Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤ΄ ΑΣΤΕΡΙΑ (συνέχεια)

Πέντε χρόνια μετανάστης εδώ στη Στουτγκάρδη, έζησα τον έρωτα μονάχα με το φίφτυ-φίφτυ των πολύ φτωχών, με πολύ φτωχές γυναίκες, μοναχικές και στερημένες κι αυτές σαν εμένα, από Σαββατόβραδο σε Σαββατόβραδο, βρίσκοντάς τες σε κανένα μπαρ, κανένα νάιτ κλαμπ.
Τον άλλον τον έρωτα, τον αληθινό που λένε, δεν τον ήξερα, δεν ήξερα πώς μπορεί να ΄ναι. Σκεφτόμουνα πως δεν είναι για μένα. Θα πρέπει, σκεφτόμουν, να έχεις και λίγο τρυφερή την ψυχή σου, κάτι να ξέρεις, κάπως να τα λες και κείνα τα ψυχικά, τα πνευματικά, τα ποιητικά – πού να τα ξέρω; Ο έρωτας, έλεγα δεν είναι για μας, τα παιδιά του φίφτυ-φίφτυ. Και δεν τον σκεφτόμουν, δεν τον περίμενα.
Και ήρθε κι αυτός. ΄Ερικα τη λέγανε….Η ΄Ερικα ήτανε μια στρογγυλή γυναίκα με στρογγυλή ζεστασιά …Μια παπαρούνα που πολεμάει από κάτω να σπάσει την άσφαλτο. ΄Ετοιμη μου φαίνεται να δώσει τα πάντα για μια στάλα αληθινή ζωή. Και δεν ξέρει βέβαια, πώς είναι αυτό. Και δ εν τω ξέρω ούτε κι εγώ. Μόνο που θέλω να της τη δώσω. Αυτηνής, εγώ….

Δε μιλήσαμε σ΄ όλο το δρόμο-ξέρουμε κι οι δυό μας. Είναι το τέλος.

Πόσο το πήγαμε αυτό το τέλος; Δυο μήνες, τρεις μήνες; Μήτε να ΄μαστε σαν πρώτα μήτε να χωρίζουμε. Δερνόμασταν. Εμείς που αγαπηθήκαμε τόσο… Την έκανα εγώ στην αρχή. Δεν πέρασα ένα βράδυ στο κατάστημα να την πάρω. Εκείνη δεν ήρθε το Σάββατο σπίτι – είμουνα μέσα και την περίμενα. Εγώ δεν πήγα την Κυριακή στο δικό της το σπίτι – εκείνη θα ΄τανε μέσα και θα περίμενε. Το τέλος, λοιπόν.
Πέντε μήνες όλο κι όλο βάσταξε ο δικός μας ο έρωτας. Τόσο, λέω, να ‘ ναι η νόρμα του και για τους άλλους; ΄Η μήπως ο έρωτας δεν είναι για τους φτωχούς; - τα μπερδεύουν όλα πεινασμένοι γι΄αυτό που λέγαμε, την αληθινή τη ζωή – τα περιμένουν όλα μονάχα απ΄ τον έρωτα; ΄Η μήπως ακόμα, έτσι είναι ο κόσμος αυτός ο σημερινός μας – ξεμάθαμε να αγαπούμε, δεν ξέρουμε τι μας φταίει – και διαβολιζόμαστε με τον έρωτα, όσο να τον χαλάσουμε, να δούμε τι έχει από μέσα;
Έτσι τον έμαθα και τον έρωτα. ΄Εμαθα, πως είναι μεγαλύτερος από τον άνθρωπο, είναι, λοιπόν, ακατόρθωτος. Μια φαντασία για κάποιον καιρό και καταλαγιάζει, σκορπίζεται. Και πρέπει, λέω, να ΄ναι πολύ σπάνιο πράγμα – της τύχης ολότελα – τα δυο πλάσματα να μπορούν να μείνουν ενωμένα, έτσι που το θέλαμε εμείς. Ο συμβιβασμός που μπορούν να κάνουν – ορίστε, τον έκανα εγώ – δεν είναι για να σώσουν τον έρωτα, είναι για να ξεφύγουν να παραιτηθούν απ΄ αυτόν. Και πάλι, δε σώζεται τίποτε. ΄Αλλοι μένουν παραιτημένοι, μαζί και χωρίς τον έρωτα. Οι άλλοι χωρίζουν – να μην τον προδώσουν. Κι έτσι κι αλλιώς η πίκρα μένει μονάχα. Για πάντα. Δεν είναι που λείπει το αγαπημένο το πρόσωπο, αυτό που φάνηκε ότι ήταν ο έρωτας. Είναι για τη γνωριμιά του ακατόρθωτου. Γι΄ αυτή την αίσθηση του άφταστου που έχω κι εγώ. Η ΄Ερικα και κείνα τα τραίνα τα μισητά μου που δεν πάνε πουθενά γίναν ένα πράγμα. Είναι ο μεγάλος, ο άπιαστος κόσμος – που δεν υπάρχει. Η φαντασία μας τον άγγιξε μια στιγμή με τον έρωτα. Μια στιγμή μονάχα – και χάθηκε.
Η ΄Ερικα που ΄ταν ο έρωτας έφυγε. Η άλλη η ΄Ερικα είναι μια κοπέλα που δουλεύει χαμάλισσα σ΄ ένα κατάστημα λίγο πιο κάτω από το Ντόμ. Γλυκιά, φτωχή, βολικιά. Είναι μια τίμια κοπέλα – τίμια στο φίφτυ- φίφτυ, τίμια στον έρωτα, τίμια στο χωρισμό. Από μας, τους φτωχούς – και γω πολύ την αγάπησα. ΄Αμα θέλω, μπορώ να πάω, στέκομαι και περιμένω την ώρα που θα σχολάσουν, την παίρνω στο σπίτι, ξαναπηγαίνουμε στο δικό της. Για το φίφτυ-φίφτυ, χωρίς τον έρωτα. Και πάω την Κυριακή το πρωί και στα μανιτάρια της – για τον αέρα τον καθαρό, για να σκοτώνουμε τον καιρό – αφού δεν έχουμε και τι να τον κάνουμε. Και παντρευόμαστε κιόλας – για το γάμο, χωρίς τον έρωτα. Κι έχουμε και δύο μιστούς. Και κάνουμε και δύο παιδιά, από τα δώδεκα που ήθελε. ΄Ετσι δεν είναι; ΄Ετσι δε γίνεται μ΄ όλους;
Ε, λοιπόν, όχι, του κερατά … Μένω με την άλλη – που δεν θα ξανάρθει. Εκείνη την ΄Ερικα που είχε τον τρόμο στα μάτια. Να πικραίνομαι, να μετανιώνω, ν΄ αποδιώχνω το βράδυ την αγαπημένη της θύμηση, να την ονειρεύομαι μέσα στον άπιαστο κόσμο. Ναι, ναι, εγώ το τίποτα των ανθρώπων, ο Κώστας, εκείνος ο ανύπαρκτος.

Δύο χρόνια πέρασαν από τότε. Ξαναγύρισα στο φίφτυ-φίφτυ του Σαββατόβραδου. Και ξαναγύρισα κουβαλώντας μέσα μου αυτήν, τις μέρες, τις ώρες που είχαμε ζήσει μαζί – ένα μέτρο να μου τη σκοτώνει πια και τη μικρή τη χαρά του. Δεν έχω την ΄Ερικα –μου την έφαγε ο έρωτας. Και δεν έχω και το φίφτυ-φίφτυ – μου το ΄φαγε η ΄Ερικα. …

(απόσπασμα από το διήγημα "Ασήμαντες Αφορμές" που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή "Σπουδές", εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα 2000).

Δεν υπάρχουν σχόλια: