Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

Τα Ερείπια της Μαγείας

Το βιβλίο του Ντίπακ Τσόπρα «Η επιστροφή του Μέρλιν» είναι ένα καθηλωτικό, πολύπλοκο παραμύθι, όπου εμπλέκονται δράκοι, μαγεία, κάρτες Ταρώ, ιεροί πέτρινοι κύκλοι, το ΄Αγιο Δισκοπότηρο, το σπαθί του βασιλιά Αρθούρου, το Εξκάλιμπερ, όνειρα και ξόρκια. Καθώς οι δυνάμεις του καλού και του κακού συγκρούονται, ο Τσόπρα, με φωτεινό πνεύμα και πνευματική διορατικότητα, υφαίνει μια εμπνευσμένη παραβολή πλημμυρισμένη με την ελπίδα ότι η εμπιστοσύνη, η αγάπη, η κατανόηση και η συνειδητότητα θα υπερνικήσουν κάποια στιγμή το φόβο, το μίσος και την άγνοια. Μια νέα εκδοχή νου/σώματος του μύθου του Αρθούρου που αποδίδει με γοητεία στην οικεία γνώση. Κρατάει ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη, χρησιμοποιώντας σύμβολα που κάνουν τις έννοιες να ξεπετάγονται από τις σελίδες και μια πλοκή που φέρνει το μέσα έξω, σαν ένα γάντι, καθώς οι χαρακτήρες αλλάζουν σχήματα και ταυτότητες. Ο Τσόπρα βαδίζοντας αργά πάνω στον ιστό του χρόνου, φτιάχνει … ένα ζωντανό μυθιστόρημα.
(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

«Η Επιστροφή του Μέρλιν» χωρίζεται σε δύο μεγάλα κομμάτια: στα Ερείπια της Μαγείας και στην Αλχημεία. Ο συγγραφέας στην εισαγωγή του αναφέρεται σε ορισμένες λεπτομέρειες που κάνουν ακόμα πιο γοητευτικές τις εμπειρίες μας από το διάβασμα του βιβλίου.

Τα ερείπια της μαγείας

Ενώ τα δύο πρώτα κεφάλαια του βιβλίου αποτυπώνουν μία εκδοχή του μύθου που αφορά το θάνατο του ΄Αρθουρ και του Μόρντρεντ στη μάχη του Κάμλαν, τα επόμενα κεφάλαια αναφέρονται στη σημερινή εποχή κατά την οποία η μάχη αυτή συνεχίζεται. ΄Αλλωστε ο Μέρλιν έγραψε στον ΄Αρθουρ, λίγο πριν το τέλος: «Μην πιστεύεις στις ψευδαισθήσεις. Είμαι κοντά σου». Η κουρούνα μας δίνει μια πρώτη υποψία σχετικά με την ιδέα που κυριαρχεί στο βιβλίο: «Η γενιά μου δε χρειάζεται να ζήσει αιώνες. ΄Ολοι μας έχουμε τις ίδιες προγονικές αναμνήσεις και, όταν κάποιος φτάσει στα τελευταία του, το σύνολο των γνώσεών του μπαίνει στο ρεύμα της συλλογικής μας μνήμης. Αυτό το ρεύμα κυλάει αιώνια. Δεν υπάρχει αρχή ούτε τέλος. Πολλές φορές το τέλος είναι μια μεταμφιεσμένη αρχή». Ο Μελχιόρ συμβάλλει στη σύνδεση ανάμεσα στο παρελθόν και το σήμερα. Σε ένα τύλιγμα του χρόνου οι αιώνες χάνονται σαν τη φλόγα των κεριών. Μεγάλα φέουδα καταρρέουν και σκορπίζονται σαν άχυρα. Μουντό τοπίο, ομίχλες συναισθημάτων, πίδακες οργής και ατμοί απέχθειας κυριαρχούν, ενώ το χρώμα ενός ρόδινου κοραλλιού που εκπέμπει ένα ερωτευμένο ζευγάρι φαίνεται να γεννά ελπίδες.
Στο «Κουέστιν Γουόουντ» ο συγγραφέας μας ζητά να αφαιρέσουμε τις επιστρώσεις της ψυχής μας και να ανακαλύψουμε αρχαίους τόπους και χρόνους. Οι θνητοί δεν ταπεινώνονται ποτέ περισσότερο από τη στιγμή που σπάζει το κέλυφος των μυστικών τους και μπαίνει μέσα η γλυκιά αλήθεια. Το κέντρο του αρχικού πράσινου κόσμου που υπήρχε κάποτε και θα υπάρχει πάντα, έστω κι αν τον κατέστρεψαν οι άνθρωποι, ανήκει στο μάγο Μέρλιν. Η αγάπη, ο ηρωισμός, η ομορφιά, η ελπίδα αποκαλύπτονται δυναμικές και αποφασιστικές να επηρεάσουν και να διαμορφώσουν τη ζωή.
Στο «Ζιγκζάγκ» μας υπενθυμίζει τη σοφία της απροσδιοριστίας και της αβεβαιότητας, ώστε να ξεφύγουμε από τη φυλακή του επιστητού. ΄Ένας νέος μπλέκεται στο δίχτυ των γεγονότων, αλλά καταφέρνει να σωθεί παίρνοντας μαζί του ένα βέλος.
Στο «Μια νύχτα αγρύπνιας» θα ανακαλύψουμε τη δυσφορία μας και θα νιώσουμε ικανοποίηση, επειδή χωρίς τη θεία δυσφορία δεν υπάρχει δημιουργική δύναμη. Η πραγματικότητα βρίσκεται μπροστά μας, αλλά δεν τη βλέπουμε, επειδή αυτό που θεωρούμε πραγματικότητα είναι απλώς η εικόνα των προσδοκιών μας μέσα σε ένα καθρέφτη. Δημιουργούμε τις ίδιες εικόνες όπου κι αν πάμε. Ο Μελχιόρ διηγείται μια ιστορία και καλεί τον άνθρωπο να βγει από τον κύκλο του φόβου και να μπει στον κύκλο της αγάπης.
Τα σύνορα είναι μέσα μας
«Κάποτε ζούσε στην Ινδία ένας βασιλιάς, τον οποίο επισκέφθηκε ένας περιπλανώμενος άγιος. Για να δείξει το σεβασμό του, ο βασιλιάς περιποιήθηκε τον επισκέπτη του με κάθε είδους φαγητά και ποτά. Του πήρε το ραβδί και το κύπελλο επαιτείας, του φόρεσε μεταξωτούς χιτώνες, τον έβαλε να κοιμηθεί σε πουπουλένια κρεβάτια και διέταξε τους υπηρέτες του να εκτελούν όλες τις επιθυμίες του, Μια μέρα που έτρωγαν μαζί με τους αυλικούς του, ο βασιλιάς ανακοίνωσε ότι σκόπευε να κάνει πρωθυπουργό του τον άγιο αυτόν άνθρωπο. «Δεν μπορώ να το δεχτώ», είπε εκείνος. «Γιατί όχι;», ρώτησε ο βασιλιάς, «θα γίνεις ο ισχυρότερος άνθρωπος του κόσμου, εκτός από εμένα τον ίδιο». «Μα είμαι ήδη πιο ισχυρός από σένα», απάντησε ο άγιος. Οι αυλικοί άρχισαν να τον κοιτάζουν θυμωμένοι. «Δε θέλω να προσβάλω γτη μεγαλειότητά σου», συνέχισε εκείνος. «Για να σου δείξω πόσο με συγκίνησε η προσφορά σου, θα σου δώσω όλη μου τη δύναμη, Ακολούθησέ με». Σηκώθηκε και ζήτησε το ραβδί και το κύπελλό του. ΄Υστερα, χωρίς άλλες κουβέντες, βγήκε από το παλάτι.
Ο βασιλιάς δεν ήξερε αν έπρεπε να τον ακολουθήσει ή να οργισθεί από τη στάση του, αλλά τελικά επικράτησε η περιέργεια. Φόρεσε ταξιδιωτικά ρούχα και έτρεξε πίσω του. Το πρωινό ήταν υπέροχο. Ο βασιλιάς αισθανόταν υπέροχα στη διαδρομή, μέχρι που έφτασε το βράδυ. Οι δύο ταξιδιώτες κοιμήθηκαν κάτω από το φεγγαρόφωτο δίπλα σ΄ ένα ρυάκι και το πρωί σηκώθηκαν νωρίς.
«Θα περπατήσουμε κι άλλο;» ρώτησε ο βασιλιάς. ΄Ηταν κουρασμένος και όλη τη νύχτα σκεφτόταν τους εχθρούς που είχε αφήσει πίσω του. Ο άγιος δεν είπε τίποτε, αλλά συνέχισε το βάδισμα. Αυτό έγινε δύο μέρες. Το τρίτο πρωί έφτασαν στα σύνορα του βασιλείου του. «Σταμάτα», είπε ο βασιλιάς. «Πρέπει να γυρίσω πίσω». «Γιατί; Αυτό που θέλω να σου δείξω βρίσκεται μόλις λίγο πιο πέρα». «Δεν μπορώ να προχωρήσω περισσότερο», απάντησε ο βασιλιάς. «Αν περάσω τα σύνορα, οι εχθροί μου θα αρπάξουν το θρόνο μου». Ο άλλος κούνησε το κεφάλι του. «Σου είπα ότι έχω δύναμη που δεν μπορείς ούτε να ονειρευτείς, και να η απόδειξη. Εγώ μπορώ να φύγω από το βασίλειό σου, ενώ εσύ – ο κυβερνήτης του – δεν μπορείς. Αν θέλεις τη δύναμη μου, ακολούθησε με». Ο βασιλιάς όμως δεν το έκανε. Με ένα χαμόγελο στα χείλη, ο άγιος πέρασε τα σύνορα σαν ελεύθερο πουλί, αφήνοντας τον απογοητευμένο βασιλιά να γυρίσει στο παλάτι του».
Στο «Στάχτες στις στάχτες» βρίσκουμε κρυμμένους θησαυρούς στα ερείπια της ερήμωσης και της καταστροφής. Στις αντιξοότητες βρίσκονται τα σπέρματα των μεγάλων ευκαιριών για εξέλιξη. Καθώς τελειώνει το πρώτο μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας κάνει μια μικρή επισκόπηση των προσώπων, των γεγονότων και των σχέσεων που μας απασχόλησαν μέχρι εδώ: «Ο ΄Αρθουρ κάθισε στα σκαλοπάτια και κοίταξε τριγύρω. Δεν το ήξερε ακόμα, αλλά είχε ανακατευθεί με ανθρώπους που δεν γνώριζε προηγουμένως – μια γυναίκα με τσόχινο καπέλο, δυο παιδιά χαμένα στο δάσος, έναν δολοφονημένο συγγραφέα που τη μια στιγμή γινόταν μάγος και την άλλη συνηθισμένος άνθρωπος, μια γυναίκα που είχε εξαφανισθεί στο άγνωστο μαζί με ένα νεαρό μάγο. Τα δεσμά που τους ένωναν ήταν αόρατα, αλλά εκείνη τη νύχτα όλοι κοίταζαν τον ίδιο φεγγαροφώτιστο ουρανό και ένιωθαν εντελώς μόνοι. Στην πραγματικότητα, ο ιστός του χρόνου τους παρέσυρε αμείλικτα προς κάποιο απροσδιόριστο κέντρο. Η θεία πρόνοια, όμως, τους προστάτευε από τα πόδια με τα γαμψά νύχια που τριγύριζαν στην περιφέρεια του ιστού, περιμένοντας να βρουν την ευκαιρία για να επιτεθούν».

Δεν υπάρχουν σχόλια: