Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

"Το παντελόνι του Πυθαγόρα" της Μαργαρίτα Βερτχάιμ

«Σ΄ αυτό το βιβλίο χρησιμοποιώ τη λέξη «φυσική» με μια ευρύτερη έννοια απ΄ όσο θα ήθελαν οι ειδικοί. Στον όρο αυτό εμπερικλείω ό,τι πολλές φορές θεωρούμε ως δύο ξέχωρους κλάδους: φυσική και αστρονομία. Ο λόγος αυτής της συνεκδοχής είναι ότι στόχος του βιβλίου είναι να σκιαγραφήσει το ιστορικό των προσπαθειών του δυτικού πολιτισμού ν΄ αποδώσει τον κόσμο με μαθηματικούς όρους – στόχος που από τον 17ο αιώνα έγινε το κυρίαρχο γνώρισμα της αποκαλούμενης «φυσικής» επιστήμης. Από ιστορική άποψη, ο ουρανός ήταν το πρώτο τμήμα του κόσμου που υποβλήθηκε σε μαθηματική εξέταση, και μόνο με την επιστημονική επανάσταση η μαθηματική μέθοδος επεκτάθηκε και στη γήινη επικράτεια. Προηγουμένως, λοιπόν, η επιστήμη της «φυσικής» δεν είχε καμιά σχέση με τα μαθηματικά, βασιζόταν όμως στην αριστοτελική σκέψη. Ενώ αληθεύει ότι σήμερα πολλά πανεπιστήμια έχουν ξεχωριστά τμήματα φυσικής και αστρονομίας, εξίσου αληθεύει ότι από τον Νεύτωνα και πέρα η κοσμολογία ήταν στα χέρια των φυσικών. Δεδομένου ότι ο ανεπίσημος σκοπός της φυσικής σήμερα είναι ν΄ ανακαλύψει μια σειρά εξισώσεων που θα συνένωνε το σύμπαν με τον υποατομικό κόσμο, δικαιολογείται νομίζω μέσα στα πλαίσια του βιβλίου να δούμε την αστρονομία σαν ένα ειδικό κλάδο της ευρύτερης δραστηριότητας που σήμερα αποκαλούμε «φυσική».
Με αυτή τη γενική ιδέα για την έννοια της φυσικής, διαγράφει η Μαργαρίτα Βερτχάιμ την ορολογία που χρησιμοποιεί στο βιβλίο της «το παντελόνι του Πυθαγόρα», με καθαρότητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια. Με πρόθεση να κάνει τον αναγνώστη κοινωνό των προβληματισμών και συμπερασμάτων της, χωρίς δογματισμούς, αλλά με διαλλακτικότητα και ανοικτό ορίζοντα σκέψης.

«…΄Υστερα από δυόμισυ χρόνια που πέρασα διαβάζοντας εξαρχής την ιστορία της φυσικής, από τον Πυθαγόρα μέχρι τον Στέφεν Χόκινγκ, άρχισα να παρατηρώ ένα μοντέλο για το οποίο δεν με είχε προετοιμάσει τίποτε από την παιδεία μου στη φυσική. Είδα ότι σε κάθε εποχή που είχαν καταγράψει οι ιστορικοί της επιστήμης, πρόβαλλε διαρκώς το ζήτημα του Θεού και της θρησκείας. ΄Αρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι η πλημμυρίδα των «θεολογικών» σκέψεων που διατυπώνουν οι φυσικοί στην εποχή μας – όλη η συζήτηση περί «Θεϊκού νου» και λοιπά – δεν ήταν κάτι καινούριο, αλλά η τελευταία εκδήλωση μιας πανάρχαιας παράδοσης. Η φυσική, όπως έφτασα στο σημείο να καταλάβω, υπήρξε ανέκαθεν μια σχεδόν θρησκευτική ενασχόληση…
Επειδή ακριβώς δεν είχα ξεκινήσει να αναζητώ τη θρησκευτική διάσταση στη φυσική, αλλά την είχα ανακαλύψει μόνον ύστερα από πολλά χρόνια εντατικής μελέτης, πιστεύω ότι έχει εγκυρότητα η διατριβή μου…
΄Όπως ακριβώς δεν ισχυρίζομαι ότι μια θρησκευτική παρόρμηση είναι ο κύριος λόγος ύπαρξης της φυσικής, έτσι και δεν υποστηρίζω ότι αυτό είναι η πλήρης εξήγηση για τον αποκλεισμό των γυναικών από αυτήν. ΄Όπως σε όλες τις επιστήμες, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν πολλά εμπόδια για μια καριέρα στη φυσική και το πρόβλημα δεν μπορεί να αναχθεί σε μία μόνο αιτία. Εκείνο που εγώ ισχυρίζομαι είναι ότι ο πανάρχαιος σύνδεσμος ανάμεσα στη φυσική και τη θρησκεία έχει εδραιώσει ισχυρές ψυχολογικές και πολιτισμικές παραμέτρους στην κοινωνία μας, που συνεχίζουν να λειτουργούν ως φραγμός για τις γυναίκες. Δεν είναι ασήμαντη υπόθεση να αναγνωριστεί αυτός ο φραγμός, γιατί αν δεν καταλάβουμε την ιστορική αδράνεια των ψυχοκοινωνικών δυνάμεων δεν θα μπορέσουμε ποτέ να τις υπερνικήσουμε…
Το βιβλίο αυτό δεν διατείνεται ότι αποτελεί μια οριστική ιστορία της φυσικής. Αποπειράται να δώσει μια προσιτή και συνοπτική καταγραφή ενός θέματος που συχνά χαρακτηρίστηκε ως ακατανόητο και δυσπρόσιτο. Από τα παιδικά μου χρόνια, η φυσική ήταν η αγάπη της ζωής μου. Και ο σκοπός εδώ, είναι πάνω απ΄ όλα να κάνω προσιτό σ΄ ένα ευρύτερο κοινό ένα θέμα που αγαπώ».

Μέσα από τον πρόλογό της η Μαργαρίτα Βέρτχάιμ εκθέτει συνοπτικά το θέμα του βιβλίου, της διατριβής της όπως το ονομάζει και στην εισαγωγή της διατυπώνει με σαφήνεια και καθαρότητα την άποψή της σχετικά με την απουσία των γυναικών από την ενασχόληση με τη βασισμένη στα μαθηματικά επιστήμη. «…υποστηρίζω ότι, ως ένα μεγάλο βαθμό, η εξήγηση γι΄ αυτή την αδικία βρίσκεται στις θρησκευτικές ρίζες και στα συνεχιζόμενα θρησκευτικά ρεύματα της νεότερης φυσικής». Παρακάτω γράφει «Η σχέση ανάμεσα στη θρησκεία και την επιστήμη τη βασισμένη στα μαθηματικά έχει τις ρίζες της βαθιά, μέσα στην αχλύ της ιστορίας. Ανάγεται στην αυγή του δυτικού πολιτισμού, στην Ελλάδα του 6ου αιώνα». Από τον 17ο αιώνα μέχρι τα μέσα του 20ου συνεχώς, γυναίκες όπως η Εμιλί ντε Σατελέ, Λάουρα Μπάσι, Μαίρη Σόμερβιλ, Μαρί Κιουρί, Λίζα Μάιτνερ, καθώς και η Τσιεν-Σιουνγκ Βου, χρειάστηκε να αγωνιστούν ακόμη και για να ασκούν απλώς την επιστήμη της φυσικής. Σύμφωνα με τη συγγραφέα η «ιερατική» αντίληψη των φυσικών εξακολουθεί να ορθώνεται ως ισχυρό εμπόδιο στις γυναίκες. Συνεχίζει να τροφοδοτεί την πανάρχαια πεποίθηση ότι η μαθηματική επιστήμη είναι ένα καθαρά ανδρικό επίτευγμα. Η έλλειψη γυναικών στη φυσική είναι ένα ζήτημα που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ελαφρά τη καρδία. Η συμμετοχή των γυναικών στην ανάπτυξη των τεχνολογικών εφαρμογών, όπως στη βιομηχανία κατασκευής μικροτσίπ και στις τηλεπικοινωνίες, θα οδηγήσει στη συμμετοχή τους στις αποφάσεις για το ποιους τεχνολογικούς στόχους θα προσπαθήσουν να κατακτήσουν ακόμη οι φυσικοί, αλλά και στον καθορισμό των κατευθύνσεων που πρέπει να πάρει η ίδια η επιστήμη. Κατά τη συγγραφέα η εμμονή των νεότερων φυσικών σε μια θεωρία των πάντων είναι κοινωνικά ανεύθυνη, διότι δεν είναι μόνο εντελώς άσχετη με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων και την αγωνία τους, αλλά και ακατανόητη για την πλειονότητα του κόσμου. Η μεγαλύτερη παρουσία των γυναικών θα επιδρούσε εξισορροπητικά στην κοινότητα της φυσικής επιστήμης και στην πρακτική εφαρμογή της. Σε αντίθεση με τον Ρόμπερτ Ουίλσον, ο οποίος, όταν ρωτήθηκε από κάποιον γερουσιαστή αν ο επιταχυντής Φέρμιλαμπ θα είχε κάποια σχέση με την ασφάλεια της Αμερικής, απάντησε: «Απλώς έχει να κάνει με το σεβασμό με τον οποίο αντιμετωπίζουμε ο ένας τον άλλον, με την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, με την αγάπη μας για τον πολιτισμό. ΄Εχει να κάνει με το αν είμαστε καλοί ζωγράφοι, αξιόλογοι γλύπτες, μεγάλοι ποιητές. Εννοώ όλα τα πράγματα που σεβόμαστε πραγματικά, τιμούμε και υπερασπιζόμαστε στην πατρίδα μας. Δεν έχει καμιά σχέση με την άμυνα της χώρας μας, έχει σχέση απλώς με το να μας κάνει αντάξιους να την υπερασπιστούμε». Ενώ η Μαργαρίτα Βέρτχάιμ πιστεύει ότι χρειαζόμαστε μια νέα αντίληψη από μέρους των φυσικών, μια αντίληψη που να μην είναι τόσο καθηλωμένη σε σχεδόν θρησκευτικούς, εξαιρετικά αφηρημένους στόχους, η οποία να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη θετική συμβολή στις ανάγκες και στις αγωνίες της κοινωνίας εν γένει. Αν και γνωρίζει ότι είναι αδύνατον να προβλέψουμε ποια αλλαγή θα έφερναν οι γυναίκες στην αντίληψη και πρακτική της φυσικής, πιστεύει ότι έχουν ένα σημαντικό ρόλο να παίξουν βοηθώντας να γίνουν και τα δυο πιο ηθικά. «΄Αλλωστε, όπως σε κάθε κοινωνία, οι καλύτεροι σκοποί αναδύονται από τα όνειρα ανδρών και γυναικών μαζί. Ύστερα από δυόμισυ χιλιάδες χρόνια ήλθε η στιγμή να ενστερνιστεί ο ΄Ανδρας Μαθηματικός τη συνεργασία της Γυναίκας Μαθηματικού. ΄Εχει έλθει η στιγμή να οραματισθούν και να κάνουν πράξη, από κοινού τα δύο φύλα, μια επιστήμη βασισμένη στα μαθηματικά».

Πολλά ερωτήματα γεννά το βιβλίο της Μαργαρίτας Βερτχάιμ, όπως σχετικά με την επίδραση της θρησκείας στην εξέλιξη της επιστήμης, σχετικά με τη διαφορετικότητα των γυναικών, ιδιαίτερα ως προς την αντίληψη τους για την επιστήμη, σχετικά με την προσωπική ζωή μεγάλων επιστημόνων όπως ο Νεύτων, ο Αϊνστάιν και ο Κέπλερ, αλλά και ειδικά ως προς τους λόγους που εμπόδισαν τη γυναίκα να ασχοληθεί με την επιστήμη της φυσικής. ΄Ισως και αυτή να είναι η δύναμη ενός επιστημονικού βιβλίου, να γεννά ερωτήματα και να ωθεί τον αναγνώστη να μετρηθεί μαζί του αναζητώντας κι άλλες πηγές, κι άλλες πληροφορίες που θα καταρρίψουν το βιβλίο ή θα το επιβεβαιώσουν ή θα παρουσιάσουν μια άλλη άποψη. Το παντελόνι του Πυθαγόρα είναι ένα ενδιαφέρον βιβλίο και δίκαια αγαπήθηκε τόσο γρήγορα τόσο από το αναγνωστικό κοινό όσο και από επιστήμονες, αφού χειρίζεται ένα θέμα πρωτοποριακά με τρόπο εύληπτο, αλλά και απολαυστικό. ΄Αλλωστε η Μαργαρίτα Βέρτχάιμ ανοίγει ένα δρόμο, μέσα από την επίμονη μελέτη της, την πλούσια βιβλιογραφία της, την συνέπεια με την οποία παρακολουθεί τη φυσική να εξελίσσεται μέσα στους αιώνες σε συνάρτηση με τη γυναίκα, την εμπεριστατωμένη της αναφορά στις γυναίκες επιστήμονες που κοσμούν τον πολιτισμό μας. Μπορούμε να απολαύσουμε το τοπίο που μας προτείνει, μπορούμε να το προσπεράσουμε. Ας έχουμε όμως στο νου μας ότι κάθε άποψη είναι σημαντική γιατί παρουσιάζει μια άλλη προοπτική, ευτυχώς, μια άλλη προοπτική που επιτρέπει στον κάθε άνθρωπο να είναι διαφορετικός και να σκέφτεται και να εκφράζεται διαφορετικά από κάθε άλλον.

Δεν υπάρχουν σχόλια: