Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Για τη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας

Σε μια εποχή που το βιβλίο παραχωρεί σταδιακά τη θέση του , ή έστω δείχνει να κινδυνεύει από τα ηλεκτρονικά μέσα πληροφόρησης και γνώσης , η επαφή με την ιστορία του βιβλίου, αλλά και των μεγάλων βιβλιοθηκών που το φιλοξένησαν και το προστάτεψαν , όσο μπόρεσαν να το προστατέψουν, με την πάροδο των αιώνων είναι ευεργετική για την ιστορική συνείδησή μας, παρακαταθήκη παράλληλα για τις γενιές που ακολουθούν. Ο Λουτσιάνο Κάνφορα είναι μια εξέχουσα προσωπικότητα των ιταλικών γραμμάτων . Με το βιβλίο του «Η χαμένη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας» αποτίει φόρο τιμής στην πιο σημαντική βιβλιοθήκη της αρχαιότητας και «μας κάνει να ονειρευόμαστε», σύμφωνα με το οπισθόφυλλο. Αν και η πρώτη προσέγγισή του βιβλίου μου έδωσε την αίσθηση ότι ήταν απόμακρο, δυσνόητο και υπεροπτικό, στη δεύτερη ανάγνωση βυθίστηκα με ευχαρίστηση και ενδιαφέρον στις σελίδες του διαπιστώνοντας ότι επρόκειτο για ένα αποκαλυπτικό ταξίδι.
Ο πρόλογος του Μιχαήλ Στασινόπουλου μας εισάγει στο θέμα με απλότητα και σαφήνεια : « Η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας φαίνεται ότι ιδρύθηκε την εποχή του Πτολεμαίου Ι΄ που βασίλεψε στα χρόνια 306-283 π.Χ. … Η βιβλιοθήκη αναφέρεται ότι περιείχε 700.000 τόμους (παπύρους) στην εποχή της ακμής της. ΄Υστερα ο αριθμός αυτός άρχισε να λιγοστεύει. Εκεί ήταν συγκεντρωμένα τα έργα των σοφών της Ελλάδος, της Ρώμης , της Ανατολής. Αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του Μουσείου , το οποίο επίσης αποτελούσε τμήμα του βασιλικού παλατιού. Οι πρώτοι Πτολεμαίοι … αγόραζαν, όπου έβρισκαν , πρωτότυπα χειρόγραφα ποιητών και συγγραφέων …. Οι φιλολογικές εργασίες που γίνονταν στη βιβλιοθήκη αποτελούν μια δόξα στο βασίλειο του πρώτου Πτολεμαίου».
Το βιβλίο αυτό έχει την πρωτοτυπία ότι μπορεί να διαβαστεί είτε σαν ιστορική μελέτη είτε σαν μυθιστόρημα, όπως άλλωστε αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη η ιστορία ενός διάσημου και συναρπαστικού προσώπου, η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.
Ο Λουτσιάνο Κάνφορα επισημαίνει και την άνθιση και άλλων βιβλιοθηκών κατά την ελληνιστική περίοδο: «Από τότε που ανέβηκε στο θρόνο της Περγάμου ο Ευμένης άρχισε στην Πέργαμο το κυνήγι των βιβλίων, με μεθόδους παρόμοιες με εκείνες που εφάρμοζαν εδώ και έναν αιώνα οι Πτολεμαίοι. » .
Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στη μυστηριώδη καταστροφή της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας , για την οποία άλλωστε έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις .
Ο Καίσαρας, στη διήγηση που έγραψε ο ίδιος σχετικά με τις Φάσεις του πολέμου της Αλεξάνδρειας, παρότι μνημονεύει τον εμπρησμό των πλοίων , δεν κάνει καμιά νύξη για την καταστροφή σιτηρών και βιβλίων στις αποθήκες του λιμανιού. «Επειδή αποκλείεται οι αποθήκες του Μουσείου να ήταν έξω από τα ανάκτορα και μάλιστα στο λιμάνι πλάι στις αποθήκες των σιτηρών, είναι σχεδόν περιττό να παρατηρήσουμε ότι οι παπύρινοι κύλινδροι που κάηκαν δεν είχαν καμιά σχέση με τη βασιλική βιβλιοθήκη, η οποία έμεινε άθικτη κατά την διάρκεια της πολεμικής αναμέτρησης. Σύμφωνα με τον Λουτσιάνο Κάνφορα δεν υπήρξε «λεηλασία» της Αλεξάνδρειας.
Ο Στράβων μάλιστα επισκέφθηκε το Μουσείο , δούλεψε εκεί και το περίγραψε μόλις είκοσι χρόνια μετά την εκστρατεία του Καίσαρα στην Αίγυπτο.
Γύρω στα 300 μ.Χ. η βασίλισσα Ζηνοβία, Αράβισσα από την Παλμύρα, που διατεινόταν ότι κατάγεται από την Κλεοπάτρα, είχε καταλάβει την Αλεξάνδρεια , για να τη χάσει αργότερα. Η συνοικία του Βρουχείου ήταν εκείνη που είχε υποστεί τις πιο σοβαρές ζημιές.
΄Οσο για την καταστροφή του Σεραπείου από τον πατριάρχη Θεόφιλο το 391 μ.Χ. , αφορά τη «θυγατρική βιβλιοθήκη» και όχι το κύριο μέρος της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Τότε το Μουσείο θα πρέπει να υπέστη τεράστιες ζημιές. Η τελευταία γνωστή προσωπικότητα του Μουσείου υπήρξε ο Θέων, πατέρας της Υπατίας, της μελετήτριας των κωνικών τομών και της μουσικής, την οποία κατέσφαξαν το 415 οι χριστιανοί πεπεισμένοι , μέσα στην αμάθειά τους, ότι ήταν αιρετική.
΄Όταν την 22α Δεκεμβρίου 640 μ.Χ. οι ΄Αραβες κατέλαβαν την Αλεξάνδρεια με αρχηγό τον Αμρ-ιμπν-αλ-Ας , ο γέροντας Ιωάννης ο Φιλόπονος ζήτησε από αυτόν να μείνουν στη πόλη τα βιβλία του βασιλικού θησαυρού. Ο Αμρ τότε ζήτησε την άποψη του χαλίφη Ομάρ . Ο χαλίφης απάντησε: «αν το περιεχόμενο των βιβλίων που μου ανέφερες συμφωνεί με το βιβλίο του Αλλάχ δεν μας χρειάζονται. Αν αντίθετα περιέχουν κάτι ασύμφωνο με το βιβλίο του Αλλάχ, δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να τα κρατήσουμε. Προχώρα στην καταστροφή τους» . Ο Αμρ, πιστός στην απάντηση του χαλίφη, άρχισε το έργο της καταστροφής. Λένε ότι χρειάσθηκαν έξι μήνες για να καεί όλο το υλικό στα δημόσια λουτρά της Αλεξάνδρειας.
Ο Γίββων απέδιδε την καταστροφή της Αλεξάνδρειας στις ζημιές που της είχε προκαλέσει ο Καίσαρας κατά τον πόλεμο της Αλεξάνδρειας και κυρίως ο τρομερός επίσκοπος Θεόφιλος «αιώνιος εχθρός της ειρήνης και της αρετής, άνθρωπος ιταμός και κακός, που βρώμιζε τα χέρια του άλλοτε με αίμα και άλλοτε με χρυσάφι», καταστροφέας του Σεραπείου
Η πολλαπλότητα των αντιφατικών γνωμών σχετικά με την τύχη των βιβλίων της Αλεξάνδρειας πηγάζει από την ασαφή ιδέα της τοπογραφίας του Μουσείου , αν δηλαδή η βιβλιοθήκη ήταν κτίριο ξεχωριστό ή ταυτιζόταν με το Μουσείο και αν ήταν μέσα ή έξω από τα ανάκτορα.
Οι διάλογοι του Αμρ, η Διασκευή του Αριστέα, ο Γέλλιος, ο Ισίδωρος της Σεβίλλης, ο Λίβιος, ο Εκαταίος, ο Στράβων αποτελούν πηγές για την ιστορία και την καταστροφή της ξακουστής αυτής βιβλιοθήκης.
Μέσα από τις σελίδες και τις λέξεις του βιβλίου ξεπηδά αυθεντική και συγκινητική η λογοτεχνική του αξία «Η ιστορία των αρχαίων βιβλιοθηκών συχνά τερματίζεται με τη φωτιά. Οι πυρκαγιές δεν ξεσπάνε από μόνες τους. Λες και μια ανώτερη δύναμη παρενέβαινε κάποια στιγμή για να καταλύσει έναν οργανισμό που είχε καταστεί πλέον ανεξέλεγκτος: ανεξέλεγκτος επειδή εκδηλώνει μια ασυγκράτητη τάση αύξησης, καθώς και λόγω του αμφιλεγόμενου χαρακτήρα των κειμένων που εισρέουν εκεί». Οι παραπάνω λέξεις μεταφέρουν αυθόρμητα στο νου μας τις φλόγες που έκαψαν τη βιβλιοθήκη στο «΄Ονομα του Ρόδου».
Ακολουθούν κάποια συμπεράσματα του μελετητή: « ΄Ισως η ιδέα σύμφωνα με την οποία η βιβλιοθήκη καταλήγει να καεί να κατάγεται από την αντίληψη για το πώς χάθηκαν οι βιβλιοθήκες των αυτοκρατοριών της Ανατολής, όπου ο αναπόδραστος και οριστικός «εμπρησμός» του παλατιού σήμαινε κατά κανόνα και τον εμπρησμό της βιβλιοθήκης του.
Στις παραδόσεις αυτές έρχεται να προστεθεί και η βάναυση εμπειρία του πολέμου των χριστιανών ενάντια στον παλιό πολιτισμό και τα τεμένη τους, τις ίδιες τις βιβλιοθήκες. Η αποτέφρωση των βιβλίων αποτελεί μέρος του εκχριστιανισμού.
Θεωρώντας κανείς αυτή την αλυσίδα γεγονότων , όπου βιβλιοθήκες ιδρύονται , επανιδρύονται και καταστρέφονται, του φαίνεται σαν να βλέπει ένα νήμα, που συνδέει τις ποικίλες και εν πολλοίς μάταιες προσπάθειες του ελληνισμού-ρωμαϊκού κόσμου να διασώσει τα βιβλία του. ΄Όλα αρχίζουν με την Αλεξάνδρεια: η Πέργαμος, η Αντιόχεια, η Ρώμη και η Αθήνα είναι απλώς αντίγραφα. Η τελευταία μετενσάρκωση θα γίνει στο Βυζάντιο και θα είναι για μια ακόμη φορά αυτοκρατορική βιβλιοθήκη: στο ανάκτορο του αυτοκράτορα και στο ανάκτορο του Πατριάρχη.
΄Οσα κείμενα επιζήσανε τελικά δεν προέρχονται από τα μεγάλα κέντρα από χώρους «περιθωριακούς» (μοναστήρια) ή από σποραδικά ιδιωτικά αντίγραφα».
Με δύο λόγια «η χαμένη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας» είναι μια προσπάθεια συγκράτησης της μνήμης και μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο μπορεί να αφορά όλους μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: