Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Για τη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας

Σε μια εποχή που το βιβλίο παραχωρεί σταδιακά τη θέση του , ή έστω δείχνει να κινδυνεύει από τα ηλεκτρονικά μέσα πληροφόρησης και γνώσης , η επαφή με την ιστορία του βιβλίου, αλλά και των μεγάλων βιβλιοθηκών που το φιλοξένησαν και το προστάτεψαν , όσο μπόρεσαν να το προστατέψουν, με την πάροδο των αιώνων είναι ευεργετική για την ιστορική συνείδησή μας, παρακαταθήκη παράλληλα για τις γενιές που ακολουθούν. Ο Λουτσιάνο Κάνφορα είναι μια εξέχουσα προσωπικότητα των ιταλικών γραμμάτων . Με το βιβλίο του «Η χαμένη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας» αποτίει φόρο τιμής στην πιο σημαντική βιβλιοθήκη της αρχαιότητας και «μας κάνει να ονειρευόμαστε», σύμφωνα με το οπισθόφυλλο. Αν και η πρώτη προσέγγισή του βιβλίου μου έδωσε την αίσθηση ότι ήταν απόμακρο, δυσνόητο και υπεροπτικό, στη δεύτερη ανάγνωση βυθίστηκα με ευχαρίστηση και ενδιαφέρον στις σελίδες του διαπιστώνοντας ότι επρόκειτο για ένα αποκαλυπτικό ταξίδι.
Ο πρόλογος του Μιχαήλ Στασινόπουλου μας εισάγει στο θέμα με απλότητα και σαφήνεια : « Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας φαίνεται ότι ιδρύθηκε την εποχή του Πτολεμαίου Ι΄ που βασίλεψε στα χρόνια 306-283 π.Χ. … Η βιβλιοθήκη αναφέρεται ότι περιείχε 700.000 τόμους (παπύρους) στην εποχή της ακμής της. ΄Υστερα ο αριθμός αυτός άρχισε να λιγοστεύει. Εκεί ήταν συγκεντρωμένα τα έργα των σοφών της Ελλάδος, της Ρώμης , της Ανατολής. Αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του Μουσείου , το οποίο επίσης αποτελούσε τμήμα του βασιλικού παλατιού. Οι πρώτοι Πτολεμαίοι … αγόραζαν, όπου έβρισκαν , πρωτότυπα χειρόγραφα ποιητών και συγγραφέων …. Οι φιλολογικές εργασίες που γίνονταν στη βιβλιοθήκη αποτελούν μια δόξα στο βασίλειο του πρώτου Πτολεμαίου».
Το βιβλίο αυτό έχει την πρωτοτυπία ότι μπορεί να διαβαστεί είτε σαν ιστορική μελέτη είτε σαν μυθιστόρημα, όπως άλλωστε αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη η ιστορία ενός διάσημου και συναρπαστικού προσώπου, η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.
Ο Λουτσιάνο Κάνφορα επισημαίνει και την άνθιση και άλλων βιβλιοθηκών κατά την ελληνιστική περίοδο: «Από τότε που ανέβηκε στο θρόνο της Περγάμου ο Ευμένης άρχισε στην Πέργαμο το κυνήγι των βιβλίων, με μεθόδους παρόμοιες με εκείνες που εφάρμοζαν εδώ και έναν αιώνα οι Πτολεμαίοι. » .
Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στη μυστηριώδη καταστροφή της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας , για την οποία άλλωστε έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις .
Ο Καίσαρας, στη διήγηση που έγραψε ο ίδιος σχετικά με τις Φάσεις του πολέμου της Αλεξάνδρειας, παρότι μνημονεύει τον εμπρησμό των πλοίων , δεν κάνει καμιά νύξη για την καταστροφή σιτηρών και βιβλίων στις αποθήκες του λιμανιού. «Επειδή αποκλείεται οι αποθήκες του Μουσείου να ήταν έξω από τα ανάκτορα και μάλιστα στο λιμάνι πλάι στις αποθήκες των σιτηρών, είναι σχεδόν περιττό να παρατηρήσουμε ότι οι παπύρινοι κύλινδροι που κάηκαν δεν είχαν καμιά σχέση με τη βασιλική βιβλιοθήκη, η οποία έμεινε άθικτη κατά την διάρκεια της πολεμικής αναμέτρησης. Σύμφωνα με τον Λουτσιάνο Κάνφορα δεν υπήρξε «λεηλασία» της Αλεξάνδρειας.
