Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

ΧΑΡΟΥΚΙ ΜΟΥΡΑΚΑΜΙ: Ο ΚΑΦΚΑ ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ

Μερικές φορές το πεπρωμένο είναι σαν μια μικρή αμμοθύελλα που αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση. Κι εσύ μπορείς να αλλάξεις κατεύθυνση, αλλά η αμμοθύελλα σε κυνηγάει. Στρίβεις ξανά, η αμμοθύελλα όμως σε ακολουθεί και συνεχίζεις ακατάπαυστα, σαν να χορεύεις ένα δυσοίωνο χορό με τον θάνατο λίγο πριν ξημερώσει. Γιατί; Επειδή αυτή η αμμοθύελλα δεν ήρθε από κάπου μακριά, δεν είναι κάτι που δεν έχει σχέση με σένα. Αυτή η αμμοθύελλα είσαι εσύ. Βρίσκεται μέσα σου. ΄Ετσι δεν έχεις παρά να της παραδοθείς, να μπεις μέσα της, να κλείσεις τα μάτια σου και να βουλώσεις τα αυτιά σου, για να μην περάσει μέσα σου η άμμος, και βήμα βήμα να τη διασχίσεις. Δεν υπάρχει ήλιος εκεί, ούτε φεγγάρι ούτε πυξίδα, καμιά αίσθηση του χρόνου. Μόνο η υπέροχη λευκή άμμος που στροβιλίζεται και υψώνεται ψηλά στον ουρανό σαν σκόνη από κονιορτοποιημένα οστά. Μια τέτοια αμμοθύελλα πρέπει να φανταστείς. Και πρέπει στ΄ αλήθεια να περάσεις μέσα από αυτή την άγρια, μεταφυσική, συμβολική αμμοθύελλα. Ανεξάρτητα από το πόσο μεταφυσική ή συμβολική είναι, εσύ μην κάνεις το λάθος και την παραβλέψεις: θα σε χαρακώσει βαθιά, σαν χίλια ξυραφάκια. Εκεί πολλοί θα ματώσουν, αλλά θα ματώσεις κι εσύ. Καυτό κόκκινο αίμα. Το αίμα ετούτο θα βάψει τα χέρια σου, αίμα δικό σου και των άλλων. Και μόλις η θύελλα κοπάσει, δε θα θυμάσαι πώς κατάφερες να τη διασχίσεις, πώς κατάφερες να επιζήσεις. Στην πραγματικότητα, δεν θα γνωρίζεις πως η θύελλα κόπασε. ΄Ένα όμως είναι βέβαιο. ΄Όταν βγεις από εκεί μέσα, δε θα είσαι το ίδιο άτομο με εκείνο που μπήκε. Περί αυτού πρόκειται.

Μια σκοτεινή, πανταχού παρούσα λίμνη.
Πιθανόν να ήταν πάντοτε εκεί, κρυμμένη κάπου. ΄Όταν όμως έρχεται η ώρα, αναδύεται αθόρυβα και παγώνει κάθε κύτταρο του σώματός σου. Βυθίζεσαι μέσα σ΄ αυτό το βασανιστικό κατακλυσμό και αγωνίζεσαι να πάρεις ανάσα. Κολλάς σ΄ ένα άνοιγμα κάπου στο ταβάνι, αγωνίζεσαι, αλλά ο αέρας που κατορθώνεις να ανασάνεις είναι καυτός και καίει το λαιμό σου. Νερό και δίψα, πάγος και λάβα: αυτά τα αντίθετα στοιχεία συνδυάζονται για να σε βασανίσουν. Ο κόσμος είναι απέραντος, αλλά το μέρος που είναι για σένα – και δε χρειάζεται να είναι πολύ μεγάλο – δεν υπάρχει πουθενά. Αναζητάς μια φωνή, αλλά τι είναι αυτό που σου απαντάει; Η σιωπή. Το μόνο που ακούς ξανά και ξανά και ξανά είναι τη φωνή αυτού του οιωνού. Υπάρχουν φορές που ετούτη η προφητική φωνή θέλει να ξεκλειδώσει το μυστικό που κρύβεται μέσα στον εγκέφαλό σου. Η καρδιά σου είναι σαν ένα μεγάλο ποτάμι ύστερα από μια μεγάλη βροχερή περίοδο, ένα ποτάμι που οι όχθες του ξεχειλίζουν. ΄Ολοι οι οδοδείκτες που κάποτε ορθώνονταν στο χώμα έχουν εξαφανιστεί, μούσκεψαν και παρασύρθηκαν από τα νερά. Η βροχή συνεχίζει να μαστιγώνει την επιφάνεια του νερού. Κάθε φορά που βλέπεις τέτοια πλημμύρα στις ειδήσεις, λες στον εαυτό σου:   Αυτή είναι.  Αυτή είναι η καρδιά μου (σελ. 19)                                                                                          

Φαντάσου ένα τραίνο που κινείται πάνω στις ράγες. Το φορτίο σε κάποιο βαγόνι εξαφανίζεται. ΄Ένα βαγόνι που μένει άδειο εσωτερικά – αυτό είναι απώλεια. Όταν ολόκληρο το βαγόνι εξαφανιστεί, είναι έλλειψη. Υπάρχει επομένως σημαντική διαφορά ανάμεσα στην απώλεια μνήμης και στην έλλειψη μνήμης (σελ. 103).

 Σε λίγη ώρα τα όρια της συνείδησής του άρχισαν να φτερουγίζουν σαν τις πεταλούδες. Πέρα από αυτά τα όρια απλωνόταν μια σκοτεινή άβυσσος. Κάπου κάπου η συνείδησή του πετούσε πέρα από αυτό το όριο και μετεωριζόταν πάνω από ετούτη την ιλιγγιώδη μαύρη χαράδρα. Ο Νακάτα όμως δε φοβόταν το σκοτάδι ούτε το βάθος. Και γιατί να το φοβηθεί; Αυτός ο απύθμενος σκοτεινός κόσμος, αυτή η βαριά σιωπή και το χάος, ήταν παλιός του φίλος, ένα ήδη δικό του κομμάτι. Ο Νακάτα το καταλάβαινε πολύ καλά. Σ΄ εκείνον τον κόσμο δεν υπήρχε γραφή, δεν υπήρχαν μέρες της εβδομάδας, κανένας τρομακτικός κυβερνήτης, δεν υπήρχε όπερα ούτε BMW. Δεν υπήρχαν ψαλίδια ούτε ψηλά καπέλα. Ούτε και τα νόστιμα χέλια όμως, τα λαχταριστά κουλουράκια με πελτέ φασολιών. ΄Όλα υπάρχουν εκεί, αλλά όχι ξεχωριστά τμήματα. Και εφόσον δεν υπάρχουν τμήματα, δεν χρειάζεται να αντικαταστήσεις το ένα με το άλλο. Δεν υπάρχει λόγος να αφαιρέσεις τίποτα ή να προσθέσεις κάτι. Δε χρειάζεται να σκεφθείς κάτι δύσκολο, απλώς αφήνεσαι και βυθίζεσαι μέσα του (σελ. 139)

Τα περισσότερα γεγονότα ξεχνιούνται με το πέρασμα του χρόνου. Ακόμα και ο ίδιος ο πόλεμος, ο αδυσώπητος αγώνας που δώσαμε για να κρατηθούμε στη ζωή, τώρα μοιάζει με μακρινή ανάμνηση. Είμαστε τόσο παγιδευμένοι στην καθημερινότητά μας, ώστε τα γεγονότα του παρελθόντος, όπως τα άστρα που έχουν σβήσει, δεν ακολουθούν πλέον την τροχιά της σκέψης μας. Είναι τόσο πολλά αυτά που είμαστε αναγκασμένοι να σκεφτόμαστε καθημερινά, τόσο πολλά όσα πρέπει να μάθουμε… ΄Οσος χρόνος κι αν περάσει όμως, ανεξάρτητα του τι μεσολαβεί, υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν μπορούμε να τα πετάξουμε στη λήθη, μνήμες που αρνούνται να σβηστούν. Παραμένουν πάντα μέσα μας, σαν λυδία λίθος και για μένα ό,τι συνέβη στο δάσος εκείνη την ημέρα είναι ένα από αυτά (σελ. 158).

Ανθρακωρύχος και Παπαρούνες του Σόσεκι Νατσούμε (σελ. 170)

Είναι όλα θέμα φαντασίας. Η ευθύνη μας αρχίζει μαζί με την ικανότητά μας να φανταζόμαστε. ΄Όπως είπε και ο Γέιτς: Στα όνειρα αρχίζει η ευθύνη. Αν το αντιστρέψεις, θα μπορούσες να πεις ότι αν δεν υπάρχει η ικανότητα της φαντασίας, δεν υπάρχει ευθύνη (σελ. 211)

Φοβάσαι τη φαντασία. Και ακόμη περισσότερο τα όνειρα. Φοβάσαι την ευθύνη που αρχίζει από τα όνειρα. ΄Όταν είσαι ξύπνιος, μπορείς να καταπιέσεις τη φαντασία. Δεν μπορείς όμως να καταπιέσεις τα όνειρα (σελ. 221)  

ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΩ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΙΣ ΤΗ ΣΙΩΠΗ

Υπάρχουν πολλοί ήχοι εδώ: το τιτίβισμα των πουλιών, οι θόρυβοι από όλα τα είδη των εντόμων, το κελάρυσμα του ρυακιού, το θρόισμα των φύλλων. Η βροχή πέφτει, κάτι γρατζουνάει τη στέγη του σπιτιού και μερικές φορές ακούω απερίγραπτους ήχους που δεν μπορώ να εξηγήσω. Δεν ήξερα πως ο κόσμος είναι γεμάτος με τόσο πολλούς όμορφους, φυσικούς ήχους (σελ. 241)

- Ψάχνεις κάτι, αλλά ταυτόχρονα τρέχεις να το αποφύγεις με όλη σου τη δύναμη (΄Οσιμα)
- Από την εμπειρία μου, όταν κάποιος προσπαθεί πάρα πολύ να κερδίσει κάτι, δεν το καταφέρνει ποτέ. Και όποιος τρέχει για να αποφύγει κάτι, αυτό συνήθως τον προλαβαίνει.
- ΄Ο, τι κι αν είναι αυτό που ψάχνεις, δεν θα έρθει με τη μορφή που το περιμένεις (σελ. 245)

Υπάρχει μονάχα ένα είδος ευτυχίας, αλλά η δυστυχία εισβάλλει με πολλές μορφές και μεγέθη. Είναι αυτό που είπε ο Τολστόι: η ευτυχία είναι μια αλληγορία, η δυστυχία είναι μια ιστορία (σελ. 251)

Στη ζωή κάθε ανθρώπου υπάρχουν μερικά σημεία χωρίς επιστροφή. Και σε ορισμένες ελάχιστες περιπτώσεις, δε γίνεται να προχωρήσεις πέρα από αυτά τα σημεία. Αν μας συμβεί κάτι τέτοιο, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποδεχτούμε αδιαμαρτύρητα το γεγονός. ΄Ετσι επιβιώνουμε (΄Οσιμα σελ. 258).

Αυτοί που με αηδιάζουν περισσότερο από όλα είναι οι άνθρωποι χωρίς φαντασία. Το είδος που ο Τ.Σ ΄Ελιοτ αποκαλεί «κούφιοι άνθρωποι». Εκείνοι που μπαλώνουν την έλλειψη φαντασίας με άψυχα κομματάκια από άχυρο, μη έχοντας συνείδηση του τι κάνουν. ΄Ασπλαχνοι, σου πετούν πολλές κούφιες λέξεις, προσπαθώντας να σε αναγκάσουν να κάνεις ό,τι δεν θέλεις (σελ. 288).

Η ειρωνεία καθιστά τον άνθρωπο βαθύτερο, τον βοηθάει να ωριμάσει. Σ΄ ένα άλλο υψηλότερο επίπεδο, αυτός είναι ο δρόμος για τη λύτρωση, εκεί όπου μπορεί να βρεθεί ένα πιο οικουμενικό είδος ελπίδας. Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί απολαμβάνουν να διαβάζουν τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες ακόμα και σήμερα, γι΄ αυτό θεωρούνται αρχετυπικά κλασσικές. ΄Όλα στη ζωή είναι μια μεταφορά. Οι άνθρωποι δεν συνηθίζουν να σκοτώνουν τον πατέρα τους και να πλαγιάζουν με τη μητέρα τους, σωστά; Μ΄ άλλα λόγια, αποδεχόμαστε την ειρωνεία μέσα από τον μηχανισμό που ονομάζεται μεταφορά. Και μέσω αυτής ωριμάζουμε και γινόμαστε βαθύτερες ανθρώπινες υπάρξεις (΄Οσιμα σελ. 316)

Μια θεωρία είναι ένα πεδίο μάχης μέσα στο μυαλό σου (σελ. 321)

 Ιστορίες του Φεγγαρόφωτου και της Βροχής του Ακινάρι Ουέντα (σελ. 356).

Είσαι ερωτευμένος μ΄ ένα κορίτσι που δεν υπάρχει πια, ζηλεύεις ένα αγόρι που έχει φύγει για πάντα. Ακόμη κι έτσι το συναίσθημα που νιώθεις είναι πιο πραγματικό και πιο οδυνηρό απ΄ ό,τι έχεις νιώσει ποτέ. Και δεν υπάρχει τρόπος να απαλλαγείς. Καμιά πιθανότητα να δραπετεύσεις. Καμιά πιθανότητα να βρεις διαφυγή. Περιπλανιέσαι στο λαβύρινθο του χρόνου και το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι πως δεν έχεις καμιά επιθυμία να βγεις από ΄κει (σελ. 381).

- ΄Όταν ήμουν δεκαπέντε, το μόνο που ήθελα ήταν να δραπετεύσω σε έναν άλλο κόσμο, έναν τόπο όπου δεν θα μπορούσε να με φτάσει κανείς. ΄Έναν τόπο έξω από το χρόνο (μις Σαέκι).
- Ναι, αλλά δεν υπάρχει τέτοιος τόπος σε αυτόν τον κόσμο.
- Ακριβώς, Κι αυτός είναι ο λόγος που συνεχίζω να ζω εδώ, σ΄ ετούτο τον κόσμο, όπου τα πράγματα φθείρονται συνεχώς, όπου ην καρδιά είναι ευμετάβλητη κι ο χρόνος κυλάει ασταμάτητα (σελ. 390).

Η δύναμη που θέλω να αποκτήσω δεν είναι του τύπου κερδίζεις ή χάνεις. Δε θέλω ένα τοίχο ο οποίος θα αποκρούει την επίθεση που θα δέχεται απέξω. Εκείνο που θέλω είναι το είδος της δύναμης το οποίο θα μπορέσει να απορροφήσει αυτή την εξωτερική δύναμη χωρίς να λυγίσει. Τη δύναμη που αντέχει σιωπηλά, που αντέχει το άδικο, την ατυχία, τη θλίψη, τα λάθη τις παρεξηγήσεις (σελ. 489).

Είμαι ο Κάφκα στην ακτή, της λες. Ο εραστής σου και ο γιος σου. Το αγόρι πο το έλεγαν Κρόου. Εμείς οι δυο δε μπορούμε να ελευθερωθούμε. Είμαστε παγιδευμένοι σε μια δίνη που μας έλκει πέρα από το χρόνο. Σε κάποιο σημείο μας χτύπησε κεραυνός, αλλά όχι το είδος του κεραυνού που μπορείς να ακούσεις ή να δεις (σελ. 493).

Πες ότι ένας άνεμος φυσάει. Μπορεί να είναι ένας δυνατός, βίαιος άνεμος ή ένα απλό αεράκι. Κάποια στιγμή όμως όλοι οι άνεμοι πεθαίνουν και σβήνουν. Ο αέρας δεν έχει μορφή. Δεν είναι παρά μια απλή κίνηση. Πρέπει να τον ακούσεις προσεκτικά κι έπειτα θα καταλάβεις τη μεταφορά…απλώς μην κλείσεις τα αυτιά σου. Αφουγκράσου. Φαντάσου πως είσαι ένα κοχύλι (σελ. 518).

 Ξαπλώνεις στο κρεβάτι και σβήνεις το φως, ελπίζοντας πως θα σε επισκεφθεί σε τούτο το δωμάτιο. Δεν είναι απαραίτητο να έρθει η πραγματική μις Σαέκι – ακόμα και η δεκαπεντάχρονη σου αρκεί. Δεν έχει σημασία ποια μορφή θα πάρει – ζωντανό πνεύμα ή φαντασίωση – αλλά πρέπει να τη δεις, πρέπει να την έχεις δίπλα σου, Το μυαλό σου είναι τόσο γεμάτο από εκείνη, έτοιμο να εκραγεί, το σώμα σου είναι έτοιμο να τιναχτεί στον αέρα, να γίνει κομμάτια. Κι όμως, όσο κι αν λαχταράς να έρθει εδώ, όσο κι αν περιμένεις, εκείνη δεν εμφανίζεται. Το μόνο που ακούς είναι το σιγανό φύσημα του ανέμου, τα πουλιά που γουργουρίζουν μέσα στη νύχτα. Κρατάς την αναπνοή σου, τα μάτια σου καρφωμένα στο σκοτάδι. Ακούς τον άνεμο, προσπαθείς να τον αποκωδικοποιήσεις, παλεύεις να συλλάβεις κάποιο ίχνος από το τι θα μπορούσε να σημαίνει. Το μόνο που υπάρχει γύρω σου και σε κυκλώνει είναι οι διαφορετικές αποχρώσεις του σκότους. Στο τέλος, παραιτείσαι, κλείνεις τα μάτια και αφήνεσαι να σε πάρει ο ύπνος (σελ. 545).

