Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Το άρωμα του ονείρου

Το άρωμα του ονείρου είναι ένα έπος που αρχίζει στα δάση της αρχαίας Βοημίας και δεν τελειώνει παρά απόψε, στις εννιά η ώρα το βράδυ (ώρα Παρισιού). Είναι, ακόμη ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα με ήρωα ένα επιστάτη που έχει χάσει ένα μπλε μπουκάλι. ΄Ένα μπουκάλι πολύ παλιό που έχει χαραγμένη πάνω του την εικόνα ενός θεού με κέρατα τράγου. Αν το υγρό μέσα σ΄ αυτό το μπουκάλι είναι πραγματικά η μυστική ουσία του σύμπαντος, όπως πιστεύουν μερικοί, θα πρέπει να βρεθεί γρήγορα, γιατί εξατμίζεται και έχουν απομείνει μόνο δύο σταγόνες.
"Η ύπαρξη μπορεί να επαναπροσδιοριστεί" αναδύεται μέσα στο νου του Αλομπάρ η σκέψη, καθώς ανακαλύπτει τη μοναδικότητα και τη διαφορετικότητά του μέσα στα πλαίσια μιας φυλής που τον απορρίπτει. Ο άνθρωπος όμως θα προσπαθήσει να καθυποτάξει το θάνατο μόνο με τη διανοητική ευφυΐα. Αλίμονο, πολεμώντας μόνο με τη λογική, χωρίς να βελτιώνεται στο επίπεδο της ψυχής, ποτέ δε θα κατακτήσει την πραγματική αθανασία.". Παράλληλα οι προβληματισμοί αυτοί για τη υγεία και μακροζωία ανοίγουν το δρόμο για τολμηρές σκέψεις, όπως «δεν είναι το μεγάλωμα εκείνο που οδηγεί στο θάνατο, αλλά η πεποίθηση πως το μεγάλωμα οδηγεί στο θάνατο, είναι εκείνη που οδηγεί στο θάνατο… Ο άνθρωπος γερνάει γιατί αφήνει το σώμα του να σκουριάσει…». Ο Αλομπάρ και η Κούδρα επινοούν ένα πρόγραμμα βασισμένο στα τέσσερα στοιχεία: συνδέουν τον αέρα με την αναπνοή, το νερό με το ζεστό μπάνιο, τη φωτιά με το σεξ και τη γη με το φαγητό. Σ΄ αυτά είναι δυνατόν να εισαχθεί κι ένα πέμπτο στοιχείο, η θετική σκέψη, η θέληση δηλαδή για ζωή, που αποτελεί ένα διεγερτικό για τη μακροζωία με σημαντική σπουδαιότητα.

Με αυτές τις τεχνικές οι δύο ήρωες καταλήγουν στο Κ 23, το άρωμα που τους σημαδεύει, ένα άρωμα ολότελα δικό τους, με το οποίο θα μπορούσαν πάντα να βρουν ο ένας τον άλλον αν χανόντουσαν στις αίθουσες του θανάτου, στο ταξίδι τους στην ΄Άλλη ΄Οχθη, καθώς η μακροζωία για χάρη της μακροζωίας δεν είναι αρκετή και το ταξίδι ανάμεσα στις δύο όχθες αρχίζει να απασχολεί το νου των δύο ηρώων: «΄Εχουμε περάσει το κατώφλι του σπιτιού της θεϊκής γνώσης, αλλά χρονοτριβούμε στον προθάλαμο θαυμάζοντας τις ταπετσαρίες του και αποφεύγουμε τις κύριες αίθουσές του. Γιατί αντιστεκόμαστε να εξερευνήσουμε την έπαυλη στην οποία είχαμε το μοναδικό προνόμιο να μας επιτραπεί η είσοδος;». ΄Ένα άρωμα που η δημιουργία του αποτελεί το μονοπάτι για την αιωνιότητα: «Η γύρη του παντζαριού με τη γοητευτική αμφιθυμία της, είναι το άρωμα του παράδοξου, του γιανγκ και συνάμα του γιν, της ζωής και του θανάτου, συνδυασμένων σε μια φυτική απολυτότητα…. Σαν αστακός μ΄ ένα μαργαριτάρι στις δαγκάνες του, το παντζάρι κράτησε το γιασεμί σταθερά, δίχως να το συντρίψει ή να το επισκιάσει. Το παντζάρι ανύψωσε το γιασεμί όπως ένας στιβαρός χορευτής σηκώνει μια μπαλαρίνα και το ζευγάρι βγήκε στη σκηνή με τη συνοδεία των μουσικών τόνων του κίτρου.».
Η Πρισίλα στο Σηάτλ, η μαντάμ Ντεβαλιέ και η Β΄λυ στη Νέα Ορλεάνη, ο Κλώντ και ο Μαρσέλ στο Παρίσι στροβιλίζονται γύρω από τον Αλομπάρ και την Κούδρα, καθώς η μυρωδιά είναι η αδελφή του φωτός, είναι το αριστερό χέρι του υπέρτατου, δένει το αιώνιο με το πρόσκαιρο, δένει τη μία ΄Οχθη με την ΄Άλλη ΄Οχθη κι έτσι είναι κάτι πολύ ευαίσθητο, εύκαμπτο και ίσως επικίνδυνο. Το άρωμα είναι ένας αγωγός για τις πρώιμες αναμνήσεις μας και ο συνοδός μας καθώς περνάμε στην επόμενη ζωή. Είναι ο ισχυρότερος συνδετικός μας κρίκος με το παρελθόν και ο πιο κοντινός συνταξιδιώτης μας στο μέλλον. Το άρωμα μπορεί κάλλιστα να είναι η υπογραφή της αιωνιότητας.

΄Όλα τα παραπάνω συνοψίζονται για τον Τομ Ρόμπινς, σε ένα λαχανικό, το παντζάρι.
΄Ετσι ξεκινά το ξεχωριστό αυτό βιβλίο του, έτσι το κλείνει, τονίζοντας ότι «τόσο η νοσταλγία όσο και η ελπίδα αποτελούν εμπόδια της αυθεντικής εμπειρίας.». ΄Οσο για την επιθυμία, η Κούδρα μας λέει ότι «η λέξη «επιθυμία» υποδηλώνει κάτι που δεν έχουμε. Αν έχουμε κιόλας τα πάντα, τότε δεν μπορεί να υπάρξει καμιά επιθυμία, αφού δεν έχει απομείνει τίποτα που να το θέλουμε. Για να εξαλείψουμε την ταραχή και την απογοήτευση της επιθυμίας, δεν χρειάζεται τίποτ΄ άλλο παρά να κατανοήσουμε το γεγονός ότι έχουμε όλα όσα θέλουμε και χρειαζόμαστε εδώ και τώρα.». Ενώ ο Αλομπάρ δε διστάζει να φιλοσοφήσει: «΄Όταν ταυτιζόμαστε με τις επιθυμίες μας και τις παίρνουμε πολύ στα σοβαρά, όχι μόνο αυξάνουμε την ευπάθειά μας στην απογοήτευση, αλλά, στην ουσία, δημιουργούμε ένα κλίμα αφιλόξενο για την ελεύθερη και αβίαστη εκπλήρωση αυτών των επιθυμιών.».


Η ΣΠΕΣΙΑΛΙΤΕ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Το παντζάρι είναι το πιο έντονο ζαρζαβατικό. Το ραπανάκι αναμφίβολα, είναι πιο καυστικό, αλλά η κάψα του είναι μια παγερή φωτιά, είναι η καούρα της δυσαρέσκειας, όχι η φλόγα του πάθους. Οι ντομάτες είναι αρκετά εύρωστες κι όμως, τις διαπερνάει ένα υπόγειο ρεύμα ελαφρότητας. Τα παντζάρια έχουν μια θανάσιμη σοβαρότητα. …
Το παντζάρι είναι το μελαγχολικό ζαρζαβατικό, το πιο πρόθυμο να υποφέρει. Δεν μπορείς να βγάλεις αίμα στίβοντας ένα γογγύλι…
Το παντζάρι είναι ο φονιάς που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος. Το παντζάρι είναι ό,τι ακριβώς συμβαίνει στο κεράσι όταν συνουσιάζεται μ΄ ένα καρότο. Το παντζάρι είναι ο αρχαίος πρόγονος του φθινοπωριάτικου φεγγαριού, γενειοφόρο, θαμμένο, αλλά όχι απολιθωμένο, είναι τα βαθυπράσινα πανιά της προσαραγμένης φεγγαρόβαρκας ραμμένα με ίνες αρχέγονου πρωτοπλάσματος, είναι το κορδόνι του χαρταετού που κάποτε συνέδεε τη Σελήνη με τη Γη, τώρα ένα λασπωμένο γατομούστακο που σκάβει απελπισμένα για ρουμπίνια…

Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ

Το παντζάρι είναι το πιο έντονο ζαρζαβατικό. Το κρεμμύδι έχει τόσες σελίδες όσο το Πόλεμος και Ειρήνη και καθεμιά τους είναι αρκετά αψιά για να κάνει ακόμα κι έναν δυνατό άντρα να δακρύσει, αλλά όσες οι φιλντισένιες περγαμηνές του κρεμμυδιού καθώς και ο πράσινος κεντριστικός σελιδοδείκτης του γρήγορα απανθρακώνονται από τα στομαχικά υγρά και τα βακτηρίδια των εντέρων. Μόνο το παντζάρι εγκαταλείπει το σώμα με το ίδιο χρώμα που είχε όταν έμπαινε σ΄ αυτό.
Τα παντζάρια που τρώγονται στο δείπνο, όταν έρθει το πρωί, γεμίζουν τη λεκάνη της τουαλέτας με κοκκινόψαρα που η απόχρωσή τους πιστοποιεί τη χρωματική ασυλία του παντζαριού από τα παντοδύναμα χωνευτικά οξέα και τα αεικίνητα μικρόβια, που μπορούν να μετατρέψουν την πιο κόκκινη πιπεριά, το πιο πορτοκαλί καρότο και το πιο πράσινο κολοκύθι σε μια ενιαία και αηδιαστική καφετιά μάζα.
΄Όταν γεννιόμαστε, είμαστε κοκκινοπρόσωποι, στρογγυλοί, έντονοι και αγνοί. Μέσα μας καίει η πορφυρή φλόγα της παγκόσμιας συνείδησης. Βαθμιαία, όμως, καταβροχθιζόμαστε από γονείς, μασιόμαστε από σχολεία, τρωγόμαστε από συμμαθητές, καταπινόμαστε από κοινωνικούς θεσμούς και ροκανιζόμαστε από τις κακές συνήθειες και την ηλικία. Κι όταν πια μας έχουν μηρυκάσει και χωνέψει αυτά τα έξι στομάχια, βγαίνουμε από μέσα τους σαν μια ενιαία και αηδιαστική καφετιά μάζα.
Το δίδαγμα, λοιπόν του παντζαριού είναι το εξής: Διατηρείστε τη θεϊκή κοκκινίλα σας, την έμφυτη ροζ μαγεία σας, ειδάλλως θα καταλήξετε καφέ. ΄Ετσι και καταλήξετε καφέ, ξέρετε τι σας περιμένει: καφές, καφετζούδες, χαρτορίχτρες, τσαρλατάνοι, ψυχοσωτήρες…

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

H "Αιολική Γη" με μαγεύει ...

Θα ήταν δύσκολο και ανακριβές να χαρακτηρίσει κανείς την Αιολική Γη τυπικό μυθιστόρημα. Πρόκειται μάλλον για εκτενή τοιχογραφία ιστοριών και θρύλων, που συγγενεύει με το παραμύθι και που ερωτοτροπεί με το χρονικό. ΄Όχι τόσο επειδή ο αναγνώστης μεταφέρεται σε περιοχές όπου άλλοτε ανθούσε το ανύπαρκτο εκεί σήμερα ελληνικό στοιχείο και επικοινωνεί με συνήθειες και έθιμα αλλοτινών καιρών, όσο επειδή τα πρόσωπα, τα περιστατικά και οι πάσης φύσεως αφηγήσεις που παρεμβάλλονται στον κύριο κορμό της πλοκής υπακούουν σε άγραφους κώδικες συμπεριφοράς, σε αρχές και αξίες που σταδιακώς παύουν να ισχύουν – αν και δεν έχουν οριστικά λησμονηθεί στην καθημερινή διαβίωση της σύγχρονης κοινωνίας. Η Αιολική Γη περιγράφει η ζωή σ΄ ένα τσιφλίκι της Μικράς Ασίας, κάτω από τα βουνά Κιμιντένια, στις αρχές του εικοστού αιώνα, μέχρι την έναρξη του πολέμου, το καλοκαίρι του 1914. Τα περισσότερα πρόσωπα του έργου ανταποκρίνονται σε αρχέτυπα, όπως τα έχει καθορίσει η μακροχρόνια παράδοση και η κοινή συνείδηση: οι σεβάσμιες μορφές του παππού και της γιαγιάς, με ό,τι συνεπάγεται η σοφία των χρόνων που τους βαραίνει, αλλά και η πολύχρονη αγάπη και αμοιβαία αφοσίωση και στοργή που τους συνδέει, ο ληστής Αντώνης Παγίδας, φόβος και τρόμος της περιοχής, που ξέρει όμως να γίνεται δίκαιος, έντιμος και απροσδόκητα τρυφερός, οσάκις αντιμετωπίζει αδύναμες ανθρώπινες στιγμές, ο κυνηγός με τα κίτρινα άστρα στο μαντίλι του, πρότυπο υπακοής, παλικαριάς και πίστης στα αφεντικά του, ο σαλεμένος από τον έρωτα σαμαράς που ψάχνει να βρει το «αεικίνητο» για να εντυπωσιάσει την αταίριαστη γι΄ αυτόν γυναίκα που αγάπησε ή, ακόμη, ο φτωχός καμηλιέρης που έχασε και ψάχνει να βρει το καμήλι με το άσπρο κεφάλι, σπάνιο είδος που δεν υπάρχει, δείγμα κι αυτός του ανθρώπου που αφοσιώνεται εφ΄ όρου ζωής στο κυνήγι μιας χίμαιρας, ο γερο-Ιωσήφ, τέλος, περίπτωση άτυχου νησιώτη που ήρθε να εργαστεί στη Μικρασία και δεν κατάφερε να προκόψει, ο οποίος δένεται με τη γη και με τα δέντρα που έμαθε να μπολιάζει. Χωρίς δική του οικογένεια, χωρίς βιος και χωρίς μέλλον, λόγω της ηλικίας του, είναι ο μόνος που αρνείται να εγκαταλείψει το υποστατικό, παρά το βέβαιο τέλος που του επιφυλάσσει η επέλαση των Τούρκων.
Ανάμεσα σε τέτοια πρόσωπα και με τέτοιες ιστορίες μεγαλώνουν και ανακαλύπτουν τον κόσμο και τους ανθρώπους τα μικρά κορίτσια της οικογένειας και ο μικρότερος αδερφός τους, ο αφηγητής του βιβλίου, μέσα από τα μάτια και τα συναισθήματα του οποίου παρακολουθούμε να εκτυλίσσονται και να ερμηνεύονται τα γεγονότα. Δεν είναι, όμως, μόνον οι ανθρώπινες φιγούρες που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο. Εξίσου σημαντικό και πρωτεύονται ρόλο παίζει το ίδιο το φυσικό περιβάλλον: η γη, τα δέντρα, τα βουνά, η θάλασσα, τα ζώα – αγριογούρουνα και χελώνες, άλογα και καμήλες, τσακάλια και αητοί, σκουλήκια και αρκούδες. Η προαιώνια συνύπαρξη του ανθρώπου και των λοιπών έμβιων όντων συγκροτεί τους συνεχείς, αλληλένδετους κρίκους μιας αδιατάρακτης οικολογικής αλυσίδας, την οποία κάποτε ο Βενέζης, δεν διστάζει να περιγράψει, δίνοντας ανθρώπινη φωνή και ανθρώπινες ιδιότητες στα άψυχα …
Το να περιγράφεις πώς ανακαλύπτει σιγά σιγά τον κόσμο η αθώα παιδική ψυχή και πώς δέχεται και αντιμετωπίζει τα θεμελιώδη ερωτηματικά που έχουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συνειδητοποιήσει οι μεγάλοι και έχουν συμφιλιωθεί μαζί τους ( το σκοτεινό ρίγος του ερωτικού ενστίκτου, το φόβο του θανάτου, τον παραλογισμό του πολέμου) είναι για ένα συγγραφέα δουλειά πολύ περισσότερο δύσκολη απ΄ ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Ο Βενέζης έχει καταφέρει με ιδιαίτερη μαστοριά να ισορροπήσει την αφήγησή του, από τη μια μεριά ανάμεσα στην παιδική έκσταση και απορία και από την άλλη στον σκληρό κόσμο των μεγάλων. Ο τρυφερός τόνος που διατρέχει όλες τις σελίδες του βιβλίου δεν κάνει παραχωρήσεις στη γλυκερότητα. … ΄Όλα τα πρόσωπα που κυκλοφορούν στα βιβλία του, πρωτεύοντες και δευτερεύοντες ήρωες, φαίνονται υποταγμένα στις αναπόφευκτες βουλές της μοίρας. Δέχονται την όποια μοίρα τους, δεν αντιδρούν δυναμικά, μοιάζουν να είναι βουτηγμένοι στη μακαριότητα της ανατολικής σοφίας που δεν μπορεί και δεν θέλει να αλλάξει την τάξη του κόσμου. Τα αόρατα νήματα που ορίζουν όχι μόνο την ανθρώπινη ζωή, αλλά και την τύχη όλων των πλασμάτων που ζουν πάνω στη γη, οδηγούν κάποτε σε απροσδόκητες και αναπάντεχες μεταξύ τους διασυνδέσεις. Η πολυπλοκότητα και το αναπόφευκτο του πεπρωμένου περιγράφονται πολύ χαρακτηριστικά στο ένατο Κεφάλαιο του Δεύτερου μέρους του βιβλίου. Ο κυνηγός που φορά το μαντήλι με τα κίτρινα άστρα πηγαίνει, κρυφά απ΄ όλους, να σκοτώσει την αρκούδα για να πάρει το μικρό της και να το χαρίσει στην ξενόφερτη κυρά του, την Ντόρις. Αυτή ακριβώς η αποκοτιά και η ανυπακοή του θα σημάνει την αρχή του τέλους της ευτυχισμένης ζωής στα Κιμιντένια.


Πρόλογος του Δημήτρη Δασκαλόπουλου στην τεσσαρακοστή όγδοη έκδοση της «Αιολική Γης»

Στο Αιγαίο, ενώ η Συμφωνία τελειώνει

…Τα άστρα όλα έχουν βγει. Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα παιδικά όνειρά μας. Το κύμα χτυπά τη μάσκα του καϊκιού μας και τα κοιμίζει. Κοιμηθείτε, όνειρά μας. Στην ξένη χώρα που πάμε, πρόσφυγες, τι άραγες να μας περιμένει, τι μέρες να είναι ν΄ ανατείλουν;
Η Λένα αποκοιμήθηκε. ΄Ηθελε πολύ τον τόπο με το κοκκινόχωμα. Εκεί θα ζούσε με τον άντρα που θα ΄παιρνε, και θα ΄κανε πολλά παιδιά, και θα είχαν κουνέλια και περιστέρια κι άλλα πολλά. ΄Όχι, η Λένα δε μελετούσε ταξίδια σε θάλασσες, δεν ήθελε να τη χωρίσουν απ΄ τα Κιμιντένια. Δεν το ήθελε.
Η Αγάπη έχει στυλώσει αφηρημένα τα μάτια της στα άστρα. Πόσο πολύ τα μελέτησε τον τελευταίο καιρό, πόσο πολύ μέτρησε τις αποστάσεις τους με τους αριθμούς! ΄Όμως τώρα που τα κοιτάζει, φεύγοντας απ΄ τη γενέθλια γη για δύσκολους δρόμους, τώρα μόνο το ανακαλύπτει: βλέπει πως αυτό ήταν το λάθος της, το ανεπανόρθωτο λάθος. Τα άστρα της ξέφυγαν. ΄Όταν εμείς ζούσαμε τις χίμαιρές μας στα φαράγγια της Ανατολής, όταν δημιουργούσαμε παντοτινούς συντρόφους που έμελλε πια να μας ακολουθούν σ΄ όλες τις πικρές μέρες του μέλλοντος, εκείνη ήθελε να κατεβάσει, τόσο μικρή, τον ουρανό στη γη.
Καημένη Αγάπη… Καημένη Αγάπη…
Είναι κάπου, σ΄ ένα υποστατικό της Ανατολής, κάτω απ΄ τα βουνά που τα λένε Κιμιντένια, ένα δωμάτιο «Κίτρινο». Τα σπαθιά, που είναι κρεμασμένα κει μέσα, τις νύχτες ξυπνούνε. Από κει κάποτε πέρασε ένας άνθρωπος. Πορευόταν τους δρόμους της Ανατολής γυρεύοντας ένα καμήλι με άσπορο κεφάλι. Το μοναδικό καμήλι με άσπρο κεφάλι που κάποτε πέρασε απ΄ τη ζωή του και χάθηκε. Οι άνθρωποι τον περιπαίζανε, μα αυτός δεν τους άκουγε. Επειδή δεν μπορούσε να το πιστέψει, επειδή δεν ήθελε να το πιστέψει πως το καμήλι με το άσπρο κεφάλι χάθηκε, πως πια δε θα υπάρξει στη ζωή του.
Απ΄ το ίδιο μέρος πέρασε κ΄ ένας άλλος άνθρωπος. Τραβούσε για τη μακρινή την Ιερουσαλήμ, κυνηγώντας να πιάσει τους ήχους, να κάμει τους ήχους να μη σωπαίνουν μέσα σ΄ ένα ρολόι με χρυσούς σάτυρους. «Ξέρεις πού είναι οι ΄Αγιοι Τόποι, πού είναι η Ιερουσαλήμ;» του λέγαν οι συμπονετικοί άνθρωποι. «Θα πρέπει να περάσεις την Ανατολή ολάκερη…» «Θα περάσω την Ανατολή ολάκερη…», τους αποκρινόταν βαθιά, γαλήνια και πειστική η φωνή του πάθους.
Εκεί, κάτω απ΄ τα βουνά που τα λένε Κιμιντένια, είναι μια σπηλιά όπου πάνε τ΄ αγριογούρουνα που γέρασαν, για να πεθάνουν. Μια σαλαμάντρα, μια μικρή χελώνα, μια κρεμασμένη νυχτερίδα περιμένουν το θάνατο. Δεν προλάβαμε, ΄Αρτεμη, να κρεμάσουμε στο λαιμό μας το ψιλό κόκκαλο του πουλιού, πλάι στο χρυσό σταυρό μας. ΄Ετσι θα μας αγαπούσαν όλοι. Μα δεν προλάβαμε.
΄Όμως, παραπέρα, πέρα απ΄ το Ποτάμι των Τσακαλιών, είναι η φωλιά του αητού. Εκεί μια καλοκαιρινή μέρα ήρθε η καταιγίδα. Ας είναι βλογημένη. ΄Ολες πια οι καταιγίδες που είναι να ΄ρθουν θα θυμίζουν εκείνη. Ας είναι ευλογημένη.
Και πιο πάνω ακόμα, πέρα απ΄ τη χώρα με τις οξιές, πέρα απ΄ τη χώρα με τις αγριοβαλανιδιές, στο φρύδι της μεγάλης χαράδρας, μια ντουφεκιά που πέφτει βρίσκει τη μεγάλη αρκούδα του Λιβάνου. ΄Εχει ένα μωρό, ένα αρκουδάκι με μαύρη τρίχα. Η μεγάλη αρκούδα θα πεθάνει. Κ΄ ένας κυνηγός, που έχει στο κεφάλι του μαντίλα με άσπρα άστρα, κι αυτός θα πεθάνει. «Γιατί;» λένε οι τσαλαπετεινοί και τ΄ αγριοπερίστερα. «Για την αγάπη», αποκρίνουνται οι βαλανιδιές.
΄Αρτεμη, εσύ κι εγώ δε θα ΄μαστε, ΄Αρτεμη, στην ξένη χώρα έρημοι. Από δω και πέρα σ΄ όλες τις μέρες, ως την άκρη του τέλους, δε θα ΄μαστε έρημοι.
Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα όνειρά μας.
Η γιαγιά μας κουράστηκε. Θέλει να γείρει το κεφάλι της στα στήθια του παππού, που έχει καρφωμένα πίσω τα μάτια του μπας και ξεχωρίσει τίποτα απ΄ τη στεριά, τίποτα απ΄ τα Κιμιντένια. Μα πια δε φαίνεται τίποτα. Η νύχτα ρούφηξε μέσα της τα σχήματα και τους όγκους.
Η γιαγιά γέρνει το κεφάλι της να το ακουμπήσει στα στήθια που την προστατέψανε όλες τις μέρες της ζωής της. Κάτι την μποδίζει και εν μπορεί να βρει το κεφάλι ησυχία: Σαν ένας βόλος να είναι κάτω απ΄ το πουκάμισο του γέροντα.
- Τι είναι αυτό εδώ; ρωτά σχεδόν αδιάφορα.
Ο παππούς φέρνει το χέρι του. Το χώνει κάτω απ΄ το ρούχο, βρίσκει το μικρό ξένο σώμα που ακουμπά στο κορμί του και που ακούει τους χτύπους της καρδιάς του.
- Τι είναι;
- Δεν είναι τίποτα, λέει δειλά ο παππούς, σαν παιδί που έφταιξε. Δεν είναι τίποτα. Λίγο χώμα είναι.
Ναι, λίγο χώμα απ΄ τη γη τους. Για να φυτέψουν ένα βασιλικό, της λέει, στο ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται.
Αργά τα δάχτυλα του γέροντα ανοίγουν το μαντήλι όπου είναι φυλαγμένο το χώμα. Ψάχνουν κει μέσα, ψάχνουν και τα δάχτυλα της γιαγιάς, σα να το χαϊδεύουν. Τα μάτια τους, δακρυσμένα, στέκουν εκεί.
- Δεν είναι τίποτα λέω. Λίγο χώμα.
Γη, Αιολική Γη. Γη του τόπου μου.

1914

Τα Κιμιντένια κουράστηκαν φέτος. Πολύ κουράστηκαν. Ανυπόμονα περιμένουν τη νύχτα να ΄ρθει. Οι οξιές το βλέπουν πρώτες, ύστερα το βλέπουν οι βαλανιδιές.
Λένε στη νύχτα:
«΄Ελα πια. ΄Ελα κι η μάνα μας τα Κιμιντένια κουράστηκαν. ΄Ελα να τα ξεκουράσεις».
«Τι να σας κάμω;» τους λέει η νύχτα. «Είναι ακόμα καλοκαίρι. Οι μέρες είναι πολύ μεγάλες. Ο ήλιος αργεί να βασιλέψει».
Τότε οι οξιές παρακαλούν τα σύννεφα.
Τους λένε:
«Ο ήλιος αργεί να βασιλέψει. Ας πάει ένας σύντροφός σας να τον σκεπάσει. Βοηθείστε τη μάνα μας, τα Κιμιντένια, να ξεκουραστεί νωρίς».
΄Ένα μαύρο σύννεφο σηκώνεται στον καταγάλανο ουρανό, πορεύεται απ΄ τ΄ ανατολικά, τραβά κατά τη δύση, και κρύβει τον ήλιο. ΄Ένα θεόρατο μαύρο σύννεφο. Κ΄ η Αιολική γη απότομα σκοτεινιάζει. Οι τσαλαπατεινοί και τ΄ αγριοπερίστερα, που παίζαν στο γαλάζιο φως, άξαφνα βρίσκουνται τυλιγμένα στη σκιά που έρχεται απ΄ το ύψος. Οδηγημένα απ΄ το ένστιχτό τους αρχίζουν να τρέχουν τρομαγμένα για να τρυπώσουν στις φωλιές τους.
Τρέχουν φωνάζοντας:
«Η θύελλα! Η θύελλα έρχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Το ακούν οι πράσινες σαύρες, το ακούνε τα τσακάλια του ρουμανιού, ο φόβος περνά απ΄ τα μάτια τους. ΄Όλα φωνάζουν σπαραχτικά:
«Η θύελλα έρχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Μια μικρή χελώνα, που περιμένει αναποδογυρισμένη το θάνατο στη σπηλιά των αγριογουρουνιών, ακούει τη φωνή των πουλιών και των αγριμιών. Συμμαζώνεται τρομαγμένη μες στο καβούκι της και, μ΄ όλον που περιμένει το θάνατο, μ΄ όλον που αυτή μονάχα το θάνατο περιμένει, ωστόσο ανατριχιάζει σαν όλα τα πλάσματα της γης.
«Η θύελλα έρχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Μάταια οι οξιές αγωνίζουνται να παλέψουν τον πανικό, μάταια λένε:
«Μην κάνετε έτσι! Δεν έρχεται η θύελλα! Εμείς παρακαλέσαμε το σύννεφο να σκεπάσει τον ήλιο!»
Ας λένε. Κανένας δεν τους ακούει. Γιατί στα Κιμιντένια βαθύ και ακατάλυτο βασιλεύει το ένστικτο. Κι αυτό έδωσε στα πλάσματα τη σοφία να ξέρουν πως πέρα απ΄ ό,τι με τη θέλησή τους άρχισε, πέρα απ΄ τις επιθυμίες κι από τις πράξεις, υπάρχει η σκοτεινή δύναμη που παίρνει στα χέρια της και δίνει αυτή πια κίνηση, με τον τρόπο που θέλει και στο δρόμο που θέλει, σε επιθυμίες και πράξεις.
«΄Όχι! ΄Όχι! Η θύελλα είναι! Η θύελλα έρχεται!»
Τότε σαλεύουν αργά τα Κιμιντένια. Τινάζουν από πάνω τους τον ύπνο που έρχεται να τα ξεκουράσει, σηκώνουνται, κοιτάνε δεξιά ζερβά. Βλέπουν κατά τα δυτικά το μαύρο σύννεφο. Στρέφουν τα μάτια τους στον ουρανό ψηλά. Ξέρουν πως σε λίγο θα βγούνε τ΄ άστρα. Μπορεί και το μαύρο σύννεφο που το φώναξαν οι οξιές να σκορπίσει και να φύγει, μόλις ο ήλιος βασιλέψει. Σίγουρα θα φύγει. Κι όμως, τώρα πια και τα Κιμιντένια είναι σίγουρα. Γιατί ζήσαν πολύ στη ζωή τους και μάθαν πολύ πιο πολλά απ΄ όσα ξέρουν οι οξιές, οι τσαλαπετεινοί, τ΄ αγριογούρουνα και τα τσακάλια.
Ξέρουν πια και τα Κιμιντένια πως η θύελλα έρχεται. Ωστόσο, επειδή έτσι πάντα γίνεται, ίσαμε την τελευταία στιγμή να ελπίζουμε γι΄ αυτό που είμαστε σίγουροι πως είναι πια ανεπανόρθωτο, τα Κιμιντένια στρέφουν στα βουνά κατά τα δυτικά, στα βουνά κατά τ΄ ανατολικά. Ρωτάνε το Καζ-Νταγ, τα βουνά τα πέρα απ΄ το Αιγαίο, τα πέρα απ΄ τον Ελλήσποντο, τα πέρα απ΄ το Δούναβη, θεό των ποταμών.
Ρωτάνε να βεβαιωθούν: «Είναι αλήθεια, αδελφοί μου, πως έρχεται;»
Και τα βουνά όλα, απ΄ τη μακρινή Βοσνία, απ΄ το μακρινό Δούναβη, όλα αποκρίνουνται λυπημένα:
«Είναι αλήθεια, αδελφέ μας! ΄Ερχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Τελευταίοι οι άνθρωποι, τελευταίοι απ΄ όλα τα πλάσματα που ζουν στα Κιμιντένια γιατί απ΄ όλα είναι οι έσχατοι, παίρνουν το μήνυμα. ΄Ερχεται πυκνή βουή το κύμα, ταξιδεύει, χτυπιέται και δέρνεται, ολοένα φουσκώνει κι ολοένα μανιάζει:
«΄Ερχεται! Η θύελλα έρχεται! ΄Ερχεται ο πόλεμος!»
Κ΄ ενώ τα άστρα πάνω απ΄ την Αιολική γη κοιτάνε ατάραχα, οι καρδιές των ανθρώπων λουφασμένες ανοίγουν για να ΄μπει ο Φόβος – οι καρδιές των δυστυχισμένων ανθρώπων. (σελ. 267-269)

Ο κυνηγός με τα κίτρινα άστρα και η μαύρη αρκούδα

…Μες στο μαρτίνι είναι ένα κομμάτι μολύβι. Το ΄βγαλε απ΄ τα σπλάχνα της γης της Αφρικής ένας νέγρος δούλος. Το δούλεψε και το΄ καμε καθάριο μέταλλο φωτιά καμωμένη με κάρβουνο που βγήκε απ΄ τα βάθη της γης της Ουαλλίας. Το μολύβι ύστερα ταξίδεψε στην Αιολική γη κ΄ έπεσε στα χέρια πρωινό του καλοκαιριού τα δόντια του κυνηγού δαγκάνουν το μολύβι ενώ η καρδιά του χαμογελά. Και το μολύβι φεύγει, να πάει να τελειώσει την ιστορία μιας μεγάλης αρκούδας του Λιβάνου για ένα κορίτσι που γεννήθηκε στη Σκωτία, που έχει τα καστανά μάτια των κοριτσιών του Αιγαίου, και που έζησε μιαν ώρα στη σπηλιά των αγριογουρουνιών. (σελ. 229)

Μια αρκούδα του Λιβάνου, ένα αρκουδάκι και οι άνθρωποι

Πέρα απ΄ τον τόπο με τις οξιές, στην κορφή της χαράδρας που είναι το πιο απάτητο μέρος στα Κιμιντένια, η μεγάλη αρκούδα είχε κάμει ανάμεσα σε δυο βράχους τη φωλιά της. Την έστρωσε με πυκνόφυλλα κλαδιά, και μ΄ άλλα κλαδιά έφραξε τη μπούκα της. Σα γέννησε το μικρό της, στην αρχή του καλοκαιριού, πήγε και ξερίζωσε άγρια θάμνα κ΄ έφραξε ακόμα πιο πολύ τη φωλιά της. ΄Ετσι θαρρεί πώς είναι ασφαλισμένη απ΄ το μάτι τ΄ ανθρώπου.
Το μικρό το αρκούδι τώρα πια μπορεί να καταλαβαίνει πολλά πράματα. Καταλαβαίνει πως το μέλι που του φέρνει η μάνα του, διαγουμίζοντας τις φωλιές των αγριομελισσών, είναι πιο καλό απ΄ τα βαλανίδια και τα σκουλήκια. Καταλαβαίνει πως έξω απ΄ τη φωλιά τους, όπου είναι κλεισμένο απ΄ τον καιρό που γεννήθηκε, πρέπει να ΄ναι ένας παράξενος κόσμος από όμορφα και φοβερά πράματα – από δέντρα, από ποτάμια από σκυλιά και ανθρώπους. ΄Όμως ποτές δεν τα είδε. Και κάθε μέρα τώρα που μεγάλωσε, παρακαλεί τη μεγάλη αρκούδα, τη μάνα του:
«Πάρε με μαζί σου. Πότε θα ΄ρθώ μαζί σου να τα δω;»
«Ακόμα λίγο», του λέει εκείνη. «Ακόμα λίγο να μεγαλώσεις».
Μοναχά σαν έρχουνται σεληνοφώτιστες νύχτες, η μεγάλη αρκούδα ξεθαρρεύεται και βγάζει το μικρό της στην μπούκα της φωλιάς τους. Κάθουνται τότε κει, τυλιγμένοι απ΄ το πράσινο φως, στο ψήλος της μεγάλης χαράδρας, κ΄ η αρκούδα λέει στο μικρό της την ιστορία των προγόνων τους.
Κατοικούσαν, λέει, τους παλιούς χρόνους στα βουνά του Λιβάνου. Ζούσανε ήσυχα εκεί, όταν τους μυρίστηκαν τα κοπάδια οι άνθρωποι κι άρχισαν να τις σκοτώνουν. Κάθε μέρα γινόταν θρήνος, κ΄ η φυλή τους λιγόστευε. Με πικρή καρδιά τότες οι αρκούδες που μέναν είπαν πως «πια τα βουνά του Λιβάνου δεν είναι για μας, πρέπει να ξεπατριστούμε». Αυτό είπαν, αποχαιρέτισαν το γενέθλιο τόπο τους και πήραν το δρόμο για τα δυτικά. ΄Όταν, κατάλαβαν απ΄τη μυρουδιά του αγέρα πως ο χειμώνας έρχεται. Στους καλούς χρόνους του Λιβάνου, σαν ερχόταν τούτο το μήνυμα του καιρού, ξαπλώναν μες στις σκοτεινές φωλιές τους και, ασφαλισμένες, πέφταν στο μακρύ χειμερινό τους ύπνο. Τώρα που ο χειμώνας τις έβρισκε μέσα στο δρόμο της προσφυγιάς, χωρίς φωλιά, παρακάλεσαν το άσπρο χιόνι.
«Προστάτεψέ μας εσύ», του είπαν. «Είμαστε έρημες και χωρίς φωλιά».
Το χιόνι επάκουσε τη δέησή τους, κ΄ έπεσε πολύ κείνη τη χρονιά και τις σκέπασε. Αποκοιμήθηκαν και ξύπνησαν σαν ήρθε η άνοιξη. Πάλι πήραν το δρόμο προς τα χαμηλά, ολοένα πιο μακριά απ΄ τους ανθρώπους του Λιβάνου. Περάσαν τα βουνά του Καζ-Ντάγ, όταν άξαφνα ένα πρωινό, φτάνοντας σε ψηλή κορφή, οι αρκούδες είδανε χαμηλά ν΄ απλώνεται μπροστά τους ένα τείχος από νερό.
«Πώς θα το περάσουμε αυτό;»
Κατεβήκαν χαμηλά στη θάλασσα, σ΄ έρημη ακρογιαλιά, θαμάξανε τα κύματα και πάλι είπαν:
«Πώς θα το περάσουμε αυτό;»
΄Ασπρα πουλιά πετούσαν από πάνω τους. Τα ρώτησαν. Κ΄ οι γλάροι τους αποκριθήκαν:
«΄Όχι! Αυτό το νερό δε θα το περάσετε! Το ταξίδι σας τελείωσε πια!»
Γυρίσαν τότες οι αρκούδες του Λιβάνου στα φαράγγια του Καζ-Νταγ κ΄ εκεί κάμανε τη δεύτερη πατρίδα τους. Λίγον καιρό περάσαν ήσυχα. ΄Όταν, πάλι φάνηκε στο δρόμο τους ο άνθρωπος. ΄Ηταν Τσερκέζοι και Γιουρούκηδες που σκοτώνανε τις μεγάλες αρκούδες για να παίρνουν τα μωρά τους, να τους βάζουν αλυσίδες στη μύτη και να τα μαθαίνουν να χορεύουν.
Θρήνος πάλι τότες πολύς έπεσε στη φυλή τους. ΄Άλλες αρκούδες λέγαν:
«Ελάτε να φύγουμε! Ας φύγουμε κι από δω! Ας πάρουμε πάλι το δρόμο της προσφυγιάς!»
«΄Όχι! Χίλιες φορές όχι!» λέγαν άλλες. «Πώς ν΄ αφήσουμε πάλι τη νέα πατρίδα που κάμαμε; Δεν το μπορούμε πια! Ας γίνει ό,τι θέλει!»
΄Ετσι, πολλές αρκούδες μείνανε στα βουνά του Καζ-Νταγ και χάθηκαν απ΄ το χέρι του ανθρώπου. Οι πιο λίγες, προπάντων όσες είχαν παιδιά μες στην κοιλιά τους, αυτές τραβήξαν κατά τ΄ ανατολικά. Βρήκαν στο δρόμο τους τα Κιμιντένια. Κ΄ έμειναν. (σελ. 220-222)

Η Ντόρις

… Οι ώρες περνούν. Ο ήλιος χαμηλώνει. Το γεράκι πια δε βιγλίζει, κ΄ η σαλαμάντρα έκλεισε τον κύκλο στην ιστορία του ύψους. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε κάτω από ένα ζεστό βράχο, στα Κιμιντένια, η μητέρα της – η μεγάλη σαλαμάντρα – της είπε: «Μάθε να μην κοιτάζεις ψηλά, να μην ονειρεύεσαι. Να κοιτάζεις πάντα στη γη. Η γη είναι η μοίρα μας». «Γιατί μου το ΄πε;» συλλογίστηκε μόνη της η μικρή σαλαμάντρα. «Οι σαλαμάντρες, λοιπόν, δεν μπορούν να ονειρεύουνται; Είναι πλάσματα που μόνο σέρνουνται, κ΄ έτσι θα μείνουν πάντα;» Ωστόσο, να που ήρθε σήμερα η ώρα της. Κ΄ η μικρή σαλαμάντρα τέλειωσε την ιστορία της ψηλά, πάμφωτη από ήλιο κι από γαλάζιο χρώμα, γράφοντας μια γραμμή που σπάραζε ενώ ανέβαινε κρεμασμένη στο στόμα του γερακιού. Να λοιπόν που και για τα πλάσματα που σέρνουνται υπάρχει κάποτε η ελπίδα, υπάρχει έξω απ΄ τη θέλησή τους, στις δυνάμεις του ύψους. (σελ. 161)

Στη σπηλιά των αγριογουρουνιών

… Εκεί που έσταζε το νερό η πέτρα ήταν μαλακή. Με το έργο τούτο του θόλου, που γινόταν από παμπάλαιο χρόνια, σχηματίστηκε καταγής στο βράχο μια μικρή λακκούβα. ΄Όταν το νερό που έσταζε τη γέμιζε, ξεχείλιζε και χυνόταν αργά κατά την έξοδο της σπηλιάς. Οι στάλες, κοιμισμένες χρόνια πολλά μες στην καρδιά του βουνού, άρχιζαν τώρα φοβισμένες το ταξίδι τους προς το φως, το ταξίδι του τέλους. Προχωρούσαν λίγο. Δίσταζαν. Πάλι λίγο. Δίσταζαν. ΄Ετσι, εξόν απ΄ τη μεγάλη λακκούβα, ο τόπος ήταν γεμάτος από άλλες πιο μικρές, μνήμες του φόβου και του δισταγμού. Από γενιά σε γενιά οι στάλες που έρχουνται ακολουθούν τα σημάδια των προγόνων τους. Μένουν λίγο εκεί, όσο μείνανε κ΄ εκείνοι. Και σαν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, σαν έρθουν οι στάλες που ακολουθούν και γυρεύουν τόπο, οι πρώτες φεύγουν. Από πάνω τους οι σταλαχτίτες, στέρεη φωνή του βουνού, καταβοδώνουν τότε και βλογούν τις στάλες για ό,τι κάμαν στη ζωή τους,, για την τρυφερότητα που δώσανε στη μεγάλη μάνα τους, στα Κιμιντένια: «Στο καλό! Στο καλό!» ΄Ενας τσαλαπετεινός πέρασε, πήρε τη μια στάλα. ΄Ένα αγριογούρουνο πέρασε, πήρε την άλλη. ΄Άλλη ταξίδεψε πιο χαμηλά. Πήγε στη ρίζα μιας βατομουριάς, κοντά στις όχθες του Ποταμιού των Τσακαλιών, κ΄ έγινε βατόμουρα. Να τα μαζέψει ένα κορίτσι και να τα δώσει με το χέρι του στον κυνηγό. Καιμια άλλη στάλα βάδισε στην κοίτη του ποταμιού, έγινεένα με το νερό της βροχής κ΄ έφταξε ως τη θάλασσα. Εκεί τη βρήκε ένα ερωτευμένο χέλι και την πήρε μέσα του…

…Τα χέλια του Ποταμού των Τσακαλιών καταλαβαίνουν πως ήρθε η ώρα για το μεγάλο ερωτικό τους ταξίδι. Γεννηθήκαν μακριά στο βυθό του Ωκεανού, κει που πάν και γονιμοποιούν τα χέλια όλου του κόσμου. Σα γίνανε δυο χρονώ άφησαν το λίκνο τους στο βυθό του Ωκεανού και πήραν το δρόμο των προγόνων τους. Περάσαν όλες τις θάλασσες κι ήρθανε μια χειμωνιάτικη νύχτα στο Ποτάμι των Τσακαλιών. Είχε φεγγάρι πάνω στα Κιμιντένια. ΄Ηταν ησυχία. Μοναχά πού και πού τα τσακάλια ούρλιαζαν στο ρουμάνι. ΄Όμως τα χέλια ήταν ασφαλισμένα μές στο νερό και δε φοβήθηκαν. Μείνανε θαμπωμένα απ΄ την αυστηρή ηρεμία της Αιολικής Γής, απ΄ το έρημο φεγγάρι. «Τι όμορφος που είναι ο τόπος των μητέρων μας», είπαν. «Τι όμορφη που είναι η πατρίδα μας».
Μείνανε κεί και ζήσανε μέρες χαρούμενες χρόνους εξ. ΄Όταν, πάλι, ήρθε μια νύχτα. ΤΟ φεγγάρι έλαμπε πάλι ψηλά, τα τσακάλια πάλι ούρλιαζαν, κ΄ ένα νέο κορίτσι που το λέγαν ΄Αρτεμη, παιδί των βουνών του τόπου, ζούσε την πρώτη ιστορία της καρδιάς του, την πρώτη με αίμα, στη σπηλιά των αγριογουρουνιών. Μυστική, από πολύ βαθιά μέσα τους, ήρθε στα χέλια του Ποταμιού των Τσακαλιών η φωνή. Παράξενη φωνή, που τους έλεγε να φύγουν, να κατεβούν χαμηλά το ποτάμι και να βγουν στη θάλασσα. Ξυπνήσαν όλα τα χέλια, άκουσαν την προσταγή της φωνής, κατεβήκαν χαμηλά το ποτάμι και βρήκαν τη θάλασσα. Αλλόκοτο σούσουρο βρήκαν τότε κεί, στις ακρογιαλιές του Αιγαίου. Κοίταξαν καλά μες στο νερό γύρω τους και ξαφνιασμένα είδαν. ΄Όλα τα χέλια των ποταμιών της Ανατολής είχαν μαζευτεί εκεί.
«Πώς εδώ, σύντροφοί μας;»
Τους αποκρίθηκαν:
«Η φωνή μίλησε μέσα μας. Πάμε για το μακρινό ταξίδι».
«Α! Κ΄ εσείς; Κ΄ εμείς για το ίδιο ταξίδι πάμε. Μας μίλησε η φωνή».
Κι ολοένα κουβέντιαζαν χαρούμενα τα χέλια των ποταμιών και κάναν γνωριμίες το ένα με τ΄ άλλο. ΄Ένα μονάχα χέλι, ντυμένο με παράξενο ασημένιο δέρμα, δε σάλευε απ΄ τον τόπο του. Δεν ήθελε γνωριμίες, δεν ήθελε φλυαρίες, γιατί ήθελε να μείνει μονάχο με τη χαρά που το πλημμύριζε. Το είδε, έτσι μόνο, ένα άλλο χέλι με γυαλιστερό δέρμα, που είχε κι αυτό αρχίσει να παίρνει χρώμα ασημένιο, και νόμισε πως είναι περίλυπο.
«Τι έχεις;», του λέει, «κ΄ είσαι έτσι μονάχο; ΄Εχεις κανένα μυστικό που σε βασανίζει;»
«Από πού έρχεσαι εσύ;» ρωτά το μοναχικό χέλι.
«΄Ερχουμε απ΄ το Μαίανδρο. ΄Ετσι το λένε το μεγάλο ποτάμι όπου έζησα».
«΄Ελα κοντά μου», λέει τότε το άλλο χέλι, «εσύ που έρχεσαι από μεγάλο ποτάμι. Ακούμπησε πάνω μου. Ακούς;…»
Το χέλι απ΄ το Μαίανδρο κολλά στο χέλι του Ποταμιού των Τσακαλιών κι ακούει.
«Τι είν΄ αυτό που φωνάζει μέσα σου;» λέει ξαφνιασμένο.
«Είναι η φωνή του βουνού μας», απαντά το φιλέρημο χέλι με το ασημένιο χρώμα. «Την κατέβασε σήμερα το ποτάμι, μια σταγόνα, απ΄ τη σπηλιά των αγριογουρουνιών. Και την πήρα μέσα μου. Τώρα θα ταξιδέψει μαζί μου. Τώρα θα ΄χω μαζί μου τη φωνή του τόπου μου. ΄Ελα μ΄ εμένα».
΄Ετσι έγινε και τα δυο χέλια πορεύτηκαν κοντά κοντά, μαζί με το κοπάδι τους, και φτάξανε στο βάθος του μακρινού Ωκεανού. Πολλούς συντρόφους χάσανε στο δρόμο σε μάχες που κάμανε με άλλα ψάρια. ΄Όμως οι δυο σύντροφοι δεν πάθανε τίποτα, γιατί ο ένας βοηθούσε τον άλλο. Σαν κατέβηκαν στον τόπο που θα γονιμοποιούσαν, στο βυθό, διάλεξαν ένα μέρος στη ρίζα του κοραλλιού και κάμαν τη φωλιά τους. Τ΄ άλλα τα χέλια του κοπαδιού άρχισαν τότεν΄ αλλάζουν το πετσί τους και να ντύνουνται με αργυρό πετσί – τη γαμήλια φορεσιά τους. Μα οι δυο σύντροφοι του κοραλλιού δεν είχαν ανάγκη να περιμένουν. Γιατί αυτοί ήταν έτοιμοι απ΄ την αρχή του ταξιδιού. Ερωτευτήκανε γλυκά και σαν κουράστηκαν μείνανε ήσυχα, περιμένοντας πια τα παιδιά που θα ΄ρχονταν. Το αρσενικό χέλι ακουμπούσε πότε πότε στο σώμα της γυναίκας του, κι όταν άκουγε χτύπους:
«΄Ηρθαν;» ρωτούσε με ανυπομονησία. «Είναι τα παιδιά μας;»
«΄Όχι», του έλεγε εκείνη. «΄Όχι, ακόμα. Αυτό είναι ε κ ε ί ν ο ς ο χτύπος. Είναι η φωνή του τόπου μας».
Μα σαν ήρθαν μέσα της τα παιδιά, οι χτύποι μπερδεύτηκαν. Και τότε πια μήτε αυτή δεν ήξερε να τους ξεχωρίσει. (σελ. 216-218)

