Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

ΠΑΛΟΜΑΡ ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ

 

΄Ενας διανοούμενος «κατ΄ εξοχήν», ένας ηδονιστής της σκέψης, είρωνας, λεπτολόγος, νευρωτικός:  αυτός είναι ο Πάλομαρ.

Η ομοιότητα του ονόματός του με του μεγάλου αστεροσκοπείου Παλομάρ δεν είναι καθόλου τυχαία.  Το ερευνητικό, όλο περιέργεια βλέμμα του, ίδιο με το τεράστιο τηλεσκόπιο, ανιχνεύει ακατάπαυστα τον Κόσμο, προσπαθώντας να ανακαλύψει το κρυμμένο του είναι.  Ο Πάλομαρ είναι ολόκληρος ένα βλέμμα που ανακαλύπτει και αποκαλύπτει τη Φύση, την Πόλη και ….. τη Σιωπή.  Βυθίζεται στο αχανές διάστημα, προσπαθώντας να πετύχει ένα βουβό διάλογο με τα μακρινά άστρα, ύστερα αφήνοντας τον Βοώτη, τον Βέγα, τον Αλτάιρ, τον Ντενέμπ, προσγειώνεται στη γη, καρφώνεται πάνω στην παράταιρη παντόφλα που μπορεί να μην είναι κομιστής αταξίας αλλά τάξης και διερευνά με την ίδια παθιασμένη εμβρίθεια τη δική της συμβολή μέσα στην τάξη ή την αταξία του κόσμου.

Το ακούραστο, αδηφάγο βλέμμα του Πάλομαρ παρατηρεί αέναα: το γυμνό στήθος μιας κολυμβήτριας και τους έρωτες μιας χελώνας, το κρυμμένο νόημα των γιαπωνέζικων βραχόκηπων και τα βαθιά μυστικά των προκλητικών τυριών στις προθήκες κάποιου τυροπωλείου, την αρχαία εικονογραφική γραφή στα ερείπια  της Τούλα στο Μεξικό,  και τα ιερογλυφικά της κοιλιάς του σαμιαμιδιού….

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία κεφάλαια, ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΤΟΥ ΠΑΛΟΜΑΡ,  Ο ΠΑΛΟΜΑΡ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ και ΟΙ ΣΙΩΠΕΣ  ΤΟΥ ΠΑΛΟΜΑΡ.

Κάθε κεφάλαιο χωρίζεται σε τρία υποκεφάλαια. 

Οι Διακοπές του Πάλομαρ χωρίζονται στα κεφάλαια Ο Πάλομαρ στην ακτή, Ο Πάλομαρ στον κήπο και ο Πάλομαρ κοιτάζει τον ουρανό.

Ο Πάλομαρ στην πόλη χωρίζεται στα κεφάλαια: Ο Πάλομαρ στη βεράντα, Ο Πάλομαρ πηγαίνει για ψώνια και ο Πάλομαρ στο ζωολογικό κήπο.

Οι Σιωπές του Πάλομαρ χωρίζεται επίσης σε τρία κεφάλαια: Τα ταξίδια του Πάλομαρ, Ο Πάλομαρ και η κοινωνία και Οι διαλογισμοί του Πάλομαρ.

Κάθε υποκεφάλαιο χωρίζεται τέλος σε τρία ακόμη τμήματα – κείμενα.

 

Οι αριθμοί 1,2,3 που σημειώνονται στους τίτλους των περιεχομένων, είτε βρίσκονται στην πρώτη είτε στη δεύτερη είτε στην τρίτη θέση, δεν έχουν μονάχα την πρόθεση αριθμητικής ταξινόμησης του υλικού αλλά αντιστοιχούν επίσης σε τρεις θεματικούς άξονες, σε τρεις τύπους εμπειρίας και αναζήτησης που βρίσκονται – με διαφορετική κάθε φορά αναλογία- σε κάθε τμήμα αυτού του βιβλίου.

Τα 1 αντιστοιχούν σε γενικές γραμμές . σε μια οπτική εμπειρία, που σχετίζεται σχεδόν πάντα με διάφορες μορφές της φύσης , το κείμενο τείνει να πάρει τη μορφή της περιγραφής.

Στο 2 παρουσιάζονται ανθρωπολογικά – και, έμμεσα, πολιτισμικά – στοιχεία, και η εμπειρία συγκροτείται – εκτός από τα διάφορα οπτικά θέματα – και από τη γλώσσα, τις έννοιες, τα σύμβολα.  Το κείμενο τείνει να αναπτυχθεί και να προσεγγίσει το διήγημα.

Τα 3 λαμβάνουν υπόψη τους εμπειρίες περισσότερο θεωρητικού τύπου, που αφορούν στο σύμπαν, στο χρόνο, το άπειρο, τις σχέσεις ανάμεσα στο εγώ και στον κόσμο, τις διάφορες διαστάσεις του ανθρώπινου νου.  Από τον κόσμο της περιγραφής και της αφήγησης, περνάμε στο χώρο του διαλογισμού.

 

Ο Πάλομαρ --- ο Καλβίνο --- κοιτάζει, διαλογίζεται προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσει το παμπάλαιο και πάντα ανεξιχνίαστο αλφάβητο της ζωής.

Κάποια από τα ερωτήματά του, όπως τα παραθέτει μέσα στο πρωτότυπο και εξερευνητικό αυτό βιβλίο του:

Γιατί το ταμπού της γύμνιας επιβεβαιώνεται καθαρά ακόμα μια φορά. Γιατί οι συμβατικότητες που γίνονται σεβαστές κατά το ήμισυ αναπαράγουν αβεβαιότητα και ασυνέπεια στην ανθρώπινη συμπεριφορά αντί ελευθερία και ειλικρίνεια;

 

Ποια είναι η φύση; Κι όμως τίποτε από όσα βλέπει, δεν υπάρχει στη φύση: ο ήλιος δε δύει, η θάλασσα δεν έχει αυτό το χρώμα, τα σχήματα είναι αυτά που το φως προβάλλει στον αμφιβληστροειδή…. Μέσα του υπάρχει η αίσθηση ότι είσαι εδώ αλλά θα μπορούσες και να μην είσαι, σ΄ έναν κόσμο που θα μπορούσε να μην υπάρχει αλλά υπάρχει.

 

 … Η ζωή του του φαντάζει σαν μια ακολουθία χαμένων ευκαιριών… Αν οι κότσυφες μιλάνε με τη σιωπή τους; … Μήπως οι ανθρώπινοι διάλογοι είναι διαφορετικοί;

 

Το λιβάδι είναι ένα σύνολο χόρτων – κάπως έτσι πρέπει να τεθεί το πρόβλημα – που περιλαμβάνει ένα υποσύνολο καλλιεργήσιμων φυτών και ένα υποσύνολο αυθόρμητων φυτών, των λεγόμενων αγριόχορτων.  Μια τομή των δύο υποσυνόλων αποτελείται από τα χόρτα που φύτρωσαν αυθόρμητα αλλά ανήκουν στα καλλιεργήσιμα είδη και επομένως δεν μπορούν να ταξινομηθούν ξεχωριστά από αυτά. … Ο Πάλομαρ έχει αφαιρεθεί, δεν ξεριζώνει πια τα αγριόχορτα, δε σκέπτεται άλλο το λιβάδι, τώρα σκέφτεται το σύμπαν.

 

Το φεγγάρι είναι το πιο άστατο από τα σώματα του ορατού σύμπαντος  αλλά και το πιο τακτικό όσο αφορά στις πολύπλοκες συνήθειες του: δε λείπει ποτέ από κανένα ραντεβού του.

Αν ανάγκαζε τον εαυτό του να παρατηρεί τους αστερισμούς τη μια νύχτα μετά την άλλη, χρόνο με το χρόνο, να παρακολουθεί την εμφάνιση και την επανεμφάνισή τους με τις κυκλικές τροχιές τους στον ουράνιο θόλο, ίσως στο τέλος να αποκτούσε κι αυτός την έννοια ενός χρόνου συνεχούς και αμετάβλητου, διαφορετικού από τον εφήμερο και αποσπασματικό χρόνο των γήινων συμβάντων

 

Μονάχα αφού γνωρίσει κανείς  την επιφάνεια των πραγμάτων μπορεί να ψάξει να βρει τι υπάρχει αποκάτω.  Η επιφάνεια των πραγμάτων είναι όμως ανεξάντλητη.

Η τηλεόραση κινείται στις ηπείρους φωτίζοντας τις λεπτομέρειες που περιγράφουν την ορατή πλευρά των πραγμάτων, αντίθετα το σαμιαμίδι εκφράζει την ακίνητη συσσώρευση και την κρυφή πλευρά των πραγμάτων, ό,τι δε φαίνεται με την πρώτη ματιά. … Αν η κάθε ύλη ήταν διαφανή, το έδαφος που μας στηρίζει , τα περίβλημα που τυλίγει τα σώματα μας, όλα θα θύμιζαν όχι ένα φτερούγισμα αιθέριων πέπλων, αλλά μια κόλαση αποσυνθέσων και καταβροχθισμών. 

Δεν έχουμε να διδάξουμε σε κανέναν τίποτε: σε ό,τι μοιάζει περισσότερο με τη δική μας εμπειρία, δεν μπορούμε να ασκήσουμε καμιά επιρροή.  Σε ό,τι φέρει τη δική μας σφραγίδα, δεν ξέρουμε να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας.

 

Για τον Πάλομαρ το να είσαι νεκρός σημαίνει ότι συνηθίζεις στην απογοήτευση να ξαναβρίσκεις τον εαυτό σου σε μια οριστική κατάσταση που δεν έχει πια ελπίδες να αλλάξει… η ζωή ενός ατόμου συγκροτείται από ένα σύνολο γεγονότων που εισβάλλουν σε μια ζωή σύμφωνα με μια σειρά που δεν είναι χρονολογική αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις μια  εσωτερικής αρχιτεκτονικής.  Κάποιος γα παράδειγμα διαβάζει σε ώριμη ηλικία ένα σημαντικό γι΄ αυτόν βιβλίο που τον κάνει να αναφωνήσει: Πώς μπορούσα και ζούσα χωρίς να το έχω διαβάσει;, όπως επίσης Τι κρίμα που δεν το διάβασα νέος!! Αυτές οι δηλώσεις όμως δεν έχουν νόημα, ιδιαίτερα η δεύτερη, αφού από τη στιγμή που το ίδιο αυτό άτομο διάβασε εκείνο το βιβλίο, η ζωή του γίνεται η ζωή κάποιου που διάβασε εκείνο το βιβλίο, και δεν έχει καμιά σημασία αν το διάβασε νωρίς ή αργά, γιατί και η ζωή που προηγείται της ανάγνωσης τώρα αποκτά μια μορφή που σφραγίζεται από αυτή την ανάγνωση (σελ. 139 Πώς μαθαίνει κανείς να είναι νεκρός)

 

Βλέπει το ανθρώπινο είδος στη εποχή των μεγάλων αριθμών, ένα ισοπεδωμένο πλήθος που αποτελείται από διαφορετικές μονάδες, όπως τούτη η θάλασσα της άμμου που πλημμυρίζει την επιφάνεια της γης… Βλέπει επίσης τον κόσμο να συνεχίζει παρόλ΄ αυτά να δείχνει την αδιάφορη φύση του και να γυρίζει τη βράχινη πλάτη του στο πεπρωμένο της ανθρωπότητας, και τη σκληρή ουσία του να παραμένει ανεπίδεκτη σε κάθε ανθρώπινη αφομοίωση… Βλέπει τις μορφές με τις οποίες η ανθρώπινη άμμος τείνει να ακολουθήσει κάποιους  άξονες κίνησης, σχέδια που συνδυάζουν την κανονικότητα με τη ρευστότητα, όπως τα ευθύγραμμα ή κυκλικά ίχνη που αφήνει πίσω της μια τσουγκράνα…. Και ανάμεσα στην ανθρωπότητα –άμμο και τον κόσμο – βράχο διαισθάνεται κανείς την ύπαρξη μιας αρμονίας, μιας πιθανής αρμονίας που λες και γεννιέται από δύο ανομοιογενείς αρμονίες : εκείνη του μη-ανθρώπινου σε μια ισορροπία δυνάμεων που μοιάζουν να μην ακολουθούν κανένα συγκεκριμένο σχέδιο, κι εκείνη των ανθρώπινων δομών που τείνει προς μια ορθολογικότητα γεωμετρικής ή μουσικής  σύνθεσης, που δεν είναι ποτέ οριστική (σελ. 108. Η αλέα της άμμου)

 

 ΕΚΔ. ΑΣΤΑΡΤΗ  1985 ΜΤΦΡ. ΑΝΤΑΙΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΙΔΗΣ

 

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

ΕΛΕΝΗ Ή Ο ΚΑΝΕΝΑΣ: ΕΝΑ ΑΙΝΙΓΜΑ

 

Το μυθιστόρημα Ελένη ή ο Κανένας στηρίζεται σε μια πραγματική ιστορία.  Το νήμα έδωσε η ζωή της Σπετσιώτισσας και πρώτης σπουδασμένης Ελληνίδας ζωγράφου Ελένης Αλταμούρα Μπούκουρα, που μεγάλωσε στην μετεπαναστατική Ελλάδα του 19ου αιώνα, κόρη καπετάνιου που υπήρξε ο πρώτος θεατρώνης της Αθήνας.  Ζωή δραματική, άγνωστη εν πολλοίς, έλκει πρόσφατα το ενδιαφέρον κομίζοντας νέα στοιχεία στα ήδη δεδομένα, ότι δηλαδή εκείνη η Ελένη ντύθηκε στην Ιταλία σαν άντρας προκειμένου να σπουδάσει, ότι ο έρωτας και ο γάμος της με τον ζωγράφο και επαναστάτη Σαβέριο Αλταμούρα γρήγορα διαλύθηκε, ότι επέστρεψε στην Αθήνα και εργάστηκε,  ότι πέθαναν τα δυο παιδιά που ανέθρεψε πάνω στη νιότη τους – μια κόρη κι ο περίφημος ζωγράφος Ιωάννης Αλταμούρας – ότι κατόπιν έζησε έγκλειστη στις Σπέτσες έναν μακρόχρονο, μονήρη σχεδόν μυστηριώδη βίο.

Στο μυθιστόρημα συναιρούνται και διαλέγονται αδιάκοπα τα φώτα της γνώσης και η μαγεία, η λογική και η τρέλα, η αθωότητα και η ενοχή, ο χωρισμός και η συμφιλίωση, ο ανοικτός ορίζοντας και ο εγκλεισμός, η καλλιτεχνική δημιουργία και η καταστροφή της, η ταυτότητα και η ματαιότητα της αναζήτησής της, η διαμόρφωση και η ασάφεια του εθνικού, η ύπαρξη και η κατάργηση τοη του χρόνου, οι ζωντανοί και οι νεκροί.

Αυτό είναι κομμάτι του οπισθόφυλλου του βιβλίου της Ρέας Γαλανάκη .

 

Το βιβλίο της Ρέας Γαλανάκη είναι η βιογραφία της Ελένης Αλταμούρα , αλλά όχι μόνο, είναι η γυναίκα που θέλει να επαναστατήσει ενάντια στη προδιαγεγραμμένη μοίρα της και αποφασίζει να εναντιωθεί στην κοινωνία και την ηθική της  και ξεκινάει μια αναμέτρηση με την εποχή της. Προδίδεται από τον αγαπημένο της, προδίδεται από τη ζωή και σβήνει μόνη με παρέα τα φαντάσματα της στο σπίτι της στις Σπέτσες.  Ο τρόπος που αναδεικνύεται η ζωή της ξεχωριστής αυτής Ελληνίδας είναι μαγευτικός, άλλοτε στομφώδης, άλλοτε λιτός, άλλοτε περιγραφικός, άλλοτε λυρικός.   Το ιδιαίτερο αυτό βιβλίο είναι μια αναγνωστική απόλαυση.

 Η Ελένη, πρωτοκόρη κι αγαπημένη του πατέρα της,  κατάγεται από  ένα νησί όπου όλοι οι άντρες ασχολούνταν με τη ναυτική.  

Από τις πρώτες σελίδες  η Γαλανάκη μας εισάγει στο γλαφυρό της ύφος, καθώς εμπλουτίζει την αφήγησή της με πλούσια επίθετα, μεταφορές και εικόνες, όπως το βαθυκύανο πένθος. Μας προετοιμάζει για τους κυματισμούς της ζωής της «Δροσιά και Πένθος αφορούσαν την ίδια γυναίκα». Μας  συστήνει τον  Χάροντα της θάλασσας : « ο καπετάν Γιάννης τον είχε ξαναδεί κι άλλες φορές παλιότερα να ορμά καβάλα σε μαύρα κύματα πανύψηλα, με το ουρλιαχτό του λύκου και με τον κεραυνό μιας τρίαινας σ το ένα του χέρι». Αργότερα μοιράζεται με τον αναγνώστη την εικόνα του θεάτρου, όπως το είδε ο Γιάννης Μπούκουρας, σαν ένα τεράστιο καράβι να αρμενίζει με τα πανιά ορθάνοιχτα πανω σε χλοϊσμένη θάλασσα.

Η Γαλανάκη χρησιμοποιεί κάπου κάπου  ύφος προφητικό κάνοντας την αφήγησή της ποιητική:  κάθε φορά που η μελαγχολία θα παράσερνε τη ζωγράφο… , χρόνια αργότερα η Ελένη δεν θα θυμόταν…, κάθε φορά που θα υπέγραφε…., δεν θα περνούσαν πολλά χρόνια…, ότι κάποτε θα πλήρωνε την έξοδο της από τον κανόνα…

Παρατηρούμε ότι η Γαλανάκη ταξιδεύει στο χρόνο μέσα σ την αφήγησή της ολοκληρώνοντας εικόνες και γεγονότα της ζωής της οικογένειας, όπως όταν αντιπαραβάλλει στην αγορά του θεάτρου (σελ. 56) τα συναισθήματα της όταν κατεδαφίστηκε: λυγμός, ένα σπουργίτι, η ψυχή του φτερουγίζοντας να φύγει…

Το πρώτο και το τρίτο κεφάλαιο είναι σε τρίτο πρόσωπο περιγράφοντας τη νεανική ηλικία και το θάνατο της Ελένης Αλταμούρα. Η  ζωγραφική διαγράφεται ως η μεγάλη της αγάπη με μεγάλες αντιδράσεις από το σχολείο της.  Τότε εμφανίζεται στη ζωή της οικογένειας ο Ραφαέλο Τσεκόλι, ο οποίος κυνηγημένος από το Βασίλειο των δύο Σικελιών έρχεται στην Αθήνα μαζί με την κόρη του. Ο πατέρας της Ελένης, νιώθοντας ότι η αγάπη της για τη ζωγραφική μοιάζει με το δικό του πάθος για τα θαλασσινά ταξίδια, αποφασίζει να ενθαρρύνει την Ελένη να αρχίζει μαθήματα ζωγραφικής με τον ναπολιτάνο δάσκαλο. 

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου η Ελένη  περιγράφει σαν σε ημερολόγιο  την αναχώρησή της από το λιμάνι του Περαιά μαζί με τον πατέρα της για την γειτονική Ιταλία, την γνωριμία της με τον Σαβέριο, το γάμο της στη Φλωρεντία, την εγκατάλειψη της από αυτόν, την επιστροφή της στην Αθήνα και στη συνέχεια στις Σπέτσες μέχρι την συνάντησή της με την Καλλιόπη Παρρέν.

Οι εσωτερικοί μονόλογοι της γερασμένης Ελένης που περιέχονται στο βιβλίο με γράμματα σε κλίση είναι από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια  του βιβλίου, διότι αποτελούν το κομμάτι της μυθοπλασίας που κάνει το βιβλίο αυτό να διαφέρει από μια απλή βιογραφία. Εδώ  η Ελένη κοιτάζοντας το παρελθόν, πιθανώς άρρωστη, πιθανώς με  κάποια απώλεια του νου, εξιστορεί τη ζωή της από απόσταση με την εκ των υστέρων γνώση, εκμυστηρεύεται τα πιο βαθιά και καλά κρυμμένα συναισθήματα και εντυπώσεις, ο χρόνος έχει χάσει τη σημασία του και όλα γίνονται ταυτόχρονα. Μιλάει με τους γιους  της, μιλάει με τον εαυτό της, με την κόρη της Σοφία, μιλάει με τον Σαβέριο σε μια ατελείωτη επισκόπηση της  ζωής της,  καθώς κάθε μέρα ξημερώνει ένα άλλο χθες (σελ. 103) .  Χρησιμοποιεί προσωποποιήσεις όπως για τον Σαβέριο : «΄Ανεμος ήσουν  τυλιγόσουν και  ξετυλιγόσουνα γοργά γύρω από το κάθε τι στο διάβα σου.  Κλωστή γύρω από την ανέμη του παραμυθιού σου… ΄Ανεμε, σε ρωτώ πού με οδήγησες; Πού διασκόρπισες τη στάχτη της γυναίκας που υπήρξα;» για τον Ιωάννη «Παράξενο θαλασσινό πουλί, πώς λοιπόν μου είχες λαβωθεί και αρρώστησες;…

Το συναίσθημα της αγάπης την διακατέχει και την συγκλονίζει μέχρι το τέλος.  Αναλογίζεται αν συνάντησε  την ύβρη, όχι επειδή φόρεσε αντρίκεια ρούχα, μα επειδή φιλοδοξώντας τα προνόμια του Κανένα, τα έχασε αγαπώντας με τον τρόπο μιας οποιασδήποτε Ελένης.  Κι όταν χάνεται ο Ιωάννης, η Ελένη ξεκινά για τη μετά τη ζωή ζωή των γυναικών (σελ. 173). «Χρέος μου ήταν να ανάψω αυτή τη φωτιά.  ΄Επρεπε να έχεις φάρο την πυρά των έργων μου, για να αποφύγεις τους κινδύνους στο ταξίδι σου. Μα πιο πολύ, για να θυμάσαι πού ήταν το φως και να μπορείς να επιστρέφεις στο σπίτι του  Γιάννη και της Μαρίας Χρυσίνη Μπούκουρα, εσύ ο Ιωάννης Μαρία Χρυσίνης Αλταμούρας». 

Η ζωή της υπήρξε ένα αίνιγμα, όπως την περιγράφει σε άρθρο της η Καλλιόπη Παρρέν, μάρτυρας της τέχνης, ονειροπόλος, πνευματίστρια, έξοχη της νέας Ελλάδας καλλιτέχνης, λάτρης του ιδεώδους, νεκρή ανάμεσα στους ζωντανούς, ζωντανή ανάμεσα στους πεθαμένους, αυτή που προκαλεί τον οίκτο ή τα μειδιάματα των πρακτικών και των πεζών, η λησμονημένη, η παραγνωρισμένη, το ηφαίστειο που άναψε και θάφτηκε κάτω από τις δικές του φλόγες, η ζωή που πέρασε μέσα από τις αστραπές μιας ασταμάτητης καταιγίδας.  Κυρίως όμως ένα αίνιγμα.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2020

MAX FRISCH: HOMO FABER


Γράφει ο Μάξ Φρις στον Στίλερ: "Η συγγραφή δεν είναι επικοινωνία με του αναγνώστες ούτε επικοινωνία με τον εαυτό σου, είναι επικοινωνία με τα ανείπωτα.  ΄Οσο πιο συγκεκριμένα προσπαθεί κανείς να εκφραστεί τόσο πιο ξεκάθαρα εμφανίζονται τα ανείπωτα, δηλαδή η πραγματικότητα που ωθεί και πιέζει τον γράφοντα.  ΄Εχουμε τη γλώσσα για να γίνουμε μουγκοί.  Αυτός που σωπαίνει δεν είναι μουγκός.  Αυτός που σωπαίνει δεν έχει καν ιδέα ποιος είναι". 

Παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Στίλερ ερχόμαστε στο μεταγενέστερο HOMO FABER , που σημαίνει άνθρωπος τεχνίτης, άνθρωπος δημιουργός, άνθρωπος χειροτέχνης, ο άνθρωπος που ελέγχει τη μοίρα του αλλά και το περιβάλλον του μέσα από τα εργαλεία που κατασκευάζει, ένας όρος που καθιερώθηκε στην Αναγέννηση και τιμά την απεριόριστη δημιουργικότητα του ανθρώπου.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα παιχνίδι της τύχης, μια δοκιμασία του αφηγητή να ελέγξει τη ζωή και τη μοίρα του, όταν το απρόβλεπτο  κάνει την εμφάνισή του και όλη η τακτοποιημένη ζωή του ανατρέπεται συμπαρασύροντας και τις ζωές κοντινών του προσώπων, προσώπων από το παρελθόν, προσώπων από το μέλλον που σβήνει  μέσα στο παρελθόν.  Ο Βάλτερ, η Χάννα, η Ζάμπετ, ο Γιοακίμ, ο αδελφός του στήνουν μια παράσταση όπου τα πάντα μπορεί να είναι αλήθεια κι όπου τίποτε δεν είναι αληθινό, γιατί το να βρίσκεσαι στον κόσμο σημαίνει πως βρίσκεσαι στο φως (σελ. 235) και ο Βάλτερ δεν είναι  στο φως, ζει σε ένα σκοτάδι, δεν βλέπει.  Κάνει συνέχεια αναφορές στην τυφλότητα του, είμασταν τυφλοί (12), δεν είμαι τυφλός (32), δεν καταλάβαινα ούτε εμένα, καθώς έρχεται σε επαφή με την ιστορία και την τέχνη των Μάγια  (55), σαν τυφλός (218).  Η Ζάμπετ του θυμίζει  τη Χάννα, το σούφρωμα στο μέτωπο, καθόλου τον Γιοακίμ, κι όμως αγνοεί τα σημάδια και προχωρεί σε πράξεις που τον οδηγούν στην απελπισία: μακάρι να μην είχα γεννηθεί, πρόταση που επαναλαμβάνεται με διάφορους τρόπους σελ. 163 (ήμουν σ΄ ένα παραλήρημα ακινησίας και αναποφασιστικότητας – ευχόμουν να μην είχα γεννηθεί), 205 (Αποφασίζω να αλλάξω ζωή), 207 (η απόφασή μου να ζήσω διαφορετικά) , 209 (να μπορούσε κανείς να ξαναζήσει από την αρχή) , 212 ( η ζωή μου ακόμα και σε μένα τον ίδιο φαίνεται ασήμαντη)  και 227 ( θα ήθελα μονάχα να μην είχα υπάρξει ποτέ). 

Από την αρχή έρχεται αντιμέτωπος με τη μοίρα και την τύχη, την πραγματικότητα και την μαθηματική επαφή με τον κόσμο, την εμπειρία και την σύμπτωση: «Δεν πιστεύω στο  πεπρωμένο και στη μοίρα, ως τεχνικός συνηθίζω να υπολογίζω τα πράγματα με βάση τους νόμους των πιθανοτήτων»  (σελ. 29) η  στατιστική, οι πιθανότητες (σελ. 29-30), ο ορισμός του απίθανου ως αληθινού γεγονότος, ως μια ακραία εκδοχή του πιθανού (σελ. 30), η εμπειρία, δεν ακούω τίποτε απολύτως εκτός από το τρίξιμο της άμμου σε κάθε βήμα  (σελ. 33), μια απλή σύμπτωση που καθόρισε το μέλλον, βλάβη στην ξυριστική μηχανή (σελ. 79),  συζήτηση σχετικά με την αποτελεσματικότητα των ρομπότ και την κυβερνητική (σελ. 93)  , ο ορθολογισμός του υπερπληθυσμού  και της διακοπής της κύησης  με το τραγικό συμπέρασμα «Ζούμε μέσω της τεχνικής, ο άνθρωπος κυριαρχεί στη φύση, ο άνθρωπος ως τεχνικός , κι όποιος έχει αντίρρηση δεν πρέπει να χρησιμοποιεί ούτε τις γέφυρες αφού δεν τις έχτισε η φύση ( σελ. 128), το ερώτημα γιατί παντρευόμαστε «Δεν μπορεί να πει κανείς καληνύχτα στον εαυτό του»  την ίδια στιγμή που κάνει πρόταση γάμου σε ένα κορίτσι τριάντα χρόνια μικρότερο ( 112 και 116), η προκατάληψη «΄Ολες οι γυναίκες έχουν κλίση στις προλήψεις, αλλά η Χάννα είναι πολύ μορφωμένη (σελ. 169).

Μια ακόμη παράμετρος ο χρόνος, επανέρχεται συνέχεια στη διήγηση, συνέχεια ο Βάλτερ μας υπενθυμίζει το χρόνο, ήταν 1936, ήμουν περίπου πενήντα, είχαν περάσει είκοσι, για την ακρίβεια είκοσι ένα χρόνια, η Χάννα με άσπρα μαλλιά, μονάχα που γερνάει κανείς – μονάχα ο ήλιος φαινόταν να αλλάζει θέση (σελ. 94) , το 1927 ήμουν είκοσι ετών (σελ. 102)  γενέθλια (109) , το γερασμένο σώμα μου (163(

Και βέβαια παρόλο που   ο ήρωάς του Μαξ Φρις  υποστηρίζει την παρέμβαση του ανθρώπου στη μοίρα του στέκεται αμήχανος μπροστά στα ερωτήματα:  σε τι έφταιξα λοιπόν, μια αθώα γνωριμία πάνω στο πλοίο   (σελ. 149) , οι ενοχές απειλητικές ερινύες (σελ. 153) εσύ έχεις αλλάξει (160),  Τι έφταιγα εγώ που είχαν έρθει έτσι τα πράγματα! επιτρέποντας στη διαρκή τάση του ανθρώπου να αποποιείται τις ευθύνες του  και να τις μεταθέτει σε κάποιον άλλο να εμφανισθεί κι εδώ πιεστικά και ανεύθυνα, όπως και στον Στίλερ.  Τίποτε πιο δύσκολο για τον Βάλτερ από το να αποδεχτεί τον εαυτό του και να αναλάβει τις ευθύνες του.  


Ο δεύτερος σταθμός είναι καθηλωτικός καθώς ο Βάλτερ ανυπεράσπιστος απέναντι στον ίδιο του εαυτό μονολογεί σε μια γλώσσα διαφορετικά από αυτή στο πρώτο σταθμό, μια γλώσσα που αναδεικνύεται ποιητική γιατί μιλάει για την ουσία της ζωής, για τα συναισθήματά του, που μπορεί να τα δει και να τα αισθανθεί.  ΄Ολες οι αισθήσεις του και οι αισθήσεις μας σε εγρήγορση: η γεύση του κρασιού, της μπύρας, των χειλιών της, το άγγιγμα των μαλλιών της, το σώμα της όλα αυτά που υπήρξαν και δεν υπάρχουν πια, ο θάνατος μας ξεπερνάει, μας ακινητοποιεί. 