Ο Στράβων μάλιστα επισκέφθηκε το Μουσείο , δούλεψε εκεί και το περίγραψε μόλις είκοσι χρόνια μετά την εκστρατεία του Καίσαρα στην Αίγυπτο.
Γύρω στα 300 μ.Χ. η βασίλισσα Ζηνοβία, Αράβισσα από την Παλμύρα, που διατεινόταν ότι κατάγεται από την Κλεοπάτρα, είχε καταλάβει την Αλεξάνδρεια , για να τη χάσει αργότερα. Η συνοικία του Βρουχείου ήταν εκείνη που είχε υποστεί τις πιο σοβαρές ζημιές.
΄Οσο για την καταστροφή του Σεραπείου από τον πατριάρχη Θεόφιλο το 391 μ.Χ. , αφορά τη «θυγατρική βιβλιοθήκη» και όχι το κύριο μέρος της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Τότε το Μουσείο θα πρέπει να υπέστη τεράστιες ζημιές. Η τελευταία γνωστή προσωπικότητα του Μουσείου υπήρξε ο Θέων, πατέρας της Υπατίας, της μελετήτριας των κωνικών τομών και της μουσικής, την οποία κατέσφαξαν το 415 οι χριστιανοί πεπεισμένοι , μέσα στην αμάθειά τους, ότι ήταν αιρετική.
΄Όταν την 22α Δεκεμβρίου 640 μ.Χ. οι ΄Αραβες κατέλαβαν την Αλεξάνδρεια με αρχηγό τον Αμρ-ιμπν-αλ-Ας , ο γέροντας Ιωάννης ο Φιλόπονος ζήτησε από αυτόν να μείνουν στη πόλη τα βιβλία του βασιλικού θησαυρού. Ο Αμρ τότε ζήτησε την άποψη του χαλίφη Ομάρ . Ο χαλίφης απάντησε: «αν το περιεχόμενο των βιβλίων που μου ανέφερες συμφωνεί με το βιβλίο του Αλλάχ δεν μας χρειάζονται. Αν αντίθετα περιέχουν κάτι ασύμφωνο με το βιβλίο του Αλλάχ, δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να τα κρατήσουμε. Προχώρα στην καταστροφή τους» . Ο Αμρ, πιστός στην απάντηση του χαλίφη, άρχισε το έργο της καταστροφής. Λένε ότι χρειάσθηκαν έξι μήνες για να καεί όλο το υλικό στα δημόσια λουτρά της Αλεξάνδρειας.
Ο Γίββων απέδιδε την καταστροφή της Αλεξάνδρειας στις ζημιές που της είχε προκαλέσει ο Καίσαρας κατά τον πόλεμο της Αλεξάνδρειας και κυρίως ο τρομερός επίσκοπος Θεόφιλος «αιώνιος εχθρός της ειρήνης και της αρετής, άνθρωπος ιταμός και κακός, που βρώμιζε τα χέρια του άλλοτε με αίμα και άλλοτε με χρυσάφι», καταστροφέας του Σεραπείου
Η πολλαπλότητα των αντιφατικών γνωμών σχετικά με την τύχη των βιβλίων της Αλεξάνδρειας πηγάζει από την ασαφή ιδέα της τοπογραφίας του Μουσείου , αν δηλαδή η βιβλιοθήκη ήταν κτίριο ξεχωριστό ή ταυτιζόταν με το Μουσείο και αν ήταν μέσα ή έξω από τα ανάκτορα.
Οι διάλογοι του Αμρ, η Διασκευή του Αριστέα, ο Γέλλιος, ο Ισίδωρος της Σεβίλλης, ο Λίβιος, ο Εκαταίος, ο Στράβων αποτελούν πηγές για την ιστορία και την καταστροφή της ξακουστής αυτής βιβλιοθήκης.
Μέσα από τις σελίδες και τις λέξεις του βιβλίου ξεπηδά αυθεντική και συγκινητική η λογοτεχνική του αξία «Η ιστορία των αρχαίων βιβλιοθηκών συχνά τερματίζεται με τη φωτιά. Οι πυρκαγιές δεν ξεσπάνε από μόνες τους. Λες και μια ανώτερη δύναμη παρενέβαινε κάποια στιγμή για να καταλύσει έναν οργανισμό που είχε καταστεί πλέον ανεξέλεγκτος: ανεξέλεγκτος επειδή εκδηλώνει μια ασυγκράτητη τάση αύξησης, καθώς και λόγω του αμφιλεγόμενου χαρακτήρα των κειμένων που εισρέουν εκεί». Οι παραπάνω λέξεις μεταφέρουν αυθόρμητα στο νου μας τις φλόγες που έκαψαν τη βιβλιοθήκη στο «΄Ονομα του Ρόδου».
Ακολουθούν κάποια συμπεράσματα του μελετητή: « ΄Ισως η ιδέα σύμφωνα με την οποία η βιβλιοθήκη καταλήγει να καεί να κατάγεται από την αντίληψη για το πώς χάθηκαν οι βιβλιοθήκες των αυτοκρατοριών της Ανατολής, όπου ο αναπόδραστος και οριστικός «εμπρησμός» του παλατιού σήμαινε κατά κανόνα και τον εμπρησμό της βιβλιοθήκης του.
Στις παραδόσεις αυτές έρχεται να προστεθεί και η βάναυση εμπειρία του πολέμου των χριστιανών ενάντια στον παλιό πολιτισμό και τα τεμένη τους, τις ίδιες τις βιβλιοθήκες. Η αποτέφρωση των βιβλίων αποτελεί μέρος του εκχριστιανισμού.
Θεωρώντας κανείς αυτή την αλυσίδα γεγονότων , όπου βιβλιοθήκες ιδρύονται , επανιδρύονται και καταστρέφονται, του φαίνεται σαν να βλέπει ένα νήμα, που συνδέει τις ποικίλες και εν πολλοίς μάταιες προσπάθειες του ελληνισμού-ρωμαϊκού κόσμου να διασώσει τα βιβλία του. ΄Όλα αρχίζουν με την Αλεξάνδρεια: η Πέργαμος, η Αντιόχεια, η Ρώμη και η Αθήνα είναι απλώς αντίγραφα. Η τελευταία μετενσάρκωση θα γίνει στο Βυζάντιο και θα είναι για μια ακόμη φορά αυτοκρατορική βιβλιοθήκη: στο ανάκτορο του αυτοκράτορα και στο ανάκτορο του Πατριάρχη.
΄Οσα κείμενα επιζήσανε τελικά δεν προέρχονται από τα μεγάλα κέντρα από χώρους «περιθωριακούς» (μοναστήρια) ή από σποραδικά ιδιωτικά αντίγραφα».
Με δύο λόγια «η χαμένη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας» είναι μια προσπάθεια συγκράτησης της μνήμης και μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο μπορεί να αφορά όλους μας.

Για τη Σοφή Αιγυπτία του Μιχαήλ Ψελλού

Το βιβλίο «Υπατία η Αλεξανδρινή» της Maria Dzielska είναι μια ιστορική μελέτη που περιλαμβάνει την απήχηση της ιστορίας της Υπατίας στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία κατά τους 18ο και 19ο αιώνες με τη δημιουργία μιας θρυλικής φυσιογνωμίας όπου η αλήθεια και η φαντασία ξετυλίγονται μέσα στο χρόνο , το χώρο και την αντίληψη του συγγραφέα, τις πηγές από τις οποίες αντλήθηκαν οι πληροφορίες που αφορούν τη ζωή και το θάνατό της με παράλληλη αποτύπωση της διδασκαλίας της και τα συμπεράσματα της συγγραφέως σχετικά το έργο και την προσωπικότητα της φιλοσόφου. ΄Ένα βιβλίο επιστημονικό και ταυτόχρονα προσιτό στον αναγνώστη, ευανάγνωστο και ενδιαφέρον, αφήνει το μύθο να διεισδύει στην ιστορία και αντίστροφα και αναζητά την πραγματικότητα για τη μεγάλη φιλόσοφο της ελληνιστικής εποχής που το μαρτυρικό τέλος της υπόγραψαν ο θρησκευτικός φανατισμός και η μισαλλοδοξία που οδήγησαν την Ευρώπη στο Μεσαίωνα.
Η Υπατία εμφανίσθηκε στην Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία τον 18ο αιώνα. Ο Βολταίρος περίγραψε το θάνατο της Υπατίας «σαν μια κτηνώδη δολοφονία που διεπράχθη από τα κουρεμένα σκυλιά του Κυρίλλου». Αλλά και ο Γκίμπον τον χαρακτήρισε ως «αλεξανδρινό έγκλημα», υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η άνοδος του χριστιανισμού υπήρξε η σημαντικότερη αιτία για την πτώση του αρχαίου πολιτισμού. Σύμφωνα με τον Γκίμπον η Υπατία συμβόλιζε τη λογική και την πνευματική ανάπτυξη , ενώ ο Κύριλλος και ο Χριστιανισμός τον δογματισμό και την βαρβαρική αποχαλίνωση. Στα μέσα του 18ου αιώνα ο Σαρλ Λεκόντ ντε Λίλ, Γάλλος ποιητής, απεικόνισε την Υπατία ως «το πνεύμα του Πλάτωνα με το κορμί της Αφροδίτης». Την ίδια περίοδο στην Αγγλία ο Τσάρλς Κίνσλι γράφει ένα μυθιστόρημα με ισχυρή αντικαθολική γεύση, υποστηρίζοντας ότι η Υπατία είχε βαπτισθεί χριστιανή, αλλά τελικά δολοφονήθηκε από υπηρέτες της εκκλησίας ή μοναχούς. Για τον Κίνσλι η προσωπικότητα της Υπατίας αποτέλεσε το σύμβολο ενός πολιτισμού που χάθηκε, το τελευταίο θύμα της πάλης για τη σωτηρία του τέλειου ελληνικού κόσμου της αρμονίας , του θείου και της ύλης, της ψυχής και του σώματος.
Αργότερα στο 19ο και 20ο αιώνα στην Αμερική, την Ιταλία και τη Γερμανία η Υπατία αποτέλεσε την έμπνευση για τη συγγραφή ποιημάτων και μυθιστορημάτων. Για τον Τζ. Ντρέιπερ η Ευρώπη ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι από το θάνατο της Υπατίας μέχρι την Αναγέννηση , για τον Μάριο Λούτσι «με τον θάνατο της Υπατίας τέλειωσε το όνειρο της ελληνικής λογικής, με αυτόν τον τρόπο, πάνω στο πάτωμα του Χριστού», ενώ για τον Κάρλο Πασκάλ ο θάνατός της αντιμετωπίζεται σαν αντιφεμινιστική πράξη. Δύο λογοτεχνικά φεμινιστικά περιοδικά κυκλοφορούν με το όνομά της, στην Αθήνα και στην Αμερική.
Η Maria Dzielska διαπίστωσε ότι ελάχιστες άμεσες μαρτυρίες έχουν διασωθεί και για τον λόγο αυτό σημαντική πηγή για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η ομάδα των μαθητών και τη φύση της διδασκαλίας της Υπατίας είναι η αλληλογραφία της φιλοσόφου με τον Συνέσιο τον Κυρηναίο. Από την αλληλογραφία αυτή πληροφορούμαστε ότι οι μαθητές της ανήκαν σε ανώτερες κοινωνικές τάξεις , ήταν εύποροι, λάτρεις της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας. Η μυστικότητα αποτελούσε βασικό στοιχείο του κύκλου της Υπατίας και οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στα βιώματα τα οποία οι μαθητές μοιράζονταν . ΄Όπως γράφει η συγγραφέας «η ιδιάζουσα κατάσταση στην οποία έφθαναν με τη σταθερή πνευματική απασχόληση , την κάθαρση της ψυχής με την περισυλλογή, την εκστατική ακινησία και την απώλεια επαφής με την πραγματικότητα είναι αδύνατον να περιγραφεί». Ο Συνέσιος μάλιστα δοξάζει τη μακάρια σιωπή των χώρων πάνω από τους οποίους βασιλεύει ο Θεός. Η διδασκαλία της Υπατίας είχε σαν στόχο την «ένωση με το θείο», γεγονός που προϋπέθετε τεράστια γνωστική προσπάθεια και ηθική τελειότητα. Η ίδια η φιλόσοφος ήταν παρθένος μέχρι το τέλος της ζωής της, φερόταν πάντοτε κόσμια, περνούσε απαιτητικά στην καθημερινότητά της, έδειχνε μετριοπάθεια και αυτοσυγκράτηση σε όλες τις περιπτώσεις και δίδασκε οντολογία, ηθική, μαθηματικά και αστρονομία. Η αρετή για την οποία διακρινόταν ήταν η σωφροσύνη. Συμπαθούσε τον Χριστιανισμό και με την ανεξιθρησκία της και την πλήρη αντίληψη των μεταφυσικών ερωτημάτων βοηθούσε τους μαθητές της να επιτύχουν πνευματική και θρησκευτική πληρότητα. ΄Ετσι οι άνθρωποι του Πατριάρχη Κύριλλου , μη βρίσκοντας την ευκαιρία να της επιτεθούν με την κατηγορία ότι ήταν παγανίστρια, την κατηγόρησαν για μαγεία.
Οι πηγές οι οποίες επιτρέπουν στον ερευνητή να γνωρίσει την εποχή και να αντλήσει πληροφορίες για τη ζωή και το έργο της Υπατίας είναι σύμφωνα με τη συγγραφέα η Εκκλησιαστική Ιστορία του σύγχρονού της Σωκράτη του Σχολαστικού , που οι γνώσεις του ενδεχομένως να προέρχονται από αυτόπτες μάρτυρες, η Εκκλησιαστική Ιστορία του επίσης σύγχρονού της Φιλόστοργου από την Καππαδοκία, η Χρονογραφία του χρονικογράφου Ιωάννη Μαλάλα από την Αντιόχεια, το βυζαντινό λεξικό του 10ου αιώνα του Σουίδα, που αντλεί τις πληροφορίες του από τον Ησύχιο της Μιλήσου που έζησε τον 6ο αιώνα και από τον Ισιδώρου βίο του πλατωνικού φιλοσόφου Δαμασκίου. Τέλος αναμφισβήτητη αξία έχουν τα γραπτά του Συνέσιου του Κυρηναίου.
Διαβάζοντας και την τελευταία σελίδα του βιβλίου της Maria Dzielska, έχω την αίσθηση ότι είναι ξεκαθαρισμένα μέσα μου ο μύθος και η ιστορία και ο θαυμασμός μου για την μεγάλη ελληνίδα φιλόσοφο με κατευθύνει να ρουφώ τις λέξεις και να αποτυπώνω μέσα μου τις μεγάλες αξίες που με συνέπεια υπηρέτησε και με την ίδια τη ζωή της οδήγησε στην αθανασία. Η Υπατία στάθηκε στο κατώφλι των φιλοσοφικο-θρησκευτικών εξελίξεων του 5ου αιώνα, στη μεταβατική εκείνη περίοδο κατά την οποία το παλιό παραχωρούσε τη θέση του στο καινούριο. Τα μαθηματικά όμως και η ελληνική φιλοσοφία δεν έσβησαν μαζί με την Υπατία, αλλά επέζησαν και αποτέλεσαν μερικούς αιώνες αργότερα σημεία αναφοράς των επιστημόνων και φιλοσόφων της Ευρώπης.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Δημήτρης Βαρβαρήγος: Υπατία

Κάθε βιβλίο είναι μια πόρτα, διαβάζοντάς το την ανοίγεις και βρίσκεσαι στο άγνωστο. Μπορεί να σε περιμένει ένα αδιέξοδο, μπορεί όμως να βρεθείς μπροστά σ΄ ένα κήπο μυρωδάτο, γεμάτο πολύχρωμα λουλούδια με φανταστικές ευωδιές, τόσο γοητευτικά που δεν ξέρεις ποιο να πρωτομυρίζεις, ποιο να πρωτοθαυμάσεις, ποιο να πρωτοαγγίξεις για να μετέχεις στη μοναδικότητα των αποχρώσεων και στην απόλαυση των αρωμάτων. Περιπατώντας ανάμεσα στο βουητό των μελισσών και το ανάλαφρο φτερούγισμα των πεταλούδων αφήνεσαι με εμπιστοσύνη στους αρμονικούς ήχους ενός μαέστρου που κατευθύνει με τρόπο ονειρεμένο μια ουράνια ορχήστρα. Με τις σκέψεις αυτές κάθε βιβλίο έχει ιδιαίτερη αξία, μπορεί να κρύβει για τον ανοιχτομάτη αναγνώστη, για τον αναγνώστη που ρέει μαζί με τις λέξεις μέσα στη γλώσσα , την προοπτική ενός ορίζοντα που όσο τον πλησιάζει τόσο αυτός ξεμακραίνει αποκαλύπτοντας απροσδόκητες εμπειρίες και μαγευτικές δημιουργίες.
Μια τέτοια πόρτα άνοιξε για μένα διαβάζοντας την Υπατία του Δημήτρη Βαρβαρήγου, ένα μυθιστόρημα αφιερωμένο στη μεγάλη νεοπλατωνική φιλόσοφο και συγκεκριμένα στα τελευταία χρόνια της ζωής της. Μια πόρτα που με οδήγησε στο βιβλίο της Μαρίας Dzielska «Υπατία η Αλεξανδρινή» και στο βιβλίο του Λουσιάνο Κάνφορα «Η χαμένη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας».
Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος αναπτύσσει με σεβασμό και συνέπεια τις απόψεις της Υπατίας για τη πίστη και τη γνώση, για την προσωπική ελευθερία και την ηθική, για το θάνατο και τον έρωτα : «Ο άνθρωπος , λέει η Υπατία , οφείλει να πραγματοποιεί στη ζωή του τα όνειρα, τις ελπίδες και ιδιαίτερα την πίστη του, ανάλογα με τις νοητικές του δυνάμεις και τις ικανότητές του». Λίγο πιοκάτω «Η αληθινή ευδαιμονία δεν βρίσκεται στην υλική ευημερία. Ο άνθρωπος που θα καταφέρει να καθοδηγεί τα συναισθήματα και να συγκρατεί τις επιθυμίες του, μοιραία θα συναντήσει το υπερκόσμιο», αποκαλύπτοντας τη μεταφυσική διάσταση της διδασκαλίας της Υπατίας. Για τον έρωτα μας λέει : «΄Ο,τι μπορεί να εμπνεύσει δημιουργικά, προέρχεται από τον έρωτα» , αν και η ίδια ζούσε ζωή ασκητική και ήταν παρθένα. Λίγες σελίδες πριν από το τέλος : «Η εσωτερική μοναχικότητα του ανθρώπου είναι η αληθινή φροντίδα της ψυχής. ΄Όταν βυθίζεσαι στη σιωπή του εαυτού σου και ώρες ολόκληρες δεν ανταμώνεις κανένα παρά μόνο τις σκέψεις σου, τότε αυτή η περισυλλογή είναι μεγαλείο». Την παρουσιάζει σαν μια γυναίκα με κύρος και πολιτική άποψη, σεβαστή από τους άρχοντες της πόλης, αλλά για τους λόγους αυτούς στο στόχαστρο της εκκλησίας, η οποία με Πατριάρχη τον Κύριλλο ήθελε να παρέμβει στην πολιτική ζωή της χώρας και να διεκδικήσει την ουσιαστική διακυβέρνηση επηρεάζοντας τον έπαρχο. ΄Αλλωστε και η στάση του αυτοκράτορα Θεοδόσιου του Β΄ , η αμφιταλαντευόμενη και διστακτική αναφορικά με την υποστήριξή του προς τη χριστιανική κοινότητα διαφαίνεται με επάρκεια μέσα στις σελίδες του βιβλίου.
΄Όταν γράφει ο συγγραφέας ένα ιστορικό μυθιστόρημα ή μια βιογραφία , ίσως δεν είναι απαραίτητο πάντα να ανταποκρίνεται στα γεγονότα, ιδιαίτερα μάλιστα όταν πρόκειται για ένα πρόσωπο που η ιστορία του έχει περάσει στη σφαίρα του θρύλου. ΄Εχει δικαίωμα να κατασκευάζει κάποια περιστατικά, να παραποιεί κάποια άλλα, να επινοεί συναντήσεις και διαλόγους, κι όλα αυτά μέσα στο πνεύμα της εποχής και του προσώπου το οποίο αφορά το μυθιστόρημα. Ο Βαρβαρήγος στο μεγαλύτερο μέρος σεβάστηκε την ιστορία και την αποτύπωσε με μεγάλη ακρίβεια. Αναφέρεται εκτεταμένα στη φιλοσοφία της Υπατίας και στις αστρονομικές παρατηρήσεις της, με περιορισμένη όμως αναφορά στην αγάπη της για τα μαθηματικά και στα μαθηματικά συγγράμματά της. Παράλληλα αλλοίωσε το κομμάτι εκείνο της ζωής της Υπατίας που αφορά την παρθενία και την ασκητική ζωή της, δημιουργώντας την προοπτική ειδυλλίου ανάμεσα στη φιλόσοφο και τον αυτοκρατορικό έπαρχο Ορέστη , γεγονός που φορτίζει συναισθηματικά την ατμόσφαιρα δίνοντας μια ρομαντική απόχρωση στην αυστηρότητα της καθημερινής ζωής της Υπατίας. ΄Ετσι το βιβλίο ξεφεύγει από την πιστή αποτύπωση της ιστορίας που ενδεχομένως να ενδιαφέρει κάποιον πιο προσεκτικό μελετητή και απευθύνεται σε κάθε αναγνώστη που επιθυμεί να δημιουργήσει μια ικανοποιητική εικόνα για τη γυναίκα αυτή που υπήρξε θύμα του θρησκευτικού φανατισμού και για πολλούς σήμανε το τέλος του ελληνιστικού κόσμου και την είσοδο της Ευρώπης στο Μεσαίωνα.