Μια χειμωνιάτικη νύχτα στη Σκωτία

… Γεννήθηκε καχεκτικό, αδύναμο παιδί, κ΄ εδώ και είκοσι χρόνια τον είχε βρει η παράλυση που τον κράτησε από τότε δεμένο στην πολυθρόνα του. ΄Όμως μες στο άρρωστο αυτό κορμί σπαρταρούσε μια δύναμη, που, θρεμμένη απ΄ την ακινησία, έγινε με τον καιρό σαν το κύμα του Ωκεανού. ΄Ηταν το αίμα της ράτσας και των προγόνων του που έβραζε μέσα του, η αγάπη για την περιπέτεια, για το ταξίδι, για τη δύσκολη στιγμή της ζωής. Μη έχοντας άλλη διέξοδο η ακατάβλητη τούτη δύναμη χύθηκε μες στα βιβλία. Σε βιβλία ταξιδιών, σε κουρσάρικες ιστορίες, σε απομνημονεύματα για περιηγήσεις ξένων τόπων, σε ημερολόγια εξερευνητών. Ο παράλυτος άρχοντας έμαθε σιγά σιγά να ζει τις ξένες ιστορίες σα δικές του, γιατί ήταν ετοιμασμένος να τις αισθάνεται στην αληθινή τους ποιότητα: στην ποιότητα του πάθους. ΄Ετσι το αδύναμο αυτό σκαρί, το καρφωμένο σε μια πολυθρόνα στη Σκωτία, συνεννοούτανε περίφημα με τον Μαγελάνο, με τον Μάρκο Πόλο, με τον Μπέριγκ, με τον Βάσκο ντε Γκάμα. ΄Εκανε με τη φαντασία του τα ταξίδια όλων των ωκεανών, όλες τις πειρατείες, όλες τις ανακαλύψεις των μυθικών νησιών. ΄Εζησε όλες τις κουρσάρικες περιπέτειες της Αυτοκρατορίας, πέρασε τις Ινδίες, την Ερυθρή Θάλασσα, κατέβηκε πιο χαμηλά. Είχε φτάξει στα στενά του Γιβραλτάρ, κόντευε να τελειώσει το ταξίδι του γυρισμού, όταν ο πειρασμός τον τράβηξε: μπήκε στη Μεσόγειο. ΄Υστερα απ΄ όσα είχε ζήσει, ύστερα απ΄ τη μοίρα των ωκεανών, η θάλασσα τούτη του ήταν σα λίμνη, σαν παιχνίδι. ΄Ελεγε ν΄ ανασάνει λίγο τον αγέρα της και να βγει πάλι έξω απ΄ τα στενά, χωρίς να πολυσκοτιστεί μαζί της. ΄Όμως στη Μεσόγειο φυσούνε ανακατεμένοι άνεμοι, ρέματα δυνατά. Αυτά τον τράβηξαν χαμηλότερα. Ακόμα πιο χαμηλά. Πιο χαμηλά. ΄Ωσπου τον φέραν στη χώρα του Αιγαίου, στη χώρα του μύθου.
Αναγνώστη, εσύ που ρωτάς τι πάρε δώσε έχουν τα φανταστικά ταξίδια ενός παράλυτου άρχοντα της Σκωτίας με την ιστορία της Αιολικής Γης, με την απλή τούτη ιστορία που λέει για έναν τόπο που τον βρέχει το Αιγαίο, θα καταλάβεις τώρα τον ιστό που σιγά σιγά τυλίγει τον ξένο. Ο άνθρωπος ήρθε στην Ελλάδα. Και καθώς μπήκε στον τόπο των Θεών και των Σατύρων, στη Γυμνή και Γαλάζια Χώρα δεν το μπορεί πια να φύγει. Ταξίδεψε όλους τους ωκεανούς και μπόρεσε να φύγει απ΄ όλους τους τόπους όπου είχε φτάξει. Γιατί όλοι είχαν κάτι που δεν ήταν τελειωμένο, που δεν ήταν πλήρες. ΄Όμως η Ελλάδα δεν αφήνει χώρο για επιθυμία και για χίμαιρα. Η Ελλάδα είναι η Χίμαιρα. (σελ. 148-149)

Ο μπαρμπα-Ιωσήφ

…Οι πρόγονοι της αρκούδας είχαν έρθει σε μακρινούς χρόνους απ΄ τα μέρη του Καυκάσου. Σ΄ εκείνα τα μέρη είναι μόνο βουνά απάτητα που πάντα τα κατοικούνε σύννεφα. Γι΄ αυτό, τον ήλιο απάνω εκεί τον βλέπουν οι καρυδιές. Ο κόσμος γύρω τους είναι θολός και σκοτεινός. Μια μέρα πέρασε ένα αγριοπούλι απ΄ τα βουνά του Καυκάσου. Ερχόταν απ΄ τα δυτικά, από βασίλεια μακρινά, κ΄ είπε στις καρυδιές το νέο.
«Κεί κάτω κατά τα δυτικά», είπε, «βρίσκεται μια χώρα που είναι πάντα φωτεινή. Τη λένε χώρα του Αιγαίου. Εκεί είναι τα Κιμιντένια».
Αυτά ακούγοντας δυο μεγάλες καρυδιές μπήκαν σε πολύν καημό.
«Πόσος καιρός μας μένει;» λέγαν. «Είναι κρίμα να πεθάνουμε χωρίς να δούμε τη φωτεινή χώρα».
Τις άκουσε το μεγάλο ποτάμι της Ανατολής και τις λυπήθηκε.
«Εγώ», λέει στις καρυδιές, «έχω πολλούς γιους και πολλές κόρες. Κει που τελειώνουν τα δικά μου τα νερά, αρχίζουν τα νερά των παιδιών μου και των παιδιών των παιδιών μου. Το πιο μικρό φτάνει ίσαμε τη φωτεινή χώρα, εκεί ζει. Μπορώ να σας ταξιδέψω».
΄Ετσι έγινε, και το μεγάλο ποτάμι πήρε τις δυο καρυδιές μες στα νερά του και τις κατέβασε χαμηλά. ΄Υστερα τις πέρασε στ΄ άλλα ποτάμια, στα παιδιά του και στα παιδιά των παιδιών του. Και το πιο μικρό, το «Τσακάλ-Ντερέ» - το Ποτάμι των Τσακαλιών – που είναι κάτω απ΄ τα Κιμιντένια, αυτό τις έφερε στον τόπο μας. Οι δυο καρυδιές στην αρχή μαγεύτηκαν, αλλά ύστερα άρχισε να τις βασανίζει η νοσταλγία. Θυμόντανε πολύ την πατρίδα τους, τ΄ απάτητα βουνά του Καυκάσου και τα σύννεφα που πάντα τα κατοικούσαν. Χρειάστηκε καιρός ίσαμε που να συνηθίσουν στη χώρα της θάλασσας. Φέραν ένα νέο παιδί στη γη: τη δική μας καρυδιά. Αυτή γεννήθηκε στα Κιμιντένια, γι΄ αυτό μοναχά σαν παραμύθι άκουγε να της λένε για τη μακρινή πατρίδα των προγόνων της. ΄Ετσι αυτή δε δοκίμασε τον καημό της ξενιτιάς, ποτές δεν υπόφερε από νοσταλγία. ΄Εζησε χρόνους πολλούς, είδε κι άκουσε όλες τις θύελλες που έρχουνται απ΄ τα Κιμιντένια, προστάτεψε κάτω απ΄ τον ίσκιο της, κοριτσάκι σαν ήρθαν, τη μητέρα μου, ύστερα εμάς όλους. ΄Εδωσε σ΄ όλους μας απ΄ τον καρπό της. Και τώρα πια που γέρασε πάει να κοιμηθεί…(σελ. 66-67)

Περιστατικά μιας πλημμύρας και του φοβερού ληστή που λεγόταν Λαζό-εφφές

… Ησυχία πολλή ήταν. Ψηλά, στην αυστηρή θεότητα του τόπου, στα Κιμιντένια, ένα μεγάλο δέντρο δίψασε. Σαλεύει τις ρίζες του αργά, προς τα δεξιά, προς τα ζερβά, τις τεντώνει γυρεύοντας να πιεί. Τα σκουλήκια ξυπνούν απ΄ τον ύπνο τους. «Τι είναι;» λέει το ένα. «Τίποτα», αποκρίνεται το άλλο. «Το δέντρο δίψασε». Γυρίζουν απ΄ την άλλη να κοιμηθούν, όταν ξυπνά το χώμα. «Τι γίνεται δω;» ρωτά κ΄ εκείνο. Μόλις όμως δει τις ρίζες στον απελπισμένο τους αγώνα, καταλαβαίνει και χαμογελά στοργικά. «Θα σου φέρω νερό», λέει στο δέντρο. Σαλεύει το χώμα, φέρνει νερό απ΄ τη μυστική κρύπτη όπου φυλάγεται για τη δύσκολη ώρα, και το δέντρο πίνει. Την ίδια στιγμή, στην επιφάνεια, μια μεγάλη πέτρα σάλεψε απ΄ την ταραχή της γης, έχασε την αταραξία της, κύλησε λίγο.
Αυτά γίνονταν ψηλά, και τα Κιμιντένια άκουγαν ατάραχα. Ατάραχα άκουγαν ό,τι γινόταν χαμηλά, κάτω απ΄ τη σκέπη τους, ανάμεσα στους ανθρώπους…


…Τότες το ξανθό παλικάρι, ο Λαζό-εφφές, πήρε ένα σκοπό: «Από μακριά, απ΄ τα βάθη της Ασίας, από ψηλά γυμνά βουνά κατεβαίνει το κοπάδι οι λύκοι. Κινούνε προς τα χαμηλά, για την πεδιάδα, για τα μέρη της θάλασσας, να φάνε. Περνάνε από χώρα σε χώρα και τη ρημάζουνε, μα να χορτάσουν δεν μπορούν. Τα δέντρα και τ΄ αγρίμια όλα τους λένε: «Τραβάτε χαμηλά! Τραβάτε χαμηλά για τη θάλασσα!» Κ΄ οι λύκοι όλο φεύγουν. Περνούνε την Αρμυρή ΄Ερημο, ψυχή δε βρίσκεται κεί. Μονάχα ένα παραστρατημένο πουλί βρίσκουν και το ρωτούν να μάθουν: «Πού είναι η θάλασσα;» «Τραβάτε χαμηλά! Τραβάτε χαμηλά!» τους λέει τρομαγμένο το πουλί και χάνεται. Η θάλασσα! Τι να ΄ναι, άραγες, αυτός ο τόπος του νερού όπου όλα τρέχουν να φτάξουν, τα ζωντανά και τα πουλιά κ΄ οι άνθρωποι που πείνασαν στα γυμνά βουνά; Περάσαν οι λύκοι την Αρμυρή ΄Ερημο και μπήκαν σε μεγάλο δάσος. Εκεί, στην κουφάλα ενός δέντρου όπου είχε αποτραβηχτεί για να πεθάνει, βρήκαν ένα γέρικο ελάφι. Του λένε: «Πες μας εσύ, που τόσο στη ζωή σου έτρεξες, πές μας για τη θάλασσα. Αργεί ακόμα να φανεί;» Και το ελάφι, που έζησε πολύ στα δάση, μονάχα στα δάση έζησε, κ΄ είδε όλα τα ελάφια της φυλής του να γεννιούνται και να πεθαίνουν κάτω απ΄ τα μεγάλα δέντρα, τους αποκρίθηκε: «Ποτές σας δε θα φτάξετε στη θάλασσα! Ποτές σας δε θα φτάξετε!». Τότε, με άγριο βογγητό, οι λύκοι γείρανε στη γη κι άρχισαν να κλαίνε τη μοίρα τους, να κλαίνε την ερημιά τους, επειδή πια το ξέρανε πως ποτές δε θα φτάξουνε στη θάλασσα, πως η θάλασσα δεν είναι για τους λύκους».
΄Ηταν ένα παράξενο τραγούδι του ξεπατρισμού και της ερημιάς, πλημμυρισμένο από καημό κι από πάθος που δεν ικανοποιήθηκε, αυτό το τραγούδι των λύκων. ΄Ένα πικρό πέπλο σκέπασε τα μάτια των ληστών όσο το τραγούδι ξετυλιγόταν, η καρδιά τους χτύπησε, χτύπησε, ίσαμε που σύχασε. Και τότε η λύπη ήρθε και κάθισε απάνω της. Οι σκληρές γραμμές χαθήκαν απ΄ τα πρόσωπα, τα χέρια με τις φουσκωμένες φλέβες πέσανε, σιγά σιγά πορευόταν κ΄ έφτανε μέσα τους η ώρα του ανθρώπου. (σελ. 46-47)