Ο ποιητικός λόγος μπαίνει επίμονος με τα αναπάντητα ερωτήματα γιατί δεν κάθεται ποτέ , μπορεί να με συγχωρέσει,  μπορώ να επανορθώσω, γιατί δε μιλάει, γιατί έρχεται, ενώ η χρονική γραμμή κινείται κυκλικά ανάλογα με τις σκέψεις του ήρωα όπως υπεισέρχονται στη διήγησή του. 

Η Ζάμπετ ανατρέπει όλα όσα θεωρούσε δεδομένα και ξάφνου, χωρίς να το καταλάβει ο Βάλτερ αισθάνεται, έχει εμπειρίες, Δεν θα ξεχάσω ποτέ πώς καθόταν πάνω σ΄ εκείνους τους βράχους, με τα μάτια κλειστά, πώς σώπαινε και πώς τη φώτιζε ο ήλιος (σελ. 181).  Ο αναγνώστης χάνεται μέσα στην ευτυχία της Ζάμπετ, τη βλέπει μπροστά του νέα, φωτεινή, χαρούμενη.  Η ανάγκη για βιώματα, για την αίσθηση της ζωής έρχεται απροειδοποίητα όταν δεν έχει κανένα λόγο να είναι ευτυχισμένος, αλλά είναι, όταν τραγουδάει τη ζωή  ΄Ένα τραγούδι γεμάτο συναίσθημα , μυρωδιές και ακούσματα, η ταμπέλα που κουδουνίζει, το άλογο που χλιμιντρίζει, αλάτι στα χείλη, ένα από τα πιο ταξιδιάρικα κομμάτια που φθάνει στα αυτιά και τα μάτια μας από την Αβάνα  (σελ. 214-215)

Και αφοπλιστική η διαπίστωση: Κυριολεκτικά παιχνίδι της τύχης, η μπομπίνα με την Ζάμπετ, το πρόσωπό της που δεν θα ξαναδώ ποτέ,  το σώμα της που δεν υπάρχει πια, τα μάτια της που δεν υπάρχουν πια, τα χείλη της …. Τα χέρια της που δεν υπάρχουν πια…., το γέλιο της, που δεν θα ξανακούσω ποτέ, το βάδισμά της …. , το ζωηρό της βήμα …, το σώμα της που αναπνέει…, η Ζάμπετ μαζεύει λουλούδια…, μια ερωτική εξομολόγηση και μια απέραντη θλίψη, που ο συγγραφές μοιράζεται μαζί μας  με ένταση καθώς νιώθουμε την απελπισία του ήρωα, την  ενοχή και την αυτομαστίγωση του , το αδιέξοδο και την φυλακή του. ΄Εχει χάσει την αγαπημένη του, έχει χάσει την κόρη του. Εγκλωβισμένος μέσα στη θλίψη ψάχνει για κάθαρση που δεν έρχεται. ΄Εχει την αίσθηση ότι η Χάννα τον καταριέται, ίσως το αποζητάει για να λυτρωθεί!!! Το πρόβλημα της υγείας του υπάρχει από την αρχή στο βιβλίο, μια ενόχληση στο στομάχι, ένα αρρωστημένο συναίσθημα (σελ. 15, 45, 54, 109, 133) και δεν δίνει την αίσθηση της νέμεσης. 

Είναι άραγε το βιβλίο το χρονικό μιας ύβρεως; Αν είναι έτσι, τότε η ύβρις είναι η αλαζονεια του ανθρώπου, η πεποίθηση ότι κυβερνά τα πάντα, ότι μπορεί να κυριαρχεί στη ζωή του.   Δεν είναι δυνατό να έχουμε τέλεια γνώση του παρόντος και επομένως υπάρχουν όρια στη δυνατότητά μας να προβλέψουμε το μέλλον. Λέγεται ότι κι ένα μόνο φτερούγισμα πεταλούδας στην Κίνα  θα μπορούσε ίσως οδηγήσει σε βροχή στη Γαλλία, ύστερα από βδομάδες . .Αν  πάλι  ήταν δυνατόν να ταξιδέψουμε πίσω στον χρόνο, αν γύριζα πίσω το χρόνο, όπως λέει ο Βάλτερ, αν ήταν ακόμη Απρίλιος, άραγε τα πράγματα θα μπορούσαν να εξελιχθούν διαφορετικά; θα ήταν διαφορετικές οι επιλογές; Αν...αν...αν...."Δεν μπορούμε να κρατάμε τη ζωή μας στα χέρια μας, Βάλτερ, δηλώνει στωικά η Χάννα,. Ούτε κι εσύ μπορείς...".

Μπορεί ο Βάλτερ να συγχωρέσει; μπορεί να συγχωρεθεί; Η απάντηση κρύβεται ίσως μέσα στις τελευταίες σελίδες καθώς κανείς από τους δύο ήρωες δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει την Αθήνα.  Κάπου εδώ βρισκόμαστε κι εμείς στο έλεος του ερωτήματός: Θα μπορούσαμε να συγχωρέσουμε; 

 

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

Γιώτα Κούγιαλη: Απόψε τί βλέπεις γύρω σου; εκδ. Καστανιώτη

Απόψε τί βλέπεις γύρω σου;” Είχε πιει αρκετά ο φίλος, ο αδελφός, και ο καημός του έβρισκε κερκόπορτες. Κοιτούσε τον κόσμο με θολό μάτι και πικρή θυμοσοφία. Αν τον είχα τώρα μπροστά μου, θα του έδινα αβίαστα την απάντηση: “Μια αγκαλιά πληρωμένα πουλιά βλέπω.”.

Ο Λάμπης ερωτεύεται άλλη, μια νταρντάνα, την Πετρούλα, και παρατά τις “τρεις ομορφάδες”, όπως αποκαλούσε την οικογένειά του τον καιρό της αγάπης. Η μοίρα όλων κρίνεται όταν η γυναίκα του βρίσκεται τσακισμένη στα βράχυα. “Αυτοκτόνησε”, συμπεραίνουν στο χωριό, ενώ η αλήθεια αποδεικνύεται διαφορετική. “Το μυαλό της ξεμάκρυνε, άρχισε να ονειρεύεται ένα καλύτερο κόσμο, αγνοώντας ότι η ύπαρξή της ακροβατούσε στον Τόπο και το Χρόνο” (σελ. 36). Αργότερα στις σελίδες 108, 143, 181, 218, 300 και 318 σταδιακά αποκαλύπτεται το μυστικό του θανάτου της: “από την έκπληξή της – ο Χάρος ανάσαινε ήδη παγωμένα στις παρειές της, τον ένιωθε-δεν πρόλαβε να βγάλει άχνα, το κεφάλι της χτύπησε στις σαπιόπετρες και έμεινε εκεί”.

Η Αθηνά, η μικρή κόρη, κλείνεται τότε στην Παιδόπολη της Λάρισας, όπου ανάμεσα σε εκατοντάδες παιδιά μεγαλώνει ψάχνοντας τον εαυτό της. Η Ειρήνη, η Ζήνα, η Αναστασία, η Στέλλα η Λιάνα, κάποια από τα 250 κορίτσια που φιλοξενούνταν εκείνο το διάστημα στην Παιδόπολη βιώνουν τη φιλία, τα ερωτικά σκιρτήματα, την πειθαρχία, την κοινωνική αδικία. Η φαντασία απελευθερώνει: “Μπροστά στην Αθηνά μια ρυτιδιασμένη θάλασσα. Ο αέρας, άστατος, αλλάζει απροειδοποίητα τη φορά του μικρού πράσινου κυματισμού. Πότε πότε, οι γλάροι κάνουν βαθιές βουτιές μέσα σ το νερό και ευχαριστημένοι για τη λεία τους πετούν πάλι μακριά κρώζοντας θριαμβευτικά. Είναι προσηλωμένη να κοιτάζει στο βάθος του ορίζοντα. ΄Οπου να ΄ναι, θα φανεί η βάρκα του παππού Στάθη, ίσως να είναι και ο πατέρας μέσα. Αργούν να φανούν και ο άνεμος δυναμώνει. Τα δάκτυλα της, γαντζωμένα πάνω στα σιδερένια ελάσματα, έχουν αρχίσει να μελανιάζουν, η μύτη τρέχει. Δεν πάει και να φύγει, αν δεν δει τη βάρκα να ξεμυτίζει, δεν έχει σκοπό να τοκουνήσει ρούπι από τη θέση της” (σελ. 187) Κι όμως μπροστά της έχει τον κάμπο με τα φρεσκοφυτρωμένα σπαρτά και οι γλάροι έγιναν κουρούνες. Η Αθηνά που όταν μεγαλώσει, θέλει να γίνει Μαρία Κιουρί, Ιούλιος Βέρν, Σιμόν νε Μπωβουάρ.

Η μεγαλύτερη κόρη , η Ευθαλιά, το Φταλιώ, η Θάλεια, με το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του σώματός της, παντρεύεται τον εύπορο Νίκο, έναν σύζυγο-δυνάστη. “Γύρω της συνωστίστηκαν σκιές προγόνων (σελ. 94). Για να βρει την ελευθερία της σκέφτεται να τον δηλητηριάσει.

Οι ζωές των ηρώων περιπλέκονται με σφικτό υφάδι.

Η Γιώτα Κούγιαλη σκιαγραφεί τη ζωή στις Παιδοπόλεις, τη δεκαετία του ΄60 και τις πολιτικές αναταράξεις της, τις σχέσεις των δύο φύλων, τους πόθους και τα πάθη. Στηρίζει τη μυθοπλασία της σε γεγονότα πραγματικά, σε βιώματά της αλλά και σε μαρτυρίες άλλων παιδιών που έζησαν σε ιδρύματα. Ο γάμος της πριγκίπισσας Σοφίας, ο βασιλικός γάμος του Κωνσταντίνου, η παραίτηση του Καραμανλή από την προεδρία της ΕΡΕ και η αναχώρηση του για Παρίσι, η δικτατορία, το Δημοψήφισμα, το πραξικόπημα του βασιλιά, το δυστύχημα με το καράβι από το Ηράκλειο με τους 273 πνιγμένους, ο Οδηγισμός, αλλά και γεγονότα σε διεθνές επίπεδο, όπως η δολοφονία του Κένεντυ, ο Τσε Γκεβάρα, η Βίκυ Λέανδρος, το Τείχος, η κατάκτηση της σελήνης, η τηλεόραση. Η παιδική μας ηλικία συνομιλεί με τα χρόνια εκείνα της δεκαετίας του 1960 αρχές δεκαετίας 1970 με τραγούδια, όπως Νιάου βρε γατούλα, Μαντουβάλα αγάπη γλυκιά μου, χάρτινο το φεγγαράκι, ο ΄Ολυμπος κι ο Κίσσαβος, Η Χριστινιώ, Στρώσε το στρώμα σου για δυο, ΄Ελα βρε Χαραλάμπη, Η Ελαφίνα, με χορούς όπως το χάλι γκάλι και η γιάγκα, με ταινίες όπως Η Γκόλφω, Η Μελωδία της Ευτυχίας, Η θεία μου η χίπισσα, τα τέκνα του πλοιάχου Γκραντ και με βιβλία Πολυάννα: το παιχνίδι της χαράς, Ταξίδι στο Κέντρο της Γης, Οι μικρές κυρίες, Χωρίς Οικογένεια, οι Μύθοι του Αισώπου. Τα γεγονότα ιστορικά, πολιτιστικά, κοινωνικά επηρεάζουν τα παιδιά σε συνδυασμό με τις σχέσεις τους με τους δασκάλους και τις υπάρχουσες οικογένειες και διαμορφώνουν ταυτότητες και συναισθήματα. Το βιβλίο της είναι ένα δραματικό μυθιστόρημα απαλλαγμένο από μελοδραματισμό, με αισιόδοξη ματιά και υφέρπον χιούμορ που απαλύνει την αγωνία στις συγκλονιστικές ανατροπές.

 

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα, μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδόσεις Μίνωας

Η Μαργαρίτα κρατούσε κάτι σιχαμένα, εκνευριστικά κίτρινα λουλούδια. Ο διάολος ξέρει πώς τα λένε, αλλά για κάποιο λόγο φωτρώνουν κυρίως στη Μόσχα. Και αυτά τα λουλούδια ξεχώριζαν πολύ έντονα πάνω στο μαύρο της παλτό. Κρατούσε κίτρινα λουλούδια! ΄Ασχημο χρώμα.....Με εντυπωσίασε όχι μόνο η ομορφιά της, όσο εκείνη η ασυνήθιστη, η αδιανόητη μοναξιά στο βλέμμα της! Σαν να υποτάχτηκα κι εγώ σ΄ εκείνο το κίτρινο νεύμα, και έστριψα πίσω της στο στενάκι, ακολουθώντας την... Ο έρωτα πετάχτηκε μπροστά μας, όπως ξεπηδάει απ΄ το λαγούμι του ο δολοφόνος στο στενάκι, και μας έσφαξε και τους δύο με τη μία:: ΄Ετσι χτυπάει μόνο κεραυνός, μόνο φινλανδικό μαχαίρι χτυπάει έτσι!!... Ναι, ο έρωτας μας παρέσυρε στιγμιαία...”

Για να ξανασυναντήσει τον άνθρωπο που αγαπά, έναν καταραμένο συγγραφέα κλεισμένο σε άσυλο, η Μαργαρίτα συμφωνεί να παραδώσει την ψυχή της στο Διάβολο. Το μυθιστόρημα ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα αποτελεί μια σύγχρονη εκδοχή του μύθου του Φάουστ τοποθετημένη στη Μόσχα της δεκαετίας του 1930 και μια από τις πιο συγκινητικές και δυνατές ιστορίες αγάπης που γράφτηκαν ποτέ.

Τη στιγμή που τα επίσημα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας μέσα από την επιβολή και παντοδυναμία του άχαρου “σοσιαλιστικού ρεαλισμού” υιοθετούσαν και αναπαρήγαν το σταλινικό καθεστώς τρόμου και λογοκρισίας ο Μπουλγκάκοφ συνέγραψε ένα μυθιστόρημα ανατρεπτικό και εξόχως μοντέρνο που συνδύαζε τα ρεαλιστικά στοιχεία με το γκροτέσκο, το χιούμορ με το δράμα, καθώς και διαφορετικές υφολογικές τεχνικές σε τρεις διαφορετικές ιστορίες σε ξεχωριστά και πολλαπλά αφηγηματικά επίπεδο, με ανάλογες αντιδράσεις από την μεριά του αναγνώστη. Γέλιο και κριτική στάση απέναντι στην εξουσία και στους υποτακτικούς της στην πρώτη ιστορία της επίσκεψης του Βόλαντ στη Μόσχα, συγκίνηση και τρυφερή συμπόνοια στην ερωτική ιστορία του Μαιτρ με την Μαργαρίτα, αγωνία και αναστοχασμός για τις συνέπειες της δειλίας και της αναποφασιστικότητας, καθώς και για την τύχη της αρετής και της ειλικρινείας στο μυθιστόρημα του Μαιτρ, που αφορά στον Πόνιο Πιλάτο. 

Με ποιητικές περιγραφές, όπως “Η νύχτα με το φεγγάρι σήμερα είναι ανήσυχη”, “ Η νύχτα είχε χαθεί ανεπιστρεπτί”, “Η μέρα έπεφτε ασυγκράτητη πάνω στον ποιητή”, “ο ποιητής δεν έχει κερδίσει το φως, έχει κερδίσει τη γαλήνη” και παραπομπή σε άλλες διαστάσεις: “ Οι γνωρίζοντες καλά την πέμπτη διάσταση δεν το έχουν σε τίποτε α διαστείλουν τον χώρο στα επιθυμητά όρια” (σελ. 380)

Οι επισκέπτες: Αν πράγματι υπήρξαν αυτές οι σιλουέτες ή απλώς τις είχαν ονειρευτεί οι τρελαμένοι από τον τρόμο τους ένοικοι της κακότυχης πολυκατοικίας στη Σαντόβαγια, είναι φυσικά αδύνατον να το πει κανείς με ακρίβεια. Αν υπήρξαν, το πού ακριβώς κατευθύνθηκαν είναι επίσης αδύνατον να το γνωρίζει κανείς (σελ. 525)

Ο Ιούδας: “ Την ίδια ώρα από ένα άλλο στενό στην Κάτω Πόλη, από ένα στενό μπερδεμένο που κατέβαινε με σκαλοπάτια σε μια από τις λιμνούλες της πόλης, από την εξώπορτα ενός ασήμαντου σπιτιού που ο πίσω τοίχος του ήταν στραμμένος στο στενάκι και τα παράθυρα σε μια αυλκή βγήκε ένας νέος άνθρωπος με περιποιημένο γένι, με καθαρή κεφίγια που έπεφτε στους ώμους του, ένα νέο γαλάζιο ταλίτ για τη γιορτή με κόμπους στην άκρη, καθώς και καινούρια τριζάτα σανδάλια. Ο ομορφονιός με την καμπουρωτή μύτη που είχε στολιστεί για τη μεγάλη γιορτή, περπατούσε αποφασιστικά, παραμερίζοντας τους περαστικούς που βιάζονταν να επιστρέψουν στα σπίτια τους για το εορταστικό τραπέζι, ενώ κοιτούσε πώς φωτιζόταν το ένα παράθυρο πίσω απ΄ τ΄ άλλο. Ο νεαρός περπατούσε στον δρόμο που περνούσε δίπλα από το παζάρι προς το παλάτι του αρχιερέα Καϊάφα, το οποίο βρισκόταν στους πρόποδες του λόφου του Ναού (σελ. 474)

Ο Λεβί Ματθαίος: Ο νεοφερμένος, κάτω από σαράντα χρονών, ήταν πολύ μαυριδερός, κουρελιάρης, σκεπασμένος με ξεραμένες λάσπες, κοιτούσε με βλοσυρό βλέμμα λύκου. Κοντολογής, ήταν πολύ ατημέλητος, και μάλλον έμοιαζε με ζητιάνο της πόλης, από αυτούς που συνωστίζονται στα μπαλκόνια του Ναού ή στα παζάρια της θορυβώδους και βρόμικης Κάτω Πόλης (σελ. 496).

Η Συγχώρεση: Θεοί, θεοί μου! Πόσο θλιβερή είναι η γη το βράδυ! Πόσο μυσρτηριώδεις είναι οι ομίχλες πάνω από τα έλη. ΄Οποιος έχει περιπλανηθεί σ΄ αυτές τις ομίχλες, όποιος έχει πολύ υποφέρει πριν από τον θάνατό του, όποιος έχει πετάξει πάνω απ΄ αυτή τη γη, κουβαλώντας πάνω του αβάσταχτο φορτίο, αυτός ξέρει. Ο κουρασμένος ξέρει. Αυτός που χωρίς να λυπηθεί θα εγκαταλείψει τις ομίχλες της γης, τα έλη και τα ποτάμια της και θα παραδοθεί με ανάλαφρη ματιά στα χέρια του θανάτου, γνωρίζοντας πως αυτός και μόνον αυτός θα τον παρηγορήσει (σελ. 572)

Και δύο βασικές διαπιστώσεις : Τα χειρόγραφα δεν καίγονται (σελ. 435) Μία φράση που χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα για να εκφράσει την παντοδυναμία και τη διαχρονικότητα του γραπτού λόγου και εκστομείται από τον Βόλαντ, τη μορφή του Σατανά στη Μόσχα.

Ελεύθερος χρόνος υπήρχε τόσος όσος χρειαζόταν, ενώ η καταιγίδα θα ερχόταν προς το βραδάκι, και η δειλία ήταν αναμφίβολα μια από τις χειρότερες αμαρτίες. Αυτά είχε πει ο Χα-Νότσρι. ΄Οχι, φιλόσοφε, σε αυτό έχω αντίρρηση: είναι η χειρότερη αμαρτία από όλες (σελ. 483)

Ο συγγραφέας δούλευε το μυθιστόρημα δώδεκα χρόνια εν μέσω απόλυτης κυριαρχίας της σταλινικής γραφειοκρατίας, έχοντας επίγνωση ότι δεν υπήρχε καμιά πιθανότητα να δει εν ζωή την έκδοση του βιβλίου του. Υμνώντας την ελευθερία των καλλιτεχνών εναντίον κάθε μορφής λογοκρισίας, αυτό το αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1970, καθιστώντας τον Μπουλγκάκοφ ισάξιο των μεγάλων κλαστικών: Ντοστογιέφσκι, Γκογκόλ, Τολστόικαι Τσέχωφ.

Σήμερα ογδόντα χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα, το μυθιστόρημα Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα φαντάζει πάντα επίκαιρο – όσο επίκαιρα μπορούν και παραμένουν πάντα το γέλιο, ο έρωτας και ο αντίκτυπος της εξουσίας στη ζωή των ανθρώπων  (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)



Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020

Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Τί είδε η γυναίκα του Λωτ; εκδ. Καστανιώτη

Σαράντα αιώνες μετά τη βιβλική καταστροφή στα Σόδομα και τα Γόμορα, η ίδια εκείνη γη στις όχθες της Νεκράς Θάλασσας ανοίγει και ένα μυστηριώδες βιολετί αλάτι αναβλύζει. Η εμφάνιση του αλλάζει τη γεωγραφία τριών ηπείρων και μονοπωλεί το ενδιαφέρον της αγοράς. “Οι Παριζιάνοι που κάποτε αποτελούσαν τον ομφαλό της ηπείρου, ήταν τώρα υποχρεωμένοι να αντικαταστήσουν τα ευέλικτα ποταμόπλοιά τους με υπερπόντια βαπόρια, το γνώριμο μονοπάτι του ποταμού τους με τον αχανή μεσογειακό ορίζοντα που έδειχνε να μην έχει τέλος” (σελ. 7). Η νέα ουσία δεν υπηρετεί, αλλά υπηρετείται. Καταδυναστεύει με τις ιδιοτροπίες της. Εθίζει με τη γεύση της. Υποδουλώνει με την αθόρυβη επιρροή της. “Καημένε Ρίτσμοντ, άμα σ΄ αγγίξει μια φορά το βιολετί, θα το κουβαλάς για πάντα μέσα σου κι ας τρίβεσαι με σύρμα μέχρι να γεράσεις” (σελ. 27) Τα σύγχρονα Σόδομα, η “Αποικία”, αποδεικνύονται πιο πανούργα και από τη βιβλική ακόμη εκδοχή τους. “Η Κοινοπραξία κατά βάθος αδιαφορεί για το δόγμα, αφού το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η ιστορία της καταστροφής των Δίδυμων Πόλεων, η οποία εμφανίζεται σε όλα τα ιερά βιβλία, τη Βίβλο, την Τορά, το Κοράνι” (σελ. 341). Μια αποπνικτική ατμόσφαιρα περιβάλλει τα καλά κρυμμένα μυστικά τους, και μόνο ένας άνθρωπος είναι σε θέση να τα ανακαλύψει, ο ανυποψίαστος Φιλέας Μπουκ, που μια νύχτα αλλιώτικη από τις άλλες θα κληθεί να λύσει το πιο σημαντικό σταυρόλεξο που επινοήθηκε ποτέ. “Χάσατε συγγενείς στην Υπερχείληση, κύριε Μπουκ; ΄Εχασε κάτι πολυτιμότερο, την πίστη του” (σελ. 90), όταν “Σχηματίσθηκε μια τεράστια λίμνη μεταξύ των τριών ηπείρων, απο το Γιβραλτάρ μέχρι την Ερυθρά και τη Μαύρη Θάλασσα, στον βυθό της οποίας κοιμούνταν νικημένα τα μνημεία ρομαντικών πολιτισμών, που Ανατολή και Δύση συντηρούσαν μέχρι τότε ζηλόφθονα... Το νερό δεν πήρε μόνο ψυχές και κτίρια, αλλά και την πεποίθηση ότι το σύμπαν λειτουργεί με κανόνες που κατανοούμε, ότι η ύπαρξή μας δεν αποτελεί σύντομο και γελοίο διαλείμμα μέσα στην απεραντοσύνη της ανυπαρξίας” (σελ. 98). Στην αναζήτησή του για τυς αγαπημένους του ανασύρει τις επτά επιστολές από τους αγνοούμενους αγαπημένους του “Οι επιστολές εν αγνοία των συντακτών, απορρόφησαν ολόκληρο τον κόσμο που χάθηκε, μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια. Αυτές οι κάψουλες συσσωρευμένης μνήμης θα χρησίμευσαν ως φάρμακο για τους επτά αμνήμονες... Νόμιζε ότι άκουγε επτά όργανα ορχήστρας, που το καθένα έπαιζε άλλες συγχορδίες, αλλά όλα μαζί παρήγαγαν αρμονικότατο μουσικό αποτέλεσμα. Στο βάθος παίζανε την ίδια μελωδία, παρά τα εκκεντρικά σολάκια τους, που δεν ήταν άλλη από την αγάπη τους γι΄ αυτόν – ή μήπως την δική του αγάπη για κείνους; (σελ. 162).

Τέλη Αυγούστου έξι αξιωματούχοι της Αποικίας ο Χαβιέ Τουρία Χερμενεγκίλιτο με ιδιότητα Πρόεδρος Δικαστηρίου και δηλωθέν όνομα Μπερνάρ Μπαντώ, ο Σελίμ Ντουντέν Μπερκάντ με ιδιότητα Διοικητής Φρουράς και δηλωθέν όνομα ΄Αντριου Ντρέικ, ο Ντουσάν Ζέτα Ντανίλοβιτς με ιδιότητα Ορθόδοξος Ιερέας και δηλωθέν όνομα Μόντεγκιου Μοντενέγκρο, ο Νικονιέμ Λε Ρου με ιδιότητα Ιδιαίτερος Γραμματέας Κυβερνείου και δηλωθέν όνομα Σαρλ Σικουάν, ο Αρντουίνο Τιβέριο Φλαγκράντε με ιδιότητα Διευθυντής Υγειονομείου και δηλωθέν όνομα Νικολό Φαμπρίτσιο, η Τζούντιθ Σουόρνλέικ με ιδιότητα σύζυγος του Κυβερνήτη, Προϊσταμένη Προσωπικού και Υπεύθυνη Εξοπλισμού Κυβερνητικού Μεγάτου και δηλωθέν όνομα Ρεγγίνα Βερά, με τις επιστολές τους συντάσσουν το Επιστολόλεξο που καλείται να λύσει ο Μπουκ. “΄Εδινε την εντύπωση πως τον ενδιέφεραν τα πάντα εκτός από το κείμενο, το οποίο διάβασε αστραπιαία, σχεδόν διαγώνια, μέσα σε λίγη ώρα. Θα τον έλεγες μάλλον “ακροατή” παρά “αναγνώστη”, αφού περισσότερο αφουγκραζόταν τις επιστολές παρά τις διάβαζε, ενώ οι μορφασμοί στο πρόσωπό του πρόδιδαν πως οι πνιχτοί υπέρηχοι, που δραπέτευαν σαν δακτυλίδια αόρατου καπνού από τους έξι γραφικούς χαρακτήρες, τον ταλαιπωρούσαν αφάνταστα (σελ. 253). ΄Οταν ο Μπουκ καλείται από την Ανώτατη Διοίκηση να ολοκληρώσει το μαίανδρο του Επιστολόλεξου αρνείται την ύπαρξη υπόγειου ποταμού ανάμεσα στις έξι επιστολές : Ούτε σταγόνα δεν διατρέχει υπογείως τις επιστολές. Είναι ακριβώς ό,τι δείχνουν: εκατό τα εκατό ορατές, εκατό τα εκατό στεγνές” (σελ. 259), ενώ “ποτέ στην έως σήμερα καριέρα του, δεν συνάντησε έξι επιστολές που να δένουν τόσο συγκλονιστικά μεταξύ τους, σαν πίδακες που εκτοξεύονται από φράγμα και βουτάνε στον ίδιο γκρεμό, με γνησιότητα τόσο ζωώδη κι ασυγκράτητη που κόντευε να τον πνίξει” (σελ. 263). ΄Ομως παρόλο που το σώμα του επιστολόλεξου ήταν έτοιμο, έλειπε η αιτία της ύπαρξής του, η διαγώνια επιστολή, που θα έδινε στο σχήμα την τρίτη του διάσταση και θα χρωμάτιζε με νοήματα τις λέξεις. Αυτό σήμαινε ότι ο μαίανδρος δεν είχε λύση, έλειπε δηλαδή το “γιατί” (σελ. 265). Ανακαλύπτει ότι η έβδομη επιστολή είναι η επιστολή της Λευκής Μπατώ “ελευθέρωσέ με” (σελ. 475). Αναρωτιέται : Πού βρήκαν το σθένος αυτοί οι νοσηροί ανταγωνιστές, οι μολυσμένοι από τα διαλυτικά ελιξήρια των Εβδομήνταπέντε, να σφυρηλατήσουν τέτοια συμπαγή ενότητα; Πώς κατόρθωσαν έξι σακατεμένες ψυχές , έξι ναυάγια, που υφίστανται την πολύπλοκη υποδούλωση της Αποικίας, να πιστέψουν στη δύναμή τους; Ο Μπουκ συνειδητοποίησε ξαφνιασμένος ότι ανακτά την εμπιστοσύνη του στους ανθρώπους και το ενδιαφέρον του γι΄ αυτούς (σελ. 480).

Τί είδε η γυναίκα του Λωτ;  

΄Ενα τέτοιο έγκλημα τιμής απέναντι στους Εβδομήντα πέντε χρειάζεται τουλάχιστον έναν αυτόπτη μάρτυρα για να νομιμοποιηθεί, να μην αφήνει αμφιβολίες ότι πραγματοποιήθηκε. Χρειάζεται μια γυναίκα του Λωτ, που θα στρέψει την κρίσιμη στιγμή το κεφάλι για να βεβαιωθεί ότι τα Σόδομα καταστράφηκαν χωρίς να φοβάται αν η ίδια θα μετατραπεί σε στήλη άλατος. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο διάλεξαν τον Φιλέα Μπουκ, ο οποίος είδε το τέλος της Κοινοπραξίας πριν οι άλλοι προλάβουν να δουν την ακμή της (σελ. 478). ΄Ενα φαντασμαγορικό μυθιστόρημα, ένα συνεχές διανοητικό παιχνίδι, μια ανεπανάληπτη αλληγορία για το φόβο, την αμαρτία και την ενοχή, που ενεδρεύουν άλλοτε στους υγρούς δρόμους του “παραθαλάσσιου” Παρισιού κι άλλοτε στους σκοτεινούς διαδρόμους της ανθρώπινης συνείδησης.(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)