Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

Πες μου μια λέξη, αυτή τη μόνη λέξη ...

Ο Δημ. Μπουραντάς στην εισαγωγή του βιβλίου του "΄Ολα σου τα ΄μαθα, μα ξέχασα μια λέξη" μας ξεκαθαρίζει ότι « το μυθιστόρημά του δεν φιλοδοξεί να δρέψει λογοτεχνικές δάφνες, αλλά να αποδειχθεί ένα διδακτικό κείμενο». ΄Ετσι το προβλέψιμο σκηνικό, το περιορισμένο και τεχνοκρατικό επαναλαμβανόμενο λεξιλόγιο, η έλλειψη εικόνων, η ανεπάρκεια των περιγραφών και η μονομέρεια των στόχων θεωρούνται εκ προοιμίου αναμενόμενα . Κι όμως κατάφερε να διεκδικήσει και να εξασφαλίσει το βραβείο αναγνωστών 2008. Με αφορμή το βιβλίο αυτό έκανα κάποιες σκέψεις σχετικά με το σύστημα που γεννά και δίνει αξία σε παρόμοια βιβλία. Το πολύπαθο σύστημα παιδείας στη χώρα μας, που αναγκάζει τα παιδιά να τρέχουν σε ένα αγώνα ταχύτητας από το νηπιαγωγείο στερώντας τους τον ελεύθερο χρόνο, την επικοινωνία με τα ανείπωτα, το νόημα της ζωής. Ο Πήτερ Παν χάνει την αίσθηση του πετάγματος και ο μικρός πρίγκιπας εγκαθίσταται υποχρεωτικά σ΄ ένα πλανήτη που δεν τον αναγνωρίζει για δικό του. Μέσα σ΄ αυτή την κοινωνία της εντατικοποίησης και της ανταγωνιστικότητας, της κοινωνίας των δύο ταχυτήτων, των ηγετών , της «αριστοκρατίας» και του λαουτζίκου. Επομένως λέξεις όπως συνεργασία, κατανόηση και αδελφοσύνη χάνουν το νόημά τους.

Το βιβλίο αυτό «΄Όλα σου τα ΄μαθα , μα ξέχασα μια λέξη», μου προκάλεσε μια απέραντη θλίψη, καθώς έχω την αίσθηση ότι είναι απλώς το σύμπτωμα στην ασθένεια της μοναξιάς και αποξένωσης , όπως συμπτώματα είμαστε όλοι μας στο μέτρο που εντασσόμαστε μέσα σ΄ αυτό και μέσα απ΄ αυτό αποδεχόμαστε τους ρόλους που μας προτείνει και επιβάλλει. Υπάρχει διέξοδος; Η μόνη διαφυγή είναι κατά την ταπεινή μου άποψη η πνευματικότητα, η οποία εμπεριέχει την αυτο-εξέταση και την αυτο-αποδοχή, την κατανόηση του άλλου και την συγχώρεση, όχι σαν κούφιες λέξεις ενός συστήματος που κλέβοντάς τες από άλλους πολιτισμούς τις οικειοποιείται σε μια απέλπιδα προσπάθεια να γίνει λειτουργικό και αποτελεσματικό, αλλά σαν δείγμα μιας ανώτερης ποιότητας ζωής που συμβάλλει στη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων. Η υποταγή σε βαθιές αξίες, όλο ψηλότερα , όλο βαθύτερα που έλεγε και ο ποιητής, η υπόκλιση μπροστά σε έννοιες που έχουν νόημα και ουσία και δεν λειτουργούν υποκριτικά, αλλά πηγαία και αυθόρμητα.

Η ζωή μας στο ρελαντί, η ζωή μας σαν παιχνίδι που μέσα σ΄ αυτό βιώνουμε, απολαμβάνουμε, δακρύζουμε, αλλά και χαιρόμαστε, μια μαγική επαφή με τον «χώρο του αοράτου», που υπακούει σε δικούς του νόμους, που λέγονται νόμοι της ανθρωπιάς, νόμοι που κάνουν τον καθένα μας διαφορετικό από τους άλλους αλλά και πάλι ίδιο. Η δίπολη σκέψη μας οδηγεί σε αδιέξοδα, η ζωή είναι μια σύνθεση, μια ολότητα κι ο άνθρωπος είναι πραγματικά ευλογημένος για να υποφέρει. Αν υπάρχει η αίσθηση ότι όλα αυτά τα λέει ο Δημ. Μπουραντάς στο βιβλίο του , σας διαβεβαιώνω ότι είναι ψευδαίσθηση έως και αυταπάτη. Για ένα τουλάχιστον λόγο: διότι η αφετηρία είναι διαφορετική, εκ διαμέτρου αντίθετη. Το βιβλίο αυτό μας εκθέτει τις αξίες και τις έννοιες, σωρευτικά και χωρίς να τους δίνει την αξία που τους αρμόζει, με την προοπτική να δημιουργήσει ένα δικό του σύστημα, με στόχο πετυχημένους ανθρώπους, μόνο που η λέξη επιτυχία είναι ανεπαρκής για να δώσει νόημα στη ζωή του ανθρώπου σήμερα. Ο πετυχημένος άνθρωπος δεν είναι απαραίτητα ευτυχισμένος, γεγονός που διαγράφεται και μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, ενώ το αντίθετο ισχύει πάντοτε. Είναι σαφές ότι οι στόχοι και τα όνειρα ζωντανεύουν το παρόν, διαγράφουν το μέλλον. Χρειάζεται όμως διάλογος μέσα μας ανάμεσα στο εφικτό και το ανέφικτο, τη σύνεση και την τόλμη, την ανάλωση και την εγκράτεια, την αποστασιοποίηση και το δέσιμο. Μέσα από αυτή τη σύνθεση θα επιτύχουμε σαν ανθρώπινα όντα που έχουν ένα κομμάτι θεϊκό μέσα τους. Η αυτογνωσία , που αναφέρεται επανειλημμένα μέσα στις σελίδες του βιβλίου αυτού, είναι μια επίπονη διαδικασία, όχι απλά μια λέξη. Το ίδιο και η αυτοπραγμάτωση, που μια ολόκληρη ζωή είναι μάλλον μικρή για να μπορέσει κάποιος να την αγγίξει. Γεμάτο αντιφάσεις, όπως ενώ ο κόσμος δεν είναι αγγελικά πλασμένος και το ρουσφέτι και η αναξιοκρατία επικρατούν σε διάφορους τομείς της κοινωνίας, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου βρίσκει αγγέλους, γνωρίζοντας τους κατάλληλους ανθρώπους που με την κατάλληλη συμπεριφορά την προωθούν. Η ανάγκη αναγνώρισης της αξίας του ταξιδιού, η φτώχεια της Ιθάκης έρχεται επίσης σε αντίθεση με την διαρκή προσπάθεια για νέες κορυφές , για ψηλότερους στόχους, για μια ατελείωτη αναμέτρηση με τη ζωή , που δημιουργούν κενό στη προσωπική ζωή . Συχνά αναφέρεται ο Νίτσε, και μάλιστα το σημείο εκείνο με την καταιγίδα και τα περήφανα δέντρα, αλλά πουθενά δε γίνεται ορατή η σύγκρουση χαρακτήρων ούτε και κάποια εσωτερική σύγκρουση από την οποία να διαφαίνεται προσωπική βελτίωση. Η πρόταση μάλιστα που αναφέρεται στο τέλος σχετικά με την επίδραση στους νευρώνες για την απάλειψη των αρνητικών συναισθημάτων έχω την αίσθηση ότι μάλλον ακούγεται επικίνδυνη, διότι τείνει στη δημιουργία ανδρείκελων, ανθρώπων χωρίς συναίσθημα. Αναρωτιέμαι , αν βρεθεί τρόπος να αποβάλλει κάποιος τα αρνητικά συναισθήματα , με την ίδια διαδικασία δεν θα μπορούσε άραγε να διώξει και τα θετικά αποβάλλοντας με μηχανικό και τεχνοκρατικό τρόπο την ιδιότητα του ανθρώπου χωρίς αυτό να είναι αποτέλεσμα εσωτερικής διεργασίας και προσπάθειας ; Πώς κάτι τέτοιο θα έκανε έναν άνθρωπο καλύτερο; Μάλλον ταινία επιστημονική φαντασίας μπορεί να προκύψει από μία ιδέα σαν αυτή!

Εν κατακλείδι, μπορεί ο λουστράκος να έγινε διάσημος καρδιοχειρουργός, αν θυμάμαι καλά την παλιά εκείνη ταινία, στη δεκαετία του ΄60, αλλά δεν θα φανταζόμουν ποτέ ότι η ζωή του θα γινόταν ευπώλητο βιβλίο πενήντα χρόνια αργότερα , δημιουργώντας αμφίβολα πρότυπα και περνώντας μέσα από το αυτονόητο , αλλά και την αντίφαση, να αναδεικνύει την τελειότητα , ουσιαστικά την μη αποδοχή της πραγματικότητας , σε στόχο ζωής. Εξάλλου η ζωή δικαιώνεται από τον εαυτό της. Με απλά λόγια αυτό σημαίνει να μπορώ να κάθομαι στη κορφή ενός βουνού και να αγναντεύω τη θάλασσα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: