Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009

Πρέπει ή τιμημένος ο ακέριος άνθρωπος να ζει ή με τιμή να πεθαίνει...

Έφθασα στο Χόρτο γύρω στις δέκα το βράδυ. Στο μικρό θεατράκι, μακριά από τα αυτοκίνητα και τα ανυπόμονα βλέμματα, ανάμεσα στα δέντρα , κάτω από το ασημένιο φεγγάρι της 31 Ιουλίου μια ιδιαίτερη παράσταση ήταν έτοιμη να αρχίσει, ιδιαίτερη, όπως ξεχωριστός ήταν ο ήρωάς της, διαχρονικός και μαρτυρικός, σύμβολο αξιοπρέπειας και τιμής. ΄Όταν έφθασα στο θέατρο, η κ. Πία Χατζηνίκου όρθια, αλλά μέσα στον κόσμο , σα να διηγιόταν σε μια παρέα φίλων, με αμεσότητα και απλότητα, εξιστορούσε το μύθο που πάνω του ήταν στηριγμένος ο ποιητικός μονόλογος που επρόκειτο να παρακολουθήσουμε: Ο Αχιλλέας από τη Φθιώτιδα, ο γιος του Πηλέα και ο Αίας από τη Σαλαμίνα, ο γιος του Τελαμώνα είναι οι πιο γενναίοι από τους ΄Ελληνες κατά τον Τρωικό Πόλεμο. Ο ΄Ομηρος χαρακτηρίζει τον Αίαντα ως το προπύργιο των Αχαιών. ΄Όταν σκοτώνεται ο Αχιλλέας , ο Αίας διεκδικεί τα όπλα του, αλλά με παρέμβαση των Ατρειδών που είχαν την αρχιστρατηγία, του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου, τα όπλα παραχωρούνται στον Οδυσσέα. Ο Αίας μετά από την προσβολή αυτή αποφασίζει να εκδικηθεί τους Αχαιούς. Η θεά Αθηνά όμως σκοτίζει το νου του και αυτός επιτίθεται και σκοτώνει ό,τι ζώο βρει μπροστά του, νομίζοντας ότι σκοτώνει Αχαιούς. Όταν συνέρχεται από την παραφροσύνη του αυτή , αισθάνεται ντροπή και αποφασίζει να δώσει τέρμα στη ζωή του. Η σύζυγός του Τέκμησσα και ο αδελφός του Τεύκρος προσπαθούν να τον μεταπείσουν. Ο Αίας βιώνοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στην ηθική του και το περιβάλλον του αυτοκτονεί , αρνούμενος να ενταχθεί στον προηγούμενο κόσμο του. Η ιστορία του μεταφέρεται από τον ΄Ομηρο του 800 π.Χ. στο Σοφοκλή του 460-450 π.Χ. και από αυτόν στο Γιάννη Ρίτσο της Λέρου και της Σάμου στα 1967-1969. Ο Γιάννης Ρίτσος μας μεταφέρει στη στιγμή που ο Αίας βρίσκει τα λογικά του και αντιλαμβάνεται τι έχει κάνει.


Αντιγράφοντας από την ιστοσελίδα του Ε.ΚΕ.ΒΙ. :

«Το θέατρο του Ρίτσου είναι ένα θέατρο γλώσσας και ιδεών. Το ανθρώπινο πάθος, είτε τη “γυναικεία” ψυχή αφορά είτε την “ανδρική”, φωτίζεται στοργικά και συνάμα ανελέητα ως έρμαιο μιας υπέρτερης διαπλοκής δυνάμεων, που φέρουν τα ωραία ονόματα Πόθος, Δόξα, Ομορφιά, και συνθέτουν το δίχτυ της Μοίρας μας. Στους “μονολόγους” του Ρίτσου το πάθος δεν εκτίθεται ως άμεσο βίωμα, αλλά ως αναδρομή. Όχημα αυτής της αναδρομής είναι η γλώσσα. Κάτι περισσότερο: η γλώσσα και το παιχνίδι της είναι η μόνη ταυτότητα των ηρώων του. Οι κατά συνθήκη ονομασίες, Αίας, Ορέστης, Ελένη, κτλ. δε σηματοδοτούν ατομικές οντότητες, αλλά κόμπους του Μύθου ή, μ' άλλα λόγια, της ακατάλυτης δύναμης του Απρόσωπου που εξυφαίνει, που πλέκει τη μικρή ζωή του καθενός μας.».

Η Εστία Θεάτρου Βόλου Ερινεώς δημιουργήθηκε γύρω στα 1992 με την πρωτοβουλία και την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιάννη Τράντα. Στόχος της η μελέτη και παρουσίαση ελληνικών κυρίως κειμένων , οικουμενικής διάστασης με διαχρονικές και πανανθρώπινες αξίες. Το χειμώνα του 2008 μας καθήλωσε με την παράστασή της στο Δημοτικό Θέατρο Βόλου «Imagine ή το Τοπίο του Είναι» με αποσπάσματα από έργα των Σεφέρη, Παπαδιαμάντη και Πεντζίκη. Φέτος συμμετέχοντας στο αφιέρωμα για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου παρουσιάζει τον Αίαντα από την ποιητική συλλογή «Τέταρτη Διάσταση». Τέταρτη διάσταση , ένας άλλος τρόπος να αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα, η επίγνωση μιας αλήθειας που προέρχεται μέσα από το χρόνο και το βίωμα , μια διαφορετική οπτική βασισμένη σε ώριμη, αλλά και οδυνηρή γνώση.
Ο Γιάννης Ρίτσος με τον Αίαντα επιχειρεί μια επικίνδυνη κατάδυση στην ψυχή και το υποσυνείδητο του ήρωα αναδεικνύοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στην συνείδησή του και την κοινωνική του υπόσταση. Σημείωσα κάποιους στίχους , ελάχιστους όμως,
όπως τις σκέψεις του ήρωα για τη φιλία : «Τίποτα δεν είναι ο φόβος του εχθρού μπροστά στο φόβο του φίλου που ξέρει τις κρυφές πληγές κι εκεί σημαδεύει»,
για τις τύψεις : «Κοίτα , στον τοίχο, μια μαύρη μύγα, μαύρη, μαύρη, μεγαλώνει, μαυρίζει τη μέρα, μαύρον αέρα ρουθουνίζει – σκέπασέ την με το χέρι σου, σκότωσέ την, δεν μπορώ να την βλέπω»,
για τη μοναξιά «Δεν είχα να κρατηθώ από πουθενά, μήτε απ΄ την ίδια μου τη ζώνη – καθώς την έψαχνα τυφλά, το ΄νιωσα ξάφνου πως είταν κομμένη κι αντί να με κρατήσει, την κρατούσα απ΄ το χέρι»,
για την ομορφιά της φύσης «Σηκώθηκε κοντά μου ένα κοπάδι γλάροι, με στέγασε μια άσπρη τρεμάμενη αψίδα»,
για την αυτογνωσία «Και σας πρόδωσα αλήθεια, μια και τον εαυτό μου έχω προδώσει», αλλά και «Εμένα μου φτάνει αυτό που βρήκα χάνοντας τα πάντα».
Ο δραματικός μονόλογος του Αίαντα μας συγκλόνισε. Ο Γιάννης Τράντας μας μετέδωσε με πειστικότητα και συναίσθημα την απελπισία του ήρωα, «μίσησα για πάντα τ΄ όνομά μου», τη μοναξιά του , την αδυναμία , αλλά και άρνηση ένταξης σε ένα περιβάλλον ξένο προς την ηθική και την γνώση του, την ντροπή και τη θλίψη του για τον πόνο που προκάλεσε , το αδιέξοδο και την απογοήτευση του , αφού η ζωή του δεν έχει πια νόημα. Μαζί του η Ευαγγελία Κατούνια, ως Τέκμησσα , σύζυγος του Αίαντα, ο Ευάγγελος Κακάλιας ως φρουρός και ο Γιώργος Λεβέντης ως Τεύκρος, αδελφός του Αίαντα. Ζωντανή μουσική συνόδευε όλη την παράσταση, άλλοτε ασυγκράτητη κι άλλοτε διακριτική η μουσική του Πέτρου Δουρδουμπάκη, νότες ζεστές ,νότες πιάνου, νότες φλάουτου, νότες που συνδυασμένες με τις λέξεις δημιουργούν ένα μαγικό μανδύα που τυλίγει τον θεατή , τον απομονώνει από το παρόν και τον οδηγεί σ΄ ένα ταξίδι της ψυχής πέρα από το ορατό και αισθητό, στην αλήθεια της τέχνης που είναι η αλήθεια της ζωής. Γιατί, όπως λέει ο ποιητής, «Η καρδιά του ανθρώπου είναι μια νοτισμένη ρίζα μες στο χώμα, υπομονετική, κρυμμένη τόσο βαθιά – μπορεί και πάλι να πετάξει βλαστάρια».

Δεν υπάρχουν σχόλια: