Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Χιουζούν (θλίψη) – μελαγχολία – tristesse

΄Όμως τώρα δεν προσπαθώ να σας πω για την μελαγχολία της Ιστανμπούλ, αλλά για τη θλίψη στην οποία βλέπουμε τον εαυτό μας, που της έχουμε δώσει με περηφάνια διάσταση πνευματική και τη μοιραζόμαστε όλοι σαν μια κοινωνία. Θλίψη είναι το σημείο όπου συναντιούνται η ίδια η πόλη και οι αναμνήσεις από τις εικόνες της πόλης. Εννοώ τα βράδυα που έρχονται νωρίς, τους πατεράδες που κάτω από τα φώτα των δρόμων γυρίζουν στα σπίτια τους στους πίσω μαχαλάδες με μια σακούλα στα χέρια. Τους γερασμένους βιβλιοπώλες που έπειτα από κάθε οικονομική κρίση περιμένουν τρέμοντας από το κρύο στο μαγαζί τους όλη μέρα πελάτη, τους μπαρμπέρηδες που έπειτα από την κρίση παραπονιούνται ότι ο κόσμος ξυρίζεται λιγότερο συχνά, τους ναύτες που καθώς πλένουν, μ΄ έναν κουβά στο χέρι, τα δεμένα στις άδειες αποβάθρες παλιά βαπόρια του Βοσπόρου, ρίχνουν ματιές στη μικρή ασπρόμαυρη τηλεόραση κάπου παρακάτω, και που σε λίγο θα πέσουν να κοιμηθούν στο βαπόρι που πλένουν, τα παιδιά που παίζουν ποδόσφαιρο στους στενούς λιθόστρωτους δρόμους ανάμεσα στα αυτοκίνητα, τις μαντιλοδεμένες γυναίκες με τις πλαστικές σακούλες στα χέρια, που περιμένουν στις απόμερες στάσεις των λεωφορείων, χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους, το λεωφορείο που δεν έρχεται ποτέ, τους άδειους καϊκχανέδες των παλιών γιαλί, τους τσαϊχανέδες που είναι γεμάτοι με ανέργους, τους υπομονετικούς μαστροπούς που τα καλοκαιρινά βράδυα περπατάνε πέρα-δώθε στα πεζοδρόμια της πιο μεγάλης πλατείας της πόλης με την ελπίδα να βρούνε κάνα μεθυσμένο τουρίστα, τον κόσμο που τα χειμωνιάτικα βράδυα τρέχει να προλάβει τα βαπόρια, τις γυναίκες που περιμένουν τους καθυστερημένους άντρες τους να γυρίσουν στο σπίτι τα βράδυα, παραμερίζουν τις κουρτίνες να ρίξουν μια ματιά στο δρόμο, τους γέρους με τους τακέδες, τους μικρούς σκούφους, που στις αυλές των τζαμιών πουλάνε θρησκευτικά βιβλιαράκια, κομπολόγια, αγιασμούς, τις εισόδους χιλιάδων πολυκατοικιών που όλες μοιάζουν μεταξύ τους, τα ξύλινα κτίρια που από μικρά αρχοντικά έχουν μετατραπεί σε δημαρχεία και που τα ξύλινα πατώματά τους βογκάνε σε κάθε βήμα, τις σπασμένες τραμπάλες στις άδειες παιδικές χαρές, τις σφυρίχτρες των βαποριών στην ομίχλη, τα ερειπωμένα βυζαντινά τείχη της πόλης, τις αγορές που αδειάζουν όταν βραδιάζει, τα χαλάσματα που είναι ό,τι έχει απομείνει από τους παλιούς τεκέδες, τις προσόψεις των δεκάδων χιλιάδων πολυκατοικιών που από τη βρόμα, τη σκουριά, τη κάπνα και τη σκόνη έχουν χάσει το χρώμα τους, τους γλάρους που στέκονται ακίνητοι, κάτω από τη βροχή, πάνω στις σημαδούρες που είναι γεμάτες μύδια και φύκια, τα τεράστια αιωνόβια