Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Λάμνοντας πάνω νερά

Δύο φορές είχε αναβληθεί η χθεσινή εκδήλωση μέσα στη χρονιά που πέρασε. Όπως είπε στον χαιρετισμό του ο Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας , Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κ. Δημήτριος Κιρτάτας τίποτε δεν θα μπορούσε να εμποδίσει την πραγματοποίησή της , ούτε οι καταλήψεις των δρόμων ούτε οι καταλήψεις των Πανεπιστημίων . Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μας καθήλωσε την Τετάρτη με τον χειμαρρώδη και ακούραστο λόγο του στην αίθουσα Σαράτση του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. ΄Όταν έφθασα εκεί λίγο πριν από τις επτά, καμιά δεκαριά φοιτητές περίμεναν να παρακολουθήσουν την εκδήλωση. Αισθάνθηκα μια παγωνιά για την υποδοχή που ετοίμασε ο Βόλος στο μεγάλο μελετητή της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας. Ευτυχώς όμως μισή ώρα αργότερα η αίθουσα γέμισε και ο κόσμος συνέχισε να έρχεται σ΄ όλη τη διάρκεια της παρουσίασης.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης ξεκίνησε την ομιλία του με μία εξομολόγηση. Επειδή την ίδια μέρα και ώρα σε άλλο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου γινόταν μια εκδήλωσε κατά του καπνίσματος, ο πανεπιστημιακός δάσκαλος μας εκμυστηρεύτηκε την δική του εμπειρία κατά την προσπάθειά του για τη διακοπή του καπνίσματος. ΄Ετσι αφού ξεπέρασε την αρχική αμηχανία του, την οποία φαντάζονται δικαιολογεί η βαθιά γνώση, συνέχισε με το θέμα της εκδήλωσης.
Τίτλος της «Από την Οδύσσεια στην Ιλιάδα: πάνω νερά», ένας τίτλος που όπως

μας εξομολογήθηκε ο ίδιος ο καθηγητής ήταν «κλεμμένος» από το ποίημα του Σεφέρη Θερινό Ηλιοστάσι, Θ΄ , απόσπασμα του οποίου μας απήγγειλε:

Μιλούσες για πράγματα που δεν τά ΄βλεπαν
κι αυτοὶ γελούσαν.

Ὅμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
πάνω νερά·
να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
στα τυφλά, πεισματάρης
και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σαν το πολύροζο λιόδεντρο -
άφησε κι ας γελούν.

Στην περίπτωση αυτή ο υπότιτλος ανακλά τον επίτιτλο και ο επίτιτλος ανακλάται στον υπότιτλο, πάει να πει ότι διαβάζονται και στην σειρά που γράφονται και αντίστροφα. Υπάρχουν δύο απόψεις για τον ποιητή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι πρόκειται για τον ίδιο ποιητή , ο οποίος έγραψε την Ιλιάδα στα νιάτα του και η Οδύσσεια είναι ωριμότερη δημιουργία του. Κάποιοι άλλοι ισχυρίζονται ότι ο ποιητής της Οδύσσειας μαθήτευσε κοντά στον ποιητή της Ιλιάδας . Ο καθηγητής Δημ. Μαρωνίτης μυήθηκε πρώτα στο έργο του μαθητή και στη συνέχεια αναζήτησε το δάσκαλο. Τα ομηρικά έπη παραδόθηκαν στο χρόνο και αν ενθυμούμαι καλά τα λόγια του καταγράφηκαν πρώτα σε αλεξανδρινούς παπύρους και στη συνέχεια γύρω στον 11ο αιώνα στο Βυζάντιο.
Μετά από αυτή την εισαγωγή ο Δημήτρης Μαρωνίτης μας εξέθεσε το μανιφέστο του σχετικά με την μετάφραση . Δυστυχώς δεν μπόρεσα να συγκρατήσω και τους πέντε προβληματισμούς του, ενθυμούμαι πάντως κάποιους από αυτούς: αν δηλαδή η μετάφραση θα πρέπει να είναι πιστή ή άπιστη, σε ελεύθερη απόδοση, αν θα πρέπει να ακολουθεί το μέτρο του αυθεντικού έργου ή όχι, διατηρώντας πάντως ένα εσωτερικό ρυθμό και αν θα τηρεί τους κανόνες της ποίησης με ομοιοκαταληξία ή αν θα ακολουθεί τις επιταγές της σύγχρονης ποίησης σε ελεύθερο στίχο. Η λέξη «κείμενο» προέρχεται από το ρήμα «κείμαι» που σημαίνει ότι τα κλασικά κείμενα βρίσκονται σε κατάσταση νεκροφάνειας, ληθαργούν, και ο μεταφραστής , αλλά και ο αναγνώστης τα οδηγούν στην αφύπνιση. Η μετάφραση, μας είπε τέλος ο καθηγητής είναι μια πράξη φιλοξενίας, όπου ο ξενιστής και ο ξενιζόμενος συνυπάρχουν σε μια σχέση αλληλεπίδρασης.
Συνεχίζοντας ο μεγάλος δάσκαλος επιχείρησε μια σύγκριση ανάμεσα στα δύο έπη από την οποία συγκράτησα τα παρακάτω . Η Οδύσσεια μπορεί κανείς να πει ότι είχε ευτυχισμένο τέλος, από τη στιγμή που ο ήρωας και η οικογένειά του συναντώνται και σμίγουν, ενώ η Ιλιάδα είναι ένα έργο απαισιόδοξο, που τελειώνει με το θάνατο του ΄Εκτορα και με ισάριθμες απώλειες από τα δύο στρατόπεδα , των Αχαιών και των Τρώων. Ο ήρωας της Οδύσσειας εμφανίζεται στην 4η ραψωδία του έπους και υμνείται από τον ποιητή, ενώ ο ήρωας της Ιλιάδας Αχιλλέας μετά την εμφάνισή του στην πρώτη ραψωδία επανεμφανίζεται στην 18η ραψωδία και θεωρείται υπεύθυνος για όλα τα δεινά που συμβαίνουν τους Αχαιούς. Η Οδύσσεια είναι ένα έπος που δημιουργεί συγκίνηση και προσέγγιση προς τον ήρωά της, ενώ η Ιλιάδα είναι ένα έπος ακατάδεχτο.
Μιλώντας για την Ιλιάδα ο δάσκαλος αναφέρθηκε στην περιγραφή των μαχών , ότι δηλαδή μπορεί κανείς να παρατηρήσει κινηματογραφική πλοκή σ΄ αυτές. Πρώτα υπάρχει το μακρινό πλάνο, οι πολεμιστές συγκεντρώνονται, έπειτα το κοντινό, συμπλέκονται και τέλος το πλάνο εξ επαφής, συμπίπτουν. Μας μίλησε για τις παρομοιώσεις της Ιλιάδας, για την εξέλιξη της μετάφρασης. Βρίσκεται, μας είπε, στη μέση του δρόμου, οι δώδεκα ραψωδίες πρόκειται να εκδοθούν μέσα στους επόμενους μήνες.
Κι έπειτα γεμάτος συγκίνηση άρχισε την απαγγελία τμήματος της τέταρτης ραψωδίας. Ακούγοντάς τον καταλάβαμε νομίζω όλοι αυτό που μας είχε πει, πόσο δύσκολο είναι να περιγράψει κανείς τον παραλογισμό του πολέμου. Οι λέξεις έρρεαν, οι εικόνες διαδέχονταν η μία την άλλη, ο Φόβος που φόβιζε, ο Φόβος που φοβόταν και η ΄Ερις συναντήθηκαν μπροστά στα μάτια μας γεμίζοντάς μας φρίκη , ενώ η παρουσία της Αθηνάς υπήρξε απρόσφορη . Κι ότι ο ποιητής δεν γέρνει με το μέρος κανενός , ισάριθμοι οι νεκροί και από τα δύο στρατόπεδα.
Τελειώνοντας στη μικρή συζήτηση που ακολούθησε ο Δημήτρης Μαρωνίτης ανέτρεξε στον Ηρόδοτο ενθυμούμενος ότι με αφετηρία τον Ηρόδοτο προχώρησε στο πιο ώριμο έργο την Οδύσσεια και λάμνοντας πάνω νερά διαπίστωσε ότι το πιο ανατρεπτικό όλων των κλασσικών έργων ήταν η Ιλιάδα. Η συγκίνησή του ήταν έκδηλη καθώς άκουγε τις ερωτήσεις των ακροατών, μας ευχαρίστησε όλους για την παρουσία μας, μας συγκίνησε λέγοντας ότι στα μάτια μας είδε μια τρυφεράδα , μια «φιλότητα». Κι όταν κατέβηκε από το βήμα , δέχθηκε τις χειραψίες σχεδόν όλων, παλιών μαθητών του και σημερινών φιλολόγων, αναγνωστών , φίλων, με την υπόσχεση ότι είναι στη διάθεσή μας να έλθει να μας διαβάσει την Ιλιάδα, όπως έκανε άλλωστε στη διάρκεια του χειμώνα στο Μουσείο Μπενάκη
Μέσα στους επόμενους μήνες, σύντομα ελπίζω, θα κυκλοφορήσει ο πρώτος τόμος της Ιλιάδας και τον περιμένουμε με ανυπομονησία, καθώς η πρώτη αυτή επαφή «μας άνοιξε την όρεξη». Μιας Ιλιάδας που η προσέγγισή της μέσα από τη μετάφραση του Δημ. Μαρωνίτη στην ανταγωνιστική εποχή που ζούμε, στην εποχή των ΜΜΕ , της κατανάλωσης και της κατάθλιψης, ίσως μας οδηγήσει σε μονοπάτια αναζήτησης του ωραίου και του καλού, του ίδιου του εαυτού μας.

Γιάννης Ρίτσος: Ωραίος σαν ΄Ελληνας

Να με θυμόσαστε – είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρίς ψωμί , χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
για να σας φέρω ψωμί, νερό και τριαντάφυλλα. Την ομορφιά
ποτές μου δεν την πρόδωσα. ΄Ολο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.


Μ΄ αυτούς τους στίχους ξεκίνησε η εκδήλωση – αφιέρωμα του Δήμου Βόλου για το μεγάλο ποιητή της Ρωμιοσύνης. Η φωνή του Βασίλη Μητσάκη, κρυστάλλινη, ποιητική, δόνησε τα κύτταρά μας, κυριεύοντας το νου και το συναίσθημα και μας παρέσυρε σε μια θάλασσα ήχων και φωτός.

Και μη φοβάσαι.
Το έργο σου θα μείνει μες στο φως
Γιατί μέσα στο φως και με το φως
Έχτισες τις ημέρες σου.

Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Δημοτικό Θέατρο Βόλου την 1η Ιουνίου 2009 με τίτλο «Γιάννης Ρίτσος: ΄Ενας Επώνυμος Άγιος, Ωραίος σαν Έλληνας». Πήγα από νωρίς , ένα εικοσάλεπτο πριν τις εννιά, μόνη, όπως συνηθίζω τελευταία. Σύντομα το θέατρο γέμισε ασφυκτικά.
Η ηθοποιός Μαρίνα Δεδούση διαβάζοντας αποσπάσματα από το «Μαρτυρολόγιο του βίου του ποιητή» ,μας ταξίδεψε από τη Μονεμβασιά στο Γύθειο, στην Αθήνα, σε σανατόρια, στον ΄Αη Στράτη, στη Σάμο, στη Γυάρο, πίσω στην Αθήνα, κάνοντας μας κοινωνούς μιας ζωής γεμάτης αρρώστια, ανατροπές , πόλεμο, εξορία, κάψιμο βιβλίων αλλά και ελπίδα, πίστη, ανυπόταχτο πνεύμα, στίχους, διεθνή αναγνώριση, αγάπη.
Ο Βασίλης Αγροκώστας συγκλόνισε το θέατρο με τη φωνή του, από τον Επιτάφιο και το «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες» στο «Γιε μου , σπλάχνο των σπλάχνων μου», από τη Ρωμιοσύνη και το «αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό» στο Καπνισμένο Τσουκάλι και το «Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί να ΄ναι κι από αίμα». Η φωνή του Βασίλη Αγροκώστα τιμά το Βόλο, μας γεμίζει όλους περηφάνια. Γιατί εκτός από αυτή την ξεχωριστή φωνή που διαθέτει, είναι και ένας ξεχωριστός δάσκαλος για τα παιδιά μας στο Μουσικό Σχολείο Βόλου, ενθαρρύνοντας τα να αγαπήσουν και να τραγουδήσουν βυζαντινή και παραδοσιακή μουσική.
Το πιάνο της Κασσιανής Αμυγδαλίτση , διακριτικό και γεμάτο σεβασμό για τη μουσική που εδώ και δεκαετίες έχει σφραγίσει το έργο του ποιητή
Η Αμαλία Γκιζά με τη σονάτα του σεληνόφωτος, να μας βυθίζει με τη φωνή της μέσα στο στίχο, έτσι όπως την κοίταζα να απαγγέλει σαν να μου φάνηκε ότι ασήμιζαν τα μαλλιά της σ΄ ένα φως που θα μπορούσε να είναι το φως του φεγγαριού

΄Αφησέ με να ‘ ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι – δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. ΄Αφησέ με να ΄ρθω μαζί σου.
΄Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ΄ ακούσω. Σώπα.

Και πάλι ο Βασίλης Μητσάκης με το Ατελές Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων:

«…Και δεν είναι μονάχα οι Μάρτυρες που αγιάσαν με τις ίδιες τους τις πράξεις … αλλά και οι άλλου, οι ανώνυμοι, οι αφανείς, οι ταπεινόφρονες, …και μου είναι ανάγκη να τους εικονίσω, να τους τοποθετήσω στο εικονοστάσιο των ταπεινών ανωνύμων Αγίων μαζί με τη μητέρα μου, τη θεία ΄Ολγα … το Βαγγέλη, την Ανθούλα, να καίω ακοίμητη μπροστά τους την καντήλα του λαδιού, να τους ονοματίζω μ΄ ευλάβεια έναν έναν στην προσευχή μου … Κι αν μ΄ αξιώσει, όπως λένε, ο Θεός, κι η ζωή μου χαρίσει λίγους ακόμα χρόνους , λέω να συνεχίσω (όχι να συμπληρώσω και να ολοκληρώσω) , να συνεχίσω το Εικονοστάσιό μου των Ανωνύμων Αγίων…»
Η Ρούλα Κακλαμανάκη, γνωστή ποιήτρια και συγγραφέας, μας θύμισε ότι μπορεί ο Ρίτσος σήμερα να είναι απών, ταυτόχρονα όμως είναι και παρών με το έργο του και την πνευματική του κληρονομιά.

«Ένα ψηλό παράθυρο είναι το τραγούδι. Βλέπει στο δρόμο, βλέπει και στον ουρανό. Απ` αυτό το παράθυρο κοιτάμε τον κόσμο».

Στο τέλος ο Βασίλης Αγροκώστας , μετά το θερμό χειροκρότημα της λήξης της εκδήλωσης , μας αποχαιρέτησε με ένα ακόμη ποίημα του Γιάννη Ρίτσου μελοποιημένο από το Μάριο Τόκα , ένα ποίημα που φανερώνει μια άλλη διάσταση της ποίησης του μεγάλου ποιητή: ότι πέρα από τους στίχους τους αφιερωμένους στη λευτεριά, την ισότητα και τη δικαιοσύνη, έγραφε με την ίδια έμπνευση και ερωτικούς στίχους.
Προφητικά ο μεγάλος Κωστής Παλαμάς τον έχρισε διάδοχό του με τα λόγια «Παραμερίζουμε, ποιητή, για να περάσεις».

Δεν κλαίω γι΄ αυτά που μου ΄χεις πάρει
Για αυτά που μου ΄χεις αρνηθεί
Μου ΄χεις χαρίσει ένα φεγγάρι
Γαλάζιο, ανείπωτο, βαθύ

Αν μπορούσα να μιλήσω για το αφιέρωμα αυτό με δυο λόγια, το μόνο που θα έλεγα είναι ότι αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση που ήμουν εκεί.