Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

΄Όπως έρχεται ο Απρίλης, έτσι θα ΄ρχομαι κι εγώ,

το φιλί στα δύο σου χείλη, στάλα στάλα να το πιω


«Ένα ιμαρέτ είναι η γη. Το ιμαρέτ του Θεού. Κι εμείς οι φτωχοί, τα ορφανά και οι ταξιδιώτες της ζωής, που μας φιλοξενεί. Μας τρέφει, ανοίγει την αγκαλιά του, μας δέχεται και μας επιτρέπει να απολαύσουμε και να χαρούμε τη ζωή. Κι εμείς θαρρούμε πως το διαφεντεύουμε… Μας άφησε ο Θεός αυτό το ιμαρέτ να το διαχειριστούμε κι εμείς αρπάζουμε, κλέβουμε, αδικούμε, εκμεταλλευόμαστε, διεκδικούμε όλο και περισσότερα, μέχρι την ώρα που θα επιστρέψουμε το τομάρι μας εκεί που ανήκει, στο χώμα.», λέει ο παππούς Ισμαήλ στο βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου «Ιμαρέτ, Στη Σκιά του ρολογιού», που άξια κέρδισε το βραβείο Αναγνωστών 2009 του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

Το έργο εκτυλίσσεται κυρίως στην ΄Αρτα κατά το χρονικό διάστημα από το 1854, χρονιά γέννησης των δύο ηρώων του βιβλίου, του Λιόντου και του Νετζίπ, μέχρι το 1881, χρονιά του αποχωρισμού τους, αφού ο ένας μετακινείται προς την Αθήνα και ο άλλος προς την Κωνσταντινούπολη , μετά την ένταξη της ΄Αρτας στο Ελληνικό Κράτος. Το μυθιστόρημα παρακολουθεί τη ζωή των δύο αγοριών με φόντο την ιστορία της περιοχής. Ο Γιάννης Καλπούζος αναπαριστά την εποχή χωρίς προκατάληψη, με τρόπο μοναδικό, συνδυάζοντας την περιπέτεια με τον έρωτα, την παιδική ηλικία με την ενηλικίωση, τη φρίκη του πολέμου με τη φιλία και την αυταπάρνηση, εκφράζοντας με ένταση τα συναισθήματα των ηρώων, θυμό, ζήλια, χαρά, ευγνωμοσύνη, εκδίκηση, νοσταλγία. Οι καταστάσεις, τραγικές και κωμικές, εναλλάσσονται, επιτρέποντας στον αναγνώστη άλλοτε να ξεκουράζεται συναισθηματικά κι άλλοτε να συμπάσχει με το δράμα που ξετυλίγεται μέσα στις σελίδες του βιβλίου.

΄Ελληνες, Οθωμανοί και Εβραίοι ζουν την εποχή εκείνη στην ΄Αρτα, στη σκιά του ρολογιού που χτυπά τις οθωμανικές ώρες: «Ζούσαμε στην ίδια πόλη τρεις φυλές. Χίλες οικογένειες Ελλήνων, διακόσιες πενήντα Οσμανλήδων και εκατόν εξήντα Ιουδαίων … Κάθε φυλή κι ένας ξεχωριστός κόσμος, με τους δικούς του κώδικες και κανόνες. Με αντιθέσεις, διαμάχες, έχθρες, διαφωνίες, αλλά κι εκείνα τα στοιχεία τα οποία αναμφίβολα επέτρεπαν τη συνύπαρξη» . Δύο φίλοι, κατά τύχη ομογάλακτοι, ο Λιόντος και ο Νετζίπ, δύο οικογένειες, η οικογένεια του Λιόντου Θερσίτη και η οικογένεια του Γιασάρ εφέντη αγωνίζονται για συνύπαρξη και ομόνοια, ανακαλύπτοντας τρόπους να εξοβελίζουν την εικόνα του «άλλου». Και παρακάτω «Μεταξύ μας θαρρείς και είχαμε κάνει συμφωνία, αποφεύγαμε να μιλάμε για παρόμοια θέματα. Ο καθένας πάλευε μοναχός του όσα τον βασάνιζαν και μπορούσαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να επηρεάσουν τη φιλία μας». Τα πρόσωπα που πλαισιώνουν τους βασικούς ήρωες, η μητέρα Αγνή, η ανά Σαφιγιέ, ο Φάσγανος, ο Ντογάν, ο Κρόκαλος, ο Δαμιανός Μέγης και η Αναστασία, ο ήρεμος και στωικός Μπεζχάπ «δεν έχω να αποδείξω τίποτε στους άλλους, ούτε στον εαυτό μου, γιατί τότε θα σήμαινε ότι αμφιβάλλω για όσα πιστεύω και για ό,τι είμαι», ο Μεναχέμ, ο Γιοσέφ και ο Βίτος, ο Αντώναρος και το φοβερό του μυστικό, η Καλίλα «ξαφνικά, όλος ο κόσμος φυλακίσθηκε σ΄ ένα όνομα», «λες κι άνοιγαν τα παράθυρα του σύμπαντος και βυθίζονταν στο άπειρο», «ο έρωτάς μου για την Καλίλα ήλθε ως νομοτέλεια» και η φυγή της «Θα πάρω μαζί μου μόνο το όνειρο και θα ξεχάσω τον εφιάλτη», η πίκρα του Νετζίπ «έγινα βάναυσος σε ό,τι αγάπησα πιο πολύ στον κόσμο, πλήγωσα ό,τι μου έδινε ζωή» , «το όνομά της μου θύμιζε πάντα τον ήλιο» , η Μαρία «μια οπτασία, ένα ξωτικό απέναντί μου άγγιζε τις χορδές του έρωτα» και η πίκρα του Λιόντου «αδίκησα ό,τι αγάπησα πιο πολύ στον κόσμο» και κυρίως ο παππούς Ισμαήλ και η αλήθειά του , που η επιφανειακή οκνηρία του και ραστώνη έκρυβε την πανάρχαια σκέψη των ανατολικών φιλοσοφιών, η προσάρτηση της ΄Αρτας στην Ελλάδα και ο ξεριζωμός.

Μέσα σε μια γλώσσα λυρική, από την αρχή κιόλας του βιβλίου, «ο ήχος της καμπάνας του έφθασε σαν γλυκόλαλο άκουσμα», «μόνο το φεγγάρι σκορπούσε σπάταλα το φως του», «γαλήνη φρύγανο», «δεν θυμόταν ποτέ να ένιωσε πιο γλυκές και πιο έντονες τις μυρωδιές των πρώτων τους ανθών», «περιδιαβαίναμε τους ουρανούς έχοντας για άτι μας το τηλεσκόπιο» , «θαρρείς και καλπάζαμε στο απέραντο σύμπαν δίχως να υφίσταται χρόνος», «ο Νετζίπ έμοιαζε να βουλιάζει σ΄ ένα άτοπο και άχρονο σύμπαν», «η ζωή μου έπεσε και χάθηκε όπως ένα φωτεινό αστέρι», «Η ανατολή της ζωής τους ξεκινούσε από τη δύση», «είμαστε ο χορός του νούφαρου στη λίμνη της ζωής».

Μηνύματα ζωής , όπως τα λόγια που είπε ο Γεννάδιος στο Λιόντο «… παρατηρώντας κανείς και ερευνώντας με προσοχή, ανακαλύπτει λεπτομέρειες οι οποίες ξεφεύγουν από το σύνηθες βλέμμα και πολλές φορές, εκεί κρύβονται σημαντικές αλήθειες» , οι αντιφάσεις της ζωής, η ειρήνη και οι έριδες , το όραμα της ελευθερίας των φιλελλήνων και η διαπίστωση ότι «όταν ο λαός που γέννησε το Σωκράτη είναι σκλαβωμένος, κανείς δε δικαιούται να λέει πως είναι ελεύθερος».

Ο συγγραφέας παρακολουθεί από κοντά τα πολιτικά προβλήματα που αναφύονται την εποχή αυτή όπως η δημιουργία της «Σοσιαλιστικής Διεθνούς» της εποχής, της οποίας τα μέλη θεωρούνται από την αθηναϊκή εφημερίδα Παλιγγενεσία «ταραχοποιοί και διεφθαρμένοι», οι διαμάχες ανάμεσα στους γαιοκτήμονες, όπως ο Καραπάνος και τους καλλιεργητές μέσα από την προσωπική εμπειρία του Νετζίπ , η στάση του κλήρου, η πικρία και η απογοήτευση για τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης, η προδοσία της πατρίδας με τη διάψευση των προσδοκιών των αγροτών.

Το βιβλίο Ιμαρέτ εντυπωσιάζει με την αυθεντικότητα και την ειλικρίνειά του, συγκινεί με τις βαθιά ανθρώπινες ιστορίες του. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση σε δύο επίπεδα, του Λιόντου και του Νετζίπ προκαλεί αμεσότητα σαν να είναι ο αναγνώστης ο άμεσος ακροατής σε μια αφήγηση που εκτυλίσσεται μπροστά του, καθώς εξελίσσεται σε δύο επίπεδα κυκλικά και παράλληλα. Οι χαρακτήρες διαμορφώνονται αληθινοί με τα ελαττώματα και τον πόνο τους, με τη χαρά και την ευτυχία τους. Η διαφορετικότητα και η ομοιότητα τους αναπτύσσονται προοδευτικά και η διαπίστωση ότι όλοι οι άνθρωποι τελικά και κατά βάθος μοιάζουν είναι ένα μήνυμα που όλοι οφείλουμε να σκύψουμε αποπάνω του με σεβασμό και δέος.

«Το κισμέτ, Νετζίπ! Κάποτε οι κύκλοι όλοι κλείνουν. Και τώρα το θέλω κι εγώ να κλείσει ο κύκλος μου. Νικητής απέναντι στο θάνατο κανένας δε στέκει. ΄Οσο για τη ζωή, νικητής είναι εκείνος που αφήνεται στην τρέλλα της νιότης, δίνεται κατόπιν στην οικογένειά του και κλείνεται όταν γεράσει στη σοφία του, ξαναζώντας μ΄ έναν άλλο τρόπο όσα πέρασαν. ΄Όμως ποτέ να μη λησμονεί πως η σκιά του μεγαλώνει και μικραίνει καταπώς χτυπάει ο ήλιος, κι ακόμα, όταν κοιτάζει ψηλά, να μην ξεχνάει τα παπούτσια του που πατούν το χώμα»

1 σχόλιο:

Rose είπε...

Πρόσφατα διάβασα αυτό το βιβλίο και εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα από τον τρόπο που ο συγγραφέας περιέγραφε τα συναισθήματα των ηρώων.Έψαξα για το τραγούδι αλλά δεν βρήκα τίποτα....υπάρχει ή αποτελεί έναν φανταστικό στίχο του Γιάννη Καλπούζου?