-Οι αναμνήσεις σε ζεσταίνουν εσωτερικά, αλλά και σε διαλύουν επίσης.
-Το μόνο που καταλαβαίνω είναι το παρόν (Νακάτα)
-Εγώ ακριβώς το αντίθετο (μις Σαέκι) σελ. 599

Το δάσος είναι κατά βάθος δικό μου κομμάτι. Η διαδρομή που διανύω είναι μέσα μου. ΄Όπως το αίμα που κυλάει στις φλέβες, εκείνο που αντικρίζω είναι ο εσωτερικός εαυτός μου, κι αυτό που μοιάζει απειλητικό δεν είναι παρά ο απόηχος του φόβου στην καρδιά μου. Το δίχτυ της αράχνης που απλώνεται τεντωμένο είναι το δίχτυ που υπάρχει μέσα μου. Τα πουλιά που κρώζουν πάνω μου, είναι τα πουλιά που εγώ έθρεψα στο μυαλό μου. Αυτές οι εικόνες ξεφύτρωσαν μέσα στο μυαλό μου και ρίζωσαν εκεί (σελ. 611).

 Βαδίζω πλάι στην ακτή της συνείδησης. Κύματα της συνείδησης ορμούν και αποσύρονται αφήνοντας κάτι γραμμένο εκεί, αλλά αμέσως μετά καινούρια κύματα εισβάλλουν και τα σβήνουν. Προσπαθώ να διαβάσω στα γρήγορα τι είναι γραμμένο εκεί, ανάμεσα στο ένα κύμα και στο άλλο, αλλά είναι δύσκολο. Πριν προλάβω να το διαβάσω, το επόμενο κύμα το σβήνει. Το μόνο που απομένει είναι αινιγματικά αποσπάσματα (σελ. 612)

Με το πέρασμα της ώρας απαλλάσσομαι από τον εαυτό μου. Η ψυχή μου αποβάλλει τα σκληρά της ενδύματα, γίνεται μια μαύρη κουρούνα και κάθεται ψηλά στο κλαδί ενός πεύκου στον κήπο και κοιτάζει το τετράχρονο αγόρι στη βεράντα. Μεταλλάσσομαι σε μια μαύρη κουρούνα που αναπτύσσει τις θεωρίες της. - Δεν έπρεπε να σε εγκαταλείψει τότε κι εσύ δεν έπρεπε να εγκαταλειφθείς. Τα περασμένα όμως είναι σαν το σπασμένο γυαλί. Δεν γίνεται να το ξανακολλήσεις, σωστά; - Η μητέρα σου ένιωθε μέσα της τρομερά φοβισμένη και θυμωμένη. ΄Όπως είσαι τώρα εσύ. Αυτός ήταν ο λόγος που αναγκάσθηκε να σε εγκαταλείψει. - Παρότι με αγαπούσε; - Παρότι σε αγαπούσε, αναγκάσθηκε να σε εγκαταλείψει. Πρέπει να καταλάβεις πώς ένιωθε τότε και να το αποδεχτείς. Να καταλάβεις τον υπέρμετρο φόβο και θυμό που βίωνε και να τον νιώσεις σαν να ήταν δικός σου – μόνο έτσι δε θα τον κληρονομήσεις ούτε θα τον επαναλάβεις. Το κυριότερο είναι το εξής: να τη συγχωρέσεις. Είναι ο μόνος τρόπος να σωθείς (σελ.613)

Η σιωπή γινόταν βαθιά, τόσο που αν αφουγκραζόσουν προσεκτικά, μπορούσες να συλλάβεις τον ήχο της Γης να περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της (σελ. 633)

-Εσύ έχεις αναμνήσεις; (Κάφκα)
- ΄Όχι, δεν έχω. Σε ένα τόπο όπου ο χρόνος δεν είναι σημαντικός, δεν είναι ούτε και η μνήμη. Ο χρόνος έχει απορροφηθεί μέσα μου και δεν μπορώ να ξεχωρίσω το ένα πράγμα από το άλλο (μις Σαέκι)
- Οπότε η μνήμη δεν είναι ιδιαίτερα σημαντική εδώ.
- Η μνήμη δεν είναι τόσο σημαντική εδώ. Η βιβλιοθήκη είναι που χειρίζεται τις αναμνήσεις (σελ. 672)

- Έκαψα όλες τις αναμνήσεις μου. ΄Εγιναν καπνός και χάθηκαν στον αέρα. ΄Ετσι, δε θα μπορώ να θυμάμαι για πολύ ακόμα διάφορα πράγματα – συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου που πέρασα μαζί σου… Θέλω να με θυμάσαι. Αν με θυμάσαι εσύ, δε με νοιάζει αν με ξεχάσουν όλοι οι άλλοι (μις Σαέκι)
- Είναι τόσο σημαντικές οι αναμνήσεις;
- Σε μερικές περιπτώσεις είναι ό,τι πιο σημαντικό υπάρχει
- Εσύ όμως έκαψες τις δικές σου
- Δε μου χρειάζονταν πια (σελ. 675)

Κλείνω τα μάτια μου. Βρίσκομαι στην παραλία και είναι καλοκαίρι. Είμαι ξαπλωμένος σε μια σεζλόνγκ. Νιώθω τον σκληρό καμβά πάνω στο δέρμα μου. Ανασαίνω τη θαλασσινή αύρα και την παλίρροια. Ακόμη και με τα μάτια μου κλειστά, ο ήλιος με τυφλώνει. Ακούω τον ήχο των κυμάτων να σκάνε στην ακτή. Ο ήχος αυτός πότε υποχωρεί και πότε πλησιάζει, σαν να είναι ο χρόνος εκείνος που τα αναστατώνει. Κάπου κοντά, κάποιος με ζωγραφίζει σε ένα πίνακα. Και δίπλα του κάθεται μια νέα κοπέλα με ένα κοντομάνικο γαλάζιο φόρεμα, κοιτάζοντας προς την δική μου κατεύθυνση. ΄Εχει μακριά μαλλιά, ένα ψάθινο καπέλο με λευκή κορδέλα και φτυαρίζει την άμμο. ΄Εχει σταθερά, μακριά δάχτυλα – δάχτυλα πιανίστριας. Τα απαλά σαν από πορσελάνη χέρια της αστράφτουν στο φως του ήλιου. ΄Ένα φυσικό παιχνιδιάρικο χαμόγελο στα χείλη της. Είμαι ερωτευμένος μαζί της. Κι εκείνη είναι ερωτευμένη μαζί μου. Αυτή είναι η ανάμνηση (σελ. 676)

- Κάφκα, θα με συγχωρέσεις;
- ΄Εχω το δικαίωμα να το κάνω;
- Αν ο θυμός και ο φόβος δεν σε εμποδίζουν.
- Μις Σαέκι, αν πραγματικά έχω το δικαίωμα να το κάνω, τότε ναι, σε συγχωρώ. Μητέρα, λες σε συγχωρώ.
Και μόλις ακούγονται αυτά τα λόγια, ο πάγος στην καρδιά σου λιώνει (σελ. 678).

Ο καθένας μας χάνει κάτι πολύτιμο. Χαμένες ευκαιρίες, χαμένες δυνατότητες, συναισθήματα που δεν θα ξανανιώσουμε ποτέ. ΄Όλα αυτά είναι μέρος της ζωής. Μέσα στο κεφάλι μας όμως – τουλάχιστον εκεί το φαντάζομαι εγώ – υπάρχει ένας μικρός χώρος όπου αποθηκεύουμε τις αναμνήσεις. ΄Ένα δωμάτιο σαν τα ράφια αυτής της βιβλιοθήκης. Και προκειμένου να κατανοήσουμε τη λειτουργία της δικής μας καρδιάς, πρέπει να συντάσσουμε συνεχώς καινούριες λίστες. Πρέπει όμως πότε πότε να τον ξεσκονίζουμε, να τον αερίζουμε, να αλλάζουμε το νερό στα βάζα με τα λουλούδια. Με άλλα λόγια, είσαι ο μόνιμος ένοικος της δικής σου προσωπικής βιβλιοθήκης (σελ. 710)

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

Σώτη Τριανταφύλλου: Για την αγάπη της γεωματρίας


Για την αγάπη της γεωμετρίας: το πικρότατο χρονικό της νιότης. Κεντρική ηρωίδα είναι η Ανατολή Μπότσαρη που μεγαλώνει όπως μπορεί σε μια μεσοαστική οικογένεια στο κέντρο της Αθήνας… Μια οικογένεια συνηθισμένη – ίσως όχι και τόσο … 1971, 1972, 1973 … 1990, 1999 … Τα γεγονότα : ένας εφηβικός έρωτας, μια εγκατάλειψη, μια ακόμα εγκατάλειψη, δυο αποτυχίες απανωτές. ΄Υστερα αρρώστιες, αναρρώσεις: να γονατίζεις εφτά φορές και να σηκώνεσαι οκτώ … ΄Ισως και να μη σηκώνεσαι την όγδοη φορά… Ακολουθεί μια αυτοκτονία, ο συνηθισμένος εφιάλτης του εγκλεισμού. Πριν απ΄ αυτά, ταπεινώσεις, απώλειες, συμβιβασμοί. Το πικρότατο χρονικό της νιότης. Αυτά λέει το οπισθόφυλλο του βιβλίου. Η Ανατολή Μπότσαρη μεγαλώνει μέσα σε μια οικογένεια συνηθισμένη – ίσως όχι και τόσο. «Δυσλειτουργική οικογένεια: παραβίαση ορίων ανάμεσα στα μέλη της, αδικίες, συμμαχίες ανά δύο, δογματική παιδαγωγική, γελοιοποίηση του «παρία», έλλειψη σεβασμού, έλλειψη επαίνων, συγκεχυμένα μηνύματα, απρόβλεπτη συμπεριφορά, εκφοβισμός, βία». Ο πατέρας αυστηρός, βίαιος και αυταρχικός, παράλληλα ευσυγκίνητος, η μητέρα υποχωρητική και άβουλη, στη σκιά του συζύγου της, «η οικογένεια είναι μια πυρά». Η Ανατολή καθοδηγείται από την αντίληψη που έχει για τα πράγματα, όχι από τα ίδια τα πράγματα και τις καταστάσεις, όπως όλοι μας λίγο ως πολύ. Η παραβατική της συμπεριφορά την οδηγεί στην επιλογή ενός γάμου χωρίς αγάπη ίσως, προκειμένου να αποφύγει το αναμορφωτήριο ή το ψυχιατρείο, ενώ ο σύζυγός της είναι εξίσου βίαιος και αυταρχικός, όπως ο πατέρας της. Η Σώτη Τριανταφύλλου παρακολουθεί τους ήρωες του βιβλίου της με έντονο συναισθηματισμό, εκδηλώνει συμπάθεια και αλληλεγγύη προς την ασυμβίβαστη και ξεχωριστή Ανατολή, ενώ ο συνηθισμένος Παύλος «Είμαι σαν όλους τους άλλους» και η Πέννυ με τη «χαρούμενη αμυαλιά της» και «τα απλά, εγκόσμια διλήμματά της» συγκεντρώνουν συναισθήματα συμπόνοιας, ίσως και οίκτου. Η λέξη που χαρακτηρίζει το βιβλίο αυτό είναι η έπαρση. «Η Ανατολή είναι σνομπ». «Οι άνθρωποι που δεν μιλούν έχουν άραγε κάτι να πουν;». Ενώ αυτοί που μιλούν, άραγε έχουν; «Το ροκ εν ρολ και η γεωμετρία είναι για μένα μια παρηγοριά. ΄Εχω μεγάλη ανάγκη από παρηγοριά». Καθώς διάβαζα το βιβλίο αυτό, ήλθε στο νου μου η μαγευτική ταινία του Στήβεν Σπίλμπεργκ «Πιάσε με αν μπορείς» και ο χαρισματικός πρωταγωνιστής της, ο Φρανκ. ΄Ενας ασυνήθιστος νέος, που μεταμόρφωσε τη θλίψη σε φαντασία, την παρανομία και την εξαπάτηση σε γοητεία, τη μοναξιά σε ζεστασιά. Η αγάπη της Ανατολής για τη γεωμετρία μας φέρνει σε επαφή με την αρχή της απροσδιοριστίας (σελ. 126), την εντροπία (σ.σ. 171,237 και 266), τη θεωρία του χάους (σελ. 289), το 5ο αίτημα του Ευκλείδη (σελ. 283) και την εικασία του Πουανκαρέ. Κι ενώ στην αρχή διαπιστώνει ότι «Οι διαφορετικοί άνθρωποι δεν έχουν τι να πουν μεταξύ τους: οι διαφορετικοί άνθρωποι βαριούνται ο ένας τον άλλον», σύντομα αλλάζει γνώμη. Παντρεύεται το Μιχάλη, για τον οποίο λέει «μας στενοχωρούσε το πόσο μακριά βρισκόμασταν ο ένας από τον άλλον. Και το πόσο είμασταν διαφορετικοί». Η Ανατολή ήθελε να ταξιδέψει και να εξερευνά τους ωκεανούς, το 2000 τη βρίσκει «παίκτρια σ΄ ένα παιχνίδι χαμένο, κι όμως παίκτρια». Ωστόσο, όπως και η ίδια διαπιστώνει «Κι εγώ δεν είμαι αυτή που ήμουν. ΄Οσο περνάει ο καιρός μοιάζω όλο και λιγότερο σ΄ αυτό που ήμουν». Η Ανατολή είναι θυμωμένη, ξεχειλίζει από μέσα της η οργή, η μοναξιά αλλά και η θλίψη, παραμένει όμως εγκλωβισμένη στη ζωή που η ίδια τελικά έχει επιλέξει. Οι διέξοδοι που αναζητά δεν της δίνουν φτερά, την οδηγούν στην απογοήτευση. Γιατί, σε αντίθεση με τον χρόνο που ταξιδεύει μέσα στο χώρο, η Ανατολή παραμένει προσκολλημένη στο τότε, στο κάποτε, κι αυτό δεν μπορεί να είναι αρκετό ούτε για την ίδια ούτε για τον αναγνώστη.

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Μάριο Βάργκας Λιόσα: Ο ΄Ανθρωπος που έλεγε Ιστορίες

Ενας Περουβιανός επισκέπτεται μία έκθεση φωτογραφιών του Αμαζονίου σε μια κάπως μυστήρια γκαλερί της Φλωρεντίας. Η φωτογραφία ενός «ιστορητή» από τη φυλή Ματσιγκένγκα θα του τραβήξει την προσοχή και θα του θυμίσει ένα παλιό φίλο από τη Λίμα, τον Σαούλ, με το παρατσούκλι Μασκοφόρος, ο οποίος εξαφανίσθηκε χωρίς να αφήσει ίχνη πίσω του. «΄Όλα τα πρόσωπα ήταν στραμμένα, σαν ακτίνες ενός κύκλου, προς ένα κεντρικό σημείο, μιαν αντρική σιλουέτα, που όρθια στην καρδιά του κύκλου των μαγνητισμένων Ματσιγκένγκα, μιλούσε, κουνώντας τα χέρια. Αναρίγησα…Δε χωρούσε αμφιβολία. ΄Ενας ιστορητής.». Ο Σαούλ γοητεύεται από τους ανθρώπους του απάτητου δάσους της Αμαζονίας, από την λατρεία του πνεύματος του δέντρου, του φιδιού, του σύννεφου και του κεραυνού. Από την πρώτη του επαφή με την Αμαζονία, ο Μασκοφόρος πιάστηκε σε μια πνευματική παγίδα που τον έκανε άλλον άνθρωπο. ΄Όχι μόνο επειδή έχασε το ενδιαφέρον του για τη νομική και γράφτηκε στην εθνολογία … αλλά κι επειδή, από τότε άρχισε η αφοσίωσή του, η εμμονή του σε δύο υποθέσεις οι οποίες κατά τα επόμενα χρόνια συνιστούσαν το μοναδικό του θέμα συζήτησης: την κατάσταση των φυλών του Αμαζονίου και την καταστροφή των δασών που τις φιλοξενούσαν. Κάποτε δώρισε στον αφηγητή ένα λευκό κοκκαλάκι, σε σχήμα ρόμβου, με σκαλιστά γεωμετρικά σχήματα σε χρώμα κοκκινωπό προς ώχρα. Τα σχήματα παρίσταναν δύο παράλληλους λαβυρίνθους, φτιαγμένους από γραμμές διαφόρων μεγεθών σε ίσες αποστάσεις, με τις μικρές χωμένες μέσα στις μεγάλες. «Αν πιστεύεις ότι αυτά τα σύμβολα είναι οι ρουφήχτρες του ποταμού ή δύο βόες τυλιγμένοι που λαγοκοιμούνται, μπορεί να έχεις δίκιο. Αλλά κυρίως είναι η τάξη που κυβερνά τον κόσμο. ΄Οποιος αφήνει να τον κυριεύσει ο θυμός, στραβώνει τις γραμμές αυτές, και όταν είναι στραβές, δεν μπορούν πια να στηρίξουν τη γη.» Ο Μασκοφόρος δεν θύμωνε ποτέ του με κανένα και για τίποτε. ΄Ισως να είχε ήδη κατακτήσει το ιδανικό των Ματσιγκένγκα, να μην αισθάνεται ποτέ θυμό για να μην υποχωρήσουν οι παράλληλες γραμμές που στηρίζουν τον κόσμο. Το πιο σημαντικό για τη φυλή αυτή , που ζούσε διάσπαρτη στη ζούγκλα του Κούσκο και του Μάδρε ντε Ντιος, ήταν η ηρεμία. Να μην πνίγεσαι σε μια κουταλιά νερό ούτε σε μια πλημμύρα. Να συγκρατείς όλα τα συναισθηματικά ξεσπάσματα, γιατί υπάρχει μια μοιραία σύνδεση ανάμεσα στα πνεύματα των ανθρώπων και σ΄ εκείνα της Φύσης και κάθε βίαιη εκδήλωση του ενός προκαλεί κάποια καταστροφή στην άλλη». Η φυλή των Ματσιγκένγκα είχε επιβιώσει επειδή τα ήθη και τα έθιμά της είχαν υποταχθεί στους ρυθμούς και τις απαιτήσεις του φυσικού κόσμου, χωρίς να τον παραβιάσει ή να τον αναστατώσει βαθιά, ίσα ίσα το αναγκαίο για να μην την καταπιεί εκείνος. «Ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που κάναμε εμείς, οι πολιτισμένοι, που σπαταλούσαμε τους φυσικούς πόρους χωρίς τους οποίους θα καταλήγαμε να μαραθούμε, σαν φυτά χωρίς νερό». Οι Ματσιγκένγκα δεν ζούσαν σε οικισμούς. Δεν είχαν φύλαρχο και δε φαίνονταν να αναγνωρίζουν άλλη εξουσία πέρα από εκείνη που είχε κάθε πατέρας στην οικογένειά του. Οι μάγοι θεραπευτές τους οι σεριπιγάρι – αναλάμβαναν να ξορκίσουν όλα τα κακά πνεύματα και τα πάθη της ψυχής. Από τη στιγμή όμως που όλα αυτά εκδηλώνονταν στο σώμα, τα θεωρούσαν αναπότρεπτα. Οι ιστορητές δεν ασκούσαν καμιά εξουσία στο «χαλαρό και σκόρπιο αρχιπέλαγος της κοινωνίας των Ματσιγκένγκα». ΄Ηταν μάλλον κάτι σαν ταχυδρόμοι της κοινότητας. Πρόσωπα που μετακινούνταν από το ένα σπιτικό στο άλλο, στην αχανή περιοχή όπου ήταν διασκορπισμένοι οι Ματσιγκένγκα, ενημερώνοντας τους μεν για όσα έκαναν οι δε, πληροφορώντας αλλήλους για τα γεγονότα, για τις ευτυχείς και ατυχείς συγκυρίες στη ζωή των αδελφών τους, τους οποίους έβλεπαν πολύ σπάνια ή ποτέ… Οι συνεκτικοί δεσμοί της κοινότητας την οποία η ανάγκη για επιβίωση είχε υποχρεώσει να κομματιαστεί και διασκορπιστεί στους τέσσερις ανέμους». Ο ιστορητής πιθανόν να αποτελούσε τη μνήμη της κοινότητας, τον θεματοφύλακα των μυστικών της οικογένειας. Για τον νεαρό αφηγητή, οι Ματσιγκένγκα δεν μπορούσαν να μείνουν σε ένα μέρος, δεν ένιωθαν την παραμικρή προσκόλληση στον τόπο που ζούσαν, «θα έλεγε κανείς ότι τους κατείχε το δαιμόνιο της μετακίνησης». Για τον δεύτερο αφηγητή, οι Ματσιγκένγκα, άλλοτε με εφόδιο τη γνώση, άλλοτε με τη γνώση χαμένη, περπατούσαν για να στηρίξουν τον ήλιο, να εμποδίσουν την βασιλεία του Σκότους. «Γιατί περπατάμε; Για να έχει φως και ζέστη, για να είναι όλα ήσυχα. Αυτή είναι η τάξη του κόσμου. Εκείνος που μιλάει με τις πυγολαμπίδες κάνει αυτό που πρέπει να κάνει. Εγώ αλλάζω τόπο όταν έρχονται οι βιρακότσα. Θα είναι η μοίρα μου ίσως…». (βιρακότσα ονόμαζαν πολλές φυλές αμερικανών ιθαγενών τους ευρωπαίους). Το σημαντικό γι΄ αυτούς είναι να μη χάνουν την υπομονή τους, να αφήνουν να γίνει αυτό που είναι να γίνει, να μη στρεβλώνουν την τάξη του κόσμου. «Αν ο άνθρωπος ζει ήρεμος και χωρίς ανυπομονησία, προλαβαίνει να συλλογιστεί και να θυμηθεί». Για να το πετύχει αυτό, πρέπει να τρώει αυτά που πρέπει και να σέβεται τις απαγορεύσεις. Είναι δύσκολο να φτάσει κάποιος στη γνώση: πολλές δοκιμασίες, εξαγνισμός, αναγέννηση. «΄Οποιος ξέρει τις αιτίες και τις συνέπειες, κατέχει τη γνώση, ίσως». Γνώση. «Αυτό που κάνουνε και που δεν κάνουνε οι άνθρωποι, αυτό μετράει. Να περπατάνε, ν΄ ακολουθούνε το γραφτό τους, αυτό μετράει. Ο κυνηγός να μην αγγίζει αυτό που κυνήγησε, ούτε ο ψαράς αυτό που ψάρεψε. Ο σεβασμός στις απαγορεύσεις, αυτό είναι. Μετράει αν είναι ικανοί να περπατήσουν, για να μην πέσει ο ήλιος. Για να έχει τάξη ο κόσμος, αυτό είναι. Για να μη γυρίσει το σκοτάδι, οι συμφορές. Αυτό είναι που μετράει. Οι λεκέδες στο πρόσωπο, όχι, δε μετράνε, ίσως». Η χειρότερη συμφορά δεν είναι οι λεκέδες στο πρόσωπο, είναι να μην ξέρεις το χρέος σου, να μη συναντήσεις ποτέ το γραφτό σου. Οι μνήμες γίνονται όλο και πιο δυνατές, και τα δύο πρόσωπα αφηγούνται, ο καθένας με τον τρόπο του και τη δική του προσωπική γλώσσα, την ίδια ιστορία, ξεδιπλώνοντας κάθε φορά τις φανερές και κρυφές πλευρές της. Οι δύο αφηγήσεις εναλλάσσονται μεταξύ τους αποκαλύπτοντας το μυστήριο που πάντα δένει τους αρχέγονους μύθους με την κοινωνία και τους μηχανισμούς της, και την επίδρασή τους στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου. Για τους Ματσιγκένγκα η ιστορία δεν προχωρεί, ούτε υποχωρεί: ανακυκλώνεται, επαναλαμβάνεται. «΄Αραγε περπατά μαζί τους, με μικρά βήματα σαν υδρόβιου πουλιού, που πατάει ταυτόχρονα με όλη την πατούσα του, τον τυπικό βηματισμό των φυλών του Αμαζονίου, ο πρώην φίλος μου, ο πρώην Εβραίος, ο πρώην λευκός και πρώην δυτικός Σαούλ Σουράτας; Αποφάσισα ότι ο ιστορητής στη φωτογραφία του Μαλφάτι είναι αυτός…Η μεταμόρφωση θα πρέπει να ήταν πολύ αργή, μια διεργασία υποσυνείδητη, σε κείνα τα χρόνια που αφιέρωσε στη μελέτη εθνολογίας στο Σαν Μάρκος…Το γεγονός ότι ο φίλος μου Σαούλ Σουράτας απαρνήθηκε όλα όσα ήταν και όσα θα μπορούσε να γίνει, προκειμένου, εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, να περιδιαβαίνει τις ζούγκλες της Αμαζονίας, διαιωνίζοντας … την παράδοση αυτής της αόρατης γραμμής πλανόδιων αφηγητών ιστοριών, είναι κάτι, που κατά καιρούς επιστρέφει στη μνήμη μου και φουσκώνει την καρδιά μου με περισσότερη δύναμη από όσο το έκανε ποτέ ο φόβος ή ο έρωτας» Η μαγευτική εξιστόρηση του συγγραφέα κλείνει καθώς ο Περουβιανός αφηγητής ρεμβάζει κάτω από τα άστρα, στη νύχτα της Φλωρεντίας. «…Ξέρω ότι στα πέτρινα γεφύρια σε χρώμα ώχρας πάνω στον ΄Αρνο, κάτω από τα κακόφημα δέντρα του Κασίνε ή κάτω από τα μούσκουλα του Ποσειδώνα στην πηγή του και το μπρούντζο με τις κουτσουλιές περιστεριών του Περσέα του Τσελίνι, οπουδήποτε κι αν καταφύγω γυρεύοντας να καταπραΰνω τη ζέστη, τα κουνούπια, την ψυχική μου έξαψη, θα ακούω πάντα, κοντά, ακατάπαυστα, κροταλιστά, προαιώνια, αυτόν τον ιστορητή Ματσιγκένγκα».