αρχοντικά που τις πιο κρύες μέρες του χρόνου ένας καπνός, κι αυτός λεπτός και σχεδόν αόρατος, βγαίνει από τη μοναδική καμινάδα τους, τους άντρες που ψαρεύουν στη γέφυρα του Γαλατά, τις κρύες αίθουσες των βιβλιοθηκών, τους φωτογράφους του δρόμου, την μπόχα από τις ανάσες που μυρίζουν οι κάποτε ωραίοι κινηματογράφοι με τα χρυσά ταβάνια, τώρα πια αίθουσες προβολής πορνό ταινιών όπου οι άντρες ντρέπονται όταν μπαίνουν., τις λεωφόρους όπου ούτε μια γυναίκα δεν βλέπεις να κυκλοφορεί μετά τη δύση του ήλιου, τους άντρες που μαζεύονται έξω από τις πόρτες των δεδηλωμένων μπουρδέλων τις μέρες με νοτιά και κουφόβραση, τις νεαρές γυναίκες που περιμένουν στην ουρά έξω από την πόρτα του μαγαζιού που πουλάει κρέας με έκπτωση, τις σβηστές λάμπες στα διακοσμητικά φώτα του ραμαζανιού που κρεμιούνται από μιναρέ σε μιναρέ, τις σκισμένες, μαυρισμένες από τον καιρό αφίσες τοίχου, τα κουρασμένα αμερικανικά αυτοκίνητα, απομεινάρια της δεκαετίας του ΄50, μουσειακά αντικείμενα σε κάποια δυτική πόλη αν υπάρχουν ακόμη, που τα δουλεύουν σαν ντολμούς και που βογκάνε και υποφέρουν στα βρώμικα σοκάκια της πόλης και στις ανηφόρες που σκαρφαλώνουν, τον κόσμο που γεμίζει ασφυκτικά τα λεωφορεία, τα τζαμιά που οι κλέφτες φροντίζουν να κλέβουν τους μολυβένιους καπλαμάδες και τις υδρορροές τους, τα νεκροταφεία και τα κυπαρίσσια που στην πόλη μέσα λες και υπάρχουν σαν ένας δεύτερος κόσμος, τις χλομές λάμπες που ανάβουν τις νύχτες στα βαπόρια της γραμμής Καντίκιοϊ – Καράκιοϊ, τα μικρά παιδιά που προσπαθούν να πουλήσουν χαρτομάντιλα στους περαστικούς στα σοκάκια, τους πύργους των ρολογιών που ποτέ κανείς δεν κοιτάζει, το ξύλο που τρώνε οι μαθητές τα βράδυα στα σπίτια τους με τα βιβλία της ιστορίας όπου διαβάζουν για τους νικηφόρους πολέμους των Οθωμανών, το φόβο με τον οποίο περιμένουν τους «υπηρεσιακούς» τις μέρες απαγόρευσης της κυκλοφορίας που κάθε τόσο αναγγέλλεται με αφορμή άλλοτε την απογραφή του πληθυσμού, άλλοτε των εκλογέων, άλλοτε την αναζήτηση τρομοκρατών, οι επιστολές των αναγνωστών στα μικρά γράμματα των εφημερίδων που ποτέ κανείς δε διαβάζει, του τύπου «ο θόλος του τάδε τζαμιού στο μαχαλά μας, ηλικίας άνω των τριακοσίων ετών γκρεμίζεται, γιατί το κράτος δεν κάνει τίποτε», τα σκαλοπάτια στις υπόγειες διαβάσεις και στις υπέργειες διαβάσεις στα πολυπληθέστερα μέρη της πόλης, που είναι σπασμένα στις άκρες με διαφορετικό σπάσιμο το καθένα, τον άνθρωπο που σαράντα χρόνια τώρα πουλάει στο ίδιο πόστο κάρτ ποστάλ της Ιστανμπούλ , τους ζητιάνους που ξεφυτρώνουν στις πιο απίθανες γωνιές μπροστά σου, και τους ζητιάνους που κάθε μέρα στην ίδια γωνία λένε τα ίδια, την έντονη μυρωδιά απόπατου που σου ΄ρχεται ξαφνικά στη μύτη στους δρόμους που βρίθουν από κόσμο, στα βαπόρια, στις στοές, στις διαβάσεις, τα κορίτσια που διαβάζουν την Αδελφή Γκιουζίν στην εφημερίδα Χουριέτ, τις δύσεις του ήλιου που βάφουν με κοκκινωπό πορτοκαλί τα παράθυρο στο Ουσκιουντάρ, τα χαράματα όπου κοιμούνται όλοι, εκτός από τους ψαράδες που ανοίγονται στη θάλασσα, τις τρεις γάτες και τις δυο κατσίκες στα κλουβιά στο πάρκο Γκιουλχανέ, εκεί όπου κανείς δεν θα έλεγε ότι είναι ο ζωολογικός κήπος, τους τρίτης κατηγορίας τραγουδιστές στα νυχτερινά κέντρα που μιμούνται Αμερικανούς και Τούρκους τραγουδιστές, αστέρια της ποπ μουσικής, αλλά και τους πρώτης κατηγορίας τραγουδιστές , τους μαθητές που βαριούνται τ΄ ατελείωτα μαθήματα των αγγλικών όπου στα έξι χρόνια ούτε ένας δεν καταφέρνει να μάθει κάτι παραπάνω από ένα yes κι ένα no, τους μετανάστες που περιμένουν στη γέφυρα του Γαλατά, τ΄ απομεινάρια στις λαϊκές αγορές που τις μαζεύουν νωρίς τ΄ απόβραδα το χειμώνα, τα λαχανικά, τα φρούτα, τα σκουπίδια, τα χαρτιά, τις πλαστικές σακούλες, τα τσουβάλια, τα κουτιά, τα τελάρα, τις όμορφες μαντιλοδεμένες γυναίκες που ντρέπονται όταν παζαρεύουν στις λαϊκές αγορές, τις νεαρές μητέρες με τρία παιδιά που περπατάνε με δυσκολία στους δρόμους, την εικόνα του Κεράτιου όταν κοιτάζει κάποιος από τη γέφυρα του Γαλατά προς το Εγιούπ, τους κουλουράδες που αφαιρούνται καθώς περιμένουν πελάτη στις αποβάθρες, τις σφυρίχτρες των καραβιών που σφυρίζουν από μακριά όλες μαζί όταν για ένα λεπτό, μια φορά το χρόνο, όλη η Ιστανμπούλ στέκεται ακίνητη, σε στάση προσοχής, στη μνήμη του Ατατούρκ, τις παλιές κρήνες στις γειτονιές, ερείπια από μάρμαρα πια, με κλεμμένη τη βρύση τους που κάποτε ανέβαινες σε σκαλοπάτι για να τη φτάσεις, αλλά τώρα, έπειτα από τα τόσα στρώματα ασφάλτου πάνω από το λιθόστρωτο, είναι κάτω από το επίπεδο του δρόμου, τα νεαρά κορίτσια που δουλεύουν μέχρι το πρωί για να προλαβαίνουν τις παραγγελίες, στις μηχανές που ράβουν στριφώματα και κουμπιά, με τους χαμηλότερους μισθούς της πόλης, στριμωγμένες στα διαμερίσματα πολυκατοικιών στα στενά, εκεί όπου στα παιδικά μου χρόνια , αργά τ΄ απογεύματα, άκουγαν ραδιόφωνο οι μεσοαστικές οικογένειες, οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι γυναίκες δασκάλων με τα παιδιά τους, όλα τα σπασμένα και παλιά εννοώ, την πόλη που όταν πλησίαζε το φθινόπωρο κοίταζε τους πελαργούς καθώς πετούσαν πάνω από το Βόσπορο και τα νησιά, στο ταξίδι τους από τα Βαλκάνια, την Ανατολική και τη Βόρεια Ευρώπη προς το Νότο, τα νησιά, και τους άντρες που γυρίζουν καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο στα σπίτια τους μετά τους εθνικούς αγώνες ποδοσφαίρου, που στα παιδικά μου χρόνια τελείωνε καθένας με βαριά ήττα.

(από την Ιστανμπούλ του Ορχάν Παμούκ)

Δεν υπάρχουν σχόλια: