Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

Σκιές στον ποταμό Χάντσον

Το πολυσέλιδο βιβλίο του Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1978, καθηλώνει τον αναγνώστη από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Αναφερόμενο σε Πολωνοεβραίους πρόσφυγες, οι οποίοι μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαταστάθηκαν στην Αμερική, επικεντρώνεται ιδιαίτερα στη θρησκευτική τους παράδοση ανάγοντας τη μάχη του ανθρώπου με τον εαυτό του σε μία διαρκή αντιπαράθεση με το Θεό μέχρι να καταλήξει στη συμφιλίωση με τον Δημιουργό σαν την μόνη επιλογή που μπορεί να καθησυχάσει και ημερώσει το θηρίο που βρίσκεται μέσα στον καθένα. Οι ήρωες του βιβλίου, παρότι είναι πολλοί και διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον, διαγράφονται με σαφήνεια, αναλύονται με μεγάλη λεπτομέρεια, με τρόπο διεισδυτικό και αποκαλυπτικό για τις αδυναμίες που καθορίζουν τον άνθρωπο και τον οδηγούν στις συγκρούσεις, αλλά και για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της ζωής που αναδεικνύουν τις αξίες της , την πίστη, τη δικαιοσύνη, τη συγνώμη, τη διάκριση. Αν ένα λογοτεχνικό κείμενο ξεχωρίζει για τις εικόνες του, τη χρήση της γλώσσας και τα συναισθήματα που προξενεί, το βιβλίο του Σίνγκερ δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ξεχωρίζει για τη λογοτεχνική του αξία. Είναι περισσότερο ένα βιβλίο γεμάτο προβληματισμούς , φιλοσοφικές αναζητήσεις και θρησκευτικές αναφορές. Ο κάθε ήρωας πορεύεται σε ένα δρόμο προσωπικής ολοκλήρωσης μέσα από παλινδρομήσεις, οδύνη, πόνο και πάθη. Οι επιθυμίες και οι προσκολλήσεις , ο φόβος μπροστά στην έκφραση της ελεύθερης βούλησης, αλλά και η αμφισβήτησή της ενίοτε, η ανάγκη αναζήτησης της αλήθειας, καθώς και οι νωπές μνήμες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το Ολοκαύτωμα , αποτελούν το χώρο μέσα στον οποίο κινούνται με προοπτική τη χάραξη της προσωπικής για τον καθένα πορείας που θα τον γαληνέψει και θα τον συμβιβάσει με την συνείδηση του.
Η ιστορία διαδραματίζεται κυρίως στη Ν. Υόρκη ανάμεσα στο Δεκέμβρη του 1947 και το Νοέμβρη του 1949, φτάνοντας μέχρι την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Ξεκινά με μία συγκέντρωση φίλων στο διαμέρισμα του Μπόρις Μακάβερ και κλείνει κατά τον ίδιο τρόπο, ενώ πολλοί από τους φίλους λείπουν , είτε επειδή έχουν χαθεί είτε επειδή η πνευματική τους αναζήτηση βρίσκεται σε εξέλιξη. Καλεσμένοι στο σπίτι του Μπόρις Μακάβερ είναι οι ήρωες του βιβλίου, που οι ζωές τους διαπλέκονται ανάμεσα στο πεπρωμένο και την ελεύθερη βούληση : η κόρη του ΄Αννα και ο σύζυγός της Στανισλάβ Λούρια, ο ανεψιός του Χέρμαν Μακάβερ, ο καθηγητής Σράγκε, , ο Χερτς Ντόβιντ Γκρέιν, ο γιατρός Σόλομον Μάλγκοριν , και τα αδέλφια Τσάντοκ Χάλπεριν και Φρίντα Ταμάρ. Αργότερα εμφανίζονται στο προσκήνιο της ιστορίας η οικογένεια του Γκρέιν, η σύζυγός του Λέα και τα παιδιά του Ανίτα και Τζάκ, και η Πατρίτσια, σύζυγος του Τζακ, η οδοντίατρος Κλαρκ και ο φίλος του Γκρέιν Μόρις Γκόμπινερ, σημαντικά πρόσωπα για την εξέλιξη της ιστορίας, ορισμένα από τα οποία παίζουν καθοριστικό ρόλο στις αναζητήσεις των βασικών ηρώων. Ο καθένας εξίσου μοναδικός και εξίσου κομμάτι μιας ολότητας, την οποία επηρεάζει αλλά και δέχεται την επίδρασή της. ΄Ετσι οι δυαδικές σχέσεις Γκρέιν - Λέα, Γκρέιν -΄Αννα, ΄Αννα – Στανισλάβ, οι σχέσεις του Γκρέιν με τα παιδιά του, Μπόρις - ΄Αννα , Γκρέιν - ΄Εστερ και όσες ακόμη μου διαφεύγουν , διαγράφονται με εξαντλητικές λεπτομέρειες. Το Εβραϊκό Ζήτημα κυριαρχεί στις συζητήσεις των φίλων εκείνο το βράδυ, αλλά και πολλά άλλα βράδια που ακολουθούν. Η διχογνωμία έγκειται στην άποψη του Μπόρις Μακάβερ, ο οποίος υποστηρίζει ότι η εβραϊκότητα υπάρχει και θα εξακολουθήσει να υπάρχει , παρά το ενδεχόμενο της αφομοίωσης και έρχεται σε αντιπαράθεση με την άποψη ότι η εβραϊκότητα ήταν ένα βραχύ επεισόδιο της εβραϊκής ιστορίας . Ο κομμουνισμός αποτελεί ένα ακόμη θέμα συζήτησης και προβληματισμού, δεδομένου ότι μέσα στην ομάδα υπάρχουν φανατικοί υποστηρικτές του , όπως ο Χέρμαν, αλλά και σφοδροί πολέμιοι, όπως ο Λούρια. Μέσα σ΄ ατή την ομήγυρη εξελίσσεται η σχέση ανάμεσα στην ΄Αννα και τον Γκρέιν, η οποία θα είναι κυρίαρχη σε όλο το βιβλίο, και σαν ερωτική σχέση, αλλά και σαν μέσο εξέλιξης όλων των προσώπων. Ο Γκρέιν από την πρώτη στιγμή αντιδρά με τις σκέψεις : «δεν σκοπεύω να καταστρέψω καμιά οικογένεια. Υπάρχει Θεός» (σελ. 33), «Δεν θέλω να κτίσω την ευτυχία μου πάνω στη δυστυχία κάποιου άλλου» (σελ. 47), «Τι γυρεύω από αυτό ζευγάρι; Γιατί εισβάλλω στις ζωές ξένων; (σελ. 53), ενδίδει στο τέλος , αλλά «δεν τολμά να στραφεί στο Θεό ακριβώς τη στιγμή που παρέβαινε έναν από τους ιερότερους νόμους του». ΄Ηταν ένας εγκληματίας χωρίς αισθήματα μεταμέλειας (σελ. 79). «Μολονότι δεν μπορούσε να ζήσει με τον Θεό, ο Γκρέιν δεν είχε ιδέα πώς θα μπορούσε να ζήσει χωρίς Αυτόν» (σελ. 127). « Είχε ενεργήσει ενάντια στις πιο βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις του» (σελ. 198) «Αντιλαμβανόμενος σαφώς πως η αμαρτία που είχε σπείρει είχε βγάλει ρίζες , είχε απλωθεί και βλαστήσει, μπουμπουκιάσει και ανθίσει για να δώσει ένα άνθος δυστυχίας και αθλιότητας»(σελ. 257) Στο τέλος του πρώτου μέρους ο Γκρέιν προβλέπει σε κάποιο επίπεδο το μέλλον του : «Στο κάτω κάτω πάντα ήθελα να γίνω ερημίτης. Θα πάω κάπου και κανείς δεν θα μάθει που θα απομείνουν τα κόκκαλα μου. Θα κάνω τους τελευταίους λογαριασμούς μου με το Θεό». Και λίγο πριν από το τέλος του βιβλίου , αποκαλύπτει στην ΄Αννα ότι δεν βρήκε στον εαυτό του , δεν βρήκε τίποτε (σελ. 558) .
Ο Ισαάκ Σίνγκερ στο βιβλίου θίγει μέσα από τα λόγια των ηρώων του ζητήματα όπως η πίστη «Η πίστη από μόνη της δεν δίνει την ικανότητα στον άνθρωπο να αποφασίζει. Χρειάζεται ακόμη οργάνωση … Δεν μπορείς να υποτάξεις τα ένστικτα αν δεν καταβάλλει προσπάθεια. Και για να το επιτύχεις πρέπει να έχεις ένα σχέδιο επίθεσης γιατί ο εχθρός είναι πλήρως κινητοποιημένος» (σελ. 55-56), η συμπόνια «Η τρομοκρατία μπορεί να λάβει κάθε δυνατή μορφή, αλλά η χειρότερη μορφή της είναι η συμπόνια. ΄Όταν αγαπάς κάποιον και νιώθεις ταυτόχρονα συμπόνια γι΄ αυτόν , αυτό μπορεί να σε οδηγήσει στα πιο βάναυσα πράγματα» (σελ. 60), καθώς και θέματα που άπτονται του μεγαλείου του Θείου και της Φύσης : « Ο Θεός χρειάζεται την ανθρωπότητα για να Τον βοηθήσει ώστε να φέρει σε αίσιο πέρας το κοσμικό δράμα» (σελ. 119), « Τι ευτυχία , που υπάρχει ο ουρανός και μπορεί κανείς τουλάχιστον να δει φευγαλέα τα φώτα του! Χωρίς αυτά , τα ανθρώπινα όντα θα βυθίζονταν τελείως στην ασημαντότητα» (σελ. 127), «Μερικά πλάσματα δεν σπαταλούν άσκοπα την ενέργειά τους, ιδίως όταν αυτό δεν τα εξυπηρετεί. Μόνο εμείς οι άνθρωποι νομίζουμε ότι φέρουμε στους ώμους μας ολόκληρο το Σύμπαν» (σελ. 437), «Αφού παίρνουμε πράγματα από αυτό τον κόσμο, πρέπει να δίνουμε κι εμείς ένα αντάλλαγμα» (σελ. 468), «Οι άνθρωποι πρέπει να ζουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην οικοδομούν την ευτυχία τους πάνω στις ατυχίες των άλλων» (σελ. 502), «Αν ανάμεσα σ΄ εκατομμύρια αγκάθια μπορεί ν΄ ανθίσει ένα και μόνο λουλούδι, αυτό είναι δείγμα ότι μπορούν ν΄ ανθίσουν και πολλά άλλα λουλούδια» (σελ. 581), «Δεν μπορεί να υπάρξει επαφή ανάμεσα σ΄ ένα ζώο δεμένο κι ένα ζώο που περιπλανιέται ελεύθερο», «Γιατί άραγε μας έδωσε ο Θεός τα συναισθήματα, αν πρέπει διαρκώς να τα ελέγχουμε;» (σελ. 115) , «Γιατί να αγαπάς ένα μόριο αφρού , όταν αποκάτω του φουρτουνιάζει μια παντοδύναμη θάλασσα; Η ασημαντότητα μπορεί να αγαπά μόνο αυτό που είναι ασήμαντο» (σελ. 122). «Ποιος διαπότισε την ανθρωπότητα με οργή, θηριωδία, δίψα για εξουσία; … Γιατί απαιτεί ο Θεός να παθαίνουν από ασιτία πεντάχρονα παιδιά; … Δεν μπορώ να πιστέψω ούτε στο Θεό ούτε στον άνθρωπο» (σελ. 490 και 503).
Ο θάνατος του Στανισλάβ Λούρια, τα προβλήματα υγείας του Μπόρις Μακάβερ και η μαστεκτομή της Λέα ανατρέπουν τις καταστάσεις που δείχνουν να έχουν διαμορφωθεί. ΄Όλα όσα θεωρούνταν δευτερεύουσας σημασίας , αναδεικνύονται σε ουσιαστικά. Οι ήρωες του βιβλίου περνώντας μέσα από πόνο, δοκιμασίες και παλινδρομήσεις κερδίζουν την αποδοχή ή έστω την ανοχή του κοινωνικού τους περίγυρου, ενώ το πεπρωμένο και το αναπόφευκτο πετούν πάνω από τον ποταμό Χάντσον όχι σαν τιμωρία , γιατί ο Θεός είναι γεμάτος αγάπη και καλοσύνη, αλλά σαν αποτέλεσμα της άγνοιας , της προσκόλλησης σε επιθυμίες και του πάθους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: