Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Η Ζωή εν Τάφω

΄Ένα βιβλίο για τον πόλεμο, ένα βιβλίο που δονείται από την ομορφιά της ζωής, καθώς ο αναγνώστης βιώνει την αποτρόπαιη πραγματικότητα του πολέμου, βυθίζεται στη ζεστασιά της γλώσσας, λαχταράει την ειρήνη. Γυρίζουμε τις σελίδες με δέος, ποιητικός λόγος που υμνεί τη ζωή, την αγάπη, την αδελφοσύνη των λαών. Μαγεία αναδύεται μέσα από τις γραμμές καθώς ο Μυριβήλης ξετυλίγει το κουβάρι των στιγμών στο μέτωπο του πολέμου, καθώς οι ήρωες ξεπηδάνε μέσα από την πένα του, ο Μιχάλης (η Μ΄χαγήλους), ο Μπήλιος, ο Γιγάντης, ο Ζαφειρίου, ο ο Αλιμπέρης, ήρωες που φοβούνται, αλλά τολμούν, ήρωες που λαχταρούν να ζήσουν, αλλά χάνονται, ήρωες γραφικοί, ήρωες ανδρείοι, ήρωες ανθρώπινοι, οι δικοί μας άνθρωποι. To έργο αυτό του Μυριβήλη είναι μια μύηση στην ιδέα της πανανθρώπινης ενότητας. Αλλά καθώς οι λέξεις μοιάζουν λιγοστές για να περιγράψουν τις εντυπώσεις από το συγκλονιστικό αυτό βιβλίο, ας μιλήσει ο ίδιος ο συγγραφέας κι ας βιώσει ο κάθε αναγνώστης τη γλυκύτητα και το όνειρο, την ελπίδα και την συγκίνηση, τη θλίψη και την προσδοκία, την παράδοση στην ομορφιά και την αγάπη!

΄Ένα τέλος που είναι μια αρχή

Κάθεσαι κάπου με τον άνθρωπό σου. Κάθεσαι μαζί του μέσα σε μια καμαρούλα που δεν είναι κανείς άλλος από τους δυο σας έξω από μερικά καλά βιβλία, ένα-δυο ζουγραφιές στους τοίχους, μια λάμπα που περιμένει τη νύχτα με χτυποκάρδι, ένα καλαμάρι (τι σπουδαίο πράμα ένα καλαμάρι!) κι οι καρέκλες ένα γύρω γεμάτες υπομονή. Κανένας από τους δυο σας δε μιλά. Καθένας είναι παραδομένος στους λογισμούς του. Μπορεί και να μη συλλογιέται συνειδητά τίποτε. Τότες είναι η πιο σπουδαία στιγμή, γιατί η Ψυχή σου, λεύτερη σα χελιδόνι, ξεφεύγει κι ανταμώνει την απέραντη ψυχή του κόσμου και χάνεται και χωνεύει μέσα της αδελφικά. ΄Όμως τις πιο πολλές φορές η Ψυχή σου μιλάει με την Σιωπή της. Ωστόσο, για πρόσεξε πόσο α π α ρ α ί τ η τ ο ς σου είναι ο άλλος, ο εκλεχτός, που κάθεται δίπλα σου αμίλητος, ή λέει κάπου κάπου καμιά κουβέντα που είναι η φτωχή απολογία του λογικού του για τη γλυκόφωνη σιωπή! Κάθεται σιωπηλός κι αυτός, ανυποψίαστος ακροατής μπροστά στην άφωνη μοναχοκουβέντα σου. Και μόλις κάνει να σηκωθεί να φύγει από κοντά σου, εσύ – πάει πια – σου είναι των αδυνάτων αδύνατο να συναγρικηθείς σιωπηλά μέσα στα βάθη του εαυτού σου.
Καμιά φορά, ύστερ΄ από μια τέτοια συντροφική σιωπή σηκώνεσαι να φύγεις και χαμογελάς στο φίλο σου, που μαζί-μαζί δεν είπατε τόση ώρα τίποτα. ΄Όμως την ίδια ώρα, νιώθετε την ψυχή σας πιο δυνατή, πιο λεύτερη και πιο μεστή. Γιατί ένα σωρό αλήθειες την άγγισαν αλαφρά, σαν ρόδινες πεταλούδες, με τα φτερά τους (σελ. 14).

Η λογική είναι το πιο αδύνατο μετερίζι μπροστά στις έξαλλες και ακατανίκητες ενέργειες της ψυχής και της φαντασίας (σελ. 25)

Να βρέχει και νάσαι μέσα σ΄ ένα σπιτάκι. Να τρίζουν τα κούτσουρα της ελιάς στο παραγώνι. Να βλέπεις τη βροχή πίσ΄ από τα τζάμια. Και κοντά σου νάναι η αγάπη. Κι ένα βάζο φρέσκα λουλούδια. Κι ένα βιβλίο.) Τ΄ είν΄ αυτό; Τα μάγουλά μου είναι ογρά. Απ΄ τη βροχή; (σελ. 34)

΄Ανοιξα μεγάλα τα μάτια, να κοιτάξω δυνατά και περιληπτικά όλη τη Φύση την κρουστή, να πιω μονορούφι όλο της το νόημα, σαν άνθρωπος που πρόκειται να στραβωθεί σε λίγο για πάντα (σελ. 45)

Ο λόφος με τις παπαρούνες

Είναι και μια μέρα χαρούμενη μέσα στις άσκημες μέρες της πορείας. Μια μέρα γαλάζια και κόκκινη, με ανοιξιάτικον ουρανό, γεμάτη μαβιά μάτια, κόκκινα αγριολούλουδα και αργά μελαγχολικά τραγούδια.
΄Ηταν ένας λόφος άλικος από τις παπαρούνες. Ξεκουραζόταν ένα Ρούσικο Σύνταγμα, που τραβούσε κι αυτό για το μέτωπο. Εκεί μας σταματήσανε κι εμάς. Είχε μπόλικο νερό και πρασινάδα δίπλα. Στήσαμε πυραμίδες τα όπλα και φάγαμε κοντά τους. Μας σίμωσαν κάτι μεγαλόσωμα παλικάρια με τριανταφυλλιά μάγουλα, με χοντρές μπότες και μπλούζες παιδιάτικες δίχως κουμπιά. Τα πηλίκιά τους είχαν κεραμίδι στενούτσικο……….
Φάγαμε μαζί, κουβεντιάσαμε ώρες δίχως να καταλαβαίνει γρι ο ένας από τη γλώσσα του αλλουνού. ΄Όμως συνεννοηθήκαμε περίφημα. Η αγάπη κι η όχτρα έχουνε διεθνή γλώσσα.
…………………………………………..
Σαν κάμαμε τις τετράδες να φύγουμε, οι Ρούσοι βάλανε παπαρούνες μέσα στις μπούκες των ντουφεκιώ μας. ΄Ητανε σα μια παράξενη λιτανεία με ατσαλένιες λαμπάδες, που στην κορφή τους άναβε η πιο χαρούμενη φλόγα.
….Πόση αγάπη υπάρχει μέσα στον κόσμο! ΄Αφθονη σαν ποτάμι που χύνεται μέσα σ΄ έναν κάμπο. Ανθισμένη σαν ένας λόφος κόκκινος από τις παπαρούνες, που σε φωνάζουνε να τις κόψεις. Δεν έχεις παρά να σκύψεις να τις κόψεις.



Για τη μνήμη

Μάλωνα συχνά με τον αδερφό μου, τον έδερνα ταχτικά. Η μνήμη μου αρμενίζει σ΄ ένα ήρεμο πέλαγο από γλυκιές ακαθόριστες εντύπωσες αλλοτινές, μισοξεχασμένες. Χρώματα κινούνται, πρόσωπα σχεδιάζουνται, μυρωδιές, τραγούδια, σχήματα. Μικρές χαρές καραβίζουν, ξεθωριασμένα λουλουδάκια πατημένα στο χοντρό συναξάρι του χρόνου. Μικρές θλίψες που τι δε θάδινε κανένας να τις ξαναδοκιμάσει. Ονείρατα και φαντασίες και περιστατικά, ακόμα νοσταλγίες από διαβάσματα. Είναι τα γλυκοθύμητα υπόλοιπα μιας παιδιάστικης ζωής, που έσβησε κι άφησε μονάχα το λαφρύ κι ασύλληπτο μύρο της να πλανιέται πάνω από την τελματωμένη ψυχή. Τ΄ ανεσκαλίζεις και μοσκοβολάνε σαν μαραμένα βασιλικά (σελ. 131).

Για το Θάνατο

Η παρουσία του Θανάτου είναι παντού. Αγγίζει όλα, τα τυλίγει όλα μέσα στην πικρή ουσία του, τους δίνει μιαν ιδιαίτερη όψη και μια σημασία συμβολική. Η γέψη του είναι αδιάκοπα στα χείλια μας. Είμαστε όλοι υποτακτικοί του. Ζούμε στο βασίλειό του από παραχώρεσή του, κάθε στιγμή μπορεί να φυσήξει μέσα στις μονιές μας το κρύο χνώτο του(σελ. 138).

Για τα συρματοπλέγματα του πολέμου

Είναι ο αγριόβατος που φύτρωσε από τον πόλεμο και τύλιξε την οικουμένη. Είναι ένα σιδερένιο φιδόχορτο, ένα περικοκλάδι δίχως φύλλα, όλο νύχια και δόντια. Ποτίζεται με ζεστό αίμα, θεριεύει κι απλώνει τις κουλούρες του. Βλασταίνει και κλαδίζει μόνο μέσα σ τη νύχτα, πιάνεται παντούθε με τις ακατέλυτες κληματίδες του. Τύλιξε τη Γη κι είναι «ο ακάνθινος στέφανος του μαρτυρίου της». ΄Οπου φυτρώσει το συρματόπλεγμα μαραίνουνται τα λουλούδια, φυλλορροούν τα δέντρα, μαραζώνουν οι ανθισμένες μηλιές, οι ροδιές κιτρινίζουν. Είναι τ΄ αγκάθι που ριζοβόλησε, κυρίεψε και χέρσωσε τα χωράφια και τις καρδιές (σελ. 140).

Η μυστική παπαρούνα

΄Ηταν ένα λουλούδι εκεί. Συλλογίσου. ΄Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου ξεφανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα πούναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ΄ άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σα μικρή βελουδένια φούχτα. Αν μπορούσε να τη χαρεί κανείς μέσα στο φως του ήλιου, θάβλεπε πως ήταν άλικη, μ΄ έναν μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαύρες βλεφαρίδες στη μέση. Είναι θραψερό λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί του είναι ντούρο και χνουδάτο. ΄Εχει κι ένα κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ΄ αργήσει ν΄ ανοίξει κι αυτός. Και θάναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής. Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ. Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ΄ αυτό μου αποκαλύφτηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι και τ΄ ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. ΄Ετσι λέω θάναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπιν σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δακτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμυδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Είπα σιγά – σιγά: Καληνύχτα … καληνύχτα και νάσαι βλογημένη (σελ. 185).

Για τη ζωή

Ωχ, είναι καλά νάσαι εικοσιδυό χρονώ, να γύρισες ζωντανός από το χαράκωμα, νάσαι ερωτευμένος και νάχεις μέσα σου την Ελλάδα. Η ζωή είναι αχόρταστα όμορφη. Μπορώ να ζυγιάσω και να φωνάξω τώρα υπεύθυνα την αμέτρητην αξία της. Μπορώ να τη γευτώ στάλα-στάλα σαν σοφός κρασοπατέρας. Αιστάνουμαι κατάβαθα πόσο ακριβή μου είναι η κάθε στιγμή που περνάει πάνωθέ μου. Θέλω ναν τη σταματήσω και να της το πω στ΄ αυτί: Τράβα στο καλό και συ, μα ξέρε το. Σε κατάλαβα που πέρασες. Σ΄ ένιωσα, σε χάρηκα και σ΄ ευχαριστώ!
Είμαι ξαφνικά γεμάτος χαρά και συγκίνηση. Είναι ένα παράξενο συναίστημα. ΄Ολη μου την ύπαρξη την νιώθω σαν ένα όργανο ευγενικό και ηχερό. Τρομαχτικά ευαίσθητο. Εϊναι τεντωμένες πάνω του χιλιάδες, χιλιάδες λεπτεπίλεπτες χορδές χρυσές. Σαν τρίχες χρυσές. Αυτό το όργανο τρέμει μουσικά. Πάλλεται και βουϊζει γλυκά σαν να τραγουδούν μέσα του λαός πολύχρωμα έντομα, μικρούλια σαν μόρια σκόνης που παίζουν ηχερά τις φτερούγες και βγαίνουν άπειρες, άπειρες μικρές φωνούλες… Εγώ ΄μια αυτό το όργανο το πολύ λεπτό, το πολύ ευαίσθητο. Και απαντά στο κάλεσμα της ζωής, που βουϊζει σιγαλινά, γλυκά και παραπονετικά με τις χίλιες χιλιάδες τις ξανθές χορδές του. Είμαι ένας μερακλής της ζωής και μου αξίζει που τη ζω! Μα το Θεό, μου αξίζει που τη ζω… Ποτές μου πριν έμπω στο χαράκωμα δεν είχα υποψιαστεί την πραγματικήν αξία της ζωής. ΄Όμως τώρα και μπρος τη χαίρουμαι στιγμή προς στιγμή. ΄Εγινα ο τσιγκούνης που την ξοδεύει μια-μια πεντάρα. Γιατί ο καιρός είναι μετρημένος αυστηρά, σαν του στρατιώτη που παίρνει άδεια για το χωριό του. Είμαι μια σαΐτα που τινάχτηκε από τη χορδή του δοξαριού σου, Ζωή, και τρέχει πάνω στην καμπύλη του πεσιμού της. Είμαι μια στάλα νερό που πήδηξε μέσα στο φως από τ΄ αφρισμένο ρουθούνι του κυμάτου και ξαναπέφτει μέσα στον καταποτήρα της άβυσσος. Τώρα είμαι άξιος να σταθώ και να σε απολάψω, Ζωή. Από τη στιγμή που άρχισες να σαλεύεις και να φιδοσέρνεσαι σαν ερπετό μες από τη σκοτεινιά της ανυπαρξίας, ως την τελευταία σου στιγμή που θα σβήσεις. Ας ήμουν εγώ το βλέφαρό σου που θα πέσει να κλείσει για πάντα! Ας ήμουν η στερνή στάλα της στεγνωμένης κλεψύδρας σου. Η μικρή σου τελεία ας ήμουν. Κι ας ήμουν, έστω, ένα ταπεινό χουχλιδάκι σε μιαν ακρογιαλιά της Ελλάδας ανεκατωμένο με τον άμμο, ένα χουχλίδι που θα πίνει μόνον ήλιο και θα το μετατοπίζουν τα δροσερά κύματα (σελ. 208).

Για τη νοσταλγία

Ποιος είδε ομορφότερα ηλιοβασιλέματα από μένα; ΄Ηταν Λεσβιακά ηλιοβασιλέματα και τάβλεπα να διαβαίνουν αργά-αργά μέσα στα μάτια σου. Εκεί βαθιά έτρεμε η ψυχή σου η ερωτεμένη, με την αγωνία μιας καρφιτσωμένης πεταλούδας…΄Ωρες ώρες κάθουμαι και αναρωτιέμαι: Πώς μπόρεσα τόσον καιρό και ζω δίχως την ελληνική θάλασσα;… Η θάλασσα…μια θαυμαστή λέξη που μυρίζει, φωνάζει και φυσάει. Σφαλνώ τα μάτια και τη λέω έτσι απανωτά με πολλά «σ». Τη λέω σιγανά και αφουγκράζομαι τη φωνή μου. Ακούγω τότες όλα τα κύματά της τα καλοκαιρινά, σαν ξεσέρνουνται σουσουριστά στα στρωτά μας αμμογιάλια και στα γλειμμένα βότσαλα. Αχαί και τραγουδά αυτή η λέξη. Είναι σαν το κοχύλι που βάζεις στ΄ αυτί στο άνοιγμά του κι ακούς τις φωνές του πελάγου νάρχουνται απ΄ αλάργα (σελ. 235).

Η αισιοδοξία

Ποτές μου δεν ένιωσα νάμαι από τους καταδικασμένους του πολέμου. Ούτε κι από τις μάχες του 12-13 βγήκα ποτές «έκπληχτος» που ζω. Πώς γίνεται να πιστέψω πως είναι μπορετό να πάψω – για πάντα, για πάντα - να γράφω, να κολυμπώ, να τραγουδώ, να τρέχω, ν΄ αγαπώ, να πονώ και να μισώ; Είναι φορές, ακόμη και στις πιο μαύρες ώρες, που μούρχεται να ξεφωνίζω κάτω από το κύμα της χαράς που με συνεπαίρνει και με σηκώνει στην κορφή της ζωής (σελ. 381).

Για το φιλότιμο

Είναι κάτι που το λέμε ελληνικά «φιλότιμο» και κανένας ακόμη δεν ξέρει αρκετά την τρομερή δύναμή του. Αυτό, σαν τη φιλοσοφική λίθο, αλλάζει την ουσία των μετάλλων, κάνει την αλχημεία των ψυχών. (σελ. 400).

.

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Αιολική Γη

.....Και να, προχτές, που ανοίγω ξάφνου την «Αιολική Γη» του Βενέζη.
Μια γλυκιά γαλήνια ζέστη χύνεται άξαφνα από τα φύλλα του, όχι πια φύλλα βιβλίου μια φύλλα δέντρου, δέντρου νεώτατου και δέντρου προαιώνιου, που με τυλίγει με το σάλεμά του, που θροεί ολοένα σιγανότατα στ΄ αυτιά μου, που επικοινωνεί με το αίμα μου, το νου μου, την καρδιά μου, και με τη σειρά του με βοηθάει να κοινωνώ ξανά σε κάποια νέα μου πλατιά επικοινωνία με τον κόσμο όλο: με τη θάλασσα, με τα βουνά, με τα χωράφια, με τα ζώα, με τις ψυχές. ΄Ενας βαθύς, ένας γαλήνιος αυτοματισμός προωθεί το διάβασμά μου – αυτή η ίδια α-προσπάθεια με την οποία κυλάει η λύμφη στο φυτό, ή δημιουργείται η συμπαθητική ανταπόκριση ανάμεσα απ΄ τις ρίζες ενός δέντρου κι από κάποιες μακρινές πηγές, ανάμεσα μιας πεταλούδας κ΄ ενός κάμπου λουλουδιών – και μου χαρίζει απροσδόκητα έναν τρόπο κ΄ ένα μέσο μιας γλυκύτερης και πιο ήρεμης συνολικής, και του κορμιού και της ψυχής μου, αναπνοής. Είναι η γλυκιά Ιωνική ατμόσφαιρα, είναι η κρυφή, χαμένη θαλπωρή της μυστικής του κόσμου σάρκας που απροσδόκητα ξανάρχεται και πάλι σ΄ επαφή μητριαρχική μαζί μου, είναι η αγνή Ιωνική πνοή του ξεχασμένου και νοσταλγημένου από με τον ίδιο, όπως εξήγησα πρωτύτερα, πολιτισμού. Εδώ δεν κυριαρχεί ένας τόνος, σερνικός ή θηλυκός, εδώ ηχούν αράδα όλες οι φωνές του κόσμου,
όπως η σειρά απ΄ τα κουδούνια του καμηλιέρη,
του «τσιτμή» της «Α ι ο λ ι κ ή ς Γ η ς».

«Τίποτε δεν μπορεί (γράφει ο Βενέζης) να ταράξει την αυστηρή πειθαρχία αυτών των ήχων. Επιβεβαιώνουν την καλή τάξη, τη συμφωνία του κόσμου. Τους ακούει να πορεύονται πίσω του ο τσιτμής, και είναι ήσυχος πως όλα πάνε καλά στη γη. Μπορεί να τύχει μια στιγμή – μια ελάχιστη στιγμή- να λείψει ένας ήχος. Η αρμονία πάσχει μονομιάς κι ο τσιτμής καταλαβαίνει πωςκάτι χάλασε στην τάξη του κόσμου. Τότε μονάχα παίρνει το πρόσωπό του ανήσυχη έκφραση και γυρίζει πίσω του να δει. Σταματά, κατεβαίνει απ΄ το γαϊδούρι του, πάει και ξαναδένει στο καραβάνι την καμήλα που έκοψε το σκοινί. Και η συμφωνία ξαναρχίζει».
Κι ο Βενέζης το ίδιο, σαν ετούτο τον καλό τσιτμή, ενεργεί μέσα σ΄ αυτό του το βιβλίο. Δεν ακουμπά ιδιαίτερα σε κάποιον απομονωμένο τόνο, δε ζητάει την επικράτησή του, δεν υπογραμμίζει περισσότερο ετούτη την πλευρά που προέρχεται στο έργο του απ΄ την Ιστορία, την καθαυτό και τόσο πρόσφατη Ιστορία, απ΄ την άλλη που προέρχεται από μόνη την αισθαντικότητά του. ΄Όπως εκείνος ο τσιτμής, κάνει και τούτος κάτι πάνσοφο. Γυρεύει ν΄ αποδώσει σ΄ όλα, είτε πρόσωπα είτε πράγματα είτε γεγονότα, που κινούνται μέσα στο βιβλίο του – και για τούτο και μες στην ψυχή του ίδιου του αναγνώστη – τις χαμένες τους παλιές δυνάμεις, τις κρυφές τους συμπαθητικές ιδιότητες, πλησιάζοντάς τα με τη Φύση, ολοκληρώνοντάς τα μες στη συμφωνία της καθολικής ζωής, αναπλάθοντας την παλιά ιερή κι αναγκαία συμμαχία μεταξύ «πλάσματος» - ζώου, φυτού ή ανθρώπου – και της όλης Δημιουργίας.
Για να πραγματοποιήσει αυτό το θαύμα ο Βενέζης δεν έχει άλλο τίποτα να κάμει παρά να κατέβει – όχι βίαια, μήτε βιαστικά, αλλά ρυθμικά, στρωτά, γαλήνια – στον πρώτο του, το θεμελιώδη αισθαντικό εαυτό.
....................................
Οι αποδείξεις και τα παραδείγματα είναι πολλά, όλο το βιβλίο. Θεματοφύλακας μιας παράδοσης υπέρτατης, που τη λογιάζαμε χαμένη. Της Ιωνικής. Η μυστική φωνή της:
«΄Ετσι ετούτη η μυστική φωνή γίνεται ο πιο αδιόρατος κι ο πιο βέβαιος δεσμός ανάμεσα στις γενιές των προγόνων κ΄ εκείνων που θα ΄ρθουν, ένα ήχος π ο υ
θ α μ έ ν ε ι όταν η μνήμη των ανθρώπων θα ΄χει χαθεί».
Και υπάρχει και το υπέρτατο παράδειγμα, το τελευταίο, που κλείνει όλο το βιβλίο. Είναι το μικρό μαντίλι, με το φυλαγμένο απ΄ την πατρίδα χώμα. Εδώ πια δεν είναι η φωνή. Είναι η ίδια η σάρκα και το πνεύμα της Ιωνίας. Την κρατάμε, την αγγίζουμε, την ψάχνουμε σ΄ αυτή τη φούχτα απ΄ το δικό της χώμα. Μια φ υ σ ι ο λ ο γ ι κ ά γ λ υ κ ι ά π ί σ τ η χύνεται από την αφή μας μες στις φλέβες μας και στις καρδιές μας. Η Ιωνία δε χάθηκε. Η Ιωνία ζει. Ο χαμένος της προαιώνιος πολιτισμός υπάρχει. Μας τον έφερε το δράμα το φριχτό της Ιστορίας. Μας τον έφερε η προσφυγιά κοντά μας. Μας τον έφερες Εσύ, Ηλία Βενέζη.
Σκύβω και φιλώ το χώμα εκείνο πρώτα. ΄Επειτα, από μέρος όλων μας των αδελφών Κι μεγαλύτερος στα χρόνια, σκύβω και φιλώ μ΄ αυτό τον ίδιο πρόλογο και το δικό Σου μέτωπο, αδελφέ Ηλία Βενέζη.
9.1.1944

(Πρόλογος του ΄Αγγελου Σικελιανού στη δεύτερη έκδοση της "Αιολικής Γης"

Τώρα τ΄ ακούτε σαν παραμύθι, μα τότε ήταν ζωή!

Το βιβλίο «Το χαμένο ταίρι» είναι η προσωπική μαρτυρία μιας φαρμακωμένης γενιάς, όπως βίωσε την ιστορία, τη καταστροφή της Σμύρνης, την εγκατάσταση στην Ελλάδα, τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, την κατοχή και την αντίσταση. Κι όλ΄ αυτά μέσα από τις διηγήσεις της κυρα-Δέσποινας, της «γιαγιάς», χωρίς όνομα, χωρίς άλλα διακριτικά.
« Η γιαγιά… Δρυς που ρίχνει τη δροσερή σκιά της πάνω από τα κεφάλια μας. Απλή και αρχόντισσα όμως συνάμα. Αρχόντισσα στο φέρσιμο, στους τρόπους, κι αμύθητα πλούτη στην καρδιά. Σκληρή όταν πρέπει να επιβληθεί η τάξη, μα απρόσμενα γλυκιά όταν πρέπει να εξασφαλίσει τη νηνεμία γύρω της. Κρατάει ένα μαγικό ραβδάκι στα χέρια της αυτή η μικροσκοπική φιγούρα κι όλα τα μεταμορφώνει γύρω της. Κανέναν δεν ξεχωρίζει τούτη η γερόντισσα. ΄Ολους, δίχως εξαίρεση, τους έρανε με τη χρυσόσκονη που έχει φυλαγμένη μέσα στην καρδιά της. ΄Ένα χαρμάνι μας έχει κάνει όλους. Αξεχώριστοι. ΄Αντρες, γυναίκες, παιδιά κάτω από το θολό της βλέμμα. Το βλέμμα που θαρρείς πως μέρα – νύχτα ξαγρυπνά να μην αφήσει τίποτα να σκιάσει την ευτυχία μας σε όλα τα σπιτικά στο σόι». Της γιαγιάς , που «σαν καλά δοκιμασμένο καράβι δεν πτοούνταν, όπως άλλα πρωτοτάξιδα. Αυτή κάποτε αρμένιζε μονοσάνταλη για το άγνωστο και παρόλ΄ αυτά μπόρεσε να νικήσει το φόβο για να ζήσει. Ξεβράστηκε μια μέρα αλώβητη από τη λέμβο των συμφορών της κι όλα πήραν την πορεία τους με κατάληξη το δικό μας σήμερα.». Η γιαγιά που εκεί που περνούσε από τη στεριά στην αγκαλιά του πελάγους, η μια της παντούφλα έφυγε από το αριστερό της πόδι.
«΄Ένα χαμένο παπούτσι,
Μια χαμένη προσδοκία,
Ένα άπιαστο όνειρο,
Μια σβησμένη ελπίδα,
Ένα γυμνό πόδι,
Μια ολόγυμνη καρδιά,
Μια ξυπόλητη ύπαρξη,
Μονοσάνταλος καημός».
Με την υπόσχεση «Θα το φυλάξω το ορφανεμένο πατούμενο, μέχρι να ξανάρθω πίσω. Γιατί θα γυρίσω μια μέρα, μπουσουλώντας στα τέσσερα έστω, να ψάξω για το αδικοχαμένο ταίρι του. Εγώ ή κάποιος από τη φύτρα μου … Μια μέρα των ημερών θα το βρω». Σταθερή, δυνατή, μεγαλόψυχη : «αρμενίσαμε το ματωμένο πέλαο. Κλείσαμε τα μάτια να αποφύγουμε το κακό μπροστά μας. Δε χάσαμε όμως ούτε στιγμή τη ρότα μας. Δε λιποψυχήσαμε μπρος στο μίσος τους. Φύσηξε αεράκι και μας έφερε στη ζωή. Αν χάσαμε τα παπούτσια μας, γλιτώσαμε τα πόδια μας. Κι αν στερηθήκαμε τα πολλά, έχουμε τα λίγα … Κι αυτό λίγο δεν είναι, μα ούτε κι αρκετό». Με την απορία «Γλιτώσαμε άραγε; Ζήσαμε; Ποιος ξέρει; Γλιτώνει κανείς όταν ξεριζώνεται από τη γη του; Επιβιώνει ο άνθρωπος μισός κι ανέσωτος; … Τι είναι η ζωή; Να έχεις το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί κι ανάμεσα να χάσκει η θάλασσα που κοιτάει να σε αποπνίξει; Δεν ξέρω, κόρη μου, αν γλιτώσαμε τότενες. Δεν ξέρω αν ζούμε τώρα δα». Αλλά αισιόδοξη «κρατήσαμε τα γκέμια κόντρα στα ζιζάνια. Αντέξαμε την καχυποψία, ξεπεράσαμε το νέο πόλεμο που μας κήρυξαν εκεί, Δόξα σοι ο Θεός δε μας τσάκισε ο βοριάς τις ανεμοδαρμένες ιτιές. Κι αν μας λύγισε μια στάλα, δε μας σώριασε καταγής στο τέλος».
Το χαμένο ταίρι κρατά στη ζωή τη γιαγιά Δέσποινα. Αυτό δεν το ανταλλάσσει με όλα τα πλούτη Δύσης και Ανατολής. Κι αν φύγει από τη ζωή, υπάρχει η συνέχειά της για το ιερό καθήκον. Δε στέρεψαν οι ελπίδες. Ακόμα και τώρα που η δρυς του σπιτιού ψυχορραγεί, μια υπόσχεση ζωής μπορεί να κρατήσει άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας. Το μαγικό κουτί, ντυμένο από μεταξωτό ύφασμα κρατά στα σπλάχνα του μόνο τη μισή ευτυχία της γιαγιάς Δέσποινας. Το υπόλοιπο χάσκει στην αντίπερα όχθη από τότε, από τον ανίερο εκείνο διωγμό που άνοιξε βαθιές πληγές στα στήθια. ΄Ηταν τότε που μια φαρμακωμένη γενιά εγκατέλειπε κακήν κακώς την Ιωνία μας με πολλά δάκρυα και στεναγμούς. Μα το χαμένο ταίρι πρέπει να βρεθεί, για να αποκατασταθεί η τάξη των πραγμάτων, να μερώσει η ανησυχία.