Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Ζωή, την άλλη φορά

«Τη ζωή μου την έχασα ήσυχα – χωρίς κανένα άρπαγμα – εξόν από κάτι γλέντια με τους φίλους, κι από τα ξεστρατίσματα που έκανε συχνά ο νους μου. Πολλές φορές ήταν που σάλεψε μες στο μυαλό μου η εικόνα από μι΄ αλλιώτικη ζωή, αλλά δεν τα κατάφερα ποτέ μου να τη ζήσω.» Με αυτή την παράγραφο κλείνει το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματός του «Ζωή, την άλλη φορά», ο Νίκος Χουλιαράς, κι αυτή η αίσθηση της «αλλιώτικης ζωής» είναι διάχυτη σε ολόκληρο το βιβλίο, διακατέχοντας τους χαρακτήρες του, τον αφηγητή, τα αδέλφια του, τους φίλους του, τους γονείς του, άλλοτε εμφανής και άλλοτε σαν υπόνοια .

Η διήγηση ξεκινά στα 1920 με τον θάνατο του Θεόφιλου Γούδα , τον διηγείται ο ίδιος σε πρώτο πρόσωπο, κάνοντας μια γρήγορη αναδρομή στην ιστορία της οικογένειάς του, που την πορεία της μας παραδίδει να παρακολουθήσουμε στα επόμενα κεφάλαια, όταν την σκυτάλη παίρνει ο εγγονός του, Θεόφιλος Γούδας κι αυτός. Ο Θεόφιλος στις σελίδες που ακολουθούν «παίρνει τη ζωή που απαρνήθηκε , πάλι απ΄ την αρχή, και τη γυρνάει το μέσα έξω». Από την Αθήνα επιστρέφει στο γενέθλιο τόπο του στα Γιάννενα και εξιστορεί τη γέννηση του και τα παιδικά του χρόνια, περνώντας τις θύμησές του μέσα από τους ανθρώπους . Η γραφή του είναι άμεση, γνήσια , λέξεις απλές, γεμάτες σοφία και νόημα . Μας μαγεύει με το λόγο του , μα και πέρα από αυτόν, με τις εικόνες , τα χρώματα, με το μυστήριο της ύπαρξής που το αποκωδικοποιεί μπροστά μας χωρίς κόπο, με διαφάνεια και καθαρότητα. Ξετυλίγει με χιούμορ, αλλά και σαρκασμό ένα πολύχρωμο γαϊτανάκι ανθρώπων που προδόθηκαν από τη ζωή ή ίσως την πρόδωσαν οι ίδιοι ψιθυρίζοντάς της «Ζωή , την άλλη φορά». Σκέψεις για τις γυναίκες και τα παιχνίδια της ζωής (σελ. 73), για την Φόνη και τον Χαρίλαο , για το θάνατο της γιαγιάς , για τη συμφωνία της Γιάλτας (σελ. 101-103), για τα όνειρά του (σελ. 165), για τον άλλον που υπάρχει μέσα στον κάθε άνθρωπο και αποφασίζει γι΄ αυτόν (σελ. 176) , για την ανάγκη του να γράψει που συναντά την αντίδραση της μητέρας του : «σα να της χρώσταγα ένα κομμάτι από τη ζωή μου, και μ΄ αυτό έπρεπε να πληρώσω, αυτό που νόμιζε πως έχασε εκείνη απ΄ τη δική της». Μας μιλά για τους φίλους του, τους παιδικούς, τους νεανικούς, τους φίλους που τον συντρόφεψαν στην Αθήνα. Ο Φάνης ο Καρακάσης, σύντροφος στις παιδικές ζαβολιές, φτασμένος εφοπλιστής που , όταν τον ξανασυναντάει , έχει μια πίκρα στο στόμα : «Το σπίτι μας δεν είναι πουθενά. Ούτε εδώ είναι , ούτε κι εκεί που καθόμαστε.! Και τι κερδίσαμε , Θεόφιλε;» Ο Δημήτρης ο Γαλαζούλας , ο Βάκης ο Αμερικάνος, ο Γιάννης ο Καραβίδας … Η γλώσσα του γίνεται ποιητική όταν μιλάει για τη νύχτα «Τα χρόνια εκείνα η νύχτα ήταν αλλιώτικη από τη νύχτα που βλέπω τώρα. .. Γιατί ο άνθρωπος ο ίδιος αυτά που βλέπει, είναι». Αναδρομή στο στρατό και τα προβλήματά που είχε , μας αφηγείται για τον Βασιλάκη τον Σουλικιά που τον γνώρισε εκεί και που «από μικρός όλο κάτι πράγματα που δεν τα καταλάβαιναν οι άλλοι έκανε …. κι ένιωθε ένα κρύο. Το κρύο που νιώθει ο άνθρωπος όταν το ξέρει πως έχει μείνει μονάχος του , κι ας είναι μες στον κόσμο», για να καταλήξει μετά στο στρατό να κόψει το λαιμό του. Δεκατριών χρονών έχει το πρώτο ερωτικό σκίρτημα με τις ξαδέλφες του την Ελπίδα και τη Γιολάντα. Στα δεκαεπτά ο λόγος του αποκτά μια διάσταση φιλοσοφίας . Παίζει συνέχεια με το θάνατο με τη διαπίστωση ότι «μονάχα η αγωνία μου είμαι κι η ζωή είναι αλλού, βρίσκεται κάπου αλλού η ζωή, αλλά εγώ την παριστάνω εδώ πέρα» . Πηγαινοέρχεται μέσα στο χρόνο ο Χουλιαράς αναδεικνύοντας το αδιέξοδο και το ανέφικτο της ευτυχίας, ενώ ο Θεόφιλος αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην Αθήνα και τα Γιάννενα. ΄Όταν η μητέρα του αρρωσταίνει, το ξέρει από τα πριν : « Γι΄ αυτό, όταν βρεθήκαμε όλοι μαζί, ψηλά σ΄ εκείνο το διάδρομο με τα ρεύματα, μου φάνηκε πως είμαστε ηθοποιοί και παίζαμε απ΄ την αρχή, κάτι που ήταν τελειωμένο κιόλας πριν από καιρό. Η μοίρα είναι ανελέητη μαζί τους, η μάνα εγχειρίζεται στο στήθος, το μαγαζί του πατέρα καταστρέφεται από φωτιά (σελ. 305). Ο αδελφός του, ο Λέαντρος θέλει να γίνει αεροπόρος , αλλά η μάνα τον πείθει να γίνει αρχιτέκτονας. Τελικά ο Θεόφιλος έρχεται στην Αθήνα ψάχνοντας τον εαυτό του αλλά χωρίς να ξέρει πώς. Πιάνει δουλειά σε ένα εργαστήρι ζωγραφικής ζωγραφίζοντας Κινέζες σε πιατάκια , αποκτά νέους φίλους, τον Τάκη, τον Αχιλλέα, τον Κάηκε, πραξικόπημα του 1967, εξόριστοι , Πολυτεχνείο , θλίψη διανθισμένη με χιούμορ ή αντίστροφα καταλήγοντας ότι μονάχα με τον έρωτα ο άνθρωπος καμιά φορά ξεχνιέται κι ελαφραίνει κι είναι σαν να δίνει κάποια παράσταση. Οι γονείς του πεθαίνουν , πρώτα ο πατέρας, μετά η μάνα . Τα χάπια παρέα του και καταδίκη του , παλεύει να απεξαρτηθεί. Και η ζωή μοιάζει σαν το παλιό εκείνο παιχνίδι, σαν τη μικρή γυάλα που την κούναγες και χιόνιζε στα ψεύτικα, άπιαστη σαν το πουλάκι, που κανείς δεν μπορεί να το πιάσει, ανεξάντλητη και απρόβλεπτη, ακαθόριστες προσδοκίες , ανεκπλήρωτα όνειρα, συναντιέται με τον πόνο και τον θάνατο και από αυτά αντλεί την αλήθεια, ότι αυτή η ζωή υπάρχει, ανάλαφρη, απλή, σαν παιχνίδι κι αυτή αξίζει να ζήσουμε στα όριά της, γιατί δεν υπάρχει άλλη φορά.

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Logicomix : μυθιστόρημα , βιογραφία ή μια πρωτότυπη πρόταση γραφής;

To βιβλίο Logicomics είναι μια ιστορία, ένα παραμύθι πάνω στην αναζήτηση των θεμελίων των μαθηματικών . Οι ήρωες του είναι επιστήμονες της λογικής. Η ιδέα ανήκει στον Απόστολο Δοξιάδη , το αποτέλεσμα όμως είναι δημιούργημα όχι μόνο δικό του, αλλά και των συνεργατών του , του Χρίστου Παπαδημητρίου, του Αλέκου Παπαδάτου και της Annie di Donna.

Κινείται σε τρεις χρόνους παράλληλους. Στην αρχή βρισκόμαστε στο τώρα, όπου οι τέσσερις συνεργάτες σχεδιάζουν την ιστορία και αρχίζουν τη δημιουργία της. Στην συνέχεια μεταφερόμαστε στο Σεπτέμβρη του 1939 όταν ο Χίτλερ εισέβαλε στην Πολωνία. Ο Μπέρτραντ Ράσελ πρόκειται να μιλήσει σε ένα Πανεπιστήμιο στην Αμερική με θέμα «Ο ρόλος της Λογικής στα ανθρώπινα πράγματα». Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του ο Ράσελ ανατρέχει στην παιδική του ηλικία, μετά το θάνατο των γονιών του και διηγείται τη ζωή του οδηγώντας τους ακροατές του πίσω στον Σεπτέμβρη του 1939. Το μυθιστόρημα κλείνει με την παρέα των τεσσάρων συνεργατών στο χρόνο του τώρα.

Σύμφωνα με τον Δοξιάδη το κόμικ είναι ιδανικό να διηγηθεί ιστορίες ηρώων με υψηλούς στόχους. Οι πρωταγωνιστές της αναζήτησης είναι άνθρωποι παθιασμένοι, τολμηροί, πραγματικοί υπερήρωες. Ο Ράσελ επιλέχθηκε ως κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας διότι ήταν πολιτικός, ακτιβιστής, φιλόσοφος, άνθρωπος με πάθη και ιδέες. Πρόκειται για την ιστορία της λογικής και της τρέλας, για το ανέφικτο της απόλυτης αλήθειας μέσα στα όρια του ανθρώπινου νου, μια ιστορία σε πολλά σημεία δυσνόητη, ιδιαίτερα στην ανάλυση των μαθηματικών και φιλοσοφικών εννοιών. Η συγγραφή με την μορφή κόμικ διευκολύνει την ανάγνωση με την έννοια ότι η εικόνα μπορεί να ξεκουράσει τον αναγνώστη και να τον οδηγήσει μέσα από τις εικόνες προς την εξέλιξη της ιστορίας, ενώ οι φιλοσοφικές και μαθηματικές έννοιες εκτίθενται με σαφήνεια, αλλά χωρίς απλουστεύσεις και εξαντλητικές επεξηγήσεις . ΄Αλλωστε ο Χρίστος και ο Απόστολος διαφωνούν ως προς την δομή της ιστορίας, ο μεν Χρίστος υποστηρίζει ότι αυτή κινείται και από τους χαρακτήρες και από την δράση, ενώ ο Απόστολος δίνει μια τραγική απόχρωση θεωρώντας υπεύθυνους τους χαρακτήρες για τις πράξεις και τις ιδέες τους. Επιπλέον είναι τόσο συμπυκνωμένο το κείμενο από άποψη ιδεών και συγκρούσεων, αποδοχών και αναιρέσεων, ώστε αν ήταν ένα σύνηθες μυθιστόρημα θα ήταν εξειδικευμένο και απευθυνόμενο σε λίγους, ενώ τώρα με τη βοήθεια των εικόνων και των χρωμάτων μπορούν και οι λιγότερο υποψιασμένοι να γευτούν κάτι από τους μεγάλους προβληματισμούς που ταλαιπώρησαν τις αρχές του 20ουαιώνα τους επιστήμονες και τους φιλοσόφους.

Μέσα από τις σελίδες του Logicomix και μέσα από τα μάτια και την αντίληψη του Ράσελ γνωρίζουμε τον Ευκλείδη, τον Ουάιτχεντ, τον Κάντορ, τον Φρέγκε, τον Κούρτ Γκέντελ, τον Φον Νόιμαν, τον Χίλμπερτ και φυσικά τον μαθητή του Λούντβιχ Βιντγκενστάιν, όλες ιδιαίτερες προσωπικότητες των μαθηματικών, της λογικής και της φιλοσοφίας του τέλους του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Παρακολουθούμε τις αντιφάσεις της φιλοσοφίας, τη βεβαιότητα που εμπνέουν τα μαθηματικά, την αγωνία των επιστημόνων μπροστά στον κλονισμό των θεμελίων του έργου τους, την καθημερινή γλώσσα να αντικαθίσταται από τη γλώσσα της επιστήμης, αλλά και την επιστροφή στην καθημερινή γλώσσα από τον Βίντγκενστάιν. Το παράδοξο του Ράσελ και η θεωρία της μη πληρότητας του Γκέντελ ξετυλίγονται μπροστά μας αφήνοντάς μας έκπληκτους μπροστά στη δυνατότητα της επιστήμης να ανατρέπει ό,τι θεωρούνταν μέχρι τη στιγμή εκείνη δεδομένο. Παράλληλα ο Ράσελ ασχολείται με την τέχνη, διαβάζει ΄Ιψεν, Τουργκένιεφ, ποίηση, όπως Σέλευ και Γέητς και αργότερα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τρομάζει μπροστά στο Παράλογο. Γνωρίζει όμως ότι ο Παλαιός Κόσμος και η τέχνη που τις εκφράζει πρέπει να καταστραφούν. Η ομιλία του Ράσελ τελειώνει με τις διαπιστώσεις του, αποτέλεσμα αγωνίας και προσπάθειας όλης της ζωής του: « η Λογική είναι ένα πανίσχυρο εργαλείο μέσα σε κάποια όρια. ΄Όταν η Λογική μιλά για την ανθρώπινη ζωή, είναι στενά. Κι όταν παίρνει το σχήμα γενικόλογων και φαινομενικά τέλειων θεωριών, είναι μια καλοστημένη απάτη. Ακόμη κι όλη η επιστήμη δεν φτάνει για να καταλάβουμε το νόημα του κόσμου, όπως έλεγε και ο Βιτγκενστάιν. Θέλω να παραμείνω ειρηνιστής. Αλλά πώς να αντέξω μια Ευρώπη κτήμα του Χίτλερ και του Στάλιν;…΄Ηλθε ο καιρός να στραφούμε στην τριάδα Δικαιοσύνη, Ευθύνη, τη διάκριση ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, δηλ. στις ανεπίδεκτες επιστημονικής αντιμετώπισης έννοιες κατά τον Σλικ. Η ιστορία μου είναι ένα σήμα κινδύνου, ένα αφηγηματικό επιχείρημα κατά των λύσεων «πασπαρτού». Εμένα μου έμαθε πως δεν αρκούν οι λύσεις-συνταγές. Και σίγουρα όχι όταν πρόκειται να αντιμετωπίσεις αληθινά δύσκολα προβλήματα».

Στην τελευταία πράξη του βιβλίου μας περιμένει μια υπέροχη έκπληξη. Οι τέσσερις συνεργάτες παρακολουθούν πρόβες από την Ορέστεια του Αισχύλου. Το μήνυμα του βιβλίου έρχεται από τα βάθη των αιώνων : η αληθινή σοφία θέλει μια γερή δόση από αυτά που συνήθως τα πετάμε ως μη-σοφά.

Κλείνοντας θέλω να παραθέσω εδώ ένα απόσπασμα από ένα άλλο αγαπημένο βιβλίο, τη Σαμαρκάνδη του Αμίν Μααλούφ. Λέει κάπου ο Ομάρ Καγιάμ: Από το έργο των σοφών θυμόμαστε μόνο ό,τι ανέτρεψε τις θεωρίες των άλλων, εκείνο όμως που οικοδομούν οι ίδιοι θα γκρεμισθεί αναπόφευκτα, ακόμη και θα γελοιοποιηθούν από τους μεταγενέστερους. Τέτοιος είναι ο νόμος της επιστήμης. Η ποίηση δεν γνωρίζει παρόμοιο νόμο: δεν απορρίπτει ποτέ αυτό που προηγήθηκε και δεν την απορρίπτει ποτέ αυτό που ακολουθεί, διατρέχει με απόλυτη ηρεμία τους αιώνες. Γι΄ αυτό γράφω τα ρουμπαγιάτ μου. Ξέρεις τι με γοητεύει στις επιστήμες; Ότι βρίσκω μέσα τους την υπέρτατη ποίηση: στα μαθηματικά, τη μεθυστική δίνη των αριθμών, στην αστρονομία, το αινιγματικό ψιθύρισμα του σύμπαντος. Αλλά για το Θεό, μην έλθει κανείς να μου μιλήσει για την αλήθεια!