύ περίεργους που τις πλησιάζουν σε μια συγκεκριμένη απόσταση και θανατηφόρες γι΄ αυτούς που ξεπερνούν αυτό το όριο . Η τελευταία απεγνωσμένη αμυντική προσπάθεια των αστεριών κατά της βαρύτητας είναι οι εκρήξεις σουπερνόβα, που σκορπίζουν στο Γαλαξία τα απαραίτητα για τη ζωή μας χημικά στοιχεία. Η ονομαστότερη (στον πολιτισμό μας!) έκρηξη σουπερνόβα παρατηρήθηκε το 1054 μ.Χ. από Κινέζους αστρονόμους στον αστερισμό του Ταύρου. Η έκρηξη αυτή δημιούργησε το νεφέλωμα του Καρκίνου που σήμερα το βλέπουμε με απόσταση 6.500 ετών φωτός. Σε κάποιον σουπερνόβα οφείλουμε τη ζωή μας. Από τη δεύτερη γενιά αστέρων και μετά σε έναν γαλαξία, ηλιακά συστήματα με πλανήτες σαν τη Γη μπορούν να σχηματισθούν, με χημική σύνθεση κατάλληλη για να δημιουργήσουν ζωή. Το σύμπαν είναι γεμάτο από γαλαξίες και οι γαλαξίες αποτελούνται από αστέρια, πρακτικά όμως είναι άδειοι και επομένως η ζωή των αστεριών δεν επηρεάζεται από τους γειτονικούς τους αστέρες. Αναφέρονται πρακτικά παραδείγματα τα οποία βοηθούν στην κατανόηση των μεγεθών και των αποστάσεων στο σύμπαν . Υπάρχει, εκτός από την ικανοποίηση της εύρεσης της αλήθειας και ένα επιπλέον όφελος από την κατανόηση της ζωής και της εξέλιξης των αστεριών: «Το γεγονός ότι πλέον θα ξέρω ότι ο ΄Ηλιος μας δημιουργήθηκε πριν από πέντε δισεκατομμύρια χρόνια, πως πολύ γρήγορα πήρε τη σημερινή του μορφή και τις σημερινές του διαστάσεις , πως μετά από πέντε δισεκατομμύρια χρόνια θα γίνει ερυθρός γίγαντας που κι αν ακόμη δεν περιλάβει, σίγουρα θα πλησιάσει πολύ και θα κατακαύσει τη Γη μας, και πως μερικά εκατομμύρια χρόνια αργότερα θα γίνει λευκός νάνος και πολύ σύντομα σκοτεινός, με κάνουν να αισθάνομαι πως με τη βοήθεια της επιστήμης, κατάφερα κάπως να επεκτείνω τη χρονική διάρκεια και τους ορίζοντες της μικρής ζωής μου». Τα αστέρια σε θέματα συμπεριφοράς συγκρίνονται με τον άνθρωπο (σελ. 39) και μάλιστα η διαφορά τους από τους ανθρώπους είναι ότι περνούν το στάδιο της εφηβείας τους μετά από την ωριμότητά τους, λίγο πριν από το τέλος της ζωής τους. Αυτή η διαπίστωση μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση διότι και η Αστρολογία αντιμετωπίζει τους πλανήτες ως έμψυχες οντότητες , οι οποίες μάλιστα αντιπροσωπεύουν αρχέτυπες δυνάμεις και ιδέες , όπως ο Ήλιος που εκφράζει την ενέργειά μας.
Η δεύτερη ενότητα ασχολείται με κοσμολογικά προβλήματα. Η μεγαλύτερη επανάσταση στη κοσμολογία συνέβη γύρω στα 1930, όταν ο Χαμπλ απέδειξε, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι το σύμπαν διαστέλλεται. Το πραγματικό σύμπαν, όπως το αντιλαμβανόμαστε σήμερα, είναι δέκα φορές μεγαλύτερο (σε γραμμικές διαστάσεις) από το σύμπαν του Χαμπλ. Μαθαίνουμε ότι αυτό που διαστέλλεται είναι ο χώρος, δεν υπάρχει κέντρο και πέρας του σύμπαντος και οι ορίζοντες μας συνεχώς διευρύνονται. Μέσα σε τι διαστέλλεται το σύμπαν; Προφανώς μέσα σε τίποτα! (σελ. 75) . Το ορατό σύμπαν, αυτό δηλαδή που βλέπουμε με τα τηλεσκόπια που διαθέτουμε, αποτελείται από μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια γαλαξίες, λίγο – πολύ σαν το δικό μας Γαλαξία, ισοτροπικά και σχεδόν ομογενώς κατανεμημένους γύρω μας, σε βάθος μέχρι 10 δισεκατομμύρια έτη φωτός. Ανεξάρτητα όμως του αν το σύμπαν είναι πεπερασμένο ή άπειρο, για μας ουσιαστικά υπάρχει και θα υπάρχει πάντα μόνον ένα πεπερασμένο κομμάτι (σελ. 77). Αναπτύσσει τη θεωρία της μεγάλης έκρηξης παρακολουθώντας βήμα προς βήμα την εξέλιξη του σύμπαντος από την υπέρπυκνη εποχή της απόλυτης μοναξιάς στη βαθμιαία πτώση της θερμοκρασίας του, στη δημιουργία των στοιχειωδών σωματιδίων και των πυρήνων ηλίου και δευτερίου , μέχρι την απελευθέρωση του φωτός από την ύλη και το σχεδόν σύγχρονο πέρασμα από την φωτοκρατία στην υλοκρατία. Οι γαλαξίες δεν απομακρύνονται επειδή ασκούνται πάνω τους κοσμικές δυνάμεις, αλλά εξαιτίας της αρχικής ορμής που απέκτησαν κατά τη μεγάλη έκρηξη. Για το μέλλον του σύμπαντος εκφράζεται η άποψη ότι εξαρτάται αποκλειστικά από την πυκνότητά του. Οι παρατηρήσεις δεν είναι τόσο ακριβείς ώστε να καταλήξουν οι αστροφυσικοί στο συμπέρασμα ότι θα εξακολουθήσει να διαστέλλεται επ΄ άπειρον ή αν κάποτε θα αρχίσει να συστέλλεται και θα έχει πεπερασμένη συνολική ζωή. Στην συνέχεια γίνεται ανάλυση της θεωρίας του πληθωριστικού σύμπαντος , που συζητήθηκε ιδιαίτερα στη δεκαετία του ογδόντα. Τέλος εξετάζεται το ανθρωπικό αξίωμα , που προσπαθεί να εξηγήσει κύρια χαρακτηριστικά του σύμπαντος από μόνο το γεγονός ότι υπάρχει σ΄ αυτό ζωή αναπτυγμένης μορφής. Πιο συγκεκριμένα αναλύεται η σκέψη ότι η ανάπτυξη της ζωής (όπως τη βλέπουμε γύρω μας ) θα ήταν αρκετά αμφισβητήσιμη σ΄ ένα σύμπαν στο οποίο, αν και αυτό θα υπάκουε σ τους ίδιους φυσικούς νόμους (όπως τους καταλαβαίνουμε σήμερα) , θα είχαν λίγο διαφορετικές τιμές οι μικροσκοπικές και μακροσκοπικές σταθερές. Η βασική ιδέα – παραδοχή του ανθρωπικού αξιώματος είναι πως ο αντικειμενικός σκοπός ύπαρξης του σύμπαντος είναι να αποκτήσει την αυτογνωσία του (σελ. 117). Το σύμπαν θέλει να καταλάβει τον εαυτό του, να ανακαλύψει τη δομή του και τους φυσικούς νόμους που το κυβερνούν. Αυτό καταφέρνει δημιουργώντας κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη της ζωής. Η ανθρώπινη κλίμακα φαίνεται να είναι πολύ κοντά στον γεωμετρικό μέσο όρο της αστρονομικής και της πυρηνικής ή ατομικής κλίμακας, αναφορικά δηλαδή με το χρόνο, τη μάζα και το μήκος. Ανάλογες σκέψεις συναντούμε και στην «Κόμη της Βερενίκης». Πόσα σύμπαντα υπάρχουν; Είναι δυνατόν να υπάρχουν παράλληλα σύμπαντα; Δεν υπάρχει απάντηση, αλλά το μυαλό μου φτερούγισε στη Νάρνια. Το ανθρωπικό αξίωμα μας δίνει, εκτός από την ικανοποίηση μιας κάποιας κατανόησης των φυσικών σταθερών του σύμπαντος, και την αίσθηση πως κάτι αξίζουμε , κάποιο ρόλο παίζουμε μέσα στο αχανές σύμπαν. Ποιος ξέρει μπορεί να είμαστε και ο σκοπός της δημιουργίας!