Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Μάριο Βάργκας Λιόσα: Ο ΄Ανθρωπος που έλεγε Ιστορίες

Ενας Περουβιανός επισκέπτεται μία έκθεση φωτογραφιών του Αμαζονίου σε μια κάπως μυστήρια γκαλερί της Φλωρεντίας. Η φωτογραφία ενός «ιστορητή» από τη φυλή Ματσιγκένγκα θα του τραβήξει την προσοχή και θα του θυμίσει ένα παλιό φίλο από τη Λίμα, τον Σαούλ, με το παρατσούκλι Μασκοφόρος, ο οποίος εξαφανίσθηκε χωρίς να αφήσει ίχνη πίσω του. «΄Όλα τα πρόσωπα ήταν στραμμένα, σαν ακτίνες ενός κύκλου, προς ένα κεντρικό σημείο, μιαν αντρική σιλουέτα, που όρθια στην καρδιά του κύκλου των μαγνητισμένων Ματσιγκένγκα, μιλούσε, κουνώντας τα χέρια. Αναρίγησα…Δε χωρούσε αμφιβολία. ΄Ενας ιστορητής.». Ο Σαούλ γοητεύεται από τους ανθρώπους του απάτητου δάσους της Αμαζονίας, από την λατρεία του πνεύματος του δέντρου, του φιδιού, του σύννεφου και του κεραυνού. Από την πρώτη του επαφή με την Αμαζονία, ο Μασκοφόρος πιάστηκε σε μια πνευματική παγίδα που τον έκανε άλλον άνθρωπο. ΄Όχι μόνο επειδή έχασε το ενδιαφέρον του για τη νομική και γράφτηκε στην εθνολογία … αλλά κι επειδή, από τότε άρχισε η αφοσίωσή του, η εμμονή του σε δύο υποθέσεις οι οποίες κατά τα επόμενα χρόνια συνιστούσαν το μοναδικό του θέμα συζήτησης: την κατάσταση των φυλών του Αμαζονίου και την καταστροφή των δασών που τις φιλοξενούσαν. Κάποτε δώρισε στον αφηγητή ένα λευκό κοκκαλάκι, σε σχήμα ρόμβου, με σκαλιστά γεωμετρικά σχήματα σε χρώμα κοκκινωπό προς ώχρα. Τα σχήματα παρίσταναν δύο παράλληλους λαβυρίνθους, φτιαγμένους από γραμμές διαφόρων μεγεθών σε ίσες αποστάσεις, με τις μικρές χωμένες μέσα στις μεγάλες. «Αν πιστεύεις ότι αυτά τα σύμβολα είναι οι ρουφήχτρες του ποταμού ή δύο βόες τυλιγμένοι που λαγοκοιμούνται, μπορεί να έχεις δίκιο. Αλλά κυρίως είναι η τάξη που κυβερνά τον κόσμο. ΄Οποιος αφήνει να τον κυριεύσει ο θυμός, στραβώνει τις γραμμές αυτές, και όταν είναι στραβές, δεν μπορούν πια να στηρίξουν τη γη.» Ο Μασκοφόρος δεν θύμωνε ποτέ του με κανένα και για τίποτε. ΄Ισως να είχε ήδη κατακτήσει το ιδανικό των Ματσιγκένγκα, να μην αισθάνεται ποτέ θυμό για να μην υποχωρήσουν οι παράλληλες γραμμές που στηρίζουν τον κόσμο. Το πιο σημαντικό για τη φυλή αυτή , που ζούσε διάσπαρτη στη ζούγκλα του Κούσκο και του Μάδρε ντε Ντιος, ήταν η ηρεμία. Να μην πνίγεσαι σε μια κουταλιά νερό ούτε σε μια πλημμύρα. Να συγκρατείς όλα τα συναισθηματικά ξεσπάσματα, γιατί υπάρχει μια μοιραία σύνδεση ανάμεσα στα πνεύματα των ανθρώπων και σ΄ εκείνα της Φύσης και κάθε βίαιη εκδήλωση του ενός προκαλεί κάποια καταστροφή στην άλλη». Η φυλή των Ματσιγκένγκα είχε επιβιώσει επειδή τα ήθη και τα έθιμά της είχαν υποταχθεί στους ρυθμούς και τις απαιτήσεις του φυσικού κόσμου, χωρίς να τον παραβιάσει ή να τον αναστατώσει βαθιά, ίσα ίσα το αναγκαίο για να μην την καταπιεί εκείνος. «Ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που κάναμε εμείς, οι πολιτισμένοι, που σπαταλούσαμε τους φυσικούς πόρους χωρίς τους οποίους θα καταλήγαμε να μαραθούμε, σαν φυτά χωρίς νερό». Οι Ματσιγκένγκα δεν ζούσαν σε οικισμούς. Δεν είχαν φύλαρχο και δε φαίνονταν να αναγνωρίζουν άλλη εξουσία πέρα από εκείνη που είχε κάθε πατέρας στην οικογένειά του. Οι μάγοι θεραπευτές τους οι σεριπιγάρι – αναλάμβαναν να ξορκίσουν όλα τα κακά πνεύματα και τα πάθη της ψυχής. Από τη στιγμή όμως που όλα αυτά εκδηλώνονταν στο σώμα, τα θεωρούσαν αναπότρεπτα. Οι ιστορητές δεν ασκούσαν καμιά εξουσία στο «χαλαρό και σκόρπιο αρχιπέλαγος της κοινωνίας των Ματσιγκένγκα». ΄Ηταν μάλλον κάτι σαν ταχυδρόμοι της κοινότητας. Πρόσωπα που μετακινούνταν από το ένα σπιτικό στο άλλο, στην αχανή περιοχή όπου ήταν διασκορπισμένοι οι Ματσιγκένγκα, ενημερώνοντας τους μεν για όσα έκαναν οι δε, πληροφορώντας αλλήλους για τα γεγονότα, για τις ευτυχείς και ατυχείς συγκυρίες στη ζωή των αδελφών τους, τους οποίους έβλεπαν πολύ σπάνια ή ποτέ… Οι συνεκτικοί δεσμοί της κοινότητας την οποία η ανάγκη για επιβίωση είχε υποχρεώσει να κομματιαστεί και διασκορπιστεί στους τέσσερις ανέμους». Ο ιστορητής πιθανόν να αποτελούσε τη μνήμη της κοινότητας, τον θεματοφύλακα των μυστικών της οικογένειας. Για τον νεαρό αφηγητή, οι Ματσιγκένγκα δεν μπορούσαν να μείνουν σε ένα μέρος, δεν ένιωθαν την παραμικρή προσκόλληση στον τόπο που ζούσαν, «θα έλεγε κανείς ότι τους κατείχε το δαιμόνιο της μετακίνησης». Για τον δεύτερο αφηγητή, οι Ματσιγκένγκα, άλλοτε με εφόδιο τη γνώση, άλλοτε με τη γνώση χαμένη, περπατούσαν για να στηρίξουν τον ήλιο, να εμποδίσουν την βασιλεία του Σκότους. «Γιατί περπατάμε; Για να έχει φως και ζέστη, για να είναι όλα ήσυχα. Αυτή είναι η τάξη του κόσμου. Εκείνος που μιλάει με τις πυγολαμπίδες κάνει αυτό που πρέπει να κάνει. Εγώ αλλάζω τόπο όταν έρχονται οι βιρακότσα. Θα είναι η μοίρα μου ίσως…». (βιρακότσα ονόμαζαν πολλές φυλές αμερικανών ιθαγενών τους ευρωπαίους). Το σημαντικό γι΄ αυτούς είναι να μη χάνουν την υπομονή τους, να αφήνουν να γίνει αυτό που είναι να γίνει, να μη στρεβλώνουν την τάξη του κόσμου. «Αν ο άνθρωπος ζει ήρεμος και χωρίς ανυπομονησία, προλαβαίνει να συλλογιστεί και να θυμηθεί». Για να το πετύχει αυτό, πρέπει να τρώει αυτά που πρέπει και να σέβεται τις απαγορεύσεις. Είναι δύσκολο να φτάσει κάποιος στη γνώση: πολλές δοκιμασίες, εξαγνισμός, αναγέννηση. «΄Οποιος ξέρει τις αιτίες και τις συνέπειες, κατέχει τη γνώση, ίσως». Γνώση. «Αυτό που κάνουνε και που δεν κάνουνε οι άνθρωποι, αυτό μετράει. Να περπατάνε, ν΄ ακολουθούνε το γραφτό τους, αυτό μετράει. Ο κυνηγός να μην αγγίζει αυτό που κυνήγησε, ούτε ο ψαράς αυτό που ψάρεψε. Ο σεβασμός στις απαγορεύσεις, αυτό είναι. Μετράει αν είναι ικανοί να περπατήσουν, για να μην πέσει ο ήλιος. Για να έχει τάξη ο κόσμος, αυτό είναι. Για να μη γυρίσει το σκοτάδι, οι συμφορές. Αυτό είναι που μετράει. Οι λεκέδες στο πρόσωπο, όχι, δε μετράνε, ίσως». Η χειρότερη συμφορά δεν είναι οι λεκέδες στο πρόσωπο, είναι να μην ξέρεις το χρέος σου, να μη συναντήσεις ποτέ το γραφτό σου. Οι μνήμες γίνονται όλο και πιο δυνατές, και τα δύο πρόσωπα αφηγούνται, ο καθένας με τον τρόπο του και τη δική του προσωπική γλώσσα, την ίδια ιστορία, ξεδιπλώνοντας κάθε φορά τις φανερές και κρυφές πλευρές της. Οι δύο αφηγήσεις εναλλάσσονται μεταξύ τους αποκαλύπτοντας το μυστήριο που πάντα δένει τους αρχέγονους μύθους με την κοινωνία και τους μηχανισμούς της, και την επίδρασή τους στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου. Για τους Ματσιγκένγκα η ιστορία δεν προχωρεί, ούτε υποχωρεί: ανακυκλώνεται, επαναλαμβάνεται. «΄Αραγε περπατά μαζί τους, με μικρά βήματα σαν υδρόβιου πουλιού, που πατάει ταυτόχρονα με όλη την πατούσα του, τον τυπικό βηματισμό των φυλών του Αμαζονίου, ο πρώην φίλος μου, ο πρώην Εβραίος, ο πρώην λευκός και πρώην δυτικός Σαούλ Σουράτας; Αποφάσισα ότι ο ιστορητής στη φωτογραφία του Μαλφάτι είναι αυτός…Η μεταμόρφωση θα πρέπει να ήταν πολύ αργή, μια διεργασία υποσυνείδητη, σε κείνα τα χρόνια που αφιέρωσε στη μελέτη εθνολογίας στο Σαν Μάρκος…Το γεγονός ότι ο φίλος μου Σαούλ Σουράτας απαρνήθηκε όλα όσα ήταν και όσα θα μπορούσε να γίνει, προκειμένου, εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, να περιδιαβαίνει τις ζούγκλες της Αμαζονίας, διαιωνίζοντας … την παράδοση αυτής της αόρατης γραμμής πλανόδιων αφηγητών ιστοριών, είναι κάτι, που κατά καιρούς επιστρέφει στη μνήμη μου και φουσκώνει την καρδιά μου με περισσότερη δύναμη από όσο το έκανε ποτέ ο φόβος ή ο έρωτας» Η μαγευτική εξιστόρηση του συγγραφέα κλείνει καθώς ο Περουβιανός αφηγητής ρεμβάζει κάτω από τα άστρα, στη νύχτα της Φλωρεντίας. «…Ξέρω ότι στα πέτρινα γεφύρια σε χρώμα ώχρας πάνω στον ΄Αρνο, κάτω από τα κακόφημα δέντρα του Κασίνε ή κάτω από τα μούσκουλα του Ποσειδώνα στην πηγή του και το μπρούντζο με τις κουτσουλιές περιστεριών του Περσέα του Τσελίνι, οπουδήποτε κι αν καταφύγω γυρεύοντας να καταπραΰνω τη ζέστη, τα κουνούπια, την ψυχική μου έξαψη, θα ακούω πάντα, κοντά, ακατάπαυστα, κροταλιστά, προαιώνια, αυτόν τον ιστορητή Ματσιγκένγκα».