Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2020

MAX FRISCH: HOMO FABER


Γράφει ο Μάξ Φρις στον Στίλερ: "Η συγγραφή δεν είναι επικοινωνία με του αναγνώστες ούτε επικοινωνία με τον εαυτό σου, είναι επικοινωνία με τα ανείπωτα.  ΄Οσο πιο συγκεκριμένα προσπαθεί κανείς να εκφραστεί τόσο πιο ξεκάθαρα εμφανίζονται τα ανείπωτα, δηλαδή η πραγματικότητα που ωθεί και πιέζει τον γράφοντα.  ΄Εχουμε τη γλώσσα για να γίνουμε μουγκοί.  Αυτός που σωπαίνει δεν είναι μουγκός.  Αυτός που σωπαίνει δεν έχει καν ιδέα ποιος είναι". 

Παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Στίλερ ερχόμαστε στο μεταγενέστερο HOMO FABER , που σημαίνει άνθρωπος τεχνίτης, άνθρωπος δημιουργός, άνθρωπος χειροτέχνης, ο άνθρωπος που ελέγχει τη μοίρα του αλλά και το περιβάλλον του μέσα από τα εργαλεία που κατασκευάζει, ένας όρος που καθιερώθηκε στην Αναγέννηση και τιμά την απεριόριστη δημιουργικότητα του ανθρώπου.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα παιχνίδι της τύχης, μια δοκιμασία του αφηγητή να ελέγξει τη ζωή και τη μοίρα του, όταν το απρόβλεπτο  κάνει την εμφάνισή του και όλη η τακτοποιημένη ζωή του ανατρέπεται συμπαρασύροντας και τις ζωές κοντινών του προσώπων, προσώπων από το παρελθόν, προσώπων από το μέλλον που σβήνει  μέσα στο παρελθόν.  Ο Βάλτερ, η Χάννα, η Ζάμπετ, ο Γιοακίμ, ο αδελφός του στήνουν μια παράσταση όπου τα πάντα μπορεί να είναι αλήθεια κι όπου τίποτε δεν είναι αληθινό, γιατί το να βρίσκεσαι στον κόσμο σημαίνει πως βρίσκεσαι στο φως (σελ. 235) και ο Βάλτερ δεν είναι  στο φως, ζει σε ένα σκοτάδι, δεν βλέπει.  Κάνει συνέχεια αναφορές στην τυφλότητα του, είμασταν τυφλοί (12), δεν είμαι τυφλός (32), δεν καταλάβαινα ούτε εμένα, καθώς έρχεται σε επαφή με την ιστορία και την τέχνη των Μάγια  (55), σαν τυφλός (218).  Η Ζάμπετ του θυμίζει  τη Χάννα, το σούφρωμα στο μέτωπο, καθόλου τον Γιοακίμ, κι όμως αγνοεί τα σημάδια και προχωρεί σε πράξεις που τον οδηγούν στην απελπισία: μακάρι να μην είχα γεννηθεί, πρόταση που επαναλαμβάνεται με διάφορους τρόπους σελ. 163 (ήμουν σ΄ ένα παραλήρημα ακινησίας και αναποφασιστικότητας – ευχόμουν να μην είχα γεννηθεί), 205 (Αποφασίζω να αλλάξω ζωή), 207 (η απόφασή μου να ζήσω διαφορετικά) , 209 (να μπορούσε κανείς να ξαναζήσει από την αρχή) , 212 ( η ζωή μου ακόμα και σε μένα τον ίδιο φαίνεται ασήμαντη)  και 227 ( θα ήθελα μονάχα να μην είχα υπάρξει ποτέ). 

Από την αρχή έρχεται αντιμέτωπος με τη μοίρα και την τύχη, την πραγματικότητα και την μαθηματική επαφή με τον κόσμο, την εμπειρία και την σύμπτωση: «Δεν πιστεύω στο  πεπρωμένο και στη μοίρα, ως τεχνικός συνηθίζω να υπολογίζω τα πράγματα με βάση τους νόμους των πιθανοτήτων»  (σελ. 29) η  στατιστική, οι πιθανότητες (σελ. 29-30), ο ορισμός του απίθανου ως αληθινού γεγονότος, ως μια ακραία εκδοχή του πιθανού (σελ. 30), η εμπειρία, δεν ακούω τίποτε απολύτως εκτός από το τρίξιμο της άμμου σε κάθε βήμα  (σελ. 33), μια απλή σύμπτωση που καθόρισε το μέλλον, βλάβη στην ξυριστική μηχανή (σελ. 79),  συζήτηση σχετικά με την αποτελεσματικότητα των ρομπότ και την κυβερνητική (σελ. 93)  , ο ορθολογισμός του υπερπληθυσμού  και της διακοπής της κύησης  με το τραγικό συμπέρασμα «Ζούμε μέσω της τεχνικής, ο άνθρωπος κυριαρχεί στη φύση, ο άνθρωπος ως τεχνικός , κι όποιος έχει αντίρρηση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί ούτε τις γέφυρες αφού δεν τις έχτισε η φύση ( σελ. 128), το ερώτημα γιατί παντρευόμαστε «Δεν μπορεί να πει κανείς καληνύχτα στον εαυτό του»  την ίδια στιγμή που κάνει πρόταση γάμου σε ένα κορίτσι τριάντα χρόνια μικρότερο ( 112 και 116), η προκατάληψη «΄Ολες οι γυναίκες έχουν κλίση στις προλήψεις, αλλά η Χάννα είναι πολύ μορφωμένη (σελ. 169).

Μια ακόμη παράμετρος ο χρόνος, επανέρχεται συνέχεια στη διήγηση, συνέχεια ο Βάλτερ μας υπενθυμίζει το χρόνο, ήταν 1936, ήμουν περίπου πενήντα, είχαν περάσει είκοσι, για την ακρίβεια είκοσι ένα χρόνια, η Χάννα με άσπρα μαλλιά, μονάχα που γερνάει κανείς – μονάχα ο ήλιος φαινόταν να αλλάζει θέση (σελ. 94) , το 1927 ήμουν είκοσι ετών (σελ. 102)  γενέθλια (109) , το γερασμένο σώμα μου (163(

Και βέβαια παρόλο που   ο ήρωάς του Μαξ Φρις  υποστηρίζει την παρέμβαση του ανθρώπου στη μοίρα του στέκεται αμήχανος μπροστά στα ερωτήματα:  σε τι έφταιξα λοιπόν, μια αθώα γνωριμία πάνω στο πλοίο   (σελ. 149) , οι ενοχές απειλητικές ερινύες (σελ. 153) εσύ έχεις αλλάξει (160),  Τι έφταιγα εγώ που είχαν έρθει έτσι τα πράγματα! επιτρέποντας στη διαρκή τάση του ανθρώπου να αποποιείται τις ευθύνες του  και να τις μεταθέτει σε κάποιον άλλο να εμφανισθεί κι εδώ πιεστικά και ανεύθυνα, όπως και στον Στίλερ.  Τίποτε πιο δύσκολο για τον Βάλτερ από το να αποδεχτεί τον εαυτό του και να αναλάβει τις ευθύνες του.  


Ο δεύτερος σταθμός είναι καθηλωτικός καθώς ο Βάλτερ ανυπεράσπιστος απέναντι στον ίδιο του εαυτό μονολογεί σε μια γλώσσα διαφορετικά από αυτή στο πρώτο σταθμό, μια γλώσσα που αναδεικνύεται ποιητική γιατί μιλάει για την ουσία της ζωής, για τα συναισθήματά του, που μπορεί να τα δει και να τα αισθανθεί.  ΄Ολες οι αισθήσεις του και οι αισθήσεις μας σε εγρήγορση: η γεύση του κρασιού, της μπύρας, των χειλιών της, το άγγιγμα των μαλλιών της, το σώμα της όλα αυτά που υπήρξαν και δεν υπάρχουν πια, ο θάνατος μας ξεπερνάει, μας ακινητοποιεί. 

Ο ποιητικός λόγος μπαίνει επίμονος με τα αναπάντητα ερωτήματα γιατί δεν κάθεται ποτέ , μπορεί να με συγχωρέσει,  μπορώ να επανορθώσω, γιατί δε μιλάει, γιατί έρχεται, ενώ η χρονική γραμμή κινείται κυκλικά ανάλογα με τις σκέψεις του ήρωα όπως υπεισέρχονται στη διήγησή του. 

Η Ζάμπετ ανατρέπει όλα όσα θεωρούσε δεδομένα και ξάφνου, χωρίς να το καταλάβει ο Βάλτερ αισθάνεται, έχει εμπειρίες, Δεν θα ξεχάσω ποτέ πώς καθόταν πάνω σ΄ εκείνους τους βράχους, με τα μάτια κλειστά, πώς σώπαινε και πώς τη φώτιζε ο ήλιος (σελ. 181).  Ο αναγνώστης χάνεται μέσα στην ευτυχία της Ζάμπετ, τη βλέπει μπροστά του νέα, φωτεινή, χαρούμενη.  Η ανάγκη για βιώματα, για την αίσθηση της ζωής έρχεται απροειδοποίητα όταν δεν έχει κανένα λόγο να είναι ευτυχισμένος, αλλά είναι, όταν τραγουδάει τη ζωή  ΄Ένα τραγούδι γεμάτο συναίσθημα , μυρωδιές και ακούσματα, η ταμπέλα που κουδουνίζει, το άλογο που χλιμιντρίζει, αλάτι στα χείλη, ένα από τα πιο ταξιδιάρικα κομμάτια που φθάνει στα αυτιά και τα μάτια μας από την Αβάνα  (σελ. 214-215)

Και αφοπλιστική η διαπίστωση: Κυριολεκτικά παιχνίδι της τύχης, η μπομπίνα με την Ζάμπετ, το πρόσωπό της που δεν θα ξαναδώ ποτέ,  το σώμα της που δεν υπάρχει πια, τα μάτια της που δεν υπάρχουν πια, τα χείλη της …. Τα χέρια της που δεν υπάρχουν πια…., το γέλιο της, που δεν θα ξανακούσω ποτέ, το βάδισμά της …. , το ζωηρό της βήμα …, το σώμα της που αναπνέει…, η Ζάμπετ μαζεύει λουλούδια…, μια ερωτική εξομολόγηση και μια απέραντη θλίψη, που ο συγγραφές μοιράζεται μαζί μας  με ένταση καθώς νιώθουμε την απελπισία του ήρωα, την  ενοχή και την αυτομαστίγωση του , το αδιέξοδο και την φυλακή του. ΄Εχει χάσει την αγαπημένη του, έχει χάσει την κόρη του. Εγκλωβισμένος μέσα στη θλίψη ψάχνει για κάθαρση που δεν έρχεται. ΄Εχει την αίσθηση ότι η Χάννα τον καταριέται, ίσως το αποζητάει για να λυτρωθεί!!! Το πρόβλημα της υγείας του υπάρχει από την αρχή στο βιβλίο, μια ενόχληση στο στομάχι, ένα αρρωστημένο συναίσθημα (σελ. 15, 45, 54, 109, 133) και δεν δίνει την αίσθηση της νέμεσης. 

Είναι άραγε το βιβλίο το χρονικό μιας ύβρεως; Αν είναι έτσι, τότε η ύβρις είναι η αλαζονεια του ανθρώπου, η πεποίθηση ότι κυβερνά τα πάντα, ότι μπορεί να κυριαρχεί στη ζωή του.   Δεν είναι δυνατό να έχουμε τέλεια γνώση του παρόντος και επομένως υπάρχουν όρια στη δυνατότητά μας να προβλέψουμε το μέλλον. Λέγεται ότι κι ένα μόνο φτερούγισμα πεταλούδας στην Κίνα  θα μπορούσε ίσως οδηγήσει σε βροχή στη Γαλλία, ύστερα από βδομάδες . .Αν  πάλι  ήταν δυνατόν να ταξιδέψουμε πίσω στον χρόνο, αν γύριζα πίσω το χρόνο, όπως λέει ο Βάλτερ, αν ήταν ακόμη Απρίλιος, άραγε τα πράγματα θα μπορούσαν να εξελιχθούν διαφορετικά; θα ήταν διαφορετικές οι επιλογές; Αν...αν...αν...."Δεν μπορούμε να κρατάμε τη ζωή μας στα χέρια μας, Βάλτερ, δηλώνει στωικά η Χάννα,. Ούτε κι εσύ μπορείς...".

Μπορεί ο Βάλτερ να συγχωρέσει; μπορεί να συγχωρεθεί; Η απάντηση κρύβεται ίσως μέσα στις τελευταίες σελίδες καθώς κανείς από τους δύο ήρωες δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει την Αθήνα.  Κάπου εδώ βρισκόμαστε κι εμείς στο έλεος του ερωτήματός: Θα μπορούσαμε να συγχωρέσουμε; 

 

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

Γιώτα Κούγιαλη: Απόψε τί βλέπεις γύρω σου; εκδ. Καστανιώτη

Απόψε τί βλέπεις γύρω σου;” Είχε πιει αρκετά ο φίλος, ο αδελφός, και ο καημός του έβρισκε κερκόπορτες. Κοιτούσε τον κόσμο με θολό μάτι και πικρή θυμοσοφία. Αν τον είχα τώρα μπροστά μου, θα του έδινα αβίαστα την απάντηση: “Μια αγκαλιά πληρωμένα πουλιά βλέπω.”.

Ο Λάμπης ερωτεύεται άλλη, μια νταρντάνα, την Πετρούλα, και παρατά τις “τρεις ομορφάδες”, όπως αποκαλούσε την οικογένειά του τον καιρό της αγάπης. Η μοίρα όλων κρίνεται όταν η γυναίκα του βρίσκεται τσακισμένη στα βράχυα. “Αυτοκτόνησε”, συμπεραίνουν στο χωριό, ενώ η αλήθεια αποδεικνύεται διαφορετική. “Το μυαλό της ξεμάκρυνε, άρχισε να ονειρεύεται ένα καλύτερο κόσμο, αγνοώντας ότι η ύπαρξή της ακροβατούσε στον Τόπο και το Χρόνο” (σελ. 36). Αργότερα στις σελίδες 108, 143, 181, 218, 300 και 318 σταδιακά αποκαλύπτεται το μυστικό του θανάτου της: “από την έκπληξή της – ο Χάρος ανάσαινε ήδη παγωμένα στις παρειές της, τον ένιωθε-δεν πρόλαβε να βγάλει άχνα, το κεφάλι της χτύπησε στις σαπιόπετρες και έμεινε εκεί”.

Η Αθηνά, η μικρή κόρη, κλείνεται τότε στην Παιδόπολη της Λάρισας, όπου ανάμεσα σε εκατοντάδες παιδιά μεγαλώνει ψάχνοντας τον εαυτό της. Η Ειρήνη, η Ζήνα, η Αναστασία, η Στέλλα η Λιάνα, κάποια από τα 250 κορίτσια που φιλοξενούνταν εκείνο το διάστημα στην Παιδόπολη βιώνουν τη φιλία, τα ερωτικά σκιρτήματα, την πειθαρχία, την κοινωνική αδικία. Η φαντασία απελευθερώνει: “Μπροστά στην Αθηνά μια ρυτιδιασμένη θάλασσα. Ο αέρας, άστατος, αλλάζει απροειδοποίητα τη φορά του μικρού πράσινου κυματισμού. Πότε πότε, οι γλάροι κάνουν βαθιές βουτιές μέσα σ το νερό και ευχαριστημένοι για τη λεία τους πετούν πάλι μακριά κρώζοντας θριαμβευτικά. Είναι προσηλωμένη να κοιτάζει στο βάθος του ορίζοντα. ΄Οπου να ΄ναι, θα φανεί η βάρκα του παππού Στάθη, ίσως να είναι και ο πατέρας μέσα. Αργούν να φανούν και ο άνεμος δυναμώνει. Τα δάκτυλα της, γαντζωμένα πάνω στα σιδερένια ελάσματα, έχουν αρχίσει να μελανιάζουν, η μύτη τρέχει. Δεν πάει και να φύγει, αν δεν δει τη βάρκα να ξεμυτίζει, δεν έχει σκοπό να τοκουνήσει ρούπι από τη θέση της” (σελ. 187) Κι όμως μπροστά της έχει τον κάμπο με τα φρεσκοφυτρωμένα σπαρτά και οι γλάροι έγιναν κουρούνες. Η Αθηνά που όταν μεγαλώσει, θέλει να γίνει Μαρία Κιουρί, Ιούλιος Βέρν, Σιμόν νε Μπωβουάρ.

Η μεγαλύτερη κόρη , η Ευθαλιά, το Φταλιώ, η Θάλεια, με το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του σώματός της, παντρεύεται τον εύπορο Νίκο, έναν σύζυγο-δυνάστη. “Γύρω της συνωστίστηκαν σκιές προγόνων (σελ. 94). Για να βρει την ελευθερία της σκέφτεται να τον δηλητηριάσει.

Οι ζωές των ηρώων περιπλέκονται με σφικτό υφάδι.

Η Γιώτα Κούγιαλη σκιαγραφεί τη ζωή στις Παιδοπόλεις, τη δεκαετία του ΄60 και τις πολιτικές αναταράξεις της, τις σχέσεις των δύο φύλων, τους πόθους και τα πάθη. Στηρίζει τη μυθοπλασία της σε γεγονότα πραγματικά, σε βιώματά της αλλά και σε μαρτυρίες άλλων παιδιών που έζησαν σε ιδρύματα. Ο γάμος της πριγκίπισσας Σοφίας, ο βασιλικός γάμος του Κωνσταντίνου, η παραίτηση του Καραμανλή από την προεδρία της ΕΡΕ και η αναχώρηση του για Παρίσι, η δικτατορία, το Δημοψήφισμα, το πραξικόπημα του βασιλιά, το δυστύχημα με το καράβι από το Ηράκλειο με τους 273 πνιγμένους, ο Οδηγισμός, αλλά και γεγονότα σε διεθνές επίπεδο, όπως η δολοφονία του Κένεντυ, ο Τσε Γκεβάρα, η Βίκυ Λέανδρος, το Τείχος, η κατάκτηση της σελήνης, η τηλεόραση. Η παιδική μας ηλικία συνομιλεί με τα χρόνια εκείνα της δεκαετίας του 1960 αρχές δεκαετίας 1970 με τραγούδια, όπως Νιάου βρε γατούλα, Μαντουβάλα αγάπη γλυκιά μου, χάρτινο το φεγγαράκι, ο ΄Ολυμπος κι ο Κίσσαβος, Η Χριστινιώ, Στρώσε το στρώμα σου για δυο, ΄Ελα βρε Χαραλάμπη, Η Ελαφίνα, με χορούς όπως το χάλι γκάλι και η γιάγκα, με ταινίες όπως Η Γκόλφω, Η Μελωδία της Ευτυχίας, Η θεία μου η χίπισσα, τα τέκνα του πλοιάχου Γκραντ και με βιβλία Πολυάννα: το παιχνίδι της χαράς, Ταξίδι στο Κέντρο της Γης, Οι μικρές κυρίες, Χωρίς Οικογένεια, οι Μύθοι του Αισώπου. Τα γεγονότα ιστορικά, πολιτιστικά, κοινωνικά επηρεάζουν τα παιδιά σε συνδυασμό με τις σχέσεις τους με τους δασκάλους και τις υπάρχουσες οικογένειες και διαμορφώνουν ταυτότητες και συναισθήματα. Το βιβλίο της είναι ένα δραματικό μυθιστόρημα απαλλαγμένο από μελοδραματισμό, με αισιόδοξη ματιά και υφέρπον χιούμορ που απαλύνει την αγωνία στις συγκλονιστικές ανατροπές.

 

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα, μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδόσεις Μίνωας

Η Μαργαρίτα κρατούσε κάτι σιχαμένα, εκνευριστικά κίτρινα λουλούδια. Ο διάολος ξέρει πώς τα λένε, αλλά για κάποιο λόγο φωτρώνουν κυρίως στη Μόσχα. Και αυτά τα λουλούδια ξεχώριζαν πολύ έντονα πάνω στο μαύρο της παλτό. Κρατούσε κίτρινα λουλούδια! ΄Ασχημο χρώμα.....Με εντυπωσίασε όχι μόνο η ομορφιά της, όσο εκείνη η ασυνήθιστη, η αδιανόητη μοναξιά στο βλέμμα της! Σαν να υποτάχτηκα κι εγώ σ΄ εκείνο το κίτρινο νεύμα, και έστριψα πίσω της στο στενάκι, ακολουθώντας την... Ο έρωτα πετάχτηκε μπροστά μας, όπως ξεπηδάει απ΄ το λαγούμι του ο δολοφόνος στο στενάκι, και μας έσφαξε και τους δύο με τη μία:: ΄Ετσι χτυπάει μόνο κεραυνός, μόνο φινλανδικό μαχαίρι χτυπάει έτσι!!... Ναι, ο έρωτας μας παρέσυρε στιγμιαία...”

Για να ξανασυναντήσει τον άνθρωπο που αγαπά, έναν καταραμένο συγγραφέα κλεισμένο σε άσυλο, η Μαργαρίτα συμφωνεί να παραδώσει την ψυχή της στο Διάβολο. Το μυθιστόρημα ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα αποτελεί μια σύγχρονη εκδοχή του μύθου του Φάουστ τοποθετημένη στη Μόσχα της δεκαετίας του 1930 και μια από τις πιο συγκινητικές και δυνατές ιστορίες αγάπης που γράφτηκαν ποτέ.

Τη στιγμή που τα επίσημα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας μέσα από την επιβολή και παντοδυναμία του άχαρου “σοσιαλιστικού ρεαλισμού” υιοθετούσαν και αναπαρήγαν το σταλινικό καθεστώς τρόμου και λογοκρισίας ο Μπουλγκάκοφ συνέγραψε ένα μυθιστόρημα ανατρεπτικό και εξόχως μοντέρνο που συνδύαζε τα ρεαλιστικά στοιχεία με το γκροτέσκο, το χιούμορ με το δράμα, καθώς και διαφορετικές υφολογικές τεχνικές σε τρεις διαφορετικές ιστορίες σε ξεχωριστά και πολλαπλά αφηγηματικά επίπεδο, με ανάλογες αντιδράσεις από την μεριά του αναγνώστη. Γέλιο και κριτική στάση απέναντι στην εξουσία και στους υποτακτικούς της στην πρώτη ιστορία της επίσκεψης του Βόλαντ στη Μόσχα, συγκίνηση και τρυφερή συμπόνοια στην ερωτική ιστορία του Μαιτρ με την Μαργαρίτα, αγωνία και αναστοχασμός για τις συνέπειες της δειλίας και της αναποφασιστικότητας, καθώς και για την τύχη της αρετής και της ειλικρινείας στο μυθιστόρημα του Μαιτρ, που αφορά στον Πόνιο Πιλάτο. 

Με ποιητικές περιγραφές, όπως “Η νύχτα με το φεγγάρι σήμερα είναι ανήσυχη”, “ Η νύχτα είχε χαθεί ανεπιστρεπτί”, “Η μέρα έπεφτε ασυγκράτητη πάνω στον ποιητή”, “ο ποιητής δεν έχει κερδίσει το φως, έχει κερδίσει τη γαλήνη” και παραπομπή σε άλλες διαστάσεις: “ Οι γνωρίζοντες καλά την πέμπτη διάσταση δεν το έχουν σε τίποτε α διαστείλουν τον χώρο στα επιθυμητά όρια” (σελ. 380)

Οι επισκέπτες: Αν πράγματι υπήρξαν αυτές οι σιλουέτες ή απλώς τις είχαν ονειρευτεί οι τρελαμένοι από τον τρόμο τους ένοικοι της κακότυχης πολυκατοικίας στη Σαντόβαγια, είναι φυσικά αδύνατον να το πει κανείς με ακρίβεια. Αν υπήρξαν, το πού ακριβώς κατευθύνθηκαν είναι επίσης αδύνατον να το γνωρίζει κανείς (σελ. 525)

Ο Ιούδας: “ Την ίδια ώρα από ένα άλλο στενό στην Κάτω Πόλη, από ένα στενό μπερδεμένο που κατέβαινε με σκαλοπάτια σε μια από τις λιμνούλες της πόλης, από την εξώπορτα ενός ασήμαντου σπιτιού που ο πίσω τοίχος του ήταν στραμμένος στο στενάκι και τα παράθυρα σε μια αυλκή βγήκε ένας νέος άνθρωπος με περιποιημένο γένι, με καθαρή κεφίγια που έπεφτε στους ώμους του, ένα νέο γαλάζιο ταλίτ για τη γιορτή με κόμπους στην άκρη, καθώς και καινούρια τριζάτα σανδάλια. Ο ομορφονιός με την καμπουρωτή μύτη που είχε στολιστεί για τη μεγάλη γιορτή, περπατούσε αποφασιστικά, παραμερίζοντας τους περαστικούς που βιάζονταν να επιστρέψουν στα σπίτια τους για το εορταστικό τραπέζι, ενώ κοιτούσε πώς φωτιζόταν το ένα παράθυρο πίσω απ΄ τ΄ άλλο. Ο νεαρός περπατούσε στον δρόμο που περνούσε δίπλα από το παζάρι προς το παλάτι του αρχιερέα Καϊάφα, το οποίο βρισκόταν στους πρόποδες του λόφου του Ναού (σελ. 474)

Ο Λεβί Ματθαίος: Ο νεοφερμένος, κάτω από σαράντα χρονών, ήταν πολύ μαυριδερός, κουρελιάρης, σκεπασμένος με ξεραμένες λάσπες, κοιτούσε με βλοσυρό βλέμμα λύκου. Κοντολογής, ήταν πολύ ατημέλητος, και μάλλον έμοιαζε με ζητιάνο της πόλης, από αυτούς που συνωστίζονται στα μπαλκόνια του Ναού ή στα παζάρια της θορυβώδους και βρόμικης Κάτω Πόλης (σελ. 496).

Η Συγχώρεση: Θεοί, θεοί μου! Πόσο θλιβερή είναι η γη το βράδυ! Πόσο μυσρτηριώδεις είναι οι ομίχλες πάνω από τα έλη. ΄Οποιος έχει περιπλανηθεί σ΄ αυτές τις ομίχλες, όποιος έχει πολύ υποφέρει πριν από τον θάνατό του, όποιος έχει πετάξει πάνω απ΄ αυτή τη γη, κουβαλώντας πάνω του αβάσταχτο φορτίο, αυτός ξέρει. Ο κουρασμένος ξέρει. Αυτός που χωρίς να λυπηθεί θα εγκαταλείψει τις ομίχλες της γης, τα έλη και τα ποτάμια της και θα παραδοθεί με ανάλαφρη ματιά στα χέρια του θανάτου, γνωρίζοντας πως αυτός και μόνον αυτός θα τον παρηγορήσει (σελ. 572)

Και δύο βασικές διαπιστώσεις : Τα χειρόγραφα δεν καίγονται (σελ. 435) Μία φράση που χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα για να εκφράσει την παντοδυναμία και τη διαχρονικότητα του γραπτού λόγου και εκστομείται από τον Βόλαντ, τη μορφή του Σατανά στη Μόσχα.

Ελεύθερος χρόνος υπήρχε τόσος όσος χρειαζόταν, ενώ η καταιγίδα θα ερχόταν προς το βραδάκι, και η δειλία ήταν αναμφίβολα μια από τις χειρότερες αμαρτίες. Αυτά είχε πει ο Χα-Νότσρι. ΄Οχι, φιλόσοφε, σε αυτό έχω αντίρρηση: είναι η χειρότερη αμαρτία από όλες (σελ. 483)

Ο συγγραφέας δούλευε το μυθιστόρημα δώδεκα χρόνια εν μέσω απόλυτης κυριαρχίας της σταλινικής γραφειοκρατίας, έχοντας επίγνωση ότι δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα να δει εν ζωή την έκδοση του βιβλίου του. Υμνώντας την ελευθερία των καλλιτεχνών εναντίον κάθε μορφής λογοκρισίας, αυτό το αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1970, καθιστώντας τον Μπουλγκάκοφ ισάξιο των μεγάλων κλαστικών: Ντοστογιέφσκι, Γκογκόλ, Τολστόικαι Τσέχωφ.

Σήμερα ογδόντα χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα, το μυθιστόρημα Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα φαντάζει πάντα επίκαιρο – όσο επίκαιρα μπορούν και παραμένουν πάντα το γέλιο, ο έρωτας και ο αντίκτυπος της εξουσίας στη ζωή των ανθρώπων  (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)



Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020

Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Τί είδε η γυναίκα του Λωτ; εκδ. Καστανιώτη

Σαράντα αιώνες μετά τη βιβλική καταστροφή στα Σόδομα και τα Γόμορα, η ίδια εκείνη γη στις όχθες της Νεκράς Θάλασσας ανοίγει και ένα μυστηριώδες βιολετί αλάτι αναβλύζει. Η εμφάνιση του αλλάζει τη γεωγραφία τριών ηπείρων και μονοπωλεί το ενδιαφέρον της αγοράς. “Οι Παριζιάνοι που κάποτε αποτελούσαν τον ομφαλό της ηπείρου, ήταν τώρα υποχρεωμένοι να αντικαταστήσουν τα ευέλικτα ποταμόπλοιά τους με υπερπόντια βαπόρια, το γνώριμο μονοπάτι του ποταμού τους με τον αχανή μεσογειακό ορίζοντα που έδειχνε να μην έχει τέλος” (σελ. 7). Η νέα ουσία δεν υπηρετεί, αλλά υπηρετείται. Καταδυναστεύει με τις ιδιοτροπίες της. Εθίζει με τη γεύση της. Υποδουλώνει με την αθόρυβη επιρροή της. “Καημένε Ρίτσμοντ, άμα σ΄ αγγίξει μια φορά το βιολετί, θα το κουβαλάς για πάντα μέσα σου κι ας τρίβεσαι με σύρμα μέχρι να γεράσεις” (σελ. 27) Τα σύγχρονα Σόδομα, η “Αποικία”, αποδεικνύονται πιο πανούργα και από τη βιβλική ακόμη εκδοχή τους. “Η Κοινοπραξία κατά βάθος αδιαφορεί για το δόγμα, αφού το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η ιστορία της καταστροφής των Δίδυμων Πόλεων, η οποία εμφανίζεται σε όλα τα ιερά βιβλία, τη Βίβλο, την Τορά, το Κοράνι” (σελ. 341). Μια αποπνικτική ατμόσφαιρα περιβάλλει τα καλά κρυμμένα μυστικά τους, και μόνο ένας άνθρωπος είναι σε θέση να τα ανακαλύψει, ο ανυποψίαστος Φιλέας Μπουκ, που μια νύχτα αλλιώτικη από τις άλλες θα κληθεί να λύσει το πιο σημαντικό σταυρόλεξο που επινοήθηκε ποτέ. “Χάσατε συγγενείς στην Υπερχείληση, κύριε Μπουκ; ΄Εχασε κάτι πολυτιμότερο, την πίστη του” (σελ. 90), όταν “Σχηματίσθηκε μια τεράστια λίμνη μεταξύ των τριών ηπείρων, απο το Γιβραλτάρ μέχρι την Ερυθρά και τη Μαύρη Θάλασσα, στον βυθό της οποίας κοιμούνταν νικημένα τα μνημεία ρομαντικών πολιτισμών, που Ανατολή και Δύση συντηρούσαν μέχρι τότε ζηλόφθονα... Το νερό δεν πήρε μόνο ψυχές και κτίρια, αλλά και την πεποίθηση ότι το σύμπαν λειτουργεί με κανόνες που κατανοούμε, ότι η ύπαρξή μας δεν αποτελεί σύντομο και γελοίο διαλείμμα μέσα στην απεραντοσύνη της ανυπαρξίας” (σελ. 98). Στην αναζήτησή του για τυς αγαπημένους του ανασύρει τις επτά επιστολές από τους αγνοούμενους αγαπημένους του “Οι επιστολές εν αγνοία των συντακτών, απορρόφησαν ολόκληρο τον κόσμο που χάθηκε, μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια. Αυτές οι κάψουλες συσσωρευμένης μνήμης θα χρησίμευσαν ως φάρμακο για τους επτά αμνήμονες... Νόμιζε ότι άκουγε επτά όργανα ορχήστρας, που το καθένα έπαιζε άλλες συγχορδίες, αλλά όλα μαζί παρήγαγαν αρμονικότατο μουσικό αποτέλεσμα. Στο βάθος παίζανε την ίδια μελωδία, παρά τα εκκεντρικά σολάκια τους, που δεν ήταν άλλη από την αγάπη τους γι΄ αυτόν – ή μήπως την δική του αγάπη για κείνους; (σελ. 162).

Τέλη Αυγούστου έξι αξιωματούχοι της Αποικίας ο Χαβιέ Τουρία Χερμενεγκίλιτο με ιδιότητα Πρόεδρος Δικαστηρίου και δηλωθέν όνομα Μπερνάρ Μπαντώ, ο Σελίμ Ντουντέν Μπερκάντ με ιδιότητα Διοικητής Φρουράς και δηλωθέν όνομα ΄Αντριου Ντρέικ, ο Ντουσάν Ζέτα Ντανίλοβιτς με ιδιότητα Ορθόδοξος Ιερέας και δηλωθέν όνομα Μόντεγκιου Μοντενέγκρο, ο Νικονιέμ Λε Ρου με ιδιότητα Ιδιαίτερος Γραμματέας Κυβερνείου και δηλωθέν όνομα Σαρλ Σικουάν, ο Αρντουίνο Τιβέριο Φλαγκράντε με ιδιότητα Διευθυντής Υγειονομείου και δηλωθέν όνομα Νικολό Φαμπρίτσιο, η Τζούντιθ Σουόρνλέικ με ιδιότητα σύζυγος του Κυβερνήτη, Προϊσταμένη Προσωπικού και Υπεύθυνη Εξοπλισμού Κυβερνητικού Μεγάτου και δηλωθέν όνομα Ρεγγίνα Βερά, με τις επιστολές τους συντάσσουν το Επιστολόλεξο που καλείται να λύσει ο Μπουκ. “΄Εδινε την εντύπωση πως τον ενδιέφεραν τα πάντα εκτός από το κείμενο, το οποίο διάβασε αστραπιαία, σχεδόν διαγώνια, μέσα σε λίγη ώρα. Θα τον έλεγες μάλλον “ακροατή” παρά “αναγνώστη”, αφού περισσότερο αφουγκραζόταν τις επιστολές παρά τις διάβαζε, ενώ οι μορφασμοί στο πρόσωπό του πρόδιδαν πως οι πνιχτοί υπέρηχοι, που δραπέτευαν σαν δακτυλίδια αόρατου καπνού από τους έξι γραφικούς χαρακτήρες, τον ταλαιπωρούσαν αφάνταστα (σελ. 253). ΄Οταν ο Μπουκ καλείται από την Ανώτατη Διοίκηση να ολοκληρώσει το μαίανδρο του Επιστολόλεξου αρνείται την ύπαρξη υπόγειου ποταμού ανάμεσα στις έξι επιστολές : Ούτε σταγόνα δεν διατρέχει υπογείως τις επιστολές. Είναι ακριβώς ό,τι δείχνουν: εκατό τα εκατό ορατές, εκατό τα εκατό στεγνές” (σελ. 259), ενώ “ποτέ στην έως σήμερα καριέρα του, δεν συνάντησε έξι επιστολές που να δένουν τόσο συγκλονιστικά μεταξύ τους, σαν πίδακες που εκτοξεύονται από φράγμα και βουτάνε στον ίδιο γκρεμό, με γνησιότητα τόσο ζωώδη κι ασυγκράτητη που κόντευε να τον πνίξει” (σελ. 263). ΄Ομως παρόλο που το σώμα του επιστολόλεξου ήταν έτοιμο, έλειπε η αιτία της ύπαρξής του, η διαγώνια επιστολή, που θα έδινε στο σχήμα την τρίτη του διάσταση και θα χρωμάτιζε με νοήματα τις λέξεις. Αυτό σήμαινε ότι ο μαίανδρος δεν είχε λύση, έλειπε δηλαδή το “γιατί” (σελ. 265). Ανακαλύπτει ότι η έβδομη επιστολή είναι η επιστολή της Λευκής Μπατώ “ελευθέρωσέ με” (σελ. 475). Αναρωτιέται : Πού βρήκαν το σθένος αυτοί οι νοσηροί ανταγωνιστές, οι μολυσμένοι από τα διαλυτικά ελιξήρια των Εβδομήνταπέντε, να σφυρηλατήσουν τέτοια συμπαγή ενότητα; Πώς κατόρθωσαν έξι σακατεμένες ψυχές , έξι ναυάγια, που υφίστανται την πολύπλοκη υποδούλωση της Αποικίας, να πιστέψουν στη δύναμή τους; Ο Μπουκ συνειδητοποίησε ξαφνιασμένος ότι ανακτά την εμπιστοσύνη του στους ανθρώπους και το ενδιαφέρον του γι΄ αυτούς (σελ. 480).

Τί είδε η γυναίκα του Λωτ;  

΄Ενα τέτοιο έγκλημα τιμής απέναντι στους Εβδομήντα πέντε χρειάζεται τουλάχιστον έναν αυτόπτη μάρτυρα για να νομιμοποιηθεί, να μην αφήνει αμφιβολίες ότι πραγματοποιήθηκε. Χρειάζεται μια γυναίκα του Λωτ, που θα στρέψει την κρίσιμη στιγμή το κεφάλι για να βεβαιωθεί ότι τα Σόδομα καταστράφηκαν χωρίς να φοβάται αν η ίδια θα μετατραπεί σε στήλη άλατος. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο διάλεξαν τον Φιλέα Μπουκ, ο οποίος είδε το τέλος της Κοινοπραξίας πριν οι άλλοι προλάβουν να δουν την ακμή της (σελ. 478). ΄Ενα φαντασμαγορικό μυθιστόρημα, ένα συνεχές διανοητικό παιχνίδι, μια ανεπανάληπτη αλληγορία για το φόβο, την αμαρτία και την ενοχή, που ενεδρεύουν άλλοτε στους υγρούς δρόμους του “παραθαλάσσιου” Παρισιού κι άλλοτε στους σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης συνείδησης.(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

Οι κόρες της Σελήνης, Τζόχα Αλχάρθι, μτφρ. Ελένη Καπετανάκη, εκδ. Gutenberg

Η ιστορία αυτού του βιβλίου ξετυλίγεται στο αλ Αουάφι, ένα χωριό του Ομάν κοντά στην πρωτεύουσα Μουσκάτ. Η οικογένεια του Ααζάν και της Σάλιμα με τις τρεις κόρες τους, τη Μάγια, την Ασμά και τη Χάουλα, είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές, μαζί βέβαια με τον Αμπντάλα, τον σύζυγο της Μάγια, καθώς και μερικά ακόμα πρόσωπα, όπως τη Ζαρίφα, αγορασμένη σκλάβα μα στην ουσία μέλος της οικογένειας. Δεν είναι όμως μόνο αυτοί: τρεις ολόκληρες γενιές από πολίτες της χώρας, παλαιότερους ιδικτήτες σκλάβων και σκλάβους, περνάνε μέσα από τις γραμμές του βιβλίου. Οι τρεις κόρες έχουν τις δικές τους ζωές, διαφορετικούς στόχους και τα προσωπικά τους όνειρα: η Μάγια ερωτεύεται πλατωνικά, αλλά παντρεύεται τον Αμπντάλα, γιο ενός πλούσιου εμπόρου.

Η Ασμά αγαπάει το διάβασμα και τις σπουδές, παντρεύεται ένα καλλιτέχνη και οργανώνει ένα δικό της κόσμο αλλά παράλληλο με τη ζωή του συζύγου της.

Η μικρότερη, η Χάουλα, επαναστατεί και αρνείται το γάμο που της ετοιμάζουν, περιμένοντας την επιστροφή του αγαπημένου της από τον Καναδά.

Μέσα από μια ιστορία που ακούγεται συνηθισμένη, διαφαίνονται η ιστορία, ο πολιτισμός και οι κοινωνικές αξίες του Ομάν, καθώς και η πρόοδος που έρχεται με τα χρόνια, το παλιό και το νέο, η Δύση και η Ανατολή, η συμμόρφωση και η υποταγή, αλλά και η επανάσταση και η αντιπαράθεση. Διαβάζουμε για καθημερινούς ανθρώπους που έχουν παραδοσιακές αξίες, συνυφασμένες όμως με μια σύγχρονη καθημερινότητα, για τα ήθη και έθιμα του τόπου, από τα οποία οι νέοι άνθρωποι, ίσως όζι όλοι, προσπαθούν να ξεφύγουν,,,,,Παράλληλα κεντρικός άξονας της εφήγησης είναι η δουλεία. Το Ομάν ήταν μια χώρα που συντηρούνταν από το εμπόριο όπλων και σκλάβων μέχρι τον 19ο αιώνα. Η δουλεία καταργήθηκε με νόμο το 1970. Θα ήταν ωστόσο ανακρίβεια να πούμε ότι εξαλείφθηκε πλήρως, αφού φαίνεται ότι μερικοί δούλοι ζουν ακόμη με τις οικογένειες που τους αγόρασαν. ....

Η Τζόνα Αλχάρθι γνωρίζει πολύ καλά την κοινωνία και την παράδοση της χώρας της και προσκαλεί τον αναγνώστη να περπατήσει στα χωριά και τις πόλεις, τους αμμόλοφους και τις οάσεις της ερήμου, μέσα στα σουκ και τις σκεπαστές αγορές, να μυηρίσει μπαχάρια, λιβάνια και αρώματα, ευωδιαστά φυτά και βότανα, να μπει σε σπίτια – οχυρά των πλουσίων και καλύβια των φτωχών, να ακούσει παμπάλαιες αφηγήσεις για σκλάβους και δουλεμπόρους, να αφουγκραστεί τη διαφορετική, άγνωστη σχετικά, κουυλτούρα του Ομάν. Κι επιθυμεί ακόμη α απλωθεί η χώρα της μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου μιας και μας ξεναγεί τόσο όμορφα παραστατικά, τόσο λυρικά και ποιητικά, σε έναν τόπο που ελάχιστα γνωρίζουμε. “Επιθυμεί να ανοίξει ένα παράθυρο στην πλούσια αραβική λογοτεχνία γενικά και στη λογοτεχνία του Ομάν ειδικότερα”, όπως λέει η ίδια. Η συγγραφέας και η μεταφράστρια εύχονται να υπάρχουν πρόθυμοι αναγνώστες!” (από το εισαγωγικό σημείωμα της μεταφράστριας Ελένης Καπετανάκη)

Πρόθυμη αναγνώστρια μοιράστηκα τις ζωές των ηρώων του βιβλίου, άλλοτε με προσμονή και ελπίδα, άλλοτε με θλίψη και απογοήτευση κι άλλοτε με την αίσθηση του αδιέξοδου και ανεπίστρεπτου, θαύμασα το θάρρος κάποιων γυναικών αλλά και την υποταγή κάποιων άλλων στη μοίρα τους, γιατί για κάθε επιλογή και απόφαση χρειάζεται θάρρος και δυναμισμός, χωρίς παράλληλα να με αφήνει αδιάφορη η ζωή των ανδρών ηρώων, που κι αυτοί από την μεριά τους προσπαθούν να ανακαλύψουν καινούρια βήματα, να τα συγχρονίσουν με τα παλιά και να αναγνωρίσουν την νέα τους ταυτότητα μέσα στην οικογένεια και την πολιτιστική τους κληρονομιά. ΄Ενα βιβλίο που διαβάζεται ευχάριστα και δεύτερη φορά, καθώς επιτρέπει στον αναγνώστη να ανακαλύψει με τη δεύτερη και πιο προσεγμένη ανάγνωση την αραβική σκέψη και λογοτεχνία, την αραβική προκατάληψη και μυστήριο, τις εσωστρεφείς ψυχές των ηρώων που συνομιλούν ακατάπαυστα με τη συνείδησή τους. Επιτρέπει τη γνωριμία μιας χώρας, που ίσως κάποιοι, όπως εγώ ούτε σ το χάρτη δεν ξέρουμε πού βρίσκεται.

 

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2020

Julian Barnes: Ο Αχός της Εποχής, μτφρ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Μεταίχμιο

Η τέχνη είναι ο ψίθυρος της ιστορίας, που ακούγεται πάνω από τον αχό της εποχής. Η τέχνη δεν υπάρχει για την τέχνη, υπάρχει για τον λαό. Ποιον λαό όμως και ποιος τον καθορίζει; Ο ίδιος θεωρούσε ανέκαθεν την τέχνη του αντι-αριστοκρατική. Έγραφε άραγε, για μια κοσμοπολίτικη ελίτ αστών, όπως ισχυρίζονταν οι επικριτές του; ΄Οχι, Μήπως έγραφε για τον ανθρακωρύχο του Ντονπάς, που κατάκοπος μετά τη βάρδια χρειαζόταν κάτι καταπαϋντικό να τον τονώσει, όπως του ζητούσαν οι επικριτές του; ΄Οχι, έγραφε μουσική για όλους και για κανένα. ΄Εγραφε για εκείνους που εκτιμούσαν περισσότερο τη μουσική του, ανεξαρτήτως κοινωνικής προέλευσης. Έγραφε μουσική για τα αυτιά που μπορούσαν ν΄ ακούσουν. ΄Ηξερε επομένως ότι κάθε αληθινός ορισμός της τέχνης είναι κυκλικός, ενώ καθε αναληθής της αποδίδει κάποια συγκεκριμένη λειτουργία (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου). Κάποτε είχε ρωτήσει εκείνη τη φοιτήτρια που έτρεμε σε ποιον ανήκει η μουσική και, παρόλο που η απάντηση ήταν γραμμένη με κεφαλαία γράμματα στο πανό επάνω από το κεφάλι του εξεταστή της (σελ. 119), η κοπέλα δεν μπορούσε να απαντήσει. Το να μην μπορείς να απαντήσεις είναι η σωστή απάντηση, γιατί σε τελική ανάλυση η μουσική ανήκει στη μουσική. Αυτό ήταν το περισσότερο που μπορoύσε να πει ή να ευχηθεί κανείς (σελ. 225).

Το βιβλίο του Τζούλιαν Μπάρνς πραγματεύεται τη βιογραφία του Ντμίτρι Σοστακόβιτς (Dmitri Shostakovich), ενός από τους επιφανέστερους συνθέτες του 20ου αιώνα. Η ζωή του σημαδεύτηκε από την αντιφατική του σχέση με το σοβιετικό καθεστώς, ενώ παράλληλα τιμήθηκε  με πολυάριθμες διακρίσεις και κρατικά βραβεία.

Στις αρχές της δεκαετίας του '30 συνθέτει την όπερα «Η λαίδη Μάκμπεθ του Μτσενσκ». Η πρώτη της εκτέλεση τον Ιανουάριο του 1934 γνωρίζει επιτυχία και κομματική αποδοχή. Δύο χρόνια αργότερα ο Στάλιν παρακολουθεί την όπερα κάτω από αυστηρά μέτρα προστασίας και εγκαταλείπει το θέατρο κατά τη διάρκεια της παράστασης. Τότε ο Σοστακόβιτς χάνει την εύνοια του κομμουνιστικού καθεστώτος.

Το να είσαι Ρώσος σήμαινε να είσαι απαισιόδοξος, το να είσαι Σοβιετικός σήμαινε να είσαι αισιόδοξος. Γι΄ αυτό ακριβώς ο όρος Σοβιετική Ρωσία ήταν καθαρή αντίφαση. Η εξουσία δεν το κατάλαβε αυτό ποτέ. Νόμιζε πώς, αν θανατώσεις αρκετό τμήμα του πληθυσμού και τρέφεις το υπόλοιπο με προπαγάνδα και τρόμο, θα έχεις ως αποτέλεσμα την αισιοδοξία. Είχε κάποια λογική αυτό; ΄Ηταν όπως ακριβώς του έλεγαν εκείνου, με διάφορους τρόπους και διαφορετικά λόγια μέσω γραφειοκρατών μουσικολόγων και άρθρων εφημερίδων, ότι αυτό που ήθελαν ήταν ένας “αισιόδοξος Σοστάκοβιτς”. ΄Αλλη μια καθαρή αντίφαση (σελ. 93-94).

Το έτος 1960 σηματοδοτεί άλλη μια κρίσιμη καμπή στη ζωή του Σοστακόβιτς: την προσχώρησή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Το γεγονός αυτό έχει ερμηνευτεί είτε σαν ένδειξη συμμόρφωσης και αφοσίωσης, είτε σαν σημάδι δειλίας, είτε σαν αποτέλεσμα πολιτικής πίεσης.

Είχε επίσης μάθει τί σήμαινε το να χάσει κανείς την ψυχή του. Η ζωή, βλέπετε,  δεν είναι περίπατος σε λιβάδι, όπως λέει και το ρητό. Η ψυχή μπορεί να χαθεί με τρεις τρόπους: από αυτό που σου κάνουν άλλοι, από αυτό που σε βάζουν να κάνεις στον εαυτό σου και απο αυτό που επιλέγεις μόνος σου να το κάνεις στον εαυτό σου. Οποιαδήποτε από αυτές τις μεθόδους ήταν αρκετή, αν όμως συνυπάρχουν και οι τρεις, τότε το αποτέλεσμα ήταν ακαταμάχητο “ (σελ. 210).

Λίγα χρόνια αργότερα ο Σοστάκοβιτς μετακομίζει στη Μόσχα, όπου παρουσίαζει την 8η Συμφωνία, εκφράζοντας το πένθος για τις μεγάλες απώλειες του 2ου παγκοσμίου πολέμου, με αποτέλεσμα την απαγόρευσή της ως το 1960.

Σε όλη του ζωή στηριζόταν στην ειρωνεία. Φανταζόταν ότι το χαρακτηριστικό αυτό είχε ξεφυτρώσει στο συνηθισμένο μέρος: στο χάσμα ανάμεσα στο πώς φανταζόμαστε, υποθέτουμε ή ελπίζουμε να εξελιχθεί η ζωή και στο πώς εξελίσσεται στην πραγματικότητα. Έτσι η ειρωνεία γίνεται η άμυνα του εαυτού και της ψυχής, σου επιτρέπει να αναπνέεις σε καθημερινή βάση.... Η ειρωνεία σου επιτρέπει να παπαγαλίζεις τη φρασεολογία της εξουσίας, να διαβάζεις ανούσιους λόγους που έχουν γράψει άλλοι για λογαριασμό σου και να θλίβεσαι βαθύτατα για την απουσία πορτρέτου του Στάλιν από ρτο γραφείο σου, ενώ πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα η γυναικα σου κρατιέται να μη βάλει τα γέλια που δεν επιτρέπονται ... Και κάπου μέσα σου πιστεύεις πως όσο καιρό μπορείς να στηρίζεσαι στην ειρωνεία τόσο θα είσαι σε θέση να επιβιώνεις. ... Η ειρωνεία είχε κι αυτή τα όριά της. Για παράδειγμα , δε γίνεται να είσαι είρων βασανιστής ή θύμα βασανισμού...΄Αμα γυρνούσες την πλάτη σ την ειρωνεία, αυτή ξίνιζε και γινόταν σαρκασμός. Τί καλό είχε τότε; Ο σαρκασμός ήταν ειρωνεία που είχε χάσει την ψυχή της¨.

Ο λόγος του Τζούλιαν Μπαρνς γνήσιος, άμεσος και ανθρώπινος εστιάζει με υπευθυνότητα και προσήλωση στη ζωή του μεγάλου συνθέτη αναλύοντας τόσο την πολιτική και κομματική του στάση όσο και την προσωπική του ζωή δημιουργώντας ισορροπία ανάμεσα στην απόρριψη και την αποδοχή, την πραγματικότητα και τη φαντασία, την μουσική ιδιοφυΐα και την εξουσία. Ακόμη ένα αριστοτεχνικό βιβλίο του μεγάλου συγγραφέα που μπορεί να χαρακτηρισθεί βιογραφία, κυρίως όμως η εσωτερική πάλη ανάμεσα στο συνθέτη και τη συνείδησή του στις κρίσιμες ώρες της δημιουργίας και σταθεροποίησης του Σοβιετικού Κράτους,

Πηγή και : https://www.sansimera.gr/biographies/196








 

Luis Sepulveda: ΄Ενας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. opera

Προσπαθείστε τώρα να φανταστείτε τί έγινε. Η θηλυκιά θα βγήκε να κυνηγήσει για να γεμίσει την κοιλιά της και να ΄χει γάλα για τις πρώτες βδομάδες των βροχών. Τα μικρά θήλαζαν ακόμη, κι έμεινε το αρσενικό να τα φυλάει. ΄Ετσι γίνεται στα ζώα, κι έτσι πρέπει να τα αιφνιδίασε ο γκρίνγκο. Τώρα η θηλυκιά γυροφέρνει, ξετρελαμένη από την πόνο. Τώρα έχει βγει να κυνηγήσει άνθρωπο. Δε θα πρέπει να δυσκολεύτηκε να βρει τα ίχνη του γκρίνγκο. Τον ακολούθησε απ΄ το γάλα που η μυρουδιά του είχε κολλήσει στον δυστυχισμένο σαν κατάρα. ΄Εχει ήδη σκοτώσει άνθρωπο. Ξέρει πια τί γεύση έχει το ανθρώπινο αίμα, γιατί το ΄χει δοκιμάσει, και για το μικρό της μυαλό όλοι οι άνθωποι σκότωσαν τα παιδιά της, όλοι έχουμε την ίδια μυρουδιά  (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)


Η πάλη που ακολουθεί ανάμεσα στον άνθρωπο και τον οσελότο είναι άνιση, θα νικήσει ο πιο δυνατός, ο πιο έξυπνος, ο πιο μεθοδικός και το ένστικτο θα υποκύψει μπροστά στην πονηριά. Κι όμως μέσα σ΄ αυτή τη μεγαλειώδη νίκη του, ο άνθρωπος δεν είναι ο νικητής αυτής της μάχης. “Η γάτα, παρά την αδυναμία της, ήταν ένα υπέροχο πλάσμα, ένα πλάσμα πανέμορφο, ένα αριστούργημα χάρης που είναι αδύνατον να το αναπαραστήσεις, ακόμα και στη φαντασία σου.”.


Με συναισθήματα ντροπής και αναξιότητας, “ο Αντόνιο Χοσέ Μπολιβάρ έβγαλε την τεχνητή οδοντοστοιχία του, την τύλιξε στο μαντήλι και, χωρίς να πάψει να βλαστημάει τον γκρίνγκο που έφταιγε για όλα, το δήμαρχο, τους χρυσοθήρες, όλους όσοι σπίλωναν την παρθενικότητα της Αμαζονίας του, έκοψε ένα μεγάλο κλαρί με τη ματσέτα, το΄ κανε μπαστούνι και ξεκίνησε να γυρίσει με τα πόδια στο Ελ Ιδίλιο, στην καλύβα του και στα βιβλία του που μλούσαν γι΄ αγάπη με λέξεις τόσο όμορφες, ώτε κάπου κάπου, τον έκαναν να λησμονεί τη βαρβαρότητα των ανθρώπων.”.


΄Ενα μυθιστόρημα αφιερωμένο στον μακρινό φίλο του συγγραφέα Μιγκέλ Τσένγκε, αγωνιστή της φυλής των Σουάρ του Σούμπι, στον ΄Ανω Νανγαρίτσα, και μέγα υπέρμαχο της Αμαζονίας. Μια νύχτα με τις μαγικές του αφηγήσεις, αποκάλυψε στον συγγραφέα κάποιες λεπτομέρειες αυτού του άγνωστου πράσινου κόσμου του – λεπτομέρειες που, πολύ αργότερα, σε κάποια άλλη γωνιά της εκουατοριανής Εδέμ, του χρησίμεψαν στο γράψιμο αυτής της ιστορίας,

 

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2020

Roberto Vecchioni: Ο Βιβλιοπώλης του Σελινούντα, μτφρ. Δημήτρης Παπαδημητρίου, εκδ. ΚΡΙΤΙΚΗ

Ο Σελινούντας είναι ο κόσμος, είναι μια τάξη που την ορίζουν κινήσεις γλυκές και ήρεμες, μια αρχέγονη λιτότητα που αδυνατεί να αναμετρηθεί με τη γενική παγκόσμια τρέλα. Ο σελινούντας είναι μια σκηνή στην έρημο, όπου είσαι ή βοσκός ή καμήλα – δεν είναι το παλάτι της Βαβυλώνας ούτε η βιβλιοθήκη της Αλεξανδρειας. Μόνο από μια τέτοια σκηνή μπορεί να προέλθει κάτι που να φέρνει την αλήθεια, γιατί ο Σελινούντας δεν είναι φιλοσοφική αλληγορία, ούτε εικονική, πόσο μάλλον ταξική, είναι η ιστορία καθαυτή.

Το παράξενο παραμύθι που στήνει ο Robetro Vecchioni είναι μια σύγχρονη παραβολή για τη διαφορετικότητα και τη δύναμη της δίψας για μάθηση ενάντια στην άγνοια. Ο ίδιος όμως λέει : ¨αν λογαριάζετε να διαβάσετε τούτη τη διήγηση σαν παραμύθι, μην την αρχίσετε καν. Παραμύθια δεν υπάρχουν εδώ, το παραμύθι κρύβεται στο καθημερινό μας βάσανο, στην αδυναμία μας να φέρουμε τα λόγια μας σε αντιστοιχία με αυτό που αισθανόμαστε. Ο Σελινούντας είναι η λέξη, είναι αυτός ο ιερός μύθος που μας κρατάει συντροφιά, από τότε που του αφιερώσαμε τον αχό του κύματος. Το θρόισμα των φύλλων και το γρύλισμα των ζώων, ανακαλύπτοντας έντρομοι ότι χωρίς τον ήχο του, χωρίς έναν οποιονδήποτε ήχο, ο κόσμος δεν θα είχε γεννηθεί ποτέ, ο άνθρωπος δεν θα είχε αντρωθεί.... γιατί, αν το υλικό κόσμο τον έπλασε ο Θεός, οι λέξεις είναι αυτό που ξαναέπλασε ο άνθρωπος: αυτό που ονομάζουμε ζωή” (σελ. 16-17).

Σ ένα χωριό της Σικελίας, οι κάτοικοι έχουν ξεχάσει τις σημασίες των λέξεων. Μόνο ο Νικολίνο τις θυμάται και διηγείται τα γεγονότα που οδήγησαν τον τόπο του σ΄ αυτή την παράδοξη κατάσταση. Σε τί οφείλει το προνόμιο της μνήμης ο Νικολίνο; Ως παιδί, γνωρίζεται μ΄ έναν βιβλιοπώλη που καταφτάνει στο Σελινούντα. ¨Εγώ δεν ήμουν παρά παιδί, όμως σ΄ αυτό το παιδικό κεφάλι φώλιασε ο βιβλιοπώλης και δεν ξαναβγήκε αποκεί ποτέ” (σελ. 47). Ο μυστηριώδης αυτός άνθρωπος ανοίγει ένα βιβλιοπωλείο όχι για να πουλάει τα βιβλία του, αλλά για να τα διαβάζει σε άλλους.. “Ο βιβλιοπώλης ξανάδινε στις λέξεις το νόημά τους (σελ. 62). Η φαντασία του Νικολίνο απλώνεται και τον οδηγεί σε σκέψεις και συναισθήματα που νιώθει ότι μπορεί να αγγίξει, σε μια κατάσταση ευφορίας. “... Γνωρίζεις ένα άνθρωπο και δεν έχει πια μάτια, χέρια, ώμους, πόδια, μαλλιά, δεν είναι όλα αυτα ο άνθρωπος, ακόμη κι αν τα βάλεις όλα μαζί: ο άνθρωπος είναι κάτι άλλο” (σελ. 71). Πολλοί ντόπιοι δε βλέπουν με καθόλου καλό μάτι τον ξένο και τον αποκαλούν δαίμονα. “Το σπίτι του βιβλιοπώλη καιγόταν....Κοίταξα και είδα πάνω απ΄ το κεφάλι μου στον ουρανό σελίδες ολόκληρες και σκισμένα φύλλα να ΄χουνε στήσει χορό εδώ κι εκεί, ν΄ ακολουθούν τα προσταγματα του άερα, να λικνίζονται, να πέφτουν και να ξαναπαίρνουν τον ανήφορο....(σελ. 100). Ο Νικολίνο σε μια απέλπιδα προσπάθεια προσπαθεί να περισώσει όποια σελίδα μπορεί, φύλλα και κομμάτια από σελίδες, παραφουσκώνοντας τις τσέπες του κι ενώ ο κόσμος γύρω του σχολιάζει γελώντας. “Τέτοια όμως είναι τα καμώματα της απόγνωσης, μοιάζει με προσευχή χωρίς παραλήπτη”

΄Ετσι μετά από λίγο καιρό ένας μικρούλης αυλητής, σαν τον αυλητή του Χάμελιν, μαγεύει τα βιβλία, που τον ακολουθούν συντεταγμένα και ακέραια, βουτούν μαζί του στη θάλασσα και καταποντίζονται κατά δεκάδες, κατά εκατοντάδες, κατά χιλιάδες, μια εικόνα παράλογη, μια απεραντοσύνη από βιβλία που επιπλέουν σαν από θαύμα πάνω στο νερό. “... Μείναμε να κοιτάμε και το τελευταίο βιβλίο... Είχε σηκωθεί ένας γλυκός αέρας, όταν εγώ, και μόνον εγώ, ένιωσα εντός μου ήχους από λόγια και λέξεις. Κανείς δεν θα μπορούσε τότε να φανταστεί πως οι λέξεις τούτες ίσως να ήταν και οι στερνές, μια που εκείνη την ημέρα αυτές χάθηκαν για πάντα” (σελ. 110).

Τα βιβλία δεν καίγονται ούτε πνίγονται, φωλιάζουν μέσα στις καρδιές και μετουσιώνουν τη ζωή σε ταξίδι, ποίηση, περιπέτεια. Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα είναι ένα βιβλίο που συγκινεί, γοητεύει, συγκλονίζει με το λόγο και τις εικόνες του. Για να μη χαθεί η παλέτα των αποχρώσεων...

 





 

RAY BRADBURY : ΦΑΡΕΝΆΙΤ 451, μτφρ. Βασίλης Δουβίτσας. εκδ. ΑΓΡΑ

΄Ενα παιδί περπατούσε σε μια ακρογιαλιά, όπου είχαν ξεβραστεί εξαιτίας της παλίρροιας χιλιάδες αστερίες. ΄Εσκυψε και πήρε έναν αστερία και τον πέταξε στη θάλασσα. Οι άνθρωποι γύρω του γέλασαν μαζί του και του είπαν ότι οι αστερίες είναι χιλιάδες κι αυτή του η πράξη δεν δημιούργησε κάποια διαφορά. Το παιδί απάντησε με σοφία ότι για τον συγεκριμένο αστερία υπάρχει διαφορά.

Η ατομική ευθύνη είναι πολύ σημαντική για την πρόοδο της ανθρωπότητας, για την απελευθέρωσή της από τον Μεσαίωνα του πνεύματος και την Καθήλωση μπροστά στην τηλεόραση και τους υπολογιστές. Η γραφή θα σώσει τον άνθρωπο και η τέχνη έχει μεγάλη αποστολή, όπως διαπιστώνουν όλοι οι άνθρωποι του πνεύματος. Το βιβλίο είναι η καρδιά της λογοτεχνίας, το συναίσθημα, οι αναμνήσεις, τα αγγίγματα και η αφοσίωση. Το βιβλίο του Ray Bradbury, Φάρενάιτ 451, αναφέρεται στην καύση των βιβλίων, σε μια εποχή που αυτή είχε ήδη υλοποιηθεί είτε στη σταλινική Ρωσία είτε στη Γερμανία του Χίτλερ είτε ενσωματωμένη στην αντικομμουνιστική υστερία των ΗΠΑ. Το δυστοπικό μέλλον ήταν ήδη πίσω του, τρομερό και δυσοίωνο. “΄Ηταν απόλαυση να καις”, οι πρώτες σειρές του βιβλίου. “Κάποιος άνθρωπος μπορεί να χρειάστηκε μια ολόκληρη ζωή για να καταγράψει τις σκέψεις του, παρατηρώντας τον κόσμο και τη ζωή, κι έρχομαι εγώ μέσα σε δύο λεπτά και μπαμ! Πάνε όλα! (σελ. 84)”. Οι πυρονόμοι είναι τα αγόρια της Ευτυχίας, το Ντουέττο των Μακαρίων, που εμποδίζουν τους ανθρώπους να ασχολούνται με περίεργα πράγματα, όπως η φιλοσοφία ή η κοινωνιολογία. ΄Αλλωστε τί είναι η φωτιά; “Η πραγματική ομορφιά της είναι ότι καταστρέφει την ευθύνη και τις συνέπειες” (σελ. 174).

Οι άνθρωποι περιορισμένοι σε πόλεις, χωρίς ορίζοντα, φαντασία και φιλία, ζουν σ΄ ένα πλασματικό κόσμο, όπου η οικογένεια αποτελείται από παρουσιαστές της τηλεόρασης, “Ποιος έχει καταφέρει να ξεγλιστρήσει από την αρπάγη των τηλεοράσεων τοίχου άπαξ και τις σπείρει στο σαλόνι του;”, όπου οι πόλεμοι αρχίζουν και τελειώνουν σε μια μέρα. “ Τα πάντα εξαρτώνται από το τί εννοεί ο καθένας κοινωνικότητα... Για μένα κοινωνικότητα είναι ... να συζηταω για το πόσο παράξενος είναι ο κόσμος. Είναι ωραίο να βρίσκεσαι με άλλους ανθρώπους”, εξομολογείται η Κλαρίς. Η επινόηση ενός εξιλαστηρίου θύματος αποτελεί καθημερινότητα. ΄Οταν ξαφνικά η διαπίστωση “Δεν ήταν ευτυχισμένος. Δεν ήταν ευτυχισμένος¨, αποδίδει την πραγματική κατάσταση του πρωταγωνιστή του βιβλίου Μόνταγκ.

Αλλά ακόμη και σήμερα η διακίνηση ιδεών και η ελευθερία βούλησης του καθενός μας καθοδηγούνται ως ένα βαθμό, λιγότερο ή περισσότερο για τον καθένα μας, από τα ΜΜΕ και την εξουσία, πολιτική ή θρησκευτική. Καταναλώνουμε αυτό που μας σερβίρεται και οι επιλογές μας κατευθύνονται από τους πυρονόμους της σκέψης. Η γνώση είναι το γκουγκλάρισμα και κάθε άλλη μηχανή αναζήτησης. “...΄Οσο αυξάνει ο πληθυσμός, τόσο πληθαίνουν και οι μειονότητες.... Η τεχνολογία, οι χειραγωγούμενες μάζες και η πίεση των μειονοτήτων ήταν που έγειραν την πλάστιγγα, δόξα τω Θεώ. Και σήμερα, χάρη σ΄ αυτά, μπορείς να είσαι ευτυχισμένος όλη την ώρα και είσαι ελεύθερος να διαβάζεις κόμικς, τις παλιές καλές ομολογίες και τα οικονομικά έντυπα”, ισχυρίζεται ο Μπήτυ.

Μόνο το βιβλίο μπορεί να μας απελευθερώσει, καθώς επεκτείνει τη γνώση, καλλιεργεί το συναίσθημα , ζωντανεύει τη φαντασία. “Πρέπει να έχουν κάτι τα βιβλία, κάτι που εμείς δεν μπορούμε να το φανταστούμε, για να κάνουν μια γυναίκα να παραμείνει μέσα σε ένα σπίτι που καίγεται, πρέπει να υπάρχει κάτι εκεί μέσα. Δεν μένεις έτσι για πλάκα” (σελ. 83)

Ο Bradbury έρχεται από τη δεκαετία του ΄50 στην εποχή μας, επίκαιρος και με εξαιρετική διορατικότητα και μας παρουσιάζει ένα εξαιρετικό δοκίμιο για τον ρόλο του βιβλίου στην εξέλιξη της ανθρωπότητας και έναν ύμνο στην προσωπική ευθύνη. “Ο καθένας μας πρέπει να αφήνει κάτι πίσω του όταν πεθαίνει... Κάτι που να το έπιασες με το χέρι σου, με όποιον τρόπο, έτσι ώστε η ψυχή σου να έχει κάπου να πάει όταν πεθάνεις και όταν οι άνθρωποι κοιτάζουν εκείνο το δέντρο ή το λουλούδι που φύτεψες, να είσαι εκεί.... Η διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο που απλώς κουρεύει το γκαζόν και στον πραγματικό κηπουρό είναι το άγγιγμα. Ο πρώτος θα μπορούσε να μην ήταν εκεί καθόλου, ο κηπουρός θα είναι εκεί για πάντα” (σελ. 229). Ας μολυνθούμε όλοι από το μικρόβιο της αγάπης για τα βιβλία.... Ας αναπνέουμε, όπως ο συγγραφέας, την πιο εξαίσια γύρη στον κόσμο, τη γύρη των βιβλίων, με την οποία απέκτησε τις λογοτεχνικές του αλλεργίες (σελ. 264).

 

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2020

ΤΕΥΚΡΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ : ΦΟΝΙΚΟ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΚΔ. ΠΟΛΙΣ

Κωνσταντινούπολη, 27 Δεκεμβρίου 537, ημέρα των εγκαινίων της Μεγάλης Εκκλησίας. Ο Ιωάννης, στενός συνεργάτης των αρχιτεκτόνων της, βρίσκεται δολοφονημένος. ΄Ολες οι ενδείξεις οδηγούν στη Θεανώ, πρώην σπουδάστρια στην Ακαδημία του Πλάτωνος και στενή φίλη του θύματος. Ο Ευτόκιος, ένας άνθρωπος που έχει αφιερώσει η ζωή του στη συγκέντρωση και διάσωση των έργων του Αρχιμήδη, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει την υπόθεση: είναι πράγματι ένοχη η νεαρή μαθηματικός ή μήπως έχει πέσει θύμα μιας καλοστημένης συνωμοσίας; 

 Ιστορικά πρόσωπα, όπως η Θεοδώρα και ο Ιουστινιανός, και μυθοπλαστικοί ήρωες συναντιούνται και αλληλεπιδρούν για να ζωντανέψουν το κλίμα της μετάβασης από την ύστερη Αρχαιότητα στον πρώτο βυζαντινό χρυσό αιώνα. 

 Η αρχαία φιλοσοφία πεθαίνει, κληροδοτώντας όμως στον καινούριο κόσμο την κατακτημένη σοφίατης: τη γεωμετρία και τη μηχανική της. Χωρίς αυτές θαύματα όπως ο Ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας δεν θα έπαιρναν ποτέ σάρκα και οστά: “Ο θόλος θα μοιάζει να αιωρείται, χωρίς να τον κρατά στη θέση του κάποια υλική δύναμη. Θα δίνει την εντύπωση ότι η Θεία Χάρη αποτελεί το μόνο του στήριγμα” (σελ. 155). Μαθηματικές έννοιες, όπως οι τέλειοι αριθμοί, τα παραβολικά κάτοπτρα, οι πολύγωνοι αριθμοί, τα σύμμετρα μεγέθη, η εις άτοπον απαγωγή αναλύονται λογοτεχνικά μέσα από τα έργα των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων, όπως ο Αρχιμήδης, ο Ευκλείδης και ο Νικόμαχος και μεταφέρονται στον αναγνώστη με απλό και κατανοητό, αλλά όχι απλοϊκό τρόπο μετην πένα του συγγραφέα. Στο υπέρυθρο της σχολής του Πλάτωνα υπήρχε η επιγραφή “Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω”, που σημαίνει ότι η γεωμετρία είναι η βάση κάθε άλλης γνώσης (σελ. 89).

Στο προσκήνιο αυτής της ιδιόμορφης σύγκρουσης, ο μύθος εκτυλίσσεται μέσα από σκάνδαλα, καταχρήσεις, μισαλλοδξίσα και, κυρίως, μέσα από την αιώνια πάλη για την εξουσία.

 

Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ: ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΟΥ ΝΤΟΡΙΑΝ ΓΚΡΈΥ (μτφρ. Δημ. ΚΙΚΙΖΑΣ, εκδ. ΣΜΙΛΗ)

 

Στο Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ παρακολουθούμε τρεις νέους, καθώς αλληλεπιδρούν και ξιφομαχούν με τα λόγια.

Ο Ντόριαν, όπως τον γνωρίζουμε στην αρχή είναι ένα “άμυαλο και πανέμορφο πλάσμα που πρέπει να το έχουμε κοντά μας το χειμώνα όταν δεν έχει λουλούδια να ατενίζουμε και διαρκώς το καλοκαίρι όταν θέλουμε κάτι να μας δροσίζει.... Υπήρχε κάτι στο πρόσωπό του που σ΄ έκανε να τον εμπιστεύεσαι αμέσως. ΄Ενιωθες ότι είχε διατηρήσει τον εαυτό του άσπιλο από τον κόσμο... Είχε κάτι που σε γοήτευε αυτός ο γιος του ΄Ερωτα και του Θανάτου.”. Η ιστορία της καταγωγής του: Μια πανέμορφη γυναίκα που αψηφά τα πάντα για ένα τρελλό πάθος. Μερικές εβδομάδες παράφορης ευτυχίας που διακόπτεται απότομα από ένα ειδεχθές, δόλιο έγκλημα, Μήνες αλάλητης αγωνίας και κατόπιν ένα παιδί γεννιέται μέσα στον πόνο. Τη μητέρατην αρπάζει ο Χάρος και το παιδί μένει έρημο, αφημένο στην τυραννία ενός γέρου και άστοργου άντρα (σελ. . 55). Ο ίδιος αναρωτιέται αν θα είναι πάντα ευτυχής, καθώς συνειδηποιεί την ομορφιά του, για την εξασφαλίσει θα έδινε και την ψυχή του ακόμη, ζηλεύει κάθε τι που είναι αθάνατο. Ερωτεύεται παράφορα: “Θέλω όλοι οι νεκροί εραστές του κόσμου να ακούσουν το γέλιο μας και να μελαγχολήσουν. Θέλω η πνοή του πάθους μας να ξαναδώσει συνείδηση στη σκόνη τους , να κάνει τη στάχτη τους να νιώσει πόνο...” (σελ. 81) Αλλά ο έρωτάς του σκοτώνεται και η ζωή του ακολουθεί πια την αναπόδραστη πορεία της. Συνειδητοποιεί την επίδραση του Χάρρυ στη ζωή και τη σκέψη του και θέλει να σταματήσει να τον βλέπει, η ζωή έχει αποφασίσει γι΄ αυτόν διαφορετικά: αιώνια νιότη, ασυγκράτητο πάθος, εξαίσιες ηδονές. Πάθη που θα εύρισκαν αναπόδραστα την τρομακτική τους διέξοδο. Θέλει να χρησιμοποιεί τα συναισθήματα του, να τα απολαμβάνει και να εξουσιάζει. Ο σκοπός της ζωής του η ίδια εμπειρία. Συλλέγει θησαυρούς με σκοπό τη λησμονιά. Φιλοδοξία του ήτανν α διατυπώσει ένα νέο σχήμα βίου με δικά του φιλοσοφικά θεμέλια και δικές του διατεταγμένες αρχές, το οποίο θα έβρισκε την ύψιστη πραγμάτωσή του στον εκπνευματιμσό των αισθήσεων (σελ. 181). Οι τύψεις όμως είναι παρούσες, στην συνάντηση με τον Μπάζιλ ομολογεί ότι έχει βαρεθεί τον εαυτό του, θα ήθελε να είναι κάποιος άλλος.. Ο Ντόριαν ζει σε μια ασχήμια, που δεν αποτυπώνεται στο πρόσωπο και τα μάτια του, ο ίδιος όμως γνωρίζει τη διαφθορά της ψυχής του και βασανίζεται από την αδιαμφισβήτητη και αναπόδραση μαρτυρία του πορτραίτου. ΄Ολοι έχουμε τον Παράδεισο και την Κόλαση μέσα μας (σελ. 217). Καθώς υποκύπτει στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, Οργή, Ματαιοδοξία, Οκνηρία (η μεγάλη αριστοκρατική τέχνη να μην κάνεις τίποτε), Λαγνεία, Απληστία, Αλαζονεία και Ζηλοφθονία, διαπράττει ύβρι στο πρόσωπο της Σιβύλλας, , οι θεοί στέλνουν την άτη, δηλ,. το θόλωμα του νου, οπότε διαπράττει μεγάλη α-νοησία, υποπύπτει σε πολύ σοβαρό σφάλμα, τη δολοφονία του Μπάζιλ προκαλώντας έτσι τη νέμεση, δηλ. την οργή των θεών και ακολουθεί η τιμωρία και η συντριβή/καταστροφή του.

Ο λόρδος Χένρυ είναι ένας ανέμελος, γεμάτος ζωή νέος, που επιλέγει φίλους για την ομορφιά τους, τους γνωστούς για τον καλό τους χαρακτήρα και τους εχθρούς για το γερό μυαλό τους καθώς θεωρεί την ομορφιά μια μορφή μεγαλοφυΐας . Προτιμά τους ανθρώπους χωρίς αρχές, άντρες με μέλλον και γυναίκες με παρελθόν. Τα γοητευτικά πράγματα στη ζωή του είναι η ψυχή του και τα πάθη των φίλων του. ΄Οταν γνωρίζει τον Ντόριαν , μαγεύεται και δοκιμάζει να τον εξουσιάσει. Εκτοξεύει βέλη στα τυφλά υποστηρίζοντας ότι τίποτε δεν μπορεί να θεραπεύσει την ψυχή όπως οι αισθήσεις. Εκθειάζει τη νιότη σε διάφορα σημεία του βιβλίου με τα λόγια “εμείς δεν ξαναβρίσκουμε ποτέ τη νιότη μας” ....”για να ξαναβρει κανείς τα νιάτα του, αρκεί να επαναλάβει τις τρέλλες του”...”Η τραγωδία των γηρατειών δεν είναι ότι είσαι γέρος, αλλά ότι είσαι ακόμη γέρος”. Η φιλοσοφία του εστιάζεται στην εξέλιξη του εαυτού, πρέπει να συγκινούμαστε με τα χρώματα, τη χαρά, την ομορφιά της ζωής. Το αληθινό μυστικό της ζωής, η αναζήτηση του ωραίου. Η μόνη ζωή που καταστρέφεται είναι αυτή που εμποδίζεται η ανάπτυξή της. ΄Οταν ζούμε σε αρμονία με τον εαυτό μας, αυτό σημαίνει καλός άνθρωπος. Τα λόγια του διαρκείς αφορισμοί και γενικόλογα αποφθέγματα. Υποδαυλίζει την έπαρση του Ντόριαν λέγοντας “μια γυναίκα αυτοκτόνησε γιατί σε αγαπούσε”. Εκφράζει μισογυνισμό και περιφρόνηση προς τη γυναίκα. Για τον λόρδο Χένρυ η εγκράτεια είναι μοιραία συνήθεια. Συναρπάζει εκτοξεύοντας λεκτικά βέλη και παρασύροντας με τον μαγικό αυλό του: ¨...Αυτός συνέχιζε να παίζει με την ιδέα του και γινόταν όλο και πιο ατίθασος. Την πετούσε στον αέρα και την μεταμόρφωνε. Την άφηνε να ξεφύγει και την άρπαζε πάλι. Την έκανενα ιριδίζει από φαντασία και την αναπτέρωνε παράξοδα. ... ΄Ηταν λαμπερός, φαντασμαγορικός και ανεύθυνος (σελ. 63. ΄Ετσι ενώ όλοι λένε ότι ο λόρδος Χένρυ είναι φοβερά φαύλος, αυτός είναι θεατής της ζωής. Αποστασιοποιείται με μαγικό τρόπο, ό,τι και να του αποδίδει ο Ντόριαν το αρνείται, για τον λόρδο Χένρυ η τέχνη δεν επιδρά στην πράξη. Θεωρεί τον φόνο σφάλμα και ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να διαπράττουμε πράγματα που δεν μπορούμε να συζητήσουμε μετά το δείπνο.

Ο ζωγράφος Μπάζιλ ζωγραφίζει το πορτραίτο του Ντόριαν και εξομολογείται ότι έχει βάλει πολύ από τον εαυτό του μέσα. Γι΄ αυτόν ο Ντόριαν είναι η έμπνευσή του, εκφράζει αρμονία ψυχής και πνεύματος. Φοβάται όμως ότι τα δώρα των θεών που δόθηκαν απλόχερα στους τρεις φίλους, η τέχνη, η περιουσία και η ομορφιά θα έχουν αντίτιμο στη ζωή τους και θα υποφέρουν από αυτά. Ο Μπάζιλ μπορεί να σώσει τον Ντόριαν από τον κατήφορο στον οποίο κυλάει, αλλά το ένστικτο της αυτοκαταστροφής είναι ισχυρότερο. Για τον Μπάζιλ η τέχνη αποκρύπτει τον καλλιτέχνη. Νοιάζεται για τον Ντόριαν και ταυτόχρονα τρομάζει από την επαφή που έχει μαζί του, γι΄ αυτό επιθυμεί να δει την ψυχή του. Κάτι που μόνο ο Θεός μπορεί. Ο Μπάζιλ με την ειλικρινή του οδύνη για την αποκαθήλωση του Ντόριαν μας οδηγεί σε μονοπάτια ανθρώπινων πια συναισθημάτων όπου η αλήθεια και η φαντασία κονταροκτυπιούνται

Η ανάγνωση του βιβλίου είναι συναρπαστική, καθώς οι αισθήσεις όλες είναι σε επαγρύπνηση, ενώ οι ήχοι και τα χρώματα ανακατεύιονται αρμονικά με τα συναισθήματα, δημιουργώντας ένα υπέροχο πίνακα. Τα μάτια του λόρδου Χένρυ είναι αχάτινα καστανά , η ζωή του Ντόριαν φλογερόχρωμη , η στιγμή χάνεται μέσα στις χυδαίες λεπτομέρειες , η χαρά ζωγραφίζεται ροδόχρωμη (σελ. 110) , ο αέρας είναι πευκομυρωμένος, , τα είχαν τρυγήσει τα μεσάνυχτα και ειχαν κρατήσει μέσα τους την ψύχρα του φεγγαριού (σελ. 127), ο ουρανός ήταν σαν ουρά από παγώνι (220), τα ξύλινα σκαλιά σαν να κραύγαζαν από πόνο (221).

΄Ενα από τα ερωτήματα που γεννιούνται είναι η ακούσια φαυλότητα του Ντόριαν, είναι άραγε θύμα, μιμητής και παρωδία του Χένρυ ή αποτέλεσμα κακής καλλιέργειας των χαρακτηριστικών που έχει ήδη μέσα του. Την απάντηση την δίνει ο ίδιος καθώς περιδιαβάζει τα πορτραίτα των προγόνων του . Ο Ντόριαν Γκρέυ δηλητηριάστηκε απο ένα βιβλίο (σελ. 203)

΄Ενα άλλο ερώτημα είναι η λειτουργία της τέχνης και αν η τέχνη αντικατοπτρίζει το θεατή, ή τη ζωή. Κι εδώ ο ίδιος ο συγραφέας μέσα από τα λόγα του Μπάζιλ δίνει την απάντηση. Σε ένα γράμμα του αποδέχεται ότι το μόνο ψεγάδι του βιβλίου είναι το επιμύθιο, κάθε υπερβολή, όπως και κάθε απάρνηση γεννά την τιμωρία της (σελ. 350)

Ο ΄Οσκαρ Ουάιλντ θίγει εκτενώς και με επιτυχία την υποκρισία της εποχής του. Καλέ μου φίλε, λησμονείς ότι ζούμε στη γενέθλια γη των υποκριτών (σελ. 209). Στο Λονδίνο της εποχής συνυπάρχουν λέσχες και καταγώγια, η Λέσχη Γκόβενορ στην Ορλεάνη, η λέσχη Ουάιτ, το ΄Ωλμπανυ στο Πικαντίλλυ και τα αριστοκρατικά σαλόνια όπου οι αριστοκράτες καθησυχάζουν τις συνειδήσεις τους διοργανώντας φιλανθρωπικές εκδηλώσεις.. Αντίθετα το Γιούστον μια υποβαθμισμένη και πολυσύχναστη περιοχή όπου μένει η Σίβυλλα με την μητέρα της και τον Τζέημς. Η ζωή του ανθρώπου δεν έχει την ίδια αξία ανάλογα με την κοινωνική θέση του και την ευμάρεια του. ΄Ετσι ο θάνατος του ναυτικού αδελφού της Σιβύλλας είναι παράπλευρη απώλεια στο κυνήγι, ενώ η εξαφάνιση του Μπάζιλ συζητιέται στα σαλόνια και τις λέσχες του Λονδίνου.

Με δυό λόγια ας επαναλάβουμε τη φραση του Νίτσε που νομίζω ότι απεικονίζει τα λόγια και τις πράξεις του Ντόριαν Γκέυ: ΄Οποιος παλεύει με τέρατα πρέπει να προσέξει μη γίνει ο ίδιος τέρας. Κι όταν κοιτάζεις πολλή ώρα την άβυσσο, στο τέλος σε κοιτάζει κι αυτή.