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΜΕ ΤΗ ΣΧΟΛΗ «ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ ΧΕΙΡΩΝ» ΑΠΟ 30 ΙΟΥΝΙΟΥ ΜΕΧΡΙ 12 ΙΟΥΛΙΟΥ 2012


Δύο 7ήμερα: 30 Ιουνίου με 6 Ιουλίου και 6 με 12 Ιουλίου αφιερωμένα στην ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗ, στην ΞΕΚΟΥΡΑΣΗ και την ΑΝΤΙΓΗΡΑΝΣΗ σώματος και νου, στη ΛΗΣΜΟΝΙΑ για λίγες μέρες του συνήθη τρόπου ζωής και σκέψης γιατί…

Όταν οι άνθρωποι δεν ξεχνούν εκείνο που μπορεί εύκολα να ξεχαστεί
και ξεχνούν εκείνο που δεν έπρεπε να ξεχνιέται ποτέ,
τότε έχουμε μια περίπτωση αληθινής λησμοσύνης.

Ας θυμηθούμε ότι ο καθένας μας χρειάζεται μια ευκαιρία για βαθιά ξεκούραση και επαφή με γνώσεις και τεχνικές που θα τον οδηγήσουν στην αρμονία από την οποία διέπονται οι λεπτές δυνάμεις που υφαίνουν τη ζωή.
Το μέρος που θα μας φιλοξενήσει φέτος είναι ένα ξενοδοχείο σε μια μαγευτική ιδιόκτητη έκταση 25 στρεμμάτων στην παραλία Πλάκα Πηλίου, γεμάτο οπωροφόρα δέντρα και οργιώδη βλάστηση που συναντούν το ατέλειωτο γαλάζιο του Αιγαίου, όπου θα απολαύσουμε τη θάλασσα, το δάσος, την συντροφικότητα, τη διερεύνηση των γνώσεων μας, τη χαρά που πηγάζει από τη φροντίδα του εσωτερικού μας κήπου. Οι διακοπές αυτές είναι μια απόπειρα αλλαγής της άρρωστης δόνησης και της ανισορροπίας που ακτινοβολείται από τον «κανονικό» τρόπο ζωής.


Σαν όπλα για την κατάκτηση αυτής της βαθιάς αναγέννησης που τα αρχαία συγγράμματα περιγράφουν σαν «ετήσια απομόνωση», αφιερωμένη στον ορθό επαναπροσδιορισμό του εαυτού μας θα χρησιμοποιήσουμε τα παρακάτω:

1) Καθημερινό πολύωρο, αλλά απίστευτης ενέργειας πρόγραμμα (ανάλυση παρακάτω)

2) Διατροφή : Γευματίζουμε ομαδικά 3 φορές την ημέρα με βιολογικά κατά το δυνατόν τρόφιμα που μαγειρεύονται αποκλειστικά για την ομάδα μας. Αναλύουμε τη διατροφή σύμφωνα με τον κύκλο των 5 στοιχείων και με την αλλαγή της ενέργειας κατά εποχή. Βιώνουμε όλες τις διαστάσεις της διατροφής, μέσα από το γέλιο και τη συντροφικότητα.

3) Βότανα : Προαιρετική χρήση αποτοξινωτικών και εξισορροπητικών βοτάνων που τα πίνουμε σαν αφεψήματα με το πρωινό ή μετά τις ασκήσεις και στόχο έχουν το φρεσκάρισμα του σώματος και του νου.

4) Θάλασσα: Η επαφή με το αλμυρό νερό επιδρά ευεργετικά στην αύρα του ανθρώπου.

5) Δάσος: Χώρος άσκησης, χώρος ψυχαγωγίας, χώρος παρατήρησης αναζωογονεί και διδάσκει.




Καθημερινό πρόγραμμα

7:00 Ξύπνημα και πρωινή βόλτα στο δάσος. Αναπνευστικές ασκήσεις – τόνωση των διαφραγμάτων – Ξύπνημα του σώματος. Από την εσωτερική τέχνη του Ba-gua chan (8 τρίγραμμα) οι οκτώ βασικές παλάμες. Επαφή με τις τεχνικές του κονταριού.
9:00 Πρωινό που περιλαμβάνει τσάι 12 βοτάνων, κουάκερ, φρούτα, μέλι, ταχίνι, αυγά ντόπια, παξιμάδια, γιαούρτι, τυρί. Στην συνέχεια ελεύθερος χρόνος για ξεκούραση , διάβασμα, κολύμπι κλπ.
13:30 Μεσημεριανό φαγητό: σαλάτα ωμή και βραστή, δημητριακά, λαχανικά εποχής, τυρί φέτα και κάθε δεύτερη μέρα ψητό ψάρι. Ακολουθεί μεσημεριανή ανάπαυση.
18.00-18.30 Ανάλυση του σεμιναρίου της διατροφής. Κατά το α΄ 7ήμερο θα
αναλύσουμε τα έξι πρώτα κεφάλαια και κατά το β΄ 7ήμερο τα 7ο έως 12ο κεφάλαια του σεμιναρίου.
18.30-19.30 Πρακτικές που έχουν στόχο την εξισορρόπηση των 5 στοιχείων και τη
θεραπευτική αναγέννηση του σώματος. Στα δύο 7ήμερα θα διδαχθούν:
1ο: Το θεραπευτικό Chi Kung «18 χέρια του Λόχαν» Α΄ μέρος
2ο : Το θεραπευτικό Chi Kung «18 χέρια του Λόχαν» B΄ μέρος
Τα «18 χέρια του Λόχαν» είναι ένα Chi Kung από την εποχή του Bodhidharma (600 μ.χ. περίπου), βγαλμένο από ένα αρχαίο χειρόγραφο «Αλλαγή των Μυών και των Τενόντων».
19.30-20.30: Διαλογισμός, ασκήσεις σε στρώμα Τao-Yin (παρόμοιες με της Yoga) που αντιστοιχούν στην καλοκαιρινή εποχή. Παράλληλα κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας θα γίνει εξάσκηση του Chi Kung των (6) θεραπευτικών ήχων, ενώ κατά τη διάρκεια της δεύτερης θα διδαχθεί το σεμινάριο του Σιδερένιου Πουκάμισου.
21:00 Βραδινό φαγητό (ανάλογο του μεσημεριανού).

Κόστος συμμετοχής: Στην τιμή περιλαμβάνονται πλήρης διατροφή, διαμονή, ασκήσεις και το υπόλοιπο πρόγραμμα (για κάθε 7ήμερο).
Μονόκλινο δωμάτιο: 580 ευρώ
Δίκλινο δωμάτιο: 450 ευρώ
Απαραίτητος εξοπλισμός: Αθλητικά παπούτσια, στρωματάκι για τις ασκήσεις, ελαφρά ρούχα γυμναστικής.
Το πρόγραμμα συντονίζεται από τον Χρήστο Καραγιάννη, δάσκαλο εσωτερικών
πολεμικών Τεχνών της σχολής «Κένταυρος Χείρων», στον οποίο το 2006 η Παγκόσμια
Ομοσπονδία Wu Shu απένειμε τον Χρυσό Αετό ή (3) Dan, και συνεργάτες.

Δηλώσεις συμμετοχής στο τηλ 24210-36156
Ώρες καταστημάτων

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2011

΄Αγρια Πιπερόρριζα

Η συγγραφέας Anchee Min μιλά στο βιβλίο αυτό για τις δραματικές εμπειρίες της από την Πολιτιστική Επανάσταση που σημάδεψαν τα νιάτα της. Σ΄ αυτό το λεπτό και δυνατό μυθιστόρημα μας διηγείται μια συγκινητική ιστορία που βρίσκεται πολύ πιο κοντά σε αυτές τις τραγικές εμπειρίες από οτιδήποτε έχει γράψει μέχρι σήμερα, παρουσιάζοντας με ειλικρίνεια και δεξιοτεχνία το ψυχολογικό και σεξουαλικό κλίμα εκείνης της εποχής.
΄Όταν συναντάμε για πρώτη φορά την ΄Αγρια Πιπερόριζα, με την αδάμαστη θέληση και την εντυπωσιακή ομορφιά, είναι ακόμη μαθήτρια στο δημοτικό σχολείο, αλλά βρίσκεται κιόλας στο στόχαστρο των Ερυθροφρουρών εξαιτίας του «παράξενου» χρώματος των ματιών της. Το όνομά της προφέρεται Γου Γιανγκ Πέι και γράφεται Γου, όπως τα σπάνια αγριοβότανα, με το ιδεόγραμμα του Χορταριού στην κορυφή του ιδεογράμματος του Τίποτα. Γιανγκ, όπως η Πιπερόριζα. Μοναδική της φίλη θα γίνει η συμμαθήτριά της Σφενταμιά, που επίσης διώκεται λόγω ενός ασήμαντου παραπτώματος του πατέρα της που σαπίζει στη φυλακή. Μέσα από τα μάτια της Σφενταμιάς, μαοΐστριας από υποχρέωση και δίχως ίχνος φανατισμού, θα παρακολουθήσουμε την ιστορία των δύο κοριτσιών.
Ο νεκρός πατέρας της ΄Αγριας Πιπερόριζας θεωρούνταν κατάσκοπος από τους Ερυθροφρουρούς. Η μητέρα της οδηγείται στην αυτοκτονία. Η ίδια η ΄Αγρια Πιπερόριζα γίνεται ένθερμη οπαδός του Μαοϊσμού για να μπορέσει να επιβιώσει. Ανεβαίνει γρήγορα τα σκαλιά της κομματικής ιεραρχίας και ανακηρύσσεται πανεθνικό πρότυπο μαοΐστριας. Κερδίζει την αναγνώριση και το σεβασμό όλων, αλλά και την καρδιά ενός παιδικού της φίλου. ΄Όμως οι εντολές του Μάο απαγορεύουν τους ρομαντικούς έρωτες. Το ζευγάρι θα υποφέρει αφόρητα αντιμετωπίζοντας ένα αδιέξοδο καταπίεσης και παραλογισμού. Η Σφενταμιά εμπλέκεται στη σεξουαλικά φορτισμένη αυτή σχέση συμμετέχοντας σ΄ ένα ιδιόρρυθμο ερωτικό τρίγωνο που η συγγραφέας του βιβλίου περιγράφει με ψυχογραφική λεπτότητα και λυρικό ερωτισμό.
Η ΄Αγρια Πιπερόριζα έχει τις καθαρές γραμμές μιας παραβολής, τη δυνατή γεύση του πρωτοποριακού μυθιστορήματος, τη σεξουαλικότητα μιας γαλλικής ταινίας και τη θλίψη μιας πραγματικά τραγικής ιστορίας αγάπης.
(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Είναι ένα βιβλίο που παρουσιάζει την εποχή της Πολιτιστικής Επανάστασης ως μια εποχή που χαρακτηρίζεται από «ψυχολογικές και σεξουαλικές διαστροφές», όπως αναγράφεται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, με τρόπο πειστικό, καθώς εστιάζει στο ερωτικό τρίγωνο. Οι επιφυλάξεις μου κατά την ανάγνωση με οδήγησαν να το τοποθετήσω έξω από τον χρόνο και τον χώρο στον οποίο αναφέρεται και να το εντάξω απλώς σε μια κατηγορία ανάλαφρων ερωτικών αναγνωσμάτων. Κατάλληλο για να προκαλέσει μια έρευνα σχετικά με τις αληθινές συνθήκες που επικρατούσαν στην Κίνα κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης, αλλά και γι΄ αυτές που επικρατούσαν πριν από αυτή. Μου έχει δημιουργήσει μεγάλη απορία σχετικά με τη σημασία της Πολιτιστικής Επανάστασης. Επιφυλάσσομαι να ασχοληθώ έστω και λίγο με την ιστορία της Κίνας.

Γιάννης Καλπούζος: ΄Αγιοι και Δαίμονες

«΄Επιασα να γράψω τούτο το στόρημα ως ιστορητής και ιστορούμενος. Να περπατήσουν πάνω στο χαρτί όσα μονάχος μου αξιώθηκα να ζήσω και όσα οι μαρτυρίες άλλων ακούμπησαν στην πένα μου. Γιατί πολλών εζήτησα τη βοήθεια και μ΄ απολογήθηκαν με το στόμα ή μου τα έδωκαν γραμμένα. Κι είναι και λόγια άλλων όπως τα εκράτησα στο νου μου, γιατί σαν με πήρε αυτός ο πυρετός εκείνοι ήσαν αφανισμένοι από τη ζωή… Λαγαρό νερό έρχονται οι θύμησες κι αέρας δίχως τον κουρνιαχτό που σήκωσε οπίσω του το πέρασμα του καιρού, αλλά και όσων οι κάλαμοι ήσαν ποτισμένοι με ζοφή μελάνη, καθώς έκατσε στα μάτια τους το μίσος, η κολακεία και ο ιφτιράς (συκοφαντία), και καθαρά δεν έγλεπαν. ΄Ερχονται οι θύμησες καθάριες αμά και ίδιες φωτιές ολόγυρα. Σταλαματιές μελιού τη μια, δάκρυ πικρό την άλλη. Πότε με τρατάρουν δροσερό λεβάντε, πότε άγρια τραμουντάνα με κλωθογυρίζει όπως το φύλλο στα σοκάκια της Πόλης. ΄Ατζαμπα(άραγε) έπραξα σωστά να τις ιστορήσω; Οι αποθαμένοι δεν ομιλούν αμά κι από τους ζωντανούς δεν θα λάβω απόκριση. Τούτη η αμφιβολία θα με καίει ώσπου να σφαλίσω τα μάτια μου. ΄Ερχονται όλα όσα έζησα όπως το πρώτο γιαγκίνι, όθεν θέλησα να κάμω την αρχή σε τούτο το ανάποδο ταξίδι. Το πρώτο γιαγκίνι, τότε…»
Μυθοπλασία και πραγματικότητα συνυφαίνονται στο υφαντό της Πόλης από το 1808 ως το 1831. «Μάταια περιστρέφεται ο ουρανός γύρω απ΄ τον κόσμο. Πόλη σαν την Κωνσταντινούπολη δεν βλέπει πουθενά. Δείτε πώς λάμπει με μια ομορφιά μονάχα δική της καθώς χαϊδεύει χαμογελώντας τη θάλασσα» (Γιουσούφ Ναμπί, τούρκος ποιητής, 1642-1712). Καθημερινή ζωή, έρωτες, δυνατές φιλίες, πλούτη, φτώχεια, οραματιστές, συμμορίες των δρόμων, χασικλήδες, δερβίσηδες, γενίτσαροι. Αρνησίθρησκοι, κρυπτοχριστιανοί, δεισιδαίμονες, ερωτικά ξόρκια, χαμένα όνειρα, οι γυναίκες στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού. Πυρκαγιές, παζάρια, βεγγέρες, καπηλειά των 1000 τ.μ., η τρομερή φυλακή του Μπάνιον, εκεί όπου ο φόβος γεννιέται: «Πώς με όλα τούτα να μη γεννηθεί ο φόβος, αμά και να μη σκληράνει η ψυχή; Πώς να μη κάμει σκληρό πετσί ολόγυρά της και τίποτε να μη νιώθει; Πώς να μην απομείνεις μονάχα κορμί; Κι αυτό άθλιο, ωσάν ξένο να το λογαριάζεις» (σελ. 341). Το μπουντρούμι και η αστυνομία του Πατριαρχείου. Κοινά σχολεία, η Μεγάλη του Γένους Σχολή, ερωμένες Πατριαρχών, λεσβίες, αρώματα, λάσπες, βασανιστήρια, πανούκλα. Προεπαναστατική περίοδος, Φαναριώτες, συνωμοσίες, μυστικές εταιρείες, προδότες, μισαλλοδοξία, οι σφαγές στην Πόλη το 1821. Ρωμιοί, Οθωμανοί, Αρμένιοι, Φράγκοι, Εβραίοι. Ο Μποκρουζέ: «… Πιστεύω πως μια μέρα όλοι οι κάτοικοι της γης θα γίνουν ιγντίς (μιγάδες). Μα και πάλι θα βρίσκουν τρόπο να χωρίζονται. Η χώρα, η γλώσσα, η θρησκεία θα φαίνεται να είναι οι αιτίες και θα χωρίζονται σε νέες φυλές κι ας είναι όλοι ιγντίς. Κείνο που θέλω να πω είναι ότι δεν φταίει το αίμα, ούτε οι θρησκείες ούτε οι γλώσσες για τα δεινά του λαού. Οι Οθωμανοί είναι το πιο τρανταχτό παράδειγμα. Ιγντίς είναι και η θρησκεία τους, αν το καλοσκεφτεί κανείς, όπως και των χριστιανών. Πήραν την Παλαιά Διαθήκη των Ιουδαίων, τόσα και τόσα στοιχεία από τους ΄Ελληνες του Δωδεκάθεου κι από άλλες θρησκείες των αρχαίων λαών. ΄Όλα λοιπόν ιγντίς. Γιατί τα δεινά του λαού; Γιατί εκείνοι που κυβερνούν φροντίζουν να διαιρούν για να βασιλεύουν. Ποτίζουν το λαό με το ένα και το άλλο, γίνονται τούτα ρίζωμα βαθύ μέσα του και ύστερα ρίχνονται να κατασπαράξουν κείνους που δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν μαζί τους. Λέγουν στον Οθωμανό πως είσαι ανώτερος των ραγιάδων, κι αυτός, αντί να ιδεί ποιος του πατάει το σβέρκο, στρέφεται κατά του δύστυχου χαμάλη, που κάμνει την ίδια δουλειά με τη δική του…»(σελ. 184). Κι ακόμα, Πόντος και Χίος: «μονάχα το βλέμμα τους μαρτυρούσε το αδειανό της ψυχής τους. ΄Εγλεπαν κάπου μακριά. Τόσο μακριά, όσο βρίσκεται το τίποτε» (σελ. 661). Δραγατσάνι, Μανιάκι, Αλεξάνδρεια. «Τι σημασία έχει αν κάποιον τον λένε Τζανή ή Μποκρουζέ, κι αν είναι Οθωμανός ή Ρωμιός; Σημασία έχει το κελάηδημά τους. Και το κάθε κελάηδημα πρέπει να μάθεις να στοχάζεσαι για να μπορείς να το κρίνεις. Γιατί εκείνος που άκουσε μόνο σπουργίτι να κελαηδεί θαρρεί πως είναι το πιο γλυκόλαλο πουλί στον κόσμο. Κι ακόμη, κείνος που ακούει ένα καναρίνι, αλλά δεν ξέρει από κελαηδήματα, δεν είναι σε θέση να το εκτιμήσει. Μα και τα κελαηδήματα των ανθρώπων θέλουν προσοχή και μελέτη» (σελ. 201). Η μητέρα «θυμήσου τη μια στιγμή να σε νοιάζεται. Θυμήσου έναν λόγο της που σ΄ έμαθε κάτι σπουδαίο για τη ζωή. Θυμήσου και το πιο όμορφο χαμόγελό της. Κράτησε τα ωσάν φυλακτό και κείνη θα ζει μαζί σου».
Πόθος «΄Όπως η βροχή μπαίνει στο κακοσκεπασμένο σπίτι, έτσι και ο πόθος εισχωρεί στο νου που δεν έχει ασκηθεί» (Βούδας). Φόβος «Κανένα πάθος δεν αφαιρεί τη θέληση και τη λογική από το νου του ανθρώπου όσο ο φόβος» (΄Εντμουντ Μπερκ, βρετανός πολιτικός και φιλόσοφος, 1729-1797). ΄Οχλος «Ο όχλος είναι η μητέρα όλων των τυράννων» (Διογένης). Ο πατέρας: ΄Οχλος! Μας κατακλύζουν εξωτικά, νεράιδες, στοιχειά, καλικάτζαροι, καλές κυράδες, ιπτάμενοι δράκοι. Πού ζώμεν; Πάσχοντες Μουσουλμάνοι καταφεύγουν εις εξορκισμούς των χριστιανών ιερέων. Χριστιανοί προστρέχουν σε εμίρηδες και δερβίσηδες να τους διαβάσουν. Τούρκοι, Ρωμιοί, Αρμένιοι, Εβραίοι ολημερίς ματιάζονται ή είναι αμποδεμένοι και μαγευμένοι. ΄Οσοι γεννώνται Σάββατο μεταμορφώνονται σε λυκανθρώπους. Γαβγίζουν οι σκύλοι σ το δρόμο; Οιωνός θανάτου. Ανέβασε κάποιος πυρετό; Φταίει η κακιά η ώρα. Χώρισε η τάδε με τον άντρα της; Της έκαμαν μάγια. Εχύθη ρακί; Θα γίνει κακό. Εχύθη κρασί; Ευτυχία. Πονεί ή σφυρίζει το αυτί; Κακολογία. Για κάθε τι σημαντικό προστρέχουν εις τους μελλοντολόγους. Τρίτην και Παρασκευήν δεν ταξιδεύουν οι χριστιανοί. Οι Εβραίοι την Τετράδην. Οι Οθωμανοί Παρασκευήν και Σάββατο. Δίσεκτο έτος δεν υπανδρεύονται. Παντού βλέπεις πλεξούδες σκόρδων και γαλαζόπετρες. Είμεθα λαός απαιδεύτων και γρυλίζομεν ακόμη ωσάν τα άγρια θηρία» (σελ. 117). ΄Αγιοι και Δαίμονες. «Μην μετανιώνεις για ό,τι έπραξες. Να χαίρεσαι που τα έζησες όλα τούτα, κι ας πόνεσες κι ας κινδύνεψες κι ας βασανίστηκες. Ωσάν δέκα ζωές είναι. Να μετανιώνει εκείνος που δεν μεγαλώνει το βήμα του ούτε ένα πόντο από το συνηθισμένο. Εκείνος που περπατά τυφλά στα βήματα μυριάδων άλλων» (σελ. 400). Η λύτρωση «Ο άνθρωπος του Θεού είναι πέρα από απιστία και πίστη. Για τον άνθρωπο του Θεού, ορθό και λάθος είναι το ίδιο… ΄Όταν ο πιστός αφιερώνεται στο Θεό, γίνεται κατά κάποιον τρόπο ένα μαζί Του και βλέπει τον κόσμο ωσάν να είναι μια αχτίδα Του. Κι αφού όλα είναι θέλημα του Θεού να συμβούν, δεν υπάρχει ορθό και λάθος. Κείνο που προσθέτω εγώ είναι πως κάθε άνθρωπος είναι ένας μικρός Θεός. Μπορεί να κοιτάζει τον ίδιο τον «εαυτό του», όπως ο Θεός τον κόσμο. Να λέγει: «΄Οσα έγιναν, έπρεπε να γίνουν» και να γαληνεύει η ψυχή του. ΄Υστερα να κοιτάζει ο «εαυτός» τον μικρό Θεό και να πασχίζει να τον φτάσει. Να εξομοιωθεί με το θείο που κρύβει μέσα του και να στοχάζεται τι θα πράξει αποδώ και μπρος (σελ. 725)…Γιατί «ο λόγος του βασιλιά είναι βασιλιάς του λόγου. ΄Όμως και συ είσαι βασιλιάς του εαυτού σου. Κάνε το δικό σου λόγο βασιλιά που θα αποφασίσει για τον δρόμο σου και προχώρα. Σκέψου τι θα έκανες εάν σου δινόταν η ευκαιρία να ξαναζήσει και κάμε το αποδώ και μπρος. Να ελευθερωθείς από όσα έκαμες και από όσα δεν έκαμες» (σελ. 692). ΄Ένα επικό μυθιστόρημα που καθηλώνει τον αναγνώστη με την περιπετειώδη ζωή των ηρώων του, την ατμόσφαιρά του, τη χειμαρρώδη γλώσσα του, το συναίσθημα, τον στοχασμό, τις αστείες καταστάσεις και την ολοζώντανη αναπαράσταση της εποχής εκείνης. «Θρύλοι και παραδόσεις άρχισαν ν΄ ακούγονται όσο ποτέ άλλοτε. Και τούτο, γιατί φροντίζαμε να τους σπείρουμε ξανά στον κόσμο για να τον ζεστάνουμε με την ιδέα του ξεσηκωμού. ΄Όπως ο θρύλος για τα τρία αδέλφια των Κρητικών που πολεμούσαν τους Τούρκους τον καιρό της Άλωσης, δίχως να ημπορούν να τους κάμουν ζάφτι χιλιάδες, και συμφώνησαν στο τέλος να τους δώκει καράβι ο σουλτάνος για να φύγουν. Κι έλεγε ο θρύλος ότι δεν έφτασαν ποτέ σ την Κρήτη και γυρνούν στο πέλαγος μέχρι να ξεκινήσει πάλι η μάχη για την απελευθέρωση της Πόλης, και τότε θα φανούν να λάβουν μέρος. Κι ακόμα θρύλους για ποτάμια στερεμένα που θα ξανακυλήσουν, για πουλιά που πέταξαν με το μήνυμα της ΄Αλωσης βαμμένο στα φτερά τους, για τα ψάρια του Μπαλουκλί που θα επέστρεφαν στο τηγάνι του καλόγερου, για τον παπά οπού τον κατάπιε ο τοίχος της Αγια-Σοφιάς σαν μπήκαν στην εκκλησία οι Οθωμανοί και θα έβγαινε να συνεχίσει τη λειτουργία όταν λευτερωθεί η Πόλη (σελ. 503). Με τον συλλογισμό ότι οι άνθρωποι όλων των φυλών θα ζούσαν πιότερο μονοιασμένοι, ότι μια καταστροφή θα μπορούσε να γίνει αφορμή να ανθίσει ένας καινούριος κόσμος «…Για κάπου τραβάμε. ΄Ολοι μαζί; Ο καθένας μονάχος του; Δεν ηξεύρω. Αλλά σαν νιώσεις πως για κάπου τραβάς, πώς για κάποιον σκοπό είσαι απά στη γης, δεν έχεις παρά να σύρεις το ποδάρι σου ένα βήμα παρέκει. Για να έχει νόημα η πατημασιά σου σ΄ αυτόν τον κόσμο. Και δεν γίνεται, πριν κάμεις το βήμα σου, να μη θωρείς πού πάταγες χθες και πού πατούσαν οι γεννημένοι πρωτύτερα από σένα. Είναι σα να στεριώνεις το μαδέρι μονάχα από τη μια μεριά και να θέλεις να διαβείς αντίκρυ. Είναι κι αυτός ένας λόγος οπού θέλησα να ιστορήσω τη ζωή μου» (σελ. 738).

Πέμπτη 12 Μαΐου 2011