΄Ένα βιβλίο για τον πόλεμο, ένα βιβλίο που δονείται από την ομορφιά της ζωής, καθώς ο αναγνώστης βιώνει την αποτρόπαιη πραγματικότητα του πολέμου, βυθίζεται στη ζεστασιά της γλώσσας, λαχταράει την ειρήνη. Γυρίζουμε τις σελίδες με δέος, ποιητικός λόγος που υμνεί τη ζωή, την αγάπη, την αδελφοσύνη των λαών. Μαγεία αναδύεται μέσα από τις γραμμές καθώς ο Μυριβήλης ξετυλίγει το κουβάρι των στιγμών στο μέτωπο του πολέμου, καθώς οι ήρωες ξεπηδάνε μέσα από την πένα του, ο Μιχάλης (η Μ΄χαγήλους), ο Μπήλιος, ο Γιγάντης, ο Ζαφειρίου, ο ο Αλιμπέρης, ήρωες που φοβούνται, αλλά τολμούν, ήρωες που λαχταρούν να ζήσουν, αλλά χάνονται, ήρωες γραφικοί, ήρωες ανδρείοι, ήρωες ανθρώπινοι, οι δικοί μας άνθρωποι. To έργο αυτό του Μυριβήλη είναι μια μύηση στην ιδέα της πανανθρώπινης ενότητας. Αλλά καθώς οι λέξεις μοιάζουν λιγοστές για να περιγράψουν τις εντυπώσεις από το συγκλονιστικό αυτό βιβλίο, ας μιλήσει ο ίδιος ο συγγραφέας κι ας βιώσει ο κάθε αναγνώστης τη γλυκύτητα και το όνειρο, την ελπίδα και την συγκίνηση, τη θλίψη και την προσδοκία, την παράδοση στην ομορφιά και την αγάπη!
΄Ένα τέλος που είναι μια αρχή
Κάθεσαι κάπου με τον άνθρωπό σου. Κάθεσαι μαζί του μέσα σε μια καμαρούλα που δεν είναι κανείς άλλος από τους δυο σας έξω από μερικά καλά βιβλία, ένα-δυο ζουγραφιές στους τοίχους, μια λάμπα που περιμένει τη νύχτα με χτυποκάρδι, ένα καλαμάρι (τι σπουδαίο πράμα ένα καλαμάρι!) κι οι καρέκλες ένα γύρω γεμάτες υπομονή. Κανένας από τους δυο σας δε μιλά. Καθένας είναι παραδομένος στους λογισμούς του. Μπορεί και να μη συλλογιέται συνειδητά τίποτε. Τότες είναι η πιο σπουδαία στιγμή, γιατί η Ψυχή σου, λεύτερη σα χελιδόνι, ξεφεύγει κι ανταμώνει την απέραντη ψυχή του κόσμου και χάνεται και χωνεύει μέσα της αδελφικά. ΄Όμως τις πιο πολλές φορές η Ψυχή σου μιλάει με την Σιωπή της. Ωστόσο, για πρόσεξε πόσο α π α ρ α ί τ η τ ο ς σου είναι ο άλλος, ο εκλεχτός, που κάθεται δίπλα σου αμίλητος, ή λέει κάπου κάπου καμιά κουβέντα που είναι η φτωχή απολογία του λογικού του για τη γλυκόφωνη σιωπή! Κάθεται σιωπηλός κι αυτός, ανυποψίαστος ακροατής μπροστά στην άφωνη μοναχοκουβέντα σου. Και μόλις κάνει να σηκωθεί να φύγει από κοντά σου, εσύ – πάει πια – σου είναι των αδυνάτων αδύνατο να συναγρικηθείς σιωπηλά μέσα στα βάθη του εαυτού σου.
Καμιά φορά, ύστερ΄ από μια τέτοια συντροφική σιωπή σηκώνεσαι να φύγεις και χαμογελάς στο φίλο σου, που μαζί-μαζί δεν είπατε τόση ώρα τίποτα. ΄Όμως την ίδια ώρα, νιώθετε την ψυχή σας πιο δυνατή, πιο λεύτερη και πιο μεστή. Γιατί ένα σωρό αλήθειες την άγγισαν αλαφρά, σαν ρόδινες πεταλούδες, με τα φτερά τους (σελ. 14).
Η λογική είναι το πιο αδύνατο μετερίζι μπροστά στις έξαλλες και ακατανίκητες ενέργειες της ψυχής και της φαντασίας (σελ. 25)
Να βρέχει και νάσαι μέσα σ΄ ένα σπιτάκι. Να τρίζουν τα κούτσουρα της ελιάς στο παραγώνι. Να βλέπεις τη βροχή πίσ΄ από τα τζάμια. Και κοντά σου νάναι η αγάπη. Κι ένα βάζο φρέσκα λουλούδια. Κι ένα βιβλίο.) Τ΄ είν΄ αυτό; Τα μάγουλά μου είναι ογρά. Απ΄ τη βροχή; (σελ. 34)
΄Ανοιξα μεγάλα τα μάτια, να κοιτάξω δυνατά και περιληπτικά όλη τη Φύση την κρουστή, να πιω μονορούφι όλο της το νόημα, σαν άνθρωπος που πρόκειται να στραβωθεί σε λίγο για πάντα (σελ. 45)
Ο λόφος με τις παπαρούνες
Είναι και μια μέρα χαρούμενη μέσα στις άσκημες μέρες της πορείας. Μια μέρα γαλάζια και κόκκινη, με ανοιξιάτικον ουρανό, γεμάτη μαβιά μάτια, κόκκινα αγριολούλουδα και αργά μελαγχολικά τραγούδια.
΄Ηταν ένας λόφος άλικος από τις παπαρούνες. Ξεκουραζόταν ένα Ρούσικο Σύνταγμα, που τραβούσε κι αυτό για το μέτωπο. Εκεί μας σταματήσανε κι εμάς. Είχε μπόλικο νερό και πρασινάδα δίπλα. Στήσαμε πυραμίδες τα όπλα και φάγαμε κοντά τους. Μας σίμωσαν κάτι μεγαλόσωμα παλικάρια με τριανταφυλλιά μάγουλα, με χοντρές μπότες και μπλούζες παιδιάτικες δίχως κουμπιά. Τα πηλίκιά τους είχαν κεραμίδι στενούτσικο……….
Φάγαμε μαζί, κουβεντιάσαμε ώρες δίχως να καταλαβαίνει γρι ο ένας από τη γλώσσα του αλλουνού. ΄Όμως συνεννοηθήκαμε περίφημα. Η αγάπη κι η όχτρα έχουνε διεθνή γλώσσα.
…………………………………………..
Σαν κάμαμε τις τετράδες να φύγουμε, οι Ρούσοι βάλανε παπαρούνες μέσα στις μπούκες των ντουφεκιώ μας. ΄Ητανε σα μια παράξενη λιτανεία με ατσαλένιες λαμπάδες, που στην κορφή τους άναβε η πιο χαρούμενη φλόγα.
….Πόση αγάπη υπάρχει μέσα στον κόσμο! ΄Αφθονη σαν ποτάμι που χύνεται μέσα σ΄ έναν κάμπο. Ανθισμένη σαν ένας λόφος κόκκινος από τις παπαρούνες, που σε φωνάζουνε να τις κόψεις. Δεν έχεις παρά να σκύψεις να τις κόψεις.
Για τη μνήμη
Μάλωνα συχνά με τον αδερφό μου, τον έδερνα ταχτικά. Η μνήμη μου αρμενίζει σ΄ ένα ήρεμο πέλαγο από γλυκιές ακαθόριστες εντύπωσες αλλοτινές, μισοξεχασμένες. Χρώματα κινούνται, πρόσωπα σχεδιάζουνται, μυρωδιές, τραγούδια, σχήματα. Μικρές χαρές καραβίζουν, ξεθωριασμένα λουλουδάκια πατημένα στο χοντρό συναξάρι του χρόνου. Μικρές θλίψες που τι δε θάδινε κανένας να τις ξαναδοκιμάσει. Ονείρατα και φαντασίες και περιστατικά, ακόμα νοσταλγίες από διαβάσματα. Είναι τα γλυκοθύμητα υπόλοιπα μιας παιδιάστικης ζωής, που έσβησε κι άφησε μονάχα το λαφρύ κι ασύλληπτο μύρο της να πλανιέται πάνω από την τελματωμένη ψυχή. Τ΄ ανεσκαλίζεις και μοσκοβολάνε σαν μαραμένα βασιλικά (σελ. 131).
Για το Θάνατο
Η παρουσία του Θανάτου είναι παντού. Αγγίζει όλα, τα τυλίγει όλα μέσα στην πικρή ουσία του, τους δίνει μιαν ιδιαίτερη όψη και μια σημασία συμβολική. Η γέψη του είναι αδιάκοπα στα χείλια μας. Είμαστε όλοι υποτακτικοί του. Ζούμε στο βασίλειό του από παραχώρεσή του, κάθε στιγμή μπορεί να φυσήξει μέσα στις μονιές μας το κρύο χνώτο του(σελ. 138).
Για τα συρματοπλέγματα του πολέμου
Είναι ο αγριόβατος που φύτρωσε από τον πόλεμο και τύλιξε την οικουμένη. Είναι ένα σιδερένιο φιδόχορτο, ένα περικοκλάδι δίχως φύλλα, όλο νύχια και δόντια. Ποτίζεται με ζεστό αίμα, θεριεύει κι απλώνει τις κουλούρες του. Βλασταίνει και κλαδίζει μόνο μέσα σ τη νύχτα, πιάνεται παντούθε με τις ακατέλυτες κληματίδες του. Τύλιξε τη Γη κι είναι «ο ακάνθινος στέφανος του μαρτυρίου της». ΄Οπου φυτρώσει το συρματόπλεγμα μαραίνουνται τα λουλούδια, φυλλορροούν τα δέντρα, μαραζώνουν οι ανθισμένες μηλιές, οι ροδιές κιτρινίζουν. Είναι τ΄ αγκάθι που ριζοβόλησε, κυρίεψε και χέρσωσε τα χωράφια και τις καρδιές (σελ. 140).
Η μυστική παπαρούνα
΄Ηταν ένα λουλούδι εκεί. Συλλογίσου. ΄Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου ξεφανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα πούναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ΄ άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σα μικρή βελουδένια φούχτα. Αν μπορούσε να τη χαρεί κανείς μέσα στο φως του ήλιου, θάβλεπε πως ήταν άλικη, μ΄ έναν μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαύρες βλεφαρίδες στη μέση. Είναι θραψερό λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί του είναι ντούρο και χνουδάτο. ΄Εχει κι ένα κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ΄ αργήσει ν΄ ανοίξει κι αυτός. Και θάναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής. Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ. Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ΄ αυτό μου αποκαλύφτηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι και τ΄ ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. ΄Ετσι λέω θάναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπιν σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δακτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμυδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Είπα σιγά – σιγά: Καληνύχτα … καληνύχτα και νάσαι βλογημένη (σελ. 185).
Για τη ζωή
Ωχ, είναι καλά νάσαι εικοσιδυό χρονώ, να γύρισες ζωντανός από το χαράκωμα, νάσαι ερωτευμένος και νάχεις μέσα σου την Ελλάδα. Η ζωή είναι αχόρταστα όμορφη. Μπορώ να ζυγιάσω και να φωνάξω τώρα υπεύθυνα την αμέτρητην αξία της. Μπορώ να τη γευτώ στάλα-στάλα σαν σοφός κρασοπατέρας. Αιστάνουμαι κατάβαθα πόσο ακριβή μου είναι η κάθε στιγμή που περνάει πάνωθέ μου. Θέλω ναν τη σταματήσω και να της το πω στ΄ αυτί: Τράβα στο καλό και συ, μα ξέρε το. Σε κατάλαβα που πέρασες. Σ΄ ένιωσα, σε χάρηκα και σ΄ ευχαριστώ!
