Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Στο σκοτάδι μπορείς να φανταστείς τα πάντα.



ROBERT MENASSE:  Η ΄Εξωση από την Κόλαση
Μτφρ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος
Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ


Γιατί ο Βίκτορ Αμπαβανέλ, διάσημος αυστριακός ιστορικός, είκοσι πέντε χρόνια μετά την αποφοίτησή του από το λύκειο, αποφασίζει να καταγγείλει δημόσια το ναζιστικό παρελθόν των παλιών του καθηγητών;  Και τι τον συνδέει με τον Μενασέ μπεν Ισραέλ, μαράνο (βίαια εκχριστιανισμένο εβραίο) που γεννιέται στη Λισαβόνα το 1604, υφίσταται τις ταπεινώσεις και τις απειλές της κοινωνίας της εποχής του, όπου επικρατεί ο θρησκευτικός φανατισμός και το μίσος κατά των Ιουδαίων, καταφεύγει στην Ολλανδία, ανακτά την εβραϊκή του ταυτότητα και γίνεται διάσημος ραβίνος και δάσκαλος του Σπινόζα;
Μ΄ ένα επιδέξιο παιχνίδι αντικατοπτρισμών, ο Ρόμπερτ Μενάσε υφαίνει μια αριστουργηματική αφήγηση με συνεχή φλας μπακ, που συνδέουν τη μοίρα τα ων μαράνων με τα ταμπού της σύγχρονης Αυστρίας.
Οι αναλογίες ανάμεσα στους δύο ήρωες είναι πολλές και ορισμένες φορές ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι αποτελούν ένα και το αυτό πρόσωπο.  Ο άνθρωπος του 17ου αιώνα φαίνεται να μετενσαρκώνεται σ΄ εκείνον του 20ου, έστω κι αν οι ιστορίες, οι ρυθμοί και το ύφος διαφέρουν: και οι δύο ήρωες γίνονται προδότες, υιοθετώντας τους κώδικες και τη συμπεριφορά των διωκτών τους.  Και οι δύο νιώθουν φόβο μπροστά στη βία των ισχυρών, και προσπαθούν να παραμείνουν αόρατοι για να αποφύγουν την οργή των άλλων.
Ωστόσο, μας λέει ο συγγραφέας, παρά τις ομοιότητες, η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ποτέ.  Οι δύο ήρωες διαφοροποιούνται, τελικά, από τον τρόπο με τον οποίο σπάζουν τη σιωπή τους, ενώ και ο Μενάσε διαφοροποιεί τους αφηγηματικούς του τρόπους:  χρησιμοποιεί τους κώδικες της κωμωδίας όταν μιλά για τον Βίκτορ, αλλά δεν το κάνει ποτέ όταν εξιστορεί τη ζωή του Μενασέ.  ΄Εστω κι αν υπάρχει πνευματική, ανθρώπινη, διανοητική συγγένεια, αυτή σταματά στα μύχια σύνορα του προσώπου, στην ικανότητά του να μιλά, να φωνάζει ή να αφηγείται ιστορίες, προκειμένου να αντισταθεί στα οδυνηρά συμβάντα της ιστορίας.

ΒΙΚΤΟΡ
Η κυριολεξία:  Το δαχτυλίδι είναι, ας πούμε, το δαχτυλίδι; Ναι; Λάθος!  Τόσο λάθος που, από αυτή τη διαφορά ανάμεσα σε δαχτυλίδι και δαχτυλίδι, από αυτή την άβυσσο ανάμεσα στην κυριολεξία και την πραγματικότητα, ξεπήδησε η περιφρόνηση που επί τόσα χρόνια έμελλε να νιώθει η Χίλντεγκουντ για τον Βίκτορ… Γιατί ο κόσμος δεν λειτουργούσε κατά γράμμα;  Είχε μια μητρική γλώσσα, βελτιωνόταν εκεί σε μια ξένη γλώσσα, η οποία ήταν μάλιστα η πατρική του γλώσσα, κι ωστόσο δυνάμωνε μέσα του η αίσθηση ότι του έλειπαν οι λέξεις.  Δεν πα ΄να ήξερε εκατό γλώσσες;  Την πραγματικότητα, τη ζωή την ίδια, δεν θα την κατείχε ποτέ, η πραγματικότητα περιείχε τόσα πράγματα, υπήρχαν κώδικες που δεν τους καταλάβαινε, σημασίες οι οποίες δεν ταυτίζονταν με τις σημασίες των λέξεων (σελ. 199)
ΜΑΝΕ
Οι χριστιανοί τα παίρνουν όλα κατά λέξη, αυτό είναι το πρόβλημα με τους χριστιανούς.  Διαβάζουνε ότι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στο Χριστό είναι σαν τα ξερά κλαδιά που τα καίμε, και καίνε ανθρώπους σαν να ήτανε ξερόκλαδα.  ΄Ανθρωποι που τα παίρνουν όλα κατά λέξη, ακόμη κι αν αυτό έχει τέτοιες συνέπειες, πρέπει να είναι πολύ αναίσθητοι.  Χρειάζονται, λοιπόν, άλλα συναισθήματα.  Αυτό είναι το πάθος.  Είναι το συναίσθημα των χριστιανών.  Ας πούμε, ο ωραίος ουρανός πάνω από τον κόσμο του χάρτινου συναισθήματος των βιβλίων.  Χωρίς να εννοούν και να νιώθουν το ανθρώπινο.  Να πιστεύεις στο Θεό, στο κάλλος της δημιουργίας, στη δημιουργικότητα γενικά, στον εαυτό σου ως άνθρωπο, και την ίδια στιγμή να καις, να καταστρέφεις ανθρώπους, να αισθάνεσαι βαθιά και να μην έχεις συμπόνοια – αυτό το μπορεί μόνο όποιος πιστεύει αποκλειστικά στο γράμμα και έχει μάθει να ακολουθεί το γράμμα (σελ. 219).
Οι μετανάστες εβραίοι από την Ισπανία.
Δεν υπήρχε πρόσβαση στη θάλασσα.  Κι όπου υπήρχε πρόσβαση στη θάλασσα, δεν υπήρχαν καράβια.  Κι αν υπήρχαν καράβια, δεν ήταν για υπερπόντια ταξίδια.  Υπήρχαν ψαράδες που τα μάτια τους είχαν γίνει κόκκινα και κίτρινα από τη λαχτάρα για τα λεφτά των απελπισμένων που τους ζητούσαν να τους «βγάλουν έξω».  Που αγόραζαν ένα ταξίδι τοπ οποίο έφτανε ως εκεί που άντεχαν να πάνε οι ψαρόβαρκες.  Οι ψαρόβαρκες επέστρεφαν, και οι πρόσφυγες είχαν πάρει το τελευταίο τους μάθημα:  δεν τους έλειπε μόνο η πίστη στον Ιησού Χριστό, τους έλειπαν επίσης, και προπάντων τα βράγχια (σελ. 224).
Ουριέλ ντα Κόστα
Στην Πορτογαλία και στην Ισπανία οδηγούσαν στο Δικαστήριο χριστιανούς επειδή τους υποπτεύονταν ότι εφάρμοζαν κρυφά τους εβραϊκούς διατροφικούς νόμους, ενώ στο εβραϊκό ΄Αμστερνταμ καταγγέλλονταν εβραίοι ως ύποπτοι ότι, στα κρυφά, δεν εφάρμοζαν αυτούς τους νόμους (σελ. 406).
Βίκτορ
Ο Βίκτορ ζούσε σε διαρκή φόβο.  Δεν ήταν πια ο φόβος της σωματικής βίας, αλλά ο φόβος για την τρομοκρατία του αποκλεισμού.  Του αποσυνάγωγου.  Θεατρικά στιλέτα έχυναν αληθινό αίμα.  Η τυφλότητα των βλεμμάτων απειλούσε να σκοτώσει (σελ. 411).

Βάλτερ Βίλχελμ Φρίντριχ Μάιερ :  Η Θεμελίωση του Γερμανικού Βϊου από την Εβραϊκή Φυλή Σημ :  Οι Γερμανοί είναι επομένως εβραίοι.  Οι Ολλανδοί είναι εβραίοι …(σελ. 422)

«ώσπου ο Μπαρούχ, ο πάντα
αδάκρυτος
να στρώσει λιμάροντας γύρω σου το
γωνιώδες
ακατανόητο,
το δάκρυ που βλέπει»
  Paul Celan

Δεν υπάρχουν σχόλια: