Παρασκευή 9 Απριλίου 2021

Sebastian Barry: Μέρες δίχως Τέλος

 

Δύο σημαντικά γεγονότα του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα στην Αμερικανική ΄Ηπειρο, η συστηματική εξόντωση των Ινδιάνων και ο Εμφύλιος, ξετυλίγονται με λυρική γραφή μέσα στο βιβλίο του Σεμπάστιαν Μπαρρυ, Μέρες δίχως Τέλος.  Η ιστορία βρίσκεται στο βάθος της αφήγησης, δεν πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα, ενώ σε πρώτο πλάνο κινούνται οι ανθρώπινες σχέσεις και προσδοκίες, τα βιώματα και οι εντυπώσεις που χαράσσονται στις ζωές και τις ψυχές των ηρώων. 

Το διάστημα από 1815 έως 1850 χαρακτηρίζεται  από ένα συνεχές ρεύμα αποίκων, κυρίως Ευρωπαίων, Ιρλανδών κυνηγημένων από την πείνα και την Αγγλική κυβέρνηση του Κρόμγουελ,  προς την Αμερικανική ΄Ηπειρο.   Στη συνέχεια τα χρόνια 1861-1865 παρακολουθούμε άφωνοι τον αμερικανικό εμφύλιο. Οι πολιτείες του νότου αποσχίζονται με τελική επικράτηση του Βορρά

 

  1. Ο συγγραφέας αφηγείται με πρωτοπρόσωπη αφήγηση  την ιστορία του Τόμας μακ  Νάλτυ συνομιλώντας με τον αναγνώστη.  ΄Ένα ταξίδι που ξεκινάει στο Σλάιγκο της Ιρλανδίας μέχρι τη Βοστώνη και από εκεί στη δυτική Αμερική για  να επιστρέψει στο Νότο, στη συνέχεια στο Βορρά και μετά πάλι στο νότο με τελευταίο σταθμό το Βορρά.  ΄Ένα ταξίδι στην Αμερικάνικη Ιστορία  του 2ου μισού του 19ου αιώνα.
  2. Στη βιαιότητα και τη φρίκη του πολέμου αντιπαραβάλλει με απλότητα και αισιοδοξία την ομορφιά της ζωής και της φύσης.  Αυτό που με γοήτευσε στο βιβλίο είναι ο τρόπος που χρησιμοποιεί τη φύση για να εκφράσει περιστάσεις και συνθήκες.  Δεν αρκεί το ότι υπήρχε σιωπή  στο στράτευμα, υπήρχε σιωπή στα δέντρα, στον ουρανό, στο φεγγάρι, τόση ήταν η σιωπή κ.α. Χρησιμοποιεί τη φύση, τα δέντρα, τα βουνά, το φεγγάρι, τον ήλιο, τη βροχη για να δώσει ένταση και συναίσθημα στα γεγονότα.    Πόση ομορφιά μπορεί να χωρέσει στη φρίκη του πολέμου; Για τον Τόμας μακ Νάλτυ χωράει η ομορφιά της φιλίας, του έρωτα και της οικογένειας, η ομορφιά του δάσους και η σιωπή της νύχτας, ο Θεός πανταχού παρών αλλά και πανταχού απών, η προδοσία και η μεταμέλεια. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από λιτότητα, οικειότητα.  Δεν θα μακρηγορήσω λέει. Το χιούμορ σε συνδυασμό με τις μεταφορές και τις προσωποποιήσεις κάνουν την ανάγνωση ευχάριστη, λες και ο ήρωας αντιμετωπίζει τα πάντα με αφέλεια, αν είναι σαφής και γνώριμη η σοβαρότητα των καταστάσεων .  Αφοπλιστική ειλικρίνεια και ελαφρότητα.  Αστειεύεται με τα σοβαρά θέματα διότι δεν αντέχει να τα εκθέσει σε όλη τους τη σοβαρότητα.. Δε γίνεται δραματικός και δεν δημιουργεί συναισθηματική φόρτιση, επομένως δεν υπάρχει ταύτιση με ήρωες
  3. Εξομολογείται στον αναγνώστη τα μυστικά της ψυχής του.   Ανακαλύπτει τον εαυτό του και τον αποκαλύπτει σταδιακά., αισθάνεται γυναίκα εγκλωβισμένη σε αντρικό σώμα, το αποδέχεται με απλότητα και έτσι το αποδέχονται και οι άλλοι. Ενώ ο Τόμας μακ Νάλτυ επιχειρεί την αυτή την αυτοβιογραφική του απόπειρα, όπως την ονομάζει στη σελίδα 16 ξεχειλίζει από χιούμορ, κάποιες φορές και ειρωνεία. Δεν διστάζει να εκθέσει από την πρώτη στιγμή τον εαυτό του σαν Ιρλανδό σελ. 36.   Οι προτάσεις είναι κοφτές, γεμάτες ένταση και συναίσθημα. Ο συγγραφέας με  απλότητα στη γλωσσική του έκφραση και καθαρή σκέψη  παρατηρεί, φιλοσοφεί, αισθάνεται, μοιράζεται. 
  4.  Η αφήγηση εκτυλίσσεται σε μια περίοδο της ιστορίας που η ανθρώπινη ζωή δεν είχε καμιά αξία, εικόνες γουέστερν ξεπηδούν στο μυαλό του αναγνώστη. Ο Λίνκολν αναφέρεται σαν ένας δικός του άνθρωπος, που νοιάζεται ή δεν νοιάζεται για τον ίδιον  ανάλογα με την περίπτωση.      Ιρλανδοί και άλλοι μετανάστες πολεμούν για τους άποικους σε βάρος των Ινδιάνων
  5. Πρωταγωνιστές της ιστορίας οι απλοί στρατιώτες που πολέμησαν για ένα σκοπό που δεν ήταν δικός τους, αλλά το έκαναν από καθήκον και υπακοή. Ειδικά το ζευγάρι των πρωταγωνιστών είναι ο ένας Ιρλανδός και ο άλλος με ινδιάνικο αίμα, στην ουσία οι περιθωριακοί αυτής της χώρας..  Η εμπειρία μεταφέρεται με τρόπο που ενσωματώνεται από τον αναγνώστη, ο οποίος καθηλωμένος βλέπει τους μαύρους κρεμασμένους μετά το τέλος του εμφύλιου, ακούει τους καβαλάρηδες να φτάνουν πριν τους δει.  Ο ήρωας αναρωτιέται για την ευθύνη του στρατιώτη μπροστά στην εκδίκηση , για  το δικαίωμα στον πόλεμο , για το συναίσθημα της άγριας χαράς  όταν σκοτώνεις.   Αναρωτιέται αν οι στρατιώτες είναι  στρατός εγκληματίες (σελ. 176).  Παρακολουθούμε τις εκτελέσεις των μαύρων  από τους Νότιους με φρίκη όπως διαβάσαμε την εκτέλεση των Εβραίων στο  Μπάμπι Γιαρ
  6. Ο Θεός κυριαρχεί στο βιβλίο, τον επικαλείται ο Τόμας άλλοτε θυμώνει μαζί του άλλοτε αναδεικνύει το μεγαλείο του.
  7. Σκοτώνει τον αγαπημένο του φίλο χωρίς να διστάσει για να προστατέψει το ιδανικό της ζωής που έχει πλάσει, μια ζωή με τον Τζών Κόουλ και την Γουινόνα.  Τι καθορίζει τις σχέσεις των ανθρώπων;  Η  φιλία, η οικογένεια, ο στρατός, η πατρίδα, ή οι περιστάσεις και οι συνθήκες που δημιουργούνται;
  8.  Η Γουινόνα είναι ένα κορίτσι που προσαρμόζεται σε όλες τις καταστάσεις αποδεχόμενη την εξέλιξη της ζωής, με σοφία και προθυμία.  Εκτιμά την καλοσύνη και την ανταποδίδει.  Η Γουινόνα που συνδέει τους δύο κόσμους. Η βασίλισσα αυτής της χώρας 
  9. Είναι ένα βιβλίο που δεν προϋποθέτει γνώση της ιστορίας ούτε και είναι απαραίτητη για να  απολαύσει ο αναγνώστης την αφήγηση.  Μπορεί όμως να τον οδηγήσει στα ιστορικά μονοπάτια που περιγράφονται επιτρέποντας του να τα ξεπεράσει . 
  10. Συμπάθησα τον Τομ μακ Νάλτυ, ήρθε παιδί στην Αμερική για καλύτερη ζωή εχοντας χάσει τα πάντα και στην Αμερική βρίσκει τον έρωτα της ζωής του, αλλά και  μια ζωή σκληρότερη από ό,τι φανταζόταν. Κι όμως διατηρεί υψηλό ηθικό και σθένος και ελπίζει ότι οι δύσκολες μέρες θα τελειώσουν και θα έρθουν καλύτερες. ΄Εχει χιούμορ, περιέργεια, αγαπάει, λυπάται, σέβεται, προδίνει, ένα αγόρι σε δύσκολους καιρούς που κατάφερε να δημιουργήσει αυτό που έχασε μικρός, οικογένεια. Ο συγγραφέας τον αποκαθηλώνει και τον εξυψώνει, μας παρουσιάζει έναν άνθρωπο που έζησε σε εποχές που η ζωή δεν είχε αξία κι αυτός μέσα στη δική του προσωπική  μικρή ιστορία της έδωσε. Κι αυτό είναι το ζητούμενο, να δίνουμε αξία στις μέρες μας. 
  11. Η Αμερική του 2ου μισού του 19ου αιώνα διαγράφεται από το Χόλυγουντ σε πολλές ταινίες, μερικές από τις οποίες  είναι  κλασικές στην ιστορία του κινηματογράφου. Κάποιες από αυτές είναι «Η Αιχμάλωτη της Ερήμου» (The Searchers) , Τα Νέα του Κόσμου, Λίνκολν,  Cold Mountain, ακόμη και η πολυσυζητημένη πρόσφατα «΄Οσα παίρνει ο ΄Ανεμος», αλλά και «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος».

Πρόκειται για ένα βιβλίο μεστό περιεκτικό, μέσα σε 300 σελίδες διατρέχει με ροή και άνεση την ιστορία της Αμερικής  του 2ου  μισού του 19ου αιώνα.  Ο Τόμας μακ Νάλτυ ή ο Σεβάστιαν Μπάρρυ είναι ένας μεγάλος αφηγητής. 

(   Sebastian Barry: Μέρες δίχως Τέλος, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ 2018, μτφρ. Μαρία Αγγελίδου)






Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

ΠΑΛΟΜΑΡ ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ

 

΄Ενας διανοούμενος «κατ΄ εξοχήν», ένας ηδονιστής της σκέψης, είρωνας, λεπτολόγος, νευρωτικός:  αυτός είναι ο Πάλομαρ.

Η ομοιότητα του ονόματός του με του μεγάλου αστεροσκοπείου Παλομάρ δεν είναι καθόλου τυχαία.  Το ερευνητικό, όλο περιέργεια βλέμμα του, ίδιο με το τεράστιο τηλεσκόπιο, ανιχνεύει ακατάπαυστα τον Κόσμο, προσπαθώντας να ανακαλύψει το κρυμμένο του είναι.  Ο Πάλομαρ είναι ολόκληρος ένα βλέμμα που ανακαλύπτει και αποκαλύπτει τη Φύση, την Πόλη και ….. τη Σιωπή.  Βυθίζεται στο αχανές διάστημα, προσπαθώντας να πετύχει ένα βουβό διάλογο με τα μακρινά άστρα, ύστερα αφήνοντας τον Βοώτη, τον Βέγα, τον Αλτάιρ, τον Ντενέμπ, προσγειώνεται στη γη, καρφώνεται πάνω στην παράταιρη παντόφλα που μπορεί να μην είναι κομιστής αταξίας αλλά τάξης και διερευνά με την ίδια παθιασμένη εμβρίθεια τη δική της συμβολή μέσα στην τάξη ή την αταξία του κόσμου.

Το ακούραστο, αδηφάγο βλέμμα του Πάλομαρ παρατηρεί αέναα: το γυμνό στήθος μιας κολυμβήτριας και τους έρωτες μιας χελώνας, το κρυμμένο νόημα των γιαπωνέζικων βραχόκηπων και τα βαθιά μυστικά των προκλητικών τυριών στις προθήκες κάποιου τυροπωλείου, την αρχαία εικονογραφική γραφή στα ερείπια  της Τούλα στο Μεξικό,  και τα ιερογλυφικά της κοιλιάς του σαμιαμιδιού….

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία κεφάλαια, ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΤΟΥ ΠΑΛΟΜΑΡ,  Ο ΠΑΛΟΜΑΡ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ και ΟΙ ΣΙΩΠΕΣ  ΤΟΥ ΠΑΛΟΜΑΡ.

Κάθε κεφάλαιο χωρίζεται σε τρία υποκεφάλαια. 

Οι Διακοπές του Πάλομαρ χωρίζονται στα κεφάλαια Ο Πάλομαρ στην ακτή, Ο Πάλομαρ στον κήπο και ο Πάλομαρ κοιτάζει τον ουρανό.

Ο Πάλομαρ στην πόλη χωρίζεται στα κεφάλαια: Ο Πάλομαρ στη βεράντα, Ο Πάλομαρ πηγαίνει για ψώνια και ο Πάλομαρ στο ζωολογικό κήπο.

Οι Σιωπές του Πάλομαρ χωρίζεται επίσης σε τρία κεφάλαια: Τα ταξίδια του Πάλομαρ, Ο Πάλομαρ και η κοινωνία και Οι διαλογισμοί του Πάλομαρ.

Κάθε υποκεφάλαιο χωρίζεται τέλος σε τρία ακόμη τμήματα – κείμενα.

 

Οι αριθμοί 1,2,3 που σημειώνονται στους τίτλους των περιεχομένων, είτε βρίσκονται στην πρώτη είτε στη δεύτερη είτε στην τρίτη θέση, δεν έχουν μονάχα την πρόθεση αριθμητικής ταξινόμησης του υλικού αλλά αντιστοιχούν επίσης σε τρεις θεματικούς άξονες, σε τρεις τύπους εμπειρίας και αναζήτησης που βρίσκονται – με διαφορετική κάθε φορά αναλογία- σε κάθε τμήμα αυτού του βιβλίου.

Τα 1 αντιστοιχούν σε γενικές γραμμές . σε μια οπτική εμπειρία, που σχετίζεται σχεδόν πάντα με διάφορες μορφές της φύσης , το κείμενο τείνει να πάρει τη μορφή της περιγραφής.

Στο 2 παρουσιάζονται ανθρωπολογικά – και, έμμεσα, πολιτισμικά – στοιχεία, και η εμπειρία συγκροτείται – εκτός από τα διάφορα οπτικά θέματα – και από τη γλώσσα, τις έννοιες, τα σύμβολα.  Το κείμενο τείνει να αναπτυχθεί και να προσεγγίσει το διήγημα.

Τα 3 λαμβάνουν υπόψη τους εμπειρίες περισσότερο θεωρητικού τύπου, που αφορούν στο σύμπαν, στο χρόνο, το άπειρο, τις σχέσεις ανάμεσα στο εγώ και στον κόσμο, τις διάφορες διαστάσεις του ανθρώπινου νου.  Από τον κόσμο της περιγραφής και της αφήγησης, περνάμε στο χώρο του διαλογισμού.

 

Ο Πάλομαρ --- ο Καλβίνο --- κοιτάζει, διαλογίζεται προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσει το παμπάλαιο και πάντα ανεξιχνίαστο αλφάβητο της ζωής.

Κάποια από τα ερωτήματά του, όπως τα παραθέτει μέσα στο πρωτότυπο και εξερευνητικό αυτό βιβλίο του:

Γιατί το ταμπού της γύμνιας επιβεβαιώνεται καθαρά ακόμα μια φορά. Γιατί οι συμβατικότητες που γίνονται σεβαστές κατά το ήμισυ αναπαράγουν αβεβαιότητα και ασυνέπεια στην ανθρώπινη συμπεριφορά αντί ελευθερία και ειλικρίνεια;

 

Ποια είναι η φύση; Κι όμως τίποτε από όσα βλέπει, δεν υπάρχει στη φύση: ο ήλιος δε δύει, η θάλασσα δεν έχει αυτό το χρώμα, τα σχήματα είναι αυτά που το φως προβάλλει στον αμφιβληστροειδή…. Μέσα του υπάρχει η αίσθηση ότι είσαι εδώ αλλά θα μπορούσες και να μην είσαι, σ΄ έναν κόσμο που θα μπορούσε να μην υπάρχει αλλά υπάρχει.

 

 … Η ζωή του του φαντάζει σαν μια ακολουθία χαμένων ευκαιριών… Αν οι κότσυφες μιλάνε με τη σιωπή τους; … Μήπως οι ανθρώπινοι διάλογοι είναι διαφορετικοί;

 

Το λιβάδι είναι ένα σύνολο χόρτων – κάπως έτσι πρέπει να τεθεί το πρόβλημα – που περιλαμβάνει ένα υποσύνολο καλλιεργήσιμων φυτών και ένα υποσύνολο αυθόρμητων φυτών, των λεγόμενων αγριόχορτων.  Μια τομή των δύο υποσυνόλων αποτελείται από τα χόρτα που φύτρωσαν αυθόρμητα αλλά ανήκουν στα καλλιεργήσιμα είδη και επομένως δεν μπορούν να ταξινομηθούν ξεχωριστά από αυτά. … Ο Πάλομαρ έχει αφαιρεθεί, δεν ξεριζώνει πια τα αγριόχορτα, δε σκέπτεται άλλο το λιβάδι, τώρα σκέφτεται το σύμπαν.

 

Το φεγγάρι είναι το πιο άστατο από τα σώματα του ορατού σύμπαντος  αλλά και το πιο τακτικό όσο αφορά στις πολύπλοκες συνήθειες του: δε λείπει ποτέ από κανένα ραντεβού του.

Αν ανάγκαζε τον εαυτό του να παρατηρεί τους αστερισμούς τη μια νύχτα μετά την άλλη, χρόνο με το χρόνο, να παρακολουθεί την εμφάνιση και την επανεμφάνισή τους με τις κυκλικές τροχιές τους στον ουράνιο θόλο, ίσως στο τέλος να αποκτούσε κι αυτός την έννοια ενός χρόνου συνεχούς και αμετάβλητου, διαφορετικού από τον εφήμερο και αποσπασματικό χρόνο των γήινων συμβάντων

 

Μονάχα αφού γνωρίσει κανείς  την επιφάνεια των πραγμάτων μπορεί να ψάξει να βρει τι υπάρχει αποκάτω.  Η επιφάνεια των πραγμάτων είναι όμως ανεξάντλητη.

Η τηλεόραση κινείται στις ηπείρους φωτίζοντας τις λεπτομέρειες που περιγράφουν την ορατή πλευρά των πραγμάτων, αντίθετα το σαμιαμίδι εκφράζει την ακίνητη συσσώρευση και την κρυφή πλευρά των πραγμάτων, ό,τι δε φαίνεται με την πρώτη ματιά. … Αν η κάθε ύλη ήταν διαφανή, το έδαφος που μας στηρίζει , τα περίβλημα που τυλίγει τα σώματα μας, όλα θα θύμιζαν όχι ένα φτερούγισμα αιθέριων πέπλων, αλλά μια κόλαση αποσυνθέσων και καταβροχθισμών. 

Δεν έχουμε να διδάξουμε σε κανέναν τίποτε: σε ό,τι μοιάζει περισσότερο με τη δική μας εμπειρία, δεν μπορούμε να ασκήσουμε καμιά επιρροή.  Σε ό,τι φέρει τη δική μας σφραγίδα, δεν ξέρουμε να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας.

 

Για τον Πάλομαρ το να είσαι νεκρός σημαίνει ότι συνηθίζεις στην απογοήτευση να ξαναβρίσκεις τον εαυτό σου σε μια οριστική κατάσταση που δεν έχει πια ελπίδες να αλλάξει… η ζωή ενός ατόμου συγκροτείται από ένα σύνολο γεγονότων που εισβάλλουν σε μια ζωή σύμφωνα με μια σειρά που δεν είναι χρονολογική αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις μια  εσωτερικής αρχιτεκτονικής.  Κάποιος γα παράδειγμα διαβάζει σε ώριμη ηλικία ένα σημαντικό γι΄ αυτόν βιβλίο που τον κάνει να αναφωνήσει: Πώς μπορούσα και ζούσα χωρίς να το έχω διαβάσει;, όπως επίσης Τι κρίμα που δεν το διάβασα νέος!! Αυτές οι δηλώσεις όμως δεν έχουν νόημα, ιδιαίτερα η δεύτερη, αφού από τη στιγμή που το ίδιο αυτό άτομο διάβασε εκείνο το βιβλίο, η ζωή του γίνεται η ζωή κάποιου που διάβασε εκείνο το βιβλίο, και δεν έχει καμιά σημασία αν το διάβασε νωρίς ή αργά, γιατί και η ζωή που προηγείται της ανάγνωσης τώρα αποκτά μια μορφή που σφραγίζεται από αυτή την ανάγνωση (σελ. 139 Πώς μαθαίνει κανείς να είναι νεκρός)

 

Βλέπει το ανθρώπινο είδος στη εποχή των μεγάλων αριθμών, ένα ισοπεδωμένο πλήθος που αποτελείται από διαφορετικές μονάδες, όπως τούτη η θάλασσα της άμμου που πλημμυρίζει την επιφάνεια της γης… Βλέπει επίσης τον κόσμο να συνεχίζει παρόλ΄ αυτά να δείχνει την αδιάφορη φύση του και να γυρίζει τη βράχινη πλάτη του στο πεπρωμένο της ανθρωπότητας, και τη σκληρή ουσία του να παραμένει ανεπίδεκτη σε κάθε ανθρώπινη αφομοίωση… Βλέπει τις μορφές με τις οποίες η ανθρώπινη άμμος τείνει να ακολουθήσει κάποιους  άξονες κίνησης, σχέδια που συνδυάζουν την κανονικότητα με τη ρευστότητα, όπως τα ευθύγραμμα ή κυκλικά ίχνη που αφήνει πίσω της μια τσουγκράνα…. Και ανάμεσα στην ανθρωπότητα –άμμο και τον κόσμο – βράχο διαισθάνεται κανείς την ύπαρξη μιας αρμονίας, μιας πιθανής αρμονίας που λες και γεννιέται από δύο ανομοιογενείς αρμονίες : εκείνη του μη-ανθρώπινου σε μια ισορροπία δυνάμεων που μοιάζουν να μην ακολουθούν κανένα συγκεκριμένο σχέδιο, κι εκείνη των ανθρώπινων δομών που τείνει προς μια ορθολογικότητα γεωμετρικής ή μουσικής  σύνθεσης, που δεν είναι ποτέ οριστική (σελ. 108. Η αλέα της άμμου)

 

 ΕΚΔ. ΑΣΤΑΡΤΗ  1985 ΜΤΦΡ. ΑΝΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ

 

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

ΕΛΕΝΗ Ή Ο ΚΑΝΕΝΑΣ: ΕΝΑ ΑΙΝΙΓΜΑ

 

Το μυθιστόρημα Ελένη ή ο Κανένας στηρίζεται σε μια πραγματική ιστορία.  Το νήμα έδωσε η ζωή της Σπετσιώτισσας και πρώτης σπουδασμένης Ελληνίδας ζωγράφου Ελένης Αλταμούρα Μπούκουρα, που μεγάλωσε στην μετεπαναστατική Ελλάδα του 19ου αιώνα, κόρη καπετάνιου που υπήρξε ο πρώτος θεατρώνης της Αθήνας.  Ζωή δραματική, άγνωστη εν πολλοίς, έλκει πρόσφατα το ενδιαφέρον κομίζοντας νέα στοιχεία στα ήδη δεδομένα, ότι δηλαδή εκείνη η Ελένη ντύθηκε στην Ιταλία σαν άντρας προκειμένου να σπουδάσει, ότι ο έρωτας και ο γάμος της με τον ζωγράφο και επαναστάτη Σαβέριο Αλταμούρα γρήγορα διαλύθηκε, ότι επέστρεψε στην Αθήνα και εργάστηκε,  ότι πέθαναν τα δυο παιδιά που ανέθρεψε πάνω στη νιότη τους – μια κόρη κι ο περίφημος ζωγράφος Ιωάννης Αλταμούρας – ότι κατόπιν έζησε έγκλειστη στις Σπέτσες έναν μακρόχρονο, μονήρη σχεδόν μυστηριώδη βίο.

Στο μυθιστόρημα συναιρούνται και διαλέγονται αδιάκοπα τα φώτα της γνώσης και η μαγεία, η λογική και η τρέλα, η αθωότητα και η ενοχή, ο χωρισμός και η συμφιλίωση, ο ανοικτός ορίζοντας και ο εγκλεισμός, η καλλιτεχνική δημιουργία και η καταστροφή της, η ταυτότητα και η ματαιότητα της αναζήτησής της, η διαμόρφωση και η ασάφεια του εθνικού, η ύπαρξη και η κατάργηση τοη του χρόνου, οι ζωντανοί και οι νεκροί.

Αυτό είναι κομμάτι του οπισθόφυλλου του βιβλίου της Ρέας Γαλανάκη .

 

Το βιβλίο της Ρέας Γαλανάκη είναι η βιογραφία της Ελένης Αλταμούρα , αλλά όχι μόνο, είναι η γυναίκα που θέλει να επαναστατήσει ενάντια στη προδιαγεγραμμένη μοίρα της και αποφασίζει να εναντιωθεί στην κοινωνία και την ηθική της  και ξεκινάει μια αναμέτρηση με την εποχή της. Προδίδεται από τον αγαπημένο της, προδίδεται από τη ζωή και σβήνει μόνη με παρέα τα φαντάσματα της στο σπίτι της στις Σπέτσες.  Ο τρόπος που αναδεικνύεται η ζωή της ξεχωριστής αυτής Ελληνίδας είναι μαγευτικός, άλλοτε στομφώδης, άλλοτε λιτός, άλλοτε περιγραφικός, άλλοτε λυρικός.   Το ιδιαίτερο αυτό βιβλίο είναι μια αναγνωστική απόλαυση.

 Η Ελένη, πρωτοκόρη κι αγαπημένη του πατέρα της,  κατάγεται από  ένα νησί όπου όλοι οι άντρες ασχολούνταν με τη ναυτική.  

Από τις πρώτες σελίδες  η Γαλανάκη μας εισάγει στο γλαφυρό της ύφος, καθώς εμπλουτίζει την αφήγησή της με πλούσια επίθετα, μεταφορές και εικόνες, όπως το βαθυκύανο πένθος. Μας προετοιμάζει για τους κυματισμούς της ζωής της «Δροσιά και Πένθος αφορούσαν την ίδια γυναίκα». Μας  συστήνει τον  Χάροντα της θάλασσας : « ο καπετάν Γιάννης τον είχε ξαναδεί κι άλλες φορές παλιότερα να ορμά καβάλα σε μαύρα κύματα πανύψηλα, με το ουρλιαχτό του λύκου και με τον κεραυνό μιας τρίαινας σ το ένα του χέρι». Αργότερα μοιράζεται με τον αναγνώστη την εικόνα του θεάτρου, όπως το είδε ο Γιάννης Μπούκουρας, σαν ένα τεράστιο καράβι να αρμενίζει με τα πανιά ορθάνοιχτα πανω σε χλοϊσμένη θάλασσα.

Η Γαλανάκη χρησιμοποιεί κάπου κάπου  ύφος προφητικό κάνοντας την αφήγησή της ποιητική:  κάθε φορά που η μελαγχολία θα παράσερνε τη ζωγράφο… , χρόνια αργότερα η Ελένη δεν θα θυμόταν…, κάθε φορά που θα υπέγραφε…., δεν θα περνούσαν πολλά χρόνια…, ότι κάποτε θα πλήρωνε την έξοδο της από τον κανόνα…

Παρατηρούμε ότι η Γαλανάκη ταξιδεύει στο χρόνο μέσα σ την αφήγησή της ολοκληρώνοντας εικόνες και γεγονότα της ζωής της οικογένειας, όπως όταν αντιπαραβάλλει στην αγορά του θεάτρου (σελ. 56) τα συναισθήματα της όταν κατεδαφίστηκε: λυγμός, ένα σπουργίτι, η ψυχή του φτερουγίζοντας να φύγει…

Το πρώτο και το τρίτο κεφάλαιο είναι σε τρίτο πρόσωπο περιγράφοντας τη νεανική ηλικία και το θάνατο της Ελένης Αλταμούρα. Η  ζωγραφική διαγράφεται ως η μεγάλη της αγάπη με μεγάλες αντιδράσεις από το σχολείο της.  Τότε εμφανίζεται στη ζωή της οικογένειας ο Ραφαέλο Τσεκόλι, ο οποίος κυνηγημένος από το Βασίλειο των δύο Σικελιών έρχεται στην Αθήνα μαζί με την κόρη του. Ο πατέρας της Ελένης, νιώθοντας ότι η αγάπη της για τη ζωγραφική μοιάζει με το δικό του πάθος για τα θαλασσινά ταξίδια, αποφασίζει να ενθαρρύνει την Ελένη να αρχίζει μαθήματα ζωγραφικής με τον ναπολιτάνο δάσκαλο. 

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η Ελένη  περιγράφει σαν σε ημερολόγιο  την αναχώρησή της από το λιμάνι του Περαιά μαζί με τον πατέρα της για την γειτονική Ιταλία, την γνωριμία της με τον Σαβέριο, το γάμο της στη Φλωρεντία, την εγκατάλειψη της από αυτόν, την επιστροφή της στην Αθήνα και στη συνέχεια στις Σπέτσες μέχρι την συνάντησή της με την Καλλιόπη Παρρέν.

Οι εσωτερικοί μονόλογοι της γερασμένης Ελένης που περιέχονται στο βιβλίο με γράμματα σε κλίση είναι από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια  του βιβλίου, διότι αποτελούν το κομμάτι της μυθοπλασίας που κάνει το βιβλίο αυτό να διαφέρει από μια απλή βιογραφία. Εδώ  η Ελένη κοιτάζοντας το παρελθόν, πιθανώς άρρωστη, πιθανώς με  κάποια απώλεια του νου, εξιστορεί τη ζωή της από απόσταση με την εκ των υστέρων γνώση, εκμυστηρεύεται τα πιο βαθιά και καλά κρυμμένα συναισθήματα και εντυπώσεις, ο χρόνος έχει χάσει τη σημασία του και όλα γίνονται ταυτόχρονα. Μιλάει με τους γιους  της, μιλάει με τον εαυτό της, με την κόρη της Σοφία, μιλάει με τον Σαβέριο σε μια ατελείωτη επισκόπηση της  ζωής της,  καθώς κάθε μέρα ξημερώνει ένα άλλο χθες (σελ. 103) .  Χρησιμοποιεί προσωποποιήσεις όπως για τον Σαβέριο : «΄Ανεμος ήσουν  τυλιγόσουν και  ξετυλιγόσουνα γοργά γύρω από το κάθε τι στο διάβα σου.  Κλωστή γύρω από την ανέμη του παραμυθιού σου… ΄Ανεμε, σε ρωτώ πού με οδήγησες; Πού διασκόρπισες τη στάχτη της γυναίκας που υπήρξα;» για τον Ιωάννη «Παράξενο θαλασσινό πουλί, πώς λοιπόν μου είχες λαβωθεί και αρρώστησες;…

Το συναίσθημα της αγάπης την διακατέχει και την συγκλονίζει μέχρι το τέλος.  Αναλογίζεται αν συνάντησε  την ύβρη, όχι επειδή φόρεσε αντρίκεια ρούχα, μα επειδή φιλοδοξώντας τα προνόμια του Κανένα, τα έχασε αγαπώντας με τον τρόπο μιας οποιασδήποτε Ελένης.  Κι όταν χάνεται ο Ιωάννης, η Ελένη ξεκινά για τη μετά τη ζωή ζωή των γυναικών (σελ. 173). «Χρέος μου ήταν να ανάψω αυτή τη φωτιά.  ΄Επρεπε να έχεις φάρο την πυρά των έργων μου, για να αποφύγεις τους κινδύνους στο ταξίδι σου. Μα πιο πολύ, για να θυμάσαι πού ήταν το φως και να μπορείς να επιστρέφεις στο σπίτι του  Γιάννη και της Μαρίας Χρυσίνη Μπούκουρα, εσύ ο Ιωάννης Μαρία Χρυσίνης Αλταμούρας». 

Η ζωή της υπήρξε ένα αίνιγμα, όπως την περιγράφει σε άρθρο της η Καλλιόπη Παρρέν, μάρτυρας της τέχνης, ονειροπόλος, πνευματίστρια, έξοχη της νέας Ελλάδας καλλιτέχνης, λάτρης του ιδεώδους, νεκρή ανάμεσα στους ζωντανούς, ζωντανή ανάμεσα στους πεθαμένους, αυτή που προκαλεί τον οίκτο ή τα μειδιάματα των πρακτικών και των πεζών, η λησμονημένη, η παραγνωρισμένη, το ηφαίστειο που άναψε και θάφτηκε κάτω από τις δικές του φλόγες, η ζωή που πέρασε μέσα από τις αστραπές μιας ασταμάτητης καταιγίδας.  Κυρίως όμως ένα αίνιγμα.