Είμαι ξαφνικά γεμάτος χαρά και συγκίνηση. Είναι ένα παράξενο συναίστημα. ΄Ολη μου την ύπαρξη την νιώθω σαν ένα όργανο ευγενικό και ηχερό. Τρομαχτικά ευαίσθητο. Εϊναι τεντωμένες πάνω του χιλιάδες, χιλιάδες λεπτεπίλεπτες χορδές χρυσές. Σαν τρίχες χρυσές. Αυτό το όργανο τρέμει μουσικά. Πάλλεται και βουϊζει γλυκά σαν να τραγουδούν μέσα του λαός πολύχρωμα έντομα, μικρούλια σαν μόρια σκόνης που παίζουν ηχερά τις φτερούγες και βγαίνουν άπειρες, άπειρες μικρές φωνούλες… Εγώ ΄μια αυτό το όργανο το πολύ λεπτό, το πολύ ευαίσθητο. Και απαντά στο κάλεσμα της ζωής, που βουϊζει σιγαλινά, γλυκά και παραπονετικά με τις χίλιες χιλιάδες τις ξανθές χορδές του. Είμαι ένας μερακλής της ζωής και μου αξίζει που τη ζω! Μα το Θεό, μου αξίζει που τη ζω… Ποτές μου πριν έμπω στο χαράκωμα δεν είχα υποψιαστεί την πραγματικήν αξία της ζωής. ΄Όμως τώρα και μπρος τη χαίρουμαι στιγμή προς στιγμή. ΄Εγινα ο τσιγκούνης που την ξοδεύει μια-μια πεντάρα. Γιατί ο καιρός είναι μετρημένος αυστηρά, σαν του στρατιώτη που παίρνει άδεια για το χωριό του. Είμαι μια σαΐτα που τινάχτηκε από τη χορδή του δοξαριού σου, Ζωή, και τρέχει πάνω στην καμπύλη του πεσιμού της. Είμαι μια στάλα νερό που πήδηξε μέσα στο φως από τ΄ αφρισμένο ρουθούνι του κυμάτου και ξαναπέφτει μέσα στον καταποτήρα της άβυσσος. Τώρα είμαι άξιος να σταθώ και να σε απολάψω, Ζωή. Από τη στιγμή που άρχισες να σαλεύεις και να φιδοσέρνεσαι σαν ερπετό μες από τη σκοτεινιά της ανυπαρξίας, ως την τελευταία σου στιγμή που θα σβήσεις. Ας ήμουν εγώ το βλέφαρό σου που θα πέσει να κλείσει για πάντα! Ας ήμουν η στερνή στάλα της στεγνωμένης κλεψύδρας σου. Η μικρή σου τελεία ας ήμουν. Κι ας ήμουν, έστω, ένα ταπεινό χουχλιδάκι σε μιαν ακρογιαλιά της Ελλάδας ανεκατωμένο με τον άμμο, ένα χουχλίδι που θα πίνει μόνον ήλιο και θα το μετατοπίζουν τα δροσερά κύματα (σελ. 208).
Για τη νοσταλγία
Ποιος είδε ομορφότερα ηλιοβασιλέματα από μένα; ΄Ηταν Λεσβιακά ηλιοβασιλέματα και τάβλεπα να διαβαίνουν αργά-αργά μέσα στα μάτια σου. Εκεί βαθιά έτρεμε η ψυχή σου η ερωτεμένη, με την αγωνία μιας καρφιτσωμένης πεταλούδας…΄Ωρες ώρες κάθουμαι και αναρωτιέμαι: Πώς μπόρεσα τόσον καιρό και ζω δίχως την ελληνική θάλασσα;… Η θάλασσα…μια θαυμαστή λέξη που μυρίζει, φωνάζει και φυσάει. Σφαλνώ τα μάτια και τη λέω έτσι απανωτά με πολλά «σ». Τη λέω σιγανά και αφουγκράζομαι τη φωνή μου. Ακούγω τότες όλα τα κύματά της τα καλοκαιρινά, σαν ξεσέρνουνται σουσουριστά στα στρωτά μας αμμογιάλια και στα γλειμμένα βότσαλα. Αχαί και τραγουδά αυτή η λέξη. Είναι σαν το κοχύλι που βάζεις στ΄ αυτί στο άνοιγμά του κι ακούς τις φωνές του πελάγου νάρχουνται απ΄ αλάργα (σελ. 235).
Η αισιοδοξία
Ποτές μου δεν ένιωσα νάμαι από τους καταδικασμένους του πολέμου. Ούτε κι από τις μάχες του 12-13 βγήκα ποτές «έκπληχτος» που ζω. Πώς γίνεται να πιστέψω πως είναι μπορετό να πάψω – για πάντα, για πάντα - να γράφω, να κολυμπώ, να τραγουδώ, να τρέχω, ν΄ αγαπώ, να πονώ και να μισώ; Είναι φορές, ακόμη και στις πιο μαύρες ώρες, που μούρχεται να ξεφωνίζω κάτω από το κύμα της χαράς που με συνεπαίρνει και με σηκώνει στην κορφή της ζωής (σελ. 381).
Για το φιλότιμο
Είναι κάτι που το λέμε ελληνικά «φιλότιμο» και κανένας ακόμη δεν ξέρει αρκετά την τρομερή δύναμή του. Αυτό, σαν τη φιλοσοφική λίθο, αλλάζει την ουσία των μετάλλων, κάνει την αλχημεία των ψυχών. (σελ. 400).
.
Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010
Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010
Αιολική Γη
.....Και να, προχτές, που ανοίγω ξάφνου την «Αιολική Γη» του Βενέζη.
Μια γλυκιά γαλήνια ζέστη χύνεται άξαφνα από τα φύλλα του, όχι πια φύλλα βιβλίου μια φύλλα δέντρου, δέντρου νεώτατου και δέντρου προαιώνιου, που με τυλίγει με το σάλεμά του, που θροεί ολοένα σιγανότατα στ΄ αυτιά μου, που επικοινωνεί με το αίμα μου, το νου μου, την καρδιά μου, και με τη σειρά του με βοηθάει να κοινωνώ ξανά σε κάποια νέα μου πλατιά επικοινωνία με τον κόσμο όλο: με τη θάλασσα, με τα βουνά, με τα χωράφια, με τα ζώα, με τις ψυχές. ΄Ενας βαθύς, ένας γαλήνιος αυτοματισμός προωθεί το διάβασμά μου – αυτή η ίδια α-προσπάθεια με την οποία κυλάει η λύμφη στο φυτό, ή δημιουργείται η συμπαθητική ανταπόκριση ανάμεσα απ΄ τις ρίζες ενός δέντρου κι από κάποιες μακρινές πηγές, ανάμεσα μιας πεταλούδας κ΄ ενός κάμπου λουλουδιών – και μου χαρίζει απροσδόκητα έναν τρόπο κ΄ ένα μέσο μιας γλυκύτερης και πιο ήρεμης συνολικής, και του κορμιού και της ψυχής μου, αναπνοής. Είναι η γλυκιά Ιωνική ατμόσφαιρα, είναι η κρυφή, χαμένη θαλπωρή της μυστικής του κόσμου σάρκας που απροσδόκητα ξανάρχεται και πάλι σ΄ επαφή μητριαρχική μαζί μου, είναι η αγνή Ιωνική πνοή του ξεχασμένου και νοσταλγημένου από με τον ίδιο, όπως εξήγησα πρωτύτερα, πολιτισμού. Εδώ δεν κυριαρχεί ένας τόνος, σερνικός ή θηλυκός, εδώ ηχούν αράδα όλες οι φωνές του κόσμου,
όπως η σειρά απ΄ τα κουδούνια του καμηλιέρη,
του «τσιτμή» της «Α ι ο λ ι κ ή ς Γ η ς».
«Τίποτε δεν μπορεί (γράφει ο Βενέζης) να ταράξει την αυστηρή πειθαρχία αυτών των ήχων. Επιβεβαιώνουν την καλή τάξη, τη συμφωνία του κόσμου. Τους ακούει να πορεύονται πίσω του ο τσιτμής, και είναι ήσυχος πως όλα πάνε καλά στη γη. Μπορεί να τύχει μια στιγμή – μια ελάχιστη στιγμή- να λείψει ένας ήχος. Η αρμονία πάσχει μονομιάς κι ο τσιτμής καταλαβαίνει πωςκάτι χάλασε στην τάξη του κόσμου. Τότε μονάχα παίρνει το πρόσωπό του ανήσυχη έκφραση και γυρίζει πίσω του να δει. Σταματά, κατεβαίνει απ΄ το γαϊδούρι του, πάει και ξαναδένει στο καραβάνι την καμήλα που έκοψε το σκοινί. Και η συμφωνία ξαναρχίζει».
Κι ο Βενέζης το ίδιο, σαν ετούτο τον καλό τσιτμή, ενεργεί μέσα σ΄ αυτό του το βιβλίο. Δεν ακουμπά ιδιαίτερα σε κάποιον απομονωμένο τόνο, δε ζητάει την επικράτησή του, δεν υπογραμμίζει περισσότερο ετούτη την πλευρά που προέρχεται στο έργο του απ΄ την Ιστορία, την καθαυτό και τόσο πρόσφατη Ιστορία, απ΄ την άλλη που προέρχεται από μόνη την αισθαντικότητά του. ΄Όπως εκείνος ο τσιτμής, κάνει και τούτος κάτι πάνσοφο. Γυρεύει ν΄ αποδώσει σ΄ όλα, είτε πρόσωπα είτε πράγματα είτε γεγονότα, που κινούνται μέσα στο βιβλίο του – και για τούτο και μες στην ψυχή του ίδιου του αναγνώστη – τις χαμένες τους παλιές δυνάμεις, τις κρυφές τους συμπαθητικές ιδιότητες, πλησιάζοντάς τα με τη Φύση, ολοκληρώνοντάς τα μες στη συμφωνία της καθολικής ζωής, αναπλάθοντας την παλιά ιερή κι αναγκαία συμμαχία μεταξύ «πλάσματος» - ζώου, φυτού ή ανθρώπου – και της όλης Δημιουργίας.
Για να πραγματοποιήσει αυτό το θαύμα ο Βενέζης δεν έχει άλλο τίποτα να κάμει παρά να κατέβει – όχι βίαια, μήτε βιαστικά, αλλά ρυθμικά, στρωτά, γαλήνια – στον πρώτο του, το θεμελιώδη αισθαντικό εαυτό.
....................................
Οι αποδείξεις και τα παραδείγματα είναι πολλά, όλο το βιβλίο. Θεματοφύλακας μιας παράδοσης υπέρτατης, που τη λογιάζαμε χαμένη. Της Ιωνικής. Η μυστική φωνή της:
«΄Ετσι ετούτη η μυστική φωνή γίνεται ο πιο αδιόρατος κι ο πιο βέβαιος δεσμός ανάμεσα στις γενιές των προγόνων κ΄ εκείνων που θα ΄ρθουν, ένα ήχος π ο υ
θ α μ έ ν ε ι όταν η μνήμη των ανθρώπων θα ΄χει χαθεί».
Και υπάρχει και το υπέρτατο παράδειγμα, το τελευταίο, που κλείνει όλο το βιβλίο. Είναι το μικρό μαντίλι, με το φυλαγμένο απ΄ την πατρίδα χώμα. Εδώ πια δεν είναι η φωνή. Είναι η ίδια η σάρκα και το πνεύμα της Ιωνίας. Την κρατάμε, την αγγίζουμε, την ψάχνουμε σ΄ αυτή τη φούχτα απ΄ το δικό της χώμα. Μια φ υ σ ι ο λ ο γ ι κ ά γ λ υ κ ι ά π ί σ τ η χύνεται από την αφή μας μες στις φλέβες μας και στις καρδιές μας. Η Ιωνία δε χάθηκε. Η Ιωνία ζει. Ο χαμένος της προαιώνιος πολιτισμός υπάρχει. Μας τον έφερε το δράμα το φριχτό της Ιστορίας. Μας τον έφερε η προσφυγιά κοντά μας. Μας τον έφερες Εσύ, Ηλία Βενέζη.
Σκύβω και φιλώ το χώμα εκείνο πρώτα. ΄Επειτα, από μέρος όλων μας των αδελφών Κι μεγαλύτερος στα χρόνια, σκύβω και φιλώ μ΄ αυτό τον ίδιο πρόλογο και το δικό Σου μέτωπο, αδελφέ Ηλία Βενέζη.
9.1.1944
(Πρόλογος του ΄Αγγελου Σικελιανού στη δεύτερη έκδοση της "Αιολικής Γης"
Μια γλυκιά γαλήνια ζέστη χύνεται άξαφνα από τα φύλλα του, όχι πια φύλλα βιβλίου μια φύλλα δέντρου, δέντρου νεώτατου και δέντρου προαιώνιου, που με τυλίγει με το σάλεμά του, που θροεί ολοένα σιγανότατα στ΄ αυτιά μου, που επικοινωνεί με το αίμα μου, το νου μου, την καρδιά μου, και με τη σειρά του με βοηθάει να κοινωνώ ξανά σε κάποια νέα μου πλατιά επικοινωνία με τον κόσμο όλο: με τη θάλασσα, με τα βουνά, με τα χωράφια, με τα ζώα, με τις ψυχές. ΄Ενας βαθύς, ένας γαλήνιος αυτοματισμός προωθεί το διάβασμά μου – αυτή η ίδια α-προσπάθεια με την οποία κυλάει η λύμφη στο φυτό, ή δημιουργείται η συμπαθητική ανταπόκριση ανάμεσα απ΄ τις ρίζες ενός δέντρου κι από κάποιες μακρινές πηγές, ανάμεσα μιας πεταλούδας κ΄ ενός κάμπου λουλουδιών – και μου χαρίζει απροσδόκητα έναν τρόπο κ΄ ένα μέσο μιας γλυκύτερης και πιο ήρεμης συνολικής, και του κορμιού και της ψυχής μου, αναπνοής. Είναι η γλυκιά Ιωνική ατμόσφαιρα, είναι η κρυφή, χαμένη θαλπωρή της μυστικής του κόσμου σάρκας που απροσδόκητα ξανάρχεται και πάλι σ΄ επαφή μητριαρχική μαζί μου, είναι η αγνή Ιωνική πνοή του ξεχασμένου και νοσταλγημένου από με τον ίδιο, όπως εξήγησα πρωτύτερα, πολιτισμού. Εδώ δεν κυριαρχεί ένας τόνος, σερνικός ή θηλυκός, εδώ ηχούν αράδα όλες οι φωνές του κόσμου,
όπως η σειρά απ΄ τα κουδούνια του καμηλιέρη,
του «τσιτμή» της «Α ι ο λ ι κ ή ς Γ η ς».
«Τίποτε δεν μπορεί (γράφει ο Βενέζης) να ταράξει την αυστηρή πειθαρχία αυτών των ήχων. Επιβεβαιώνουν την καλή τάξη, τη συμφωνία του κόσμου. Τους ακούει να πορεύονται πίσω του ο τσιτμής, και είναι ήσυχος πως όλα πάνε καλά στη γη. Μπορεί να τύχει μια στιγμή – μια ελάχιστη στιγμή- να λείψει ένας ήχος. Η αρμονία πάσχει μονομιάς κι ο τσιτμής καταλαβαίνει πωςκάτι χάλασε στην τάξη του κόσμου. Τότε μονάχα παίρνει το πρόσωπό του ανήσυχη έκφραση και γυρίζει πίσω του να δει. Σταματά, κατεβαίνει απ΄ το γαϊδούρι του, πάει και ξαναδένει στο καραβάνι την καμήλα που έκοψε το σκοινί. Και η συμφωνία ξαναρχίζει».
Κι ο Βενέζης το ίδιο, σαν ετούτο τον καλό τσιτμή, ενεργεί μέσα σ΄ αυτό του το βιβλίο. Δεν ακουμπά ιδιαίτερα σε κάποιον απομονωμένο τόνο, δε ζητάει την επικράτησή του, δεν υπογραμμίζει περισσότερο ετούτη την πλευρά που προέρχεται στο έργο του απ΄ την Ιστορία, την καθαυτό και τόσο πρόσφατη Ιστορία, απ΄ την άλλη που προέρχεται από μόνη την αισθαντικότητά του. ΄Όπως εκείνος ο τσιτμής, κάνει και τούτος κάτι πάνσοφο. Γυρεύει ν΄ αποδώσει σ΄ όλα, είτε πρόσωπα είτε πράγματα είτε γεγονότα, που κινούνται μέσα στο βιβλίο του – και για τούτο και μες στην ψυχή του ίδιου του αναγνώστη – τις χαμένες τους παλιές δυνάμεις, τις κρυφές τους συμπαθητικές ιδιότητες, πλησιάζοντάς τα με τη Φύση, ολοκληρώνοντάς τα μες στη συμφωνία της καθολικής ζωής, αναπλάθοντας την παλιά ιερή κι αναγκαία συμμαχία μεταξύ «πλάσματος» - ζώου, φυτού ή ανθρώπου – και της όλης Δημιουργίας.
Για να πραγματοποιήσει αυτό το θαύμα ο Βενέζης δεν έχει άλλο τίποτα να κάμει παρά να κατέβει – όχι βίαια, μήτε βιαστικά, αλλά ρυθμικά, στρωτά, γαλήνια – στον πρώτο του, το θεμελιώδη αισθαντικό εαυτό.
....................................
Οι αποδείξεις και τα παραδείγματα είναι πολλά, όλο το βιβλίο. Θεματοφύλακας μιας παράδοσης υπέρτατης, που τη λογιάζαμε χαμένη. Της Ιωνικής. Η μυστική φωνή της:
«΄Ετσι ετούτη η μυστική φωνή γίνεται ο πιο αδιόρατος κι ο πιο βέβαιος δεσμός ανάμεσα στις γενιές των προγόνων κ΄ εκείνων που θα ΄ρθουν, ένα ήχος π ο υ
θ α μ έ ν ε ι όταν η μνήμη των ανθρώπων θα ΄χει χαθεί».
Και υπάρχει και το υπέρτατο παράδειγμα, το τελευταίο, που κλείνει όλο το βιβλίο. Είναι το μικρό μαντίλι, με το φυλαγμένο απ΄ την πατρίδα χώμα. Εδώ πια δεν είναι η φωνή. Είναι η ίδια η σάρκα και το πνεύμα της Ιωνίας. Την κρατάμε, την αγγίζουμε, την ψάχνουμε σ΄ αυτή τη φούχτα απ΄ το δικό της χώμα. Μια φ υ σ ι ο λ ο γ ι κ ά γ λ υ κ ι ά π ί σ τ η χύνεται από την αφή μας μες στις φλέβες μας και στις καρδιές μας. Η Ιωνία δε χάθηκε. Η Ιωνία ζει. Ο χαμένος της προαιώνιος πολιτισμός υπάρχει. Μας τον έφερε το δράμα το φριχτό της Ιστορίας. Μας τον έφερε η προσφυγιά κοντά μας. Μας τον έφερες Εσύ, Ηλία Βενέζη.
Σκύβω και φιλώ το χώμα εκείνο πρώτα. ΄Επειτα, από μέρος όλων μας των αδελφών Κι μεγαλύτερος στα χρόνια, σκύβω και φιλώ μ΄ αυτό τον ίδιο πρόλογο και το δικό Σου μέτωπο, αδελφέ Ηλία Βενέζη.
9.1.1944
(Πρόλογος του ΄Αγγελου Σικελιανού στη δεύτερη έκδοση της "Αιολικής Γης"
Τώρα τ΄ ακούτε σαν παραμύθι, μα τότε ήταν ζωή!
Το βιβλίο «Το χαμένο ταίρι» είναι η προσωπική μαρτυρία μιας φαρμακωμένης γενιάς, όπως βίωσε την ιστορία, τη καταστροφή της Σμύρνης, την εγκατάσταση στην Ελλάδα, τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, την κατοχή και την αντίσταση. Κι όλ΄ αυτά μέσα από τις διηγήσεις της κυρα-Δέσποινας, της «γιαγιάς», χωρίς όνομα, χωρίς άλλα διακριτικά.
« Η γιαγιά… Δρυς που ρίχνει τη δροσερή σκιά της πάνω από τα κεφάλια μας. Απλή και αρχόντισσα όμως συνάμα. Αρχόντισσα στο φέρσιμο, στους τρόπους, κι αμύθητα πλούτη στην καρδιά. Σκληρή όταν πρέπει να επιβληθεί η τάξη, μα απρόσμενα γλυκιά όταν πρέπει να εξασφαλίσει τη νηνεμία γύρω της. Κρατάει ένα μαγικό ραβδάκι στα χέρια της αυτή η μικροσκοπική φιγούρα κι όλα τα μεταμορφώνει γύρω της. Κανέναν δεν ξεχωρίζει τούτη η γερόντισσα. ΄Ολους, δίχως εξαίρεση, τους έρανε με τη χρυσόσκονη που έχει φυλαγμένη μέσα στην καρδιά της. ΄Ένα χαρμάνι μας έχει κάνει όλους. Αξεχώριστοι. ΄Αντρες, γυναίκες, παιδιά κάτω από το θολό της βλέμμα. Το βλέμμα που θαρρείς πως μέρα – νύχτα ξαγρυπνά να μην αφήσει τίποτα να σκιάσει την ευτυχία μας σε όλα τα σπιτικά στο σόι». Της γιαγιάς , που «σαν καλά δοκιμασμένο καράβι δεν πτοούνταν, όπως άλλα πρωτοτάξιδα. Αυτή κάποτε αρμένιζε μονοσάνταλη για το άγνωστο και παρόλ΄ αυτά μπόρεσε να νικήσει το φόβο για να ζήσει. Ξεβράστηκε μια μέρα αλώβητη από τη λέμβο των συμφορών της κι όλα πήραν την πορεία τους με κατάληξη το δικό μας σήμερα.». Η γιαγιά που εκεί που περνούσε από τη στεριά στην αγκαλιά του πελάγους, η μια της παντούφλα έφυγε από το αριστερό της πόδι.
«΄Ένα χαμένο παπούτσι,
Μια χαμένη προσδοκία,
Ένα άπιαστο όνειρο,
Μια σβησμένη ελπίδα,
Ένα γυμνό πόδι,
Μια ολόγυμνη καρδιά,
Μια ξυπόλητη ύπαρξη,
Μονοσάνταλος καημός».
Με την υπόσχεση «Θα το φυλάξω το ορφανεμένο πατούμενο, μέχρι να ξανάρθω πίσω. Γιατί θα γυρίσω μια μέρα, μπουσουλώντας στα τέσσερα έστω, να ψάξω για το αδικοχαμένο ταίρι του. Εγώ ή κάποιος από τη φύτρα μου … Μια μέρα των ημερών θα το βρω». Σταθερή, δυνατή, μεγαλόψυχη : «αρμενίσαμε το ματωμένο πέλαο. Κλείσαμε τα μάτια να αποφύγουμε το κακό μπροστά μας. Δε χάσαμε όμως ούτε στιγμή τη ρότα μας. Δε λιποψυχήσαμε μπρος στο μίσος τους. Φύσηξε αεράκι και μας έφερε στη ζωή. Αν χάσαμε τα παπούτσια μας, γλιτώσαμε τα πόδια μας. Κι αν στερηθήκαμε τα πολλά, έχουμε τα λίγα … Κι αυτό λίγο δεν είναι, μα ούτε κι αρκετό». Με την απορία «Γλιτώσαμε άραγε; Ζήσαμε; Ποιος ξέρει; Γλιτώνει κανείς όταν ξεριζώνεται από τη γη του; Επιβιώνει ο άνθρωπος μισός κι ανέσωτος; … Τι είναι η ζωή; Να έχεις το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί κι ανάμεσα να χάσκει η θάλασσα που κοιτάει να σε αποπνίξει; Δεν ξέρω, κόρη μου, αν γλιτώσαμε τότενες. Δεν ξέρω αν ζούμε τώρα δα». Αλλά αισιόδοξη «κρατήσαμε τα γκέμια κόντρα στα ζιζάνια. Αντέξαμε την καχυποψία, ξεπεράσαμε το νέο πόλεμο που μας κήρυξαν εκεί, Δόξα σοι ο Θεός δε μας τσάκισε ο βοριάς τις ανεμοδαρμένες ιτιές. Κι αν μας λύγισε μια στάλα, δε μας σώριασε καταγής στο τέλος».
Το χαμένο ταίρι κρατά στη ζωή τη γιαγιά Δέσποινα. Αυτό δεν το ανταλλάσσει με όλα τα πλούτη Δύσης και Ανατολής. Κι αν φύγει από τη ζωή, υπάρχει η συνέχειά της για το ιερό καθήκον. Δε στέρεψαν οι ελπίδες. Ακόμα και τώρα που η δρυς του σπιτιού ψυχορραγεί, μια υπόσχεση ζωής μπορεί να κρατήσει άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας. Το μαγικό κουτί, ντυμένο από μεταξωτό ύφασμα κρατά στα σπλάχνα του μόνο τη μισή ευτυχία της γιαγιάς Δέσποινας. Το υπόλοιπο χάσκει στην αντίπερα όχθη από τότε, από τον ανίερο εκείνο διωγμό που άνοιξε βαθιές πληγές στα στήθια. ΄Ηταν τότε που μια φαρμακωμένη γενιά εγκατέλειπε κακήν κακώς την Ιωνία μας με πολλά δάκρυα και στεναγμούς. Μα το χαμένο ταίρι πρέπει να βρεθεί, για να αποκατασταθεί η τάξη των πραγμάτων, να μερώσει η ανησυχία.
« Η γιαγιά… Δρυς που ρίχνει τη δροσερή σκιά της πάνω από τα κεφάλια μας. Απλή και αρχόντισσα όμως συνάμα. Αρχόντισσα στο φέρσιμο, στους τρόπους, κι αμύθητα πλούτη στην καρδιά. Σκληρή όταν πρέπει να επιβληθεί η τάξη, μα απρόσμενα γλυκιά όταν πρέπει να εξασφαλίσει τη νηνεμία γύρω της. Κρατάει ένα μαγικό ραβδάκι στα χέρια της αυτή η μικροσκοπική φιγούρα κι όλα τα μεταμορφώνει γύρω της. Κανέναν δεν ξεχωρίζει τούτη η γερόντισσα. ΄Ολους, δίχως εξαίρεση, τους έρανε με τη χρυσόσκονη που έχει φυλαγμένη μέσα στην καρδιά της. ΄Ένα χαρμάνι μας έχει κάνει όλους. Αξεχώριστοι. ΄Αντρες, γυναίκες, παιδιά κάτω από το θολό της βλέμμα. Το βλέμμα που θαρρείς πως μέρα – νύχτα ξαγρυπνά να μην αφήσει τίποτα να σκιάσει την ευτυχία μας σε όλα τα σπιτικά στο σόι». Της γιαγιάς , που «σαν καλά δοκιμασμένο καράβι δεν πτοούνταν, όπως άλλα πρωτοτάξιδα. Αυτή κάποτε αρμένιζε μονοσάνταλη για το άγνωστο και παρόλ΄ αυτά μπόρεσε να νικήσει το φόβο για να ζήσει. Ξεβράστηκε μια μέρα αλώβητη από τη λέμβο των συμφορών της κι όλα πήραν την πορεία τους με κατάληξη το δικό μας σήμερα.». Η γιαγιά που εκεί που περνούσε από τη στεριά στην αγκαλιά του πελάγους, η μια της παντούφλα έφυγε από το αριστερό της πόδι.
«΄Ένα χαμένο παπούτσι,
Μια χαμένη προσδοκία,
Ένα άπιαστο όνειρο,
Μια σβησμένη ελπίδα,
Ένα γυμνό πόδι,
Μια ολόγυμνη καρδιά,
Μια ξυπόλητη ύπαρξη,
Μονοσάνταλος καημός».
Με την υπόσχεση «Θα το φυλάξω το ορφανεμένο πατούμενο, μέχρι να ξανάρθω πίσω. Γιατί θα γυρίσω μια μέρα, μπουσουλώντας στα τέσσερα έστω, να ψάξω για το αδικοχαμένο ταίρι του. Εγώ ή κάποιος από τη φύτρα μου … Μια μέρα των ημερών θα το βρω». Σταθερή, δυνατή, μεγαλόψυχη : «αρμενίσαμε το ματωμένο πέλαο. Κλείσαμε τα μάτια να αποφύγουμε το κακό μπροστά μας. Δε χάσαμε όμως ούτε στιγμή τη ρότα μας. Δε λιποψυχήσαμε μπρος στο μίσος τους. Φύσηξε αεράκι και μας έφερε στη ζωή. Αν χάσαμε τα παπούτσια μας, γλιτώσαμε τα πόδια μας. Κι αν στερηθήκαμε τα πολλά, έχουμε τα λίγα … Κι αυτό λίγο δεν είναι, μα ούτε κι αρκετό». Με την απορία «Γλιτώσαμε άραγε; Ζήσαμε; Ποιος ξέρει; Γλιτώνει κανείς όταν ξεριζώνεται από τη γη του; Επιβιώνει ο άνθρωπος μισός κι ανέσωτος; … Τι είναι η ζωή; Να έχεις το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί κι ανάμεσα να χάσκει η θάλασσα που κοιτάει να σε αποπνίξει; Δεν ξέρω, κόρη μου, αν γλιτώσαμε τότενες. Δεν ξέρω αν ζούμε τώρα δα». Αλλά αισιόδοξη «κρατήσαμε τα γκέμια κόντρα στα ζιζάνια. Αντέξαμε την καχυποψία, ξεπεράσαμε το νέο πόλεμο που μας κήρυξαν εκεί, Δόξα σοι ο Θεός δε μας τσάκισε ο βοριάς τις ανεμοδαρμένες ιτιές. Κι αν μας λύγισε μια στάλα, δε μας σώριασε καταγής στο τέλος».
Το χαμένο ταίρι κρατά στη ζωή τη γιαγιά Δέσποινα. Αυτό δεν το ανταλλάσσει με όλα τα πλούτη Δύσης και Ανατολής. Κι αν φύγει από τη ζωή, υπάρχει η συνέχειά της για το ιερό καθήκον. Δε στέρεψαν οι ελπίδες. Ακόμα και τώρα που η δρυς του σπιτιού ψυχορραγεί, μια υπόσχεση ζωής μπορεί να κρατήσει άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας. Το μαγικό κουτί, ντυμένο από μεταξωτό ύφασμα κρατά στα σπλάχνα του μόνο τη μισή ευτυχία της γιαγιάς Δέσποινας. Το υπόλοιπο χάσκει στην αντίπερα όχθη από τότε, από τον ανίερο εκείνο διωγμό που άνοιξε βαθιές πληγές στα στήθια. ΄Ηταν τότε που μια φαρμακωμένη γενιά εγκατέλειπε κακήν κακώς την Ιωνία μας με πολλά δάκρυα και στεναγμούς. Μα το χαμένο ταίρι πρέπει να βρεθεί, για να αποκατασταθεί η τάξη των πραγμάτων, να μερώσει η ανησυχία.
Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010
Μπροστά σ΄ ένα παλιό μπαούλο
Σκάλιζα σήμερα μέσα στο γκρίζο μπαουλάκι της εκστρατείας, γυρεύοντας κάποιο επίσημο έγγραφο της στρατιωτικής μου θητείας που μου χρειάστηκε ύστερ΄ από τόσα χρόνια. Είναι ένα γερό γερμανικό κασελάκι του στρατού, χρονώ πράμα, πούχα πετάξει μέσα σ΄ ένα σωρό θυμητάρια του πολέμου. Σαν άνοιξα τη σκουριασμένη του κλειδωνιά, το καπάκι έτριξε σαν να ξεκάρφωσα μια παλιά ξεχασμένη λειψανοθήκη. ΄Ηταν εκεί μέσα ένα μπρούτζινο μισοφέγγαρο που δάγκωνε ένα μαυρισμένο άστρο, κομμένο από το κοντάρι κάποιας τούρκικης σημαίας. ΄Ητανε το σπαθί μου, μια σιδερένια κάσκα, μια γερμανική μουτσούνα για τ΄ ασφυξιογόνα σα γουρουνίσια μούρη, ήτανε τ΄ απολυτήριό μου με τα ξεθωριασμένα γράμματα της γραφομηχανής, ένας πετσένιος χαρτοφύλακας, κάτι φωτογραφίες, δυο-τρεις χειροβομβίδες κι ένα σωρό άλλα μικροπράματα. ΄Ητανε κ΄ ένα χοντρό δέμα από στρατσόχαρτο, δεμένο σταυρωτά με σπάγγο, πούχα ξεχάσει πια τι είχε μέσα. Ψαλίδισα τους κόμπους του και ξεχύθηκαν με πένθιμο θρόισμα ένα σωρό τετράδια και κατεβατά από λογής-λογής χαρτί, γραμμένα όλα πυκνά – πυκνά, με γράψιμο στρωτό και πολύ σφικτό. Αναθυμήθηκα τότες, και πάνω στο χοντρόχαρτο ξαναδιάβασα τη μισοσβησμένη παλιά μου σημείωση με το γαλάζιο μολύβι:
Τα χειρόγραφα του λοχία Αντώνη Κωστούλα.
Τράβηξα έξω όλ΄ αυτά τα χαρτιά κι άφησα το σκέπασμα της στενόμακρης κάσας να ξαναπέσει. ΄Ηταν, αλήθεια, μια αληθινή νεκρόκασα τούτου το μπαουλάκι, κι ήταν ένας φτωχός πεθαμένος αυτά τα κιτρινισμένα πολυκαιρίτικα χαρτιά που ο σπάγγος τα σημάδεψε στις τέσσερεις άκριες. ΄Ενας πεθαμένος που γύρευε να μιλήσει. Τα άπλωσα πάνω στο γραφείο μου και διαβάζοντάς τα με την αράδα έτσι πούταν αριθμημένα, σιγά – σιγά, δίχως να το καταλάβω βρέθηκα χρόνια ολάκερα ξοπίσω. Τα τετράδια τούτα με το φτηνό χαρτί και με τις στριμωχτές μολυβογραμμένες σελίδες τάχα βρει μέσα σ΄ ένα γελιό του Τέταρτου Συντάγματος της Νησιώτικης Μεραρχίας, ύστερ΄ απ΄ τη φριχτή μάχη του υψόμετρου 908. ΄Ημουν υπαξιωματικός ακόμα εκείνο τον καιρό και ξεχωρίζαμε τα δημόσια είδη των ζωντανών, των λαβωμένων και των σκοτωμένων. Τούτα τα τετράδια βρεθήκανε μέσα στο γελιό του Αντώνη Κωστούλα. ΄Ενας εθελοντής λοχίας, διμοιρίτης στην τρίτη διμοιρία του έβδομου λόχου. Τόνε θυμήθηκα τόσο ζωηρά και καθαρά κείνο τον αψηλό μελαχρινό φοιτητή με το μακρουλό πρόσωπο και τα φουντωμένα μαλλιά! ΄Ηταν ένας αληθινός άντρας, φρόνιμος και συσταζούμενος σαν κοπέλα.
Κάηκε κατά λάθος μέσα στα βουλγάρικα χαρακώματα που πατήσαμε, την ώρα που οι εκκαθαριστές, με τα κοντομάχαιρα στη φούχτα και με το συνεργείο των «φλογοβόλων», ξεπαστρεύανε τους τελευταίους οχτρούς, που απόμειναν κρυμμένοι από φόβο για από μπαμπεσιά μέσα στ΄ αμπριά της κυριευμένης γραμμής. Τον έκαψε ένας φραντσέζος, υποδεκανέας στην «ειδικότητα του υγρού πυρός». Αυτό το συνεργείο το κολλήσανε στο Σύνταγμά μας κείνη τη φοβερή και εξαιρετική μέρα, γιατί εμείς οι βαλκάνιοι δεν είχαμε τότες ακόμα στα μηχανικά μας πολεμικά μέσα τέτοιας λογής ευρωπαϊκές «ειδικότητες».
Το λοιπόν, ο φραντσέζος αυτός, την ώρα που λαντουρούσε με το μασούρι της συσκευής του μια γλώσσα τρεχούμενης φωτιάς μέσα σ΄ ένα βουλγάρικο αμπρί, πήρε μια τραβηχτή μαχαιριά στ΄ αποκοίλι από έναν κρυμμένο βούλγαρο. ΄Ωσπου να παραδώσει, σπαρταρώντας σαντ ο ψάρι με τ΄ άντερα έξω (το μηχάνημα της συσκευής του δούλευε), και με τα νύχια γαντζωμένα πα στο σουληνάρι της εκτόξευσης, σκόρπιζε ακόμη το συντριβάνι της φωτιάς όπου λάχαινε.
Κείνη την ώρα έτυχε να πηδήξει μέσα στο χαράκωμα κι ο λοχίας ο Κωστούλας και κάηκε. Τον ήβραμε με το μούτρο φαγωμένο απ΄ τη φωτιά. ΄Ολο το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ήτανε μια μαυροκόκκινη πληγή, που χάραζαν απάνω της μόνο τρία άσπρα σημάδια. Η σειρά τω δοντιώ του, που σφίγγανε σφιχτοκλειδωμένες οι μασέλες, ολότελα γδυτές από κρέας, κι οι βορβοί τω ματιών, που φούσκωναν στρογγυλοί σα δυο ελεφαντένιες τόπες του μπιλιάρδου. Το κάτω δεξί σκυλόδοντο γυάλιζε, σκεπασμένο με χρυσή κορόνα.
Τόνε θάψαμε στο ίδιο μέρος που βρέθηκε, σ΄ ένα λάκκο, αντάμα με το φραντσέζο και με τρεις βουλγάρους. Πολλές μέρες ύστερα, σαν περνούσα από κει κι ένιωθα το χώμα να λαστιχάρει κουφωτό κάτω απ΄ τα προσεχτικά πόδια μου, ένα κρύο φύσημα περνούσε ως μέσα μου. Μα δεν μπορούσε να γίνει αλλιώτικα, γιατ΄ ήτανε των αδυνάτων αδύνατο να τους παραχώσουμε αλλού. Ο οχτρός, βλέπεις, μόλις άφησε στα χέρια μας το οχυρό του, άρχισε, μέρες, να το ζευγαρίζει αδιάκοπα με οβίδες, για να μας μποδίσει να το «οργανώσουμε».
΄Ητανε, μπορεί να πει κανείς, τυχεροί κιόλας όσοι έλαχε να πεθάνουνε μέσα στα χαρακώματα, ή εκεί κοντά στα προπετάσματα ένα γύρω. Γιατί οι άλλοι, που πέσανε στο ξέσκεπο, σάπιζαν άθαφτοι έξω απ΄ τα συρματοπλέγματα, και κάθε λίγο ξέσκιζαν τις κοιλιές τους οι εκρήξεις κι έκαναν τα κουφάρια να πηδούνε πάνω απ΄ το χώμα. Κατόπι ήρθε η βροχή και μέρες τους έδερνε μέσα στα μαύρα στόματα που χάσκανε, και τους χτυπούσε στα στυλωμένα μάτια. Κι οι οβίδες που χιμούσαν με ακατανόητη μανία πάνω σ΄ αυτούς τους φουκαράδες νεκρούς, βουτούσανε σαν γουρούνες στις λάσπες, τους πιτσίλιζαν ελεεινά και τους έκαναν καμιά φορά με τον τρανταγμό ν΄ ανασηκώνουνται, σα να ζωντάνευαν για λίγο, να μετατοπίζουν τα μέλη τους απότομα, να κλωτσάνε και ν΄ ανοίγουν άσκημα τα σκέλια.
Σαν ένα σιχαμερό κοπάδι ποντίκια με τριγυρίζουν πάλι όλες αυτές οι θύμησες, τώρα που κάθουμαι και πασπατεύω με τα δάχτυλα και με τα μάτια τούτα τα καβουριασμένα παλιόχαρτα, που τάχα ξεχάσει ολότελα τόσα χρόνια. Σήμερα, που ξαναπρόβαλαν στα εγκόσμια, είπα ν΄ αποφασίσω να τα τυπώσω. Είναι γραμμένα σαν είδος γράμματα σε μια κοπέλα, που τ΄ όνομά της δε φαίνεται πουθενά. Α ζει κι αν υπάρχει, ας μου συχωρέσει τούτη την αποκοτιά. Μα γω λέω πως ήτανε κιόλας ένα χρέος ετούτο που κάνω. Γιατί μέσα σ΄ αυτά τα χαρτιά θροεί μια ψυχή τυραγνισμένη, που είναι ένα μέρος της Παγκόσμιας Ψυχής. Θαρώ πως τούτα δω τα μιλήματα, που δεν τους στάθηκε τυχερό να φτάσουν ως τη γυναίκα που γι΄ αυτή γραφόνταν, ε, ανήκουν κάπως και σ΄ όλες τις γυναίκες που άγγισε ο πόλεμος, ακόμα και σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα που γιόμισε από τις απορίες του πολέμου, κι απλώνει τα χέρια ζητιανεύοντας την πανανθρώπινη αγάπη.
Κι ύστερα (γιατί να κρύψω τούτη τη δεισιδαιμονία που με κυρίεψε και με τυραγνά!) θαρώ πως βγάζοντας στο φως ετούτα τα χαρτιά, ξαναζωντανεύω το σκοτωμένο παλικάρι, το σέρνω από το χέρι μες από τον ασημάδευτον τάφο του, και του ξαναδίνω τη μιλιά και το φτωχό πνέμα του που έλιωσε μαζί με τα μυαλά. Είναι βαρύ πράμα νάχετε μέσα σας έναν πεθαμένο που γυρεύει να μιλήσει και να του σφαλνάτε με την απαλάμη το στόμα. Γνέφει και κάνει παρακαλεστικά νοήματα προς την καρδιά σας απ΄ το υπερπέραν. Θέλει να εκφραστεί. Ας μου συχωρεθεί τούτο το βιβλίο, γιατί μου είναι μια προσωπική απολύτρωση.
Η Ζωή εν Τάφω (Στρατής Μυριβήλης)
Τα χειρόγραφα του λοχία Αντώνη Κωστούλα.
Τράβηξα έξω όλ΄ αυτά τα χαρτιά κι άφησα το σκέπασμα της στενόμακρης κάσας να ξαναπέσει. ΄Ηταν, αλήθεια, μια αληθινή νεκρόκασα τούτου το μπαουλάκι, κι ήταν ένας φτωχός πεθαμένος αυτά τα κιτρινισμένα πολυκαιρίτικα χαρτιά που ο σπάγγος τα σημάδεψε στις τέσσερεις άκριες. ΄Ενας πεθαμένος που γύρευε να μιλήσει. Τα άπλωσα πάνω στο γραφείο μου και διαβάζοντάς τα με την αράδα έτσι πούταν αριθμημένα, σιγά – σιγά, δίχως να το καταλάβω βρέθηκα χρόνια ολάκερα ξοπίσω. Τα τετράδια τούτα με το φτηνό χαρτί και με τις στριμωχτές μολυβογραμμένες σελίδες τάχα βρει μέσα σ΄ ένα γελιό του Τέταρτου Συντάγματος της Νησιώτικης Μεραρχίας, ύστερ΄ απ΄ τη φριχτή μάχη του υψόμετρου 908. ΄Ημουν υπαξιωματικός ακόμα εκείνο τον καιρό και ξεχωρίζαμε τα δημόσια είδη των ζωντανών, των λαβωμένων και των σκοτωμένων. Τούτα τα τετράδια βρεθήκανε μέσα στο γελιό του Αντώνη Κωστούλα. ΄Ενας εθελοντής λοχίας, διμοιρίτης στην τρίτη διμοιρία του έβδομου λόχου. Τόνε θυμήθηκα τόσο ζωηρά και καθαρά κείνο τον αψηλό μελαχρινό φοιτητή με το μακρουλό πρόσωπο και τα φουντωμένα μαλλιά! ΄Ηταν ένας αληθινός άντρας, φρόνιμος και συσταζούμενος σαν κοπέλα.
Κάηκε κατά λάθος μέσα στα βουλγάρικα χαρακώματα που πατήσαμε, την ώρα που οι εκκαθαριστές, με τα κοντομάχαιρα στη φούχτα και με το συνεργείο των «φλογοβόλων», ξεπαστρεύανε τους τελευταίους οχτρούς, που απόμειναν κρυμμένοι από φόβο για από μπαμπεσιά μέσα στ΄ αμπριά της κυριευμένης γραμμής. Τον έκαψε ένας φραντσέζος, υποδεκανέας στην «ειδικότητα του υγρού πυρός». Αυτό το συνεργείο το κολλήσανε στο Σύνταγμά μας κείνη τη φοβερή και εξαιρετική μέρα, γιατί εμείς οι βαλκάνιοι δεν είχαμε τότες ακόμα στα μηχανικά μας πολεμικά μέσα τέτοιας λογής ευρωπαϊκές «ειδικότητες».
Το λοιπόν, ο φραντσέζος αυτός, την ώρα που λαντουρούσε με το μασούρι της συσκευής του μια γλώσσα τρεχούμενης φωτιάς μέσα σ΄ ένα βουλγάρικο αμπρί, πήρε μια τραβηχτή μαχαιριά στ΄ αποκοίλι από έναν κρυμμένο βούλγαρο. ΄Ωσπου να παραδώσει, σπαρταρώντας σαντ ο ψάρι με τ΄ άντερα έξω (το μηχάνημα της συσκευής του δούλευε), και με τα νύχια γαντζωμένα πα στο σουληνάρι της εκτόξευσης, σκόρπιζε ακόμη το συντριβάνι της φωτιάς όπου λάχαινε.
Κείνη την ώρα έτυχε να πηδήξει μέσα στο χαράκωμα κι ο λοχίας ο Κωστούλας και κάηκε. Τον ήβραμε με το μούτρο φαγωμένο απ΄ τη φωτιά. ΄Ολο το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ήτανε μια μαυροκόκκινη πληγή, που χάραζαν απάνω της μόνο τρία άσπρα σημάδια. Η σειρά τω δοντιώ του, που σφίγγανε σφιχτοκλειδωμένες οι μασέλες, ολότελα γδυτές από κρέας, κι οι βορβοί τω ματιών, που φούσκωναν στρογγυλοί σα δυο ελεφαντένιες τόπες του μπιλιάρδου. Το κάτω δεξί σκυλόδοντο γυάλιζε, σκεπασμένο με χρυσή κορόνα.
Τόνε θάψαμε στο ίδιο μέρος που βρέθηκε, σ΄ ένα λάκκο, αντάμα με το φραντσέζο και με τρεις βουλγάρους. Πολλές μέρες ύστερα, σαν περνούσα από κει κι ένιωθα το χώμα να λαστιχάρει κουφωτό κάτω απ΄ τα προσεχτικά πόδια μου, ένα κρύο φύσημα περνούσε ως μέσα μου. Μα δεν μπορούσε να γίνει αλλιώτικα, γιατ΄ ήτανε των αδυνάτων αδύνατο να τους παραχώσουμε αλλού. Ο οχτρός, βλέπεις, μόλις άφησε στα χέρια μας το οχυρό του, άρχισε, μέρες, να το ζευγαρίζει αδιάκοπα με οβίδες, για να μας μποδίσει να το «οργανώσουμε».
΄Ητανε, μπορεί να πει κανείς, τυχεροί κιόλας όσοι έλαχε να πεθάνουνε μέσα στα χαρακώματα, ή εκεί κοντά στα προπετάσματα ένα γύρω. Γιατί οι άλλοι, που πέσανε στο ξέσκεπο, σάπιζαν άθαφτοι έξω απ΄ τα συρματοπλέγματα, και κάθε λίγο ξέσκιζαν τις κοιλιές τους οι εκρήξεις κι έκαναν τα κουφάρια να πηδούνε πάνω απ΄ το χώμα. Κατόπι ήρθε η βροχή και μέρες τους έδερνε μέσα στα μαύρα στόματα που χάσκανε, και τους χτυπούσε στα στυλωμένα μάτια. Κι οι οβίδες που χιμούσαν με ακατανόητη μανία πάνω σ΄ αυτούς τους φουκαράδες νεκρούς, βουτούσανε σαν γουρούνες στις λάσπες, τους πιτσίλιζαν ελεεινά και τους έκαναν καμιά φορά με τον τρανταγμό ν΄ ανασηκώνουνται, σα να ζωντάνευαν για λίγο, να μετατοπίζουν τα μέλη τους απότομα, να κλωτσάνε και ν΄ ανοίγουν άσκημα τα σκέλια.
Σαν ένα σιχαμερό κοπάδι ποντίκια με τριγυρίζουν πάλι όλες αυτές οι θύμησες, τώρα που κάθουμαι και πασπατεύω με τα δάχτυλα και με τα μάτια τούτα τα καβουριασμένα παλιόχαρτα, που τάχα ξεχάσει ολότελα τόσα χρόνια. Σήμερα, που ξαναπρόβαλαν στα εγκόσμια, είπα ν΄ αποφασίσω να τα τυπώσω. Είναι γραμμένα σαν είδος γράμματα σε μια κοπέλα, που τ΄ όνομά της δε φαίνεται πουθενά. Α ζει κι αν υπάρχει, ας μου συχωρέσει τούτη την αποκοτιά. Μα γω λέω πως ήτανε κιόλας ένα χρέος ετούτο που κάνω. Γιατί μέσα σ΄ αυτά τα χαρτιά θροεί μια ψυχή τυραγνισμένη, που είναι ένα μέρος της Παγκόσμιας Ψυχής. Θαρώ πως τούτα δω τα μιλήματα, που δεν τους στάθηκε τυχερό να φτάσουν ως τη γυναίκα που γι΄ αυτή γραφόνταν, ε, ανήκουν κάπως και σ΄ όλες τις γυναίκες που άγγισε ο πόλεμος, ακόμα και σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα που γιόμισε από τις απορίες του πολέμου, κι απλώνει τα χέρια ζητιανεύοντας την πανανθρώπινη αγάπη.
Κι ύστερα (γιατί να κρύψω τούτη τη δεισιδαιμονία που με κυρίεψε και με τυραγνά!) θαρώ πως βγάζοντας στο φως ετούτα τα χαρτιά, ξαναζωντανεύω το σκοτωμένο παλικάρι, το σέρνω από το χέρι μες από τον ασημάδευτον τάφο του, και του ξαναδίνω τη μιλιά και το φτωχό πνέμα του που έλιωσε μαζί με τα μυαλά. Είναι βαρύ πράμα νάχετε μέσα σας έναν πεθαμένο που γυρεύει να μιλήσει και να του σφαλνάτε με την απαλάμη το στόμα. Γνέφει και κάνει παρακαλεστικά νοήματα προς την καρδιά σας απ΄ το υπερπέραν. Θέλει να εκφραστεί. Ας μου συχωρεθεί τούτο το βιβλίο, γιατί μου είναι μια προσωπική απολύτρωση.
Η Ζωή εν Τάφω (Στρατής Μυριβήλης)
Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010
Η Ξυπόλητη των Αθηνών
΄Ένα ξεκούραστο και ευχάριστο ταξίδι στην Αθήνα στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, μια διήγηση συμπτωματικών συμπτώσεων με ωραίο τέλος για τις έξι γυναίκες που διαπλέκονται μέσα στις σελίδες του βιβλίου της Φιλομήλας Λαπατά, ένα μυθιστόρημα εύπεπτο, προσιτό σε όλους τους αναγνώστες, με ανάλαφρες ιστορικές πινελιές, που απλώς διαγράφουν το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται το μυθιστόρημα. Το καινούριο βιβλίο της Φιλομήλας Λαπατά μπορεί να μην ικανοποιήσει απόλυτα τον απαιτητικό αναγνώστη, θα του εξασφαλίσει όμως ένα ανέμελο διάλειμμα μέσα στην δίνη της καθημερινότητας.
Αντιγράφουμε από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
΄Ένα μυθιστόρημα με φόντο την κοσμοπολίτικη Αθήνα της Μπελ Επόκ (1890-1910). Μια ιστορία γεμάτη ιστορίες. Μια θυσία που προκαλεί ένα μεγάλο πείσμα κι ένα μεγάλο έρωτα, ίντριγκες, μίση και πάθη, μικρές ζωές και μεγάλα πεπρωμένα.
Αθήνα, 1902. Η Λάουρα Αλφιέρι, κοντέσα του Μονρεάλε της Σικελίας και απόγονος των Χρυσολωράδων του Βυζαντίου, μια γυναίκα απαράμιλλης ομορφιάς, αναγκάζεται να παντρευτεί τον ταπεινής καταγωγής αλλά ζάπλουτο Φίλιππο Ρώμα. Τον αποκαλεί με θυμό «καρβουνιάρη» και «ανορθόγραφο βάτραχο», μια και ο γάμος γίνεται για να σώσει την οικογένειά της από την οικονομική καταστροφή. ΄Όμως, δίχως να το καταλάβει, ο βάτραχος θα μεταμορφωθεί σταδιακά σε πρίγκιπα μέσα στην καρδιά της.
Η Φιλομήλα Λαπατά μας ξεναγεί στην «πόλη των πόνων» και μας χαρίζει τις ιστορίες ενός πλήθους αξέχαστων ηρώων: από την Κατίγκω Χρυσολωρά και την αδελφή της Μαργιόλα, τον ψυχίατρο και καθηγητή του Πανεπιστημίου της Αθήνας Αριστείδη Μπαλτατζή, τον κόντε Φραγκίσκο Αλφιέρι, τη θεία Κοκόνα Κρυσταλλένια και άλλα πρόσωπα, ανυποψίαστους κληρονόμους μιας μνήμης, στους οποίους η συγγραφέας δίνει ζωή με μια γλώσσα έντονη, γεμάτη ήχους, φωνές και χρώματα.
Αντιγράφουμε από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
΄Ένα μυθιστόρημα με φόντο την κοσμοπολίτικη Αθήνα της Μπελ Επόκ (1890-1910). Μια ιστορία γεμάτη ιστορίες. Μια θυσία που προκαλεί ένα μεγάλο πείσμα κι ένα μεγάλο έρωτα, ίντριγκες, μίση και πάθη, μικρές ζωές και μεγάλα πεπρωμένα.
Αθήνα, 1902. Η Λάουρα Αλφιέρι, κοντέσα του Μονρεάλε της Σικελίας και απόγονος των Χρυσολωράδων του Βυζαντίου, μια γυναίκα απαράμιλλης ομορφιάς, αναγκάζεται να παντρευτεί τον ταπεινής καταγωγής αλλά ζάπλουτο Φίλιππο Ρώμα. Τον αποκαλεί με θυμό «καρβουνιάρη» και «ανορθόγραφο βάτραχο», μια και ο γάμος γίνεται για να σώσει την οικογένειά της από την οικονομική καταστροφή. ΄Όμως, δίχως να το καταλάβει, ο βάτραχος θα μεταμορφωθεί σταδιακά σε πρίγκιπα μέσα στην καρδιά της.
Η Φιλομήλα Λαπατά μας ξεναγεί στην «πόλη των πόνων» και μας χαρίζει τις ιστορίες ενός πλήθους αξέχαστων ηρώων: από την Κατίγκω Χρυσολωρά και την αδελφή της Μαργιόλα, τον ψυχίατρο και καθηγητή του Πανεπιστημίου της Αθήνας Αριστείδη Μπαλτατζή, τον κόντε Φραγκίσκο Αλφιέρι, τη θεία Κοκόνα Κρυσταλλένια και άλλα πρόσωπα, ανυποψίαστους κληρονόμους μιας μνήμης, στους οποίους η συγγραφέας δίνει ζωή με μια γλώσσα έντονη, γεμάτη ήχους, φωνές και χρώματα.
Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010
Γουσταύος Φλωμπέρ: ΄Εμμα Μποβαρύ
Με τη μαντάμ Μποβαρύ, γνήσιο αριστουργηματικό πρότυπο του σύγχρονου μυθιστορήματος, η πεζογραφία διαχωρίζεται με τρόπο ξεκάθαρο από την ποίηση, παύει να μεταρσιώνει, να μεταπλάθει την πραγματικότητα, παύει να την βλέπει στην προοπτική της έξαρσης, παύει να αναζητά και να ξεθάβει τη βαθύτερη μεγαλοσύνη και δραματικότητά της, παύει να επιδιώκει την ποιητική της υπερύψωση. Η λογοτεχνία προσγειώνεται στο έδαφος της πικρής αλήθειας της καθημερινής ζωής, στην απεικόνιση της άνυδρης πραγματικότητας, τέτοιας που είναι και που καθημερινά βιώνεται γύρω μας και μέσα μας, οριοθετείται στη φωτογράφηση της ανθρώπινης μοίρας, στην περιγραφή της ζωής με την εγγενή της κακουχία, στην παρουσίαση των άτεγκτων νόμων του κόσμου, χωρίς διαφυγές, χωρίς ψηλοπετάγματα, χωρίς λύτρωση. Ο Φλωμπέρ είναι ο απαράμιλλος παρατηρητής του μηδενός, ο ιχνογράφος της απαισιόδοξης όψης του κόσμου, ο βάρδος της διαρκούς αποτυχίας κάθε προσπάθειας που επιχειρεί ο άνθρωπος μέσα στα πλαίσια που του ορίζει ο κόσμος τούτος για να ξεφύγει από τη δυσπραγία του κόσμου τούτου.
Σύμβολο της αποτυχίας αυτής, σύμβολο που το απαθανατίζει με απίστευτη δύναμη το συγγραφικό ταλέντο του Φλωμπέρ, η απλή μορφή μιας κοπέλας του λαού, της ΄Εμμας Μποβαρύ. Η ΄Εμμα Μποβαρύ, μια γυναίκα ευφάνταστη, ευσυγκίνητη, φιλήδονη, ζωντανή και ονειροπαρμένη, βρίσκεται σε αδυναμία να συμβιβάσει τις λαχτάρες και τις επιθυμίες της με την ανούσια, ανάλατη και πεζή πραγματικότητα της ζωής που της έχει ορισθεί να ζήσει. Δε μπορεί να ισορροπήσει με τα πράγματα, να ενσωματωθεί στον κόσμο που την περιβάλλει, κυνηγά τη χίμαιρα της δυστυχίας, το μεγάλο έρωτα, το ιδεώδες, που το υποστασιοποιεί πότε στον ένα και πότε στον άλλον άντρα, σε πρόσωπα που ο ίδιος αυτός κόσμος που αυτή απεχθάνεται τα παράγει και της τα κομίζει και που επενδύει πάνω τους όλους τους κραδασμούς της ψυχής της, όλες της τις προσδοκίες, γαντζώνεται από αυτά, τα κάνει διαδοχικούς άξονες αναφοράς, τα πολιτογραφεί σαν πλάσματα από άλλους κόσμους και τόπους, τους τόπους της ευδαιμονίας. Και, όταν η απογοήτευση έρχεται, η ΄Εμμα Μποβαρύ, απαρνημένη, εγκαταλειμμένη, περιπαιγμένη, αρνιέται να δεχτεί στωικά τη μοίρα της ζωής και φεύγει απ΄ αυτήν, ενώ η θλιβερή και στυφή όψη του αισθητού τη συνοδεύει στη φυγή της με το τραγούδι του αθεράπευτα πληγιασμένου και κακόμορφου ζητιάνου, κι αφού, λίγο πριν, αυτή, η προδομένη από κείνους που είχε αγαπήσει, δίνει απελπισμένη το πιο φλογερό ερωτικό φιλί που έδωσε ποτέ στο μόνο σταθερά και ακλόνητο πιστό εραστή των ανθρώπων, τον Ιησού.
Με τη Μαντάμ Μποβαρύ, ο Φλωμπέρ δεν εγκαινιάζει μόνο μια νέα εποχή του ρεαλισμού, αλλά, ταυτόχρονα, πράγμα παράδοξο γι΄ αυτόν που πιστεύει στο στυλ γραφής σαν αυτοσκοπό και στην τελική έλευση μιας εποχής όπου η ίδια η Τέχνη θ΄ ανήκει στο παρελθόν, αφήνει στις γενιές που ακολουθούν τη μορφή της ΄Εμμας Μποβαρύ, μορφή αιώνια και πάντα αγέραστη, γιατί σφύζει από αλήθεια, απ΄ την αλήθεια της ζήσης αυτής, που είναι πικρή, γιατί, για να θυμηθούμε τη σολωμική ρήση, μόνο «με λογισμό και μ΄ όνειρο» μαζί είμαστε δικασμένοι να τη ζούμε.
(Μπ. Λυκούδης, από την Εισαγωγή του βιβλίου)
Σύμβολο της αποτυχίας αυτής, σύμβολο που το απαθανατίζει με απίστευτη δύναμη το συγγραφικό ταλέντο του Φλωμπέρ, η απλή μορφή μιας κοπέλας του λαού, της ΄Εμμας Μποβαρύ. Η ΄Εμμα Μποβαρύ, μια γυναίκα ευφάνταστη, ευσυγκίνητη, φιλήδονη, ζωντανή και ονειροπαρμένη, βρίσκεται σε αδυναμία να συμβιβάσει τις λαχτάρες και τις επιθυμίες της με την ανούσια, ανάλατη και πεζή πραγματικότητα της ζωής που της έχει ορισθεί να ζήσει. Δε μπορεί να ισορροπήσει με τα πράγματα, να ενσωματωθεί στον κόσμο που την περιβάλλει, κυνηγά τη χίμαιρα της δυστυχίας, το μεγάλο έρωτα, το ιδεώδες, που το υποστασιοποιεί πότε στον ένα και πότε στον άλλον άντρα, σε πρόσωπα που ο ίδιος αυτός κόσμος που αυτή απεχθάνεται τα παράγει και της τα κομίζει και που επενδύει πάνω τους όλους τους κραδασμούς της ψυχής της, όλες της τις προσδοκίες, γαντζώνεται από αυτά, τα κάνει διαδοχικούς άξονες αναφοράς, τα πολιτογραφεί σαν πλάσματα από άλλους κόσμους και τόπους, τους τόπους της ευδαιμονίας. Και, όταν η απογοήτευση έρχεται, η ΄Εμμα Μποβαρύ, απαρνημένη, εγκαταλειμμένη, περιπαιγμένη, αρνιέται να δεχτεί στωικά τη μοίρα της ζωής και φεύγει απ΄ αυτήν, ενώ η θλιβερή και στυφή όψη του αισθητού τη συνοδεύει στη φυγή της με το τραγούδι του αθεράπευτα πληγιασμένου και κακόμορφου ζητιάνου, κι αφού, λίγο πριν, αυτή, η προδομένη από κείνους που είχε αγαπήσει, δίνει απελπισμένη το πιο φλογερό ερωτικό φιλί που έδωσε ποτέ στο μόνο σταθερά και ακλόνητο πιστό εραστή των ανθρώπων, τον Ιησού.
Με τη Μαντάμ Μποβαρύ, ο Φλωμπέρ δεν εγκαινιάζει μόνο μια νέα εποχή του ρεαλισμού, αλλά, ταυτόχρονα, πράγμα παράδοξο γι΄ αυτόν που πιστεύει στο στυλ γραφής σαν αυτοσκοπό και στην τελική έλευση μιας εποχής όπου η ίδια η Τέχνη θ΄ ανήκει στο παρελθόν, αφήνει στις γενιές που ακολουθούν τη μορφή της ΄Εμμας Μποβαρύ, μορφή αιώνια και πάντα αγέραστη, γιατί σφύζει από αλήθεια, απ΄ την αλήθεια της ζήσης αυτής, που είναι πικρή, γιατί, για να θυμηθούμε τη σολωμική ρήση, μόνο «με λογισμό και μ΄ όνειρο» μαζί είμαστε δικασμένοι να τη ζούμε.
(Μπ. Λυκούδης, από την Εισαγωγή του βιβλίου)
Τρίτη 10 Αυγούστου 2010
Ο Πίνακας της Φλάνδρας
Το σκακιστή κρατάει φυλακισμένο
Μια άλλη σκακιέρα – απ΄ τον Ομάρ είναι ειπωμένο –
Γεμάτη νύχτες μαύρες και μέρες λευκές.
Ο Θεός κινεί τον παίκτη κι αυτός το πιόνι.
Μα ποιος Θεός πίσω απ΄ το Θεό το νήμα υφαίνει;
Καμωμένο από σκόνη, ώρες, όνειρα και ορμές;
Χ.Λ.Μπόρχες
Ο Αρτούρο Πέρεθ–Ρεβέρτε γεννήθηκε στην ισπανική πόλη Καρθαγένη το 1951. Τα μυθιστορήματά του γνωρίζουν παγκόσμια επιτυχία και αρκετά έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Είναι μέλος της Ισπανικής Ακαδημίας Γραμμάτων.
Στο βιβλίο του «ο Πίνακας της Φλάνδρας» πρωταγωνιστεί ένας πίνακας ζωγραφικής του 15ου αιώνα με τίτλο «Η σκακιστική παρτίδα» του Φλαμανδού Πίτερ βαν Χάυς. Η Χούλια, συντηρήτρια έργων τέχνης αναλαμβάνει τη συντήρηση του πίνακα και η ακτινολογική του εξέταση αποκαλύπτει μια κρυμμένη επιγραφή εποχής με γοτθικούς χαρακτήρες: «quis necavit equitem?», δηλαδή «Ποιος σκότωσε τον ιππότη;».
Στο έργο απεικονίζονται δύο ευγενείς της εποχής, ο Φερδινάνδος Αλτενχόφεν, δούκας του Οστεμβούργου και ο ιππότης Ροζέ ντε Αρράς να παίζουν σκάκι, ενώ στο βάθος η σύζυγος του δούκα Βεατρίκη της Βουργουνδίας διαβάζει ένα βιβλίο, μπροστά από ένα ανοικτό παράθυρο. Το έργο ολοκληρώνεται με ένα καθρέφτη στα αριστερά, στον οποίο αντικατοπτρίζονται οι γυρισμένες πλάτες των παιχτών και η σκακιέρα. Το μυστήριο της επιγραφής κεντρίζει τη Χούλια, και ύστερα από έρευνες ανακαλύπτει ότι ο Ροζέ ντε Αρράς ποτέ δεν πόζαρε γι’ αυτόν τον πίνακα διότι είχε δολοφονηθεί το 1469, δύο χρόνια πριν από τη δημιουργία του. Η Χούλια δεν σκέφτεται πια την αποκατάσταση του πίνακα αλλά την αποκάλυψη ενός μυστικού. «Κάποιος δολοφόνησε ή έβαλε να δολοφονήσουν τον Ροζέ ντε Αρράς τη μέρα των Θεοφανείων του 1469. Και η ταυτότητα του δολοφόνου είναι κρυμμένη στον πίνακα. Θα μπορούσαμε να ρίξουμε φως σ΄ ένα αίνιγμα που έμεινε κρυμμένο πέντε αιώνες… ΄Ισως είναι η αιτία για την οποία ένα μικρό μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας εξελίχθηκε με τον ένα κι όχι με τον άλλο τρόπο», εξιστορεί η Χούλια στον Θέσαρ, τον εκκεντρικό ομοφυλόφιλο αντικέρ, που αποτελεί γι΄ αυτήν ένα παράξενο συνδυασμό πατέρα, εξομολογητή, φίλου και πνευματικού καθοδηγητή, χωρίς ουσιαστικά να είναι τίποτε από όλα αυτά. Εκείνος πάλι τη συγκρατεί: «Τα πρόσωπα και η σκακιέρα απεικονίζονται δύο φορές μέσα στον πίνακα και η μια τους εκδοχή είναι, κατά κάποιον τρόπο, λιγότερο αληθινή από την άλλη. Αν αποδεχθούμε αυτό το γεγονός, μπαίνουμε στο δωμάτιο του πίνακα κι έτσι τα όρια που χωρίζουν την πραγματικότητα από τη ζωγραφιά παύουν να υπάρχουν… Οι πίνακες και οι καθρέφτες δημιουργούν κόσμους ιδιαίτερα συγκεχυμένους, που μπορούμε μεν να τους κατανοήσουμε αν τους κοιτάξουμε απέξω, αλλά δεν είναι καθόλου άνετοι έτσι και περάσουμε στο εσωτερικό τους».
Στο σημείο αυτό εμφανίζεται ο τρίτος παίχτης. «Λοιπόν, Ουότσον, είπε ο Χολμς. Δεν είναι τελικά παράξενο να διαπιστώνει κανείς ότι μερικές φορές, για να μάθεις το παρελθόν, χρειάζεται να μάθεις πρώτα το μέλλον;» (Ρ. Σμάλλυαν). Είναι ένας αγγελικός άνθρωπος, ο οποίος ισχυρίζεται πως δεν παίζει σκάκι, γιατί η φύση του εμπεριέχει από μόνη της το παιχνίδι: ο Μουνιόθ. Ξεκινάει παίζοντας την παρτίδα που βλέπει να παίζουν οι δύο άντρες στον πίνακα αναδρομικά, από το τέλος προς την αρχή. Το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο Μουνιόθ είναι ποιο από τα μαύρα κομμάτια που βρίσκονται μέσα ή έξω από τη σκακιέρα έφαγε το μαύρο άλογο. Το ταξίδι του ξεκινά από την περιγραφή του πίνακα. «Εδώ έχουμε επίπεδα που το ένα εμπεριέχει το άλλο: ένα πίνακα που περιέχει ένα πάτωμα που μοιάζει με σκακιέρα, και που με τη σειρά του, περιέχει δυο πρόσωπα. Αυτά τα πρόσωπα παίζουν σε μια σκακιέρα που περιέχει κομμάτια… κι επιπλέον όλα αυτά αντικατοπτρίζονται σ΄ αυτόν εκεί το στρογγυλό καθρέφτη στ΄ αριστερά… Αν σας αρέσει να περιπλέκετε τα πράγματα, μπορείτε να προσθέσετε άλλο ένα επίπεδο: το δικό μας, από το σημείο που παρακολουθούμε τη σκηνή ή τις διαδοχικές σκηνές. Κι αν αποφασίσουμε να περιπλέξουμε ακόμη περισσότερο το θέμα, υπάρχει και το επίπεδο από το οποίο ο ζωγράφος φαντάσθηκε εμάς, τους θεατές του έργου του…». Είναι σαφές ότι ο Μουνιόθ βλέπει στον πίνακα πράγματα που οι άλλοι δεν βλέπουν.
Μέσα από την προσπάθειά του να αναπλάσει το παρελθόν, ο Μουνιόθ αναπτύσσει σταδιακά τη θεώρησή του για το παιχνίδι, το οποίο πρόκειται να κρίνει την τύχη του πίνακα:
Το σκάκι αναδεικνύεται σε ένα πεδίο μάχης σε μικρογραφία, όπου εκτυλίσσεται το μυστήριο της ίδιας της ζωής, της επιτυχίας και της αποτυχίας, των σκοτεινών και τρομερών δυνάμεων που κυβερνούν τη μοίρα των ανθρώπων… Πολλές φορές η μάχη που διεξάγεται πάνω σε μια σκακιέρα δεν είναι ανάμεσα σε δυο σκακιστικές σχολές, αλλά ανάμεσα σε δυο φιλοσοφίες. Ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους αντίληψης του κόσμου. «Τα λευκά και τα μαύρα πιόνια έμοιαζαν να συμβολίζουν το μανιχαϊστικό διαχωρισμό ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως, στο καλό και στο κακό, μέσα στο ίδιο το μυαλό του ανθρώπου». (Γκ. Κασπάροφ). Αν και μερικοί βλέπουν το σκάκι ως μια μάχη που πρέπει να κερδίσουν, ο Μουνιόθ, το βλέπει σαν ένα χώρο φαντασίας και ειδικών συνδυασμών, όπου η νίκη και η ήττα είναι λέξεις χωρίς νόημα ή σαν μια μορφή θεραπείας. «Το σκάκι ως παιχνίδι είναι στην πραγματικότητα ένα υποκατάστατο του πολέμου. ΄Όμως είναι και κάτι ακόμα. Ο σκοπός είναι να κάνεις σαχ στο βασιλιά, να σκοτώσεις τον πατέρα. Πέρα από την τέχνη του πολέμου, το σκάκι έχει μεγαλύτερη σχέση με την τέχνη της δολοφονίας… Το όνειρο κάθε αγοριού που παίζει σκάκι είναι να νικήσει τον πατέρα του σε μια παρτίδα. Να σκοτώσει το βασιλιά… Επιπλέον, το σκάκι μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε σύντομα πως αυτός ο πατέρας, αυτός ο βασιλιάς, είναι το πιο ευάλωτο κομμάτι της σκακιέρας. Βρίσκεται υπό συνεχή απειλή, χρειάζεται προστασία, ροκέ. Κινείται αργά, ένα μόνο τετράγωνο τη φορά… Η βασίλισσα είναι η μητέρα, η γυναίκα. Σε κάθε επίθεση στο βασιλιά, αυτή προσφέρει την πιο αποτελεσματική άμυνα, έχει τα καλύτερα μέσα. Και δίπλα στους δύο, στο βασιλιά και στη ντάμα, είναι ο αξιωματικός, που στα αγγλικά λέγεται bishop, δηλαδή επίσκοπος: είναι αυτός που ευλογεί την ένωση και τους βοηθάει στη μάχη. Να μην ξεχνάμε όμως και το αραβικό faras, το άλογο που διασχίζει τις εχθρικές γραμμές και που στα αγγλικά λέγεται knight: ιππότης δηλαδή. Στην πραγματικότητα το πρόβλημα τέθηκε πολύ πριν ο Βαν Χάυς ζωγραφίσει τη Σκακιστική Παρτίδα. Οι άνθρωποι προσπαθούν να το διαλευκάνουν εδώ και χίλια τετρακόσια χρόνια. Είναι φορές που αναρωτιέμαι αν το σκάκι είναι κάτι που το εφηύρε ο άνθρωπος ή κάτι που απλά το ανακάλυψε. Κάτι που υπήρχε πάντα εδώ από καταβολής κόσμου. ΄Όπως οι πρώτοι αριθμοί».
Το ενδιαφέρον του αναγνώστη δοκιμάζεται από τους πλατιασμούς, τις περιττές επαναλήψεις και τις ψυχογραφικές περιγραφές των χαρακτήρων, στερεότυπες και πληκτικές, ενώ η αποκάλυψη του δολοφόνου και στα δύο επίπεδα, του πίνακα και της πραγματικότητας, είναι αναμενόμενη και η λύση αφήνει μια αίσθηση ανικανοποίητου, καθώς η ομολογία του δράστη ή των δραστών με την μελοδραματική της χροιά και την ανεπάρκεια στην πειστικότητα απογοητεύει τη φαντασία.
«Μέσα στην έξαψη του χρόνου που μεσολάβησε, είδα κάτι με αβάσταχτη κατάπληξη; Όλο τον τρόμο που κρύβουν τα αβυσσαλέα βάθη του σκακιού» (Β. Ναμπόκοφ)
Μια άλλη σκακιέρα – απ΄ τον Ομάρ είναι ειπωμένο –
Γεμάτη νύχτες μαύρες και μέρες λευκές.
Ο Θεός κινεί τον παίκτη κι αυτός το πιόνι.
Μα ποιος Θεός πίσω απ΄ το Θεό το νήμα υφαίνει;
Καμωμένο από σκόνη, ώρες, όνειρα και ορμές;
Χ.Λ.Μπόρχες
Ο Αρτούρο Πέρεθ–Ρεβέρτε γεννήθηκε στην ισπανική πόλη Καρθαγένη το 1951. Τα μυθιστορήματά του γνωρίζουν παγκόσμια επιτυχία και αρκετά έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Είναι μέλος της Ισπανικής Ακαδημίας Γραμμάτων.
Στο βιβλίο του «ο Πίνακας της Φλάνδρας» πρωταγωνιστεί ένας πίνακας ζωγραφικής του 15ου αιώνα με τίτλο «Η σκακιστική παρτίδα» του Φλαμανδού Πίτερ βαν Χάυς. Η Χούλια, συντηρήτρια έργων τέχνης αναλαμβάνει τη συντήρηση του πίνακα και η ακτινολογική του εξέταση αποκαλύπτει μια κρυμμένη επιγραφή εποχής με γοτθικούς χαρακτήρες: «quis necavit equitem?», δηλαδή «Ποιος σκότωσε τον ιππότη;».
Στο έργο απεικονίζονται δύο ευγενείς της εποχής, ο Φερδινάνδος Αλτενχόφεν, δούκας του Οστεμβούργου και ο ιππότης Ροζέ ντε Αρράς να παίζουν σκάκι, ενώ στο βάθος η σύζυγος του δούκα Βεατρίκη της Βουργουνδίας διαβάζει ένα βιβλίο, μπροστά από ένα ανοικτό παράθυρο. Το έργο ολοκληρώνεται με ένα καθρέφτη στα αριστερά, στον οποίο αντικατοπτρίζονται οι γυρισμένες πλάτες των παιχτών και η σκακιέρα. Το μυστήριο της επιγραφής κεντρίζει τη Χούλια, και ύστερα από έρευνες ανακαλύπτει ότι ο Ροζέ ντε Αρράς ποτέ δεν πόζαρε γι’ αυτόν τον πίνακα διότι είχε δολοφονηθεί το 1469, δύο χρόνια πριν από τη δημιουργία του. Η Χούλια δεν σκέφτεται πια την αποκατάσταση του πίνακα αλλά την αποκάλυψη ενός μυστικού. «Κάποιος δολοφόνησε ή έβαλε να δολοφονήσουν τον Ροζέ ντε Αρράς τη μέρα των Θεοφανείων του 1469. Και η ταυτότητα του δολοφόνου είναι κρυμμένη στον πίνακα. Θα μπορούσαμε να ρίξουμε φως σ΄ ένα αίνιγμα που έμεινε κρυμμένο πέντε αιώνες… ΄Ισως είναι η αιτία για την οποία ένα μικρό μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας εξελίχθηκε με τον ένα κι όχι με τον άλλο τρόπο», εξιστορεί η Χούλια στον Θέσαρ, τον εκκεντρικό ομοφυλόφιλο αντικέρ, που αποτελεί γι΄ αυτήν ένα παράξενο συνδυασμό πατέρα, εξομολογητή, φίλου και πνευματικού καθοδηγητή, χωρίς ουσιαστικά να είναι τίποτε από όλα αυτά. Εκείνος πάλι τη συγκρατεί: «Τα πρόσωπα και η σκακιέρα απεικονίζονται δύο φορές μέσα στον πίνακα και η μια τους εκδοχή είναι, κατά κάποιον τρόπο, λιγότερο αληθινή από την άλλη. Αν αποδεχθούμε αυτό το γεγονός, μπαίνουμε στο δωμάτιο του πίνακα κι έτσι τα όρια που χωρίζουν την πραγματικότητα από τη ζωγραφιά παύουν να υπάρχουν… Οι πίνακες και οι καθρέφτες δημιουργούν κόσμους ιδιαίτερα συγκεχυμένους, που μπορούμε μεν να τους κατανοήσουμε αν τους κοιτάξουμε απέξω, αλλά δεν είναι καθόλου άνετοι έτσι και περάσουμε στο εσωτερικό τους».
Στο σημείο αυτό εμφανίζεται ο τρίτος παίχτης. «Λοιπόν, Ουότσον, είπε ο Χολμς. Δεν είναι τελικά παράξενο να διαπιστώνει κανείς ότι μερικές φορές, για να μάθεις το παρελθόν, χρειάζεται να μάθεις πρώτα το μέλλον;» (Ρ. Σμάλλυαν). Είναι ένας αγγελικός άνθρωπος, ο οποίος ισχυρίζεται πως δεν παίζει σκάκι, γιατί η φύση του εμπεριέχει από μόνη της το παιχνίδι: ο Μουνιόθ. Ξεκινάει παίζοντας την παρτίδα που βλέπει να παίζουν οι δύο άντρες στον πίνακα αναδρομικά, από το τέλος προς την αρχή. Το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο Μουνιόθ είναι ποιο από τα μαύρα κομμάτια που βρίσκονται μέσα ή έξω από τη σκακιέρα έφαγε το μαύρο άλογο. Το ταξίδι του ξεκινά από την περιγραφή του πίνακα. «Εδώ έχουμε επίπεδα που το ένα εμπεριέχει το άλλο: ένα πίνακα που περιέχει ένα πάτωμα που μοιάζει με σκακιέρα, και που με τη σειρά του, περιέχει δυο πρόσωπα. Αυτά τα πρόσωπα παίζουν σε μια σκακιέρα που περιέχει κομμάτια… κι επιπλέον όλα αυτά αντικατοπτρίζονται σ΄ αυτόν εκεί το στρογγυλό καθρέφτη στ΄ αριστερά… Αν σας αρέσει να περιπλέκετε τα πράγματα, μπορείτε να προσθέσετε άλλο ένα επίπεδο: το δικό μας, από το σημείο που παρακολουθούμε τη σκηνή ή τις διαδοχικές σκηνές. Κι αν αποφασίσουμε να περιπλέξουμε ακόμη περισσότερο το θέμα, υπάρχει και το επίπεδο από το οποίο ο ζωγράφος φαντάσθηκε εμάς, τους θεατές του έργου του…». Είναι σαφές ότι ο Μουνιόθ βλέπει στον πίνακα πράγματα που οι άλλοι δεν βλέπουν.
Μέσα από την προσπάθειά του να αναπλάσει το παρελθόν, ο Μουνιόθ αναπτύσσει σταδιακά τη θεώρησή του για το παιχνίδι, το οποίο πρόκειται να κρίνει την τύχη του πίνακα:
Το σκάκι αναδεικνύεται σε ένα πεδίο μάχης σε μικρογραφία, όπου εκτυλίσσεται το μυστήριο της ίδιας της ζωής, της επιτυχίας και της αποτυχίας, των σκοτεινών και τρομερών δυνάμεων που κυβερνούν τη μοίρα των ανθρώπων… Πολλές φορές η μάχη που διεξάγεται πάνω σε μια σκακιέρα δεν είναι ανάμεσα σε δυο σκακιστικές σχολές, αλλά ανάμεσα σε δυο φιλοσοφίες. Ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους αντίληψης του κόσμου. «Τα λευκά και τα μαύρα πιόνια έμοιαζαν να συμβολίζουν το μανιχαϊστικό διαχωρισμό ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως, στο καλό και στο κακό, μέσα στο ίδιο το μυαλό του ανθρώπου». (Γκ. Κασπάροφ). Αν και μερικοί βλέπουν το σκάκι ως μια μάχη που πρέπει να κερδίσουν, ο Μουνιόθ, το βλέπει σαν ένα χώρο φαντασίας και ειδικών συνδυασμών, όπου η νίκη και η ήττα είναι λέξεις χωρίς νόημα ή σαν μια μορφή θεραπείας. «Το σκάκι ως παιχνίδι είναι στην πραγματικότητα ένα υποκατάστατο του πολέμου. ΄Όμως είναι και κάτι ακόμα. Ο σκοπός είναι να κάνεις σαχ στο βασιλιά, να σκοτώσεις τον πατέρα. Πέρα από την τέχνη του πολέμου, το σκάκι έχει μεγαλύτερη σχέση με την τέχνη της δολοφονίας… Το όνειρο κάθε αγοριού που παίζει σκάκι είναι να νικήσει τον πατέρα του σε μια παρτίδα. Να σκοτώσει το βασιλιά… Επιπλέον, το σκάκι μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε σύντομα πως αυτός ο πατέρας, αυτός ο βασιλιάς, είναι το πιο ευάλωτο κομμάτι της σκακιέρας. Βρίσκεται υπό συνεχή απειλή, χρειάζεται προστασία, ροκέ. Κινείται αργά, ένα μόνο τετράγωνο τη φορά… Η βασίλισσα είναι η μητέρα, η γυναίκα. Σε κάθε επίθεση στο βασιλιά, αυτή προσφέρει την πιο αποτελεσματική άμυνα, έχει τα καλύτερα μέσα. Και δίπλα στους δύο, στο βασιλιά και στη ντάμα, είναι ο αξιωματικός, που στα αγγλικά λέγεται bishop, δηλαδή επίσκοπος: είναι αυτός που ευλογεί την ένωση και τους βοηθάει στη μάχη. Να μην ξεχνάμε όμως και το αραβικό faras, το άλογο που διασχίζει τις εχθρικές γραμμές και που στα αγγλικά λέγεται knight: ιππότης δηλαδή. Στην πραγματικότητα το πρόβλημα τέθηκε πολύ πριν ο Βαν Χάυς ζωγραφίσει τη Σκακιστική Παρτίδα. Οι άνθρωποι προσπαθούν να το διαλευκάνουν εδώ και χίλια τετρακόσια χρόνια. Είναι φορές που αναρωτιέμαι αν το σκάκι είναι κάτι που το εφηύρε ο άνθρωπος ή κάτι που απλά το ανακάλυψε. Κάτι που υπήρχε πάντα εδώ από καταβολής κόσμου. ΄Όπως οι πρώτοι αριθμοί».
Το ενδιαφέρον του αναγνώστη δοκιμάζεται από τους πλατιασμούς, τις περιττές επαναλήψεις και τις ψυχογραφικές περιγραφές των χαρακτήρων, στερεότυπες και πληκτικές, ενώ η αποκάλυψη του δολοφόνου και στα δύο επίπεδα, του πίνακα και της πραγματικότητας, είναι αναμενόμενη και η λύση αφήνει μια αίσθηση ανικανοποίητου, καθώς η ομολογία του δράστη ή των δραστών με την μελοδραματική της χροιά και την ανεπάρκεια στην πειστικότητα απογοητεύει τη φαντασία.
«Μέσα στην έξαψη του χρόνου που μεσολάβησε, είδα κάτι με αβάσταχτη κατάπληξη; Όλο τον τρόμο που κρύβουν τα αβυσσαλέα βάθη του σκακιού» (Β. Ναμπόκοφ)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
