Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

΄Αλωση ή Πτώση;

… το 1955 καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν οι περιουσίες των Ρωμιών και των άλλων μειονοτήτων στην Ιστανμπούλ, επειδή ήταν αδύνατο να συγκρατηθούν τα πλήθη που είχαν υποκινηθεί από την τουρκική κυβέρνηση. Τα γεγονότα αυτά που συμπεριλάμβαναν καταστροφές εκκλησιών και δολοφονίες παπάδων, μοιάζουν σε λεηλασία και ωμότητα με τα γεγονότα που περιγράφουν οι «Δυτικοί» ιστορικοί της «πτώσης». Οι Ρωμιοί που εγκατέλειψαν τα τελευταία πενήντα χρόνια την Ιστανμπούλ εξαιτίας των λαθών των τουρκικών και των ελληνικών κυβερνήσεων που συμπεριφέρονταν στις μειονότητες τους, από τότε που η Ελλάδα και η Τουρκία έγιναν εθνικά κράτη, σαν να ήταν όμηροι, είναι περισσότεροι από κείνους που την εγκατέλειψαν στα πενήντα χρόνια μετά το 1453.

Το 1955 όταν οι εγγλέζοι ετοιμάζονταν να φύγουν από την Κύπρο και οι έλληνες ν΄ αναλάβουν ολοκληρωτικά τη διακυβέρνηση του νησιού , ένας πράκτορας των μυστικών τουρκικών υπηρεσιών έβαλε βόμβα στο σπίτι που γεννήθηκε ο Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη. ΄Όταν οι εφημερίδες με έκτακτες εκδόσεις και μεγαλοποιώντας το περιστατικό κυκλοφόρησαν την είδηση, το εχθρικό προς τις μη μουσουλμανικές μειονότητες πλήθος που μαζεύτηκε στην πλατεία Τακσίμ, έκαψε, γκρέμισε και λεηλάτησε μέχρι το πρωί, πρώτα τα καταστήματα απ΄ όπου ψωνίζαμε με τη μητέρα μου στο Μπέγιογλου κι έπειτα όλη την πόλη.
Οι καταστροφικοί τσέτες, στις περιοχές όπως το Ορτάκοϊ, το Μπαλουκλή, τα Ψωμαθειά, το Φανάρι, όπου ζούσαν πολλοί Ρωμιοί, με βιαιότητα που προκαλούσε φρίκη, έκαψαν , λεηλάτησαν μικρά φτωχικά ρωμαίικα μπακάλικα, γκρέμισαν μάντρες και μπήκαν σε σπίτια, βίασαν Ρωμιές και Αρμένισσες, μπορεί κανείς να πει ότι φέρθηκαν το ίδιο ανελέητα με τους στρατιώτες που λεηλάτησαν την Ιστανμπούλ, όταν ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Πολιορκητής μπήκε στη πόλη. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι οι οργανωτές, τους οποίος στήριζε η κυβέρνηση, για να κινητοποιήσουν τους πλιατσικολόγους, που για δύο μέρες σκόρπισαν τη φρίκη στην πόλη και μετέτρεψαν την Ιστανμπούλ σε κόλαση χειρότερη κι από τους πιο κακούς εφιάλτες των χριστιανών και των Ευρωπαίων, τους είχαν πει ότι το πλιάτσικο είναι ελεύθερο.
Το πρωί της νύχτας όπου στους δρόμους κινδύνευε να λιντσαριστεί όποιος δεν ήταν μουσουλμάνος , το Μπέγιογλου και η λεωφόρος Ιστικλάλ ήταν γεμάτη από αντικείμενα που δεν μπορούσαν να μεταφερθούν από τα λεηλατημένα μαγαζιά με τις σπασμένες βιτρίνες και πόρτες, αλλά είχαν καταστραφεί με πολλή χαρά. Χρώματα χρώματα, τόπια τόπια τα υφάσματα, χαλιά και φορέματα κι από πάνω αναποδογυρισμένα ψυγεία, ραδιόφωνα, πλυντήρια ρούχων, καινούρια ακόμη τότε στην τουρκική αγορά, το οδόστρωμα δε φαινόταν από τις σπασμένες πορσελάνες, τα παιχνίδια (τα καλύτερα καταστήματα παιχνιδιών ήταν στο Μπέγιογλου) , τα έπιπλα κουζίνας, τα ενυδρεία που ήταν της μόδας τότε, τα κρύσταλλα φωτιστικών. Ποδήλατα , αναποδογυρισμένα ή καμένα αυτοκίνητα, σπασμένα πιάνα, ακρωτηριασμένες κούκλες που κοίταζαν τον ουρανό, πεσμένες ανάσκελα από τη βιτρίνα κάποιου μεγάλου καταστήματος, και μερικά τανκς που έστω και αργά είχαν βγει στους δρόμους για να επαναφέρουν την τάξη.

Ιστανμπούλ (του Ορχάν Παμούκ)

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

ΣΗΓΑΤΑΚ ΕΤΕΝΥΤΦ ΗΜ

Αμέσως μόλις έμαθα να διαβάζω και να γράφω , στον κόσμο της φαντασίας μου προστέθηκαν και οι αστερισμοί των γραμμάτων. Ο καινούριος αυτός κόσμος δεν απαρτιζόταν από οράματα με νόημα, από εικόνες που διηγιόνταν ιστορίες, παρά μόνο από γράμματα κι από ήχους που βγάζανε τα γράμματα. Διάβαζα οτιδήποτε έβλεπα γραμμένο, τις επωνυμίες εταιρειών στα σταχτοδοχεία, τις αφίσες στους τοίχους, τις ειδήσεις στις εφημερίδες, τις διαφημίσεις, ό,τι γράφανε απέξω τα καταστήματα, τα εστιατόρια, ό,τι ήταν γραμμένο πάνω στα φορτηγά, στα χαρτιά περιτυλίγματος, στις πινακίδες της τροχαίας, στο κουτί της κανέλας στο τραπέζι, στο κουτί με το βούτυρο στην κουζίνα και στα σαπούνια και στα τσιγάρα της γιαγιάς μου και στα κουτιά με τα φάρμακά της. Ούτε ήταν απαραίτητο να καταλαβαίνω τη σημασία των λέξεων αυτών που καμιά φορά διάβαζα δυνατά. Θαρρείς, κάπουμέσα στο μυαλό μου, ανάμεσα στην όραση και το κέντρο αντίληψής μου είχε τοποθετηθεί μια μηχανή που μετέτρεπε όλα τα γράμματα σε συλλαβές και ήχους. ΄Ιδια με ανοιχτό ραδιόφωνο που κανείς δεν το ακούει, σε καφενείο όπου γίνεται πολλή φασαρία, η μηχανή αυτή, που καμιά φορά ούτε εγώ δεν της έδινα σημασία, έκανε συνέχεια εκπομπή.


Ορχάν Παμούκ: Ιστανμπούλ

Θλίψη

Η θλίψη είναι μοίρα αναπόφευκτη, ένα συναίσθημα που λυτρώνει την ψυχή και δίνει βάθος στον άνθρωπο. Η θλίψη είναι σαν θολό τζάμι ανάμεσα στον ποιητή και τη ζωή. Η θλιβερή προβολή της ζωής για τον ποιητή είναι πιο ελκυστική από την ίδια τη ζωή. Το ίδιο ισχύει και για τους κατοίκους της Ιστανμπούλ, που έχουν αποδεχτεί τη φτώχειά τους και τα αισθήματα μειονεξίας τους. Η θλίψη, που έχει και την έννοια της συνειδητής παραίτησης από τη ζωή, ενώ από τη μια μεριά επωφελείται από τη σπουδαιότητά της στη μυστικιστική λογοτεχνία, από την άλλη φαίνεται να είναι η αιτία – επιλεγμένη με απόλυτη συνείδηση και περηφάνια – της αποτυχίας, της αναποφασιστικότητας , της ηττοπάθειας και της φτώχειας όσων ζούνε στην πόλη. Με αυτή την έννοια η θλίψη δεν παρουσιάζεται μόνο ως αποτέλεσμα των ελλείψεων στη ζωή, των μεγάλων απωλειών αλλά , και το πιο σημαντικό, ως πραγματική τους αιτία. Οι ήρωες στις τουρκικές ταινίες στα παιδικά και νεανικά μου χρόνια, ακριβώς όπως οι ήρωες των πραγματικών ιστοριών που είχα ακούσει ή ήμουν μάρτυράς τους, λες και εξαιτίας της θλίψης που είχαν μέσα τους από τη γέννησή τους, δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν την αγαπημένη τους, τα λεφτά, την επιτυχία : η θλίψη παραλύει τον κάτοικο της Ιστανμπούλ, αλλά είναι και η δικαιολογία της παράλυσής του.


(από την Ιστανμπούλ του Ορχάν Παμούκ)

Χιουζούν (θλίψη) – μελαγχολία – tristesse

΄Όμως τώρα δεν προσπαθώ να σας πω για την μελαγχολία της Ιστανμπούλ, αλλά για τη θλίψη στην οποία βλέπουμε τον εαυτό μας, που της έχουμε δώσει με περηφάνια διάσταση πνευματική και τη μοιραζόμαστε όλοι σαν μια κοινωνία. Θλίψη είναι το σημείο όπου συναντιούνται η ίδια η πόλη και οι αναμνήσεις από τις εικόνες της πόλης. Εννοώ τα βράδυα που έρχονται νωρίς, τους πατεράδες που κάτω από τα φώτα των δρόμων γυρίζουν στα σπίτια τους στους πίσω μαχαλάδες με μια σακούλα στα χέρια. Τους γερασμένους βιβλιοπώλες που έπειτα από κάθε οικονομική κρίση περιμένουν τρέμοντας από το κρύο στο μαγαζί τους όλη μέρα πελάτη, τους μπαρμπέρηδες που έπειτα από την κρίση παραπονιούνται ότι ο κόσμος ξυρίζεται λιγότερο συχνά, τους ναύτες που καθώς πλένουν, μ΄ έναν κουβά στο χέρι, τα δεμένα στις άδειες αποβάθρες παλιά βαπόρια του Βοσπόρου, ρίχνουν ματιές στη μικρή ασπρόμαυρη τηλεόραση κάπου παρακάτω, και που σε λίγο θα πέσουν να κοιμηθούν στο βαπόρι που πλένουν, τα παιδιά που παίζουν ποδόσφαιρο στους στενούς λιθόστρωτους δρόμους ανάμεσα στα αυτοκίνητα, τις μαντιλοδεμένες γυναίκες με τις πλαστικές σακούλες στα χέρια, που περιμένουν στις απόμερες στάσεις των λεωφορείων, χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους, το λεωφορείο που δεν έρχεται ποτέ, τους άδειους καϊκχανέδες των παλιών γιαλί, τους τσαϊχανέδες που είναι γεμάτοι με ανέργους, τους υπομονετικούς μαστροπούς που τα καλοκαιρινά βράδυα περπατάνε πέρα-δώθε στα πεζοδρόμια της πιο μεγάλης πλατείας της πόλης με την ελπίδα να βρούνε κάνα μεθυσμένο τουρίστα, τον κόσμο που τα χειμωνιάτικα βράδυα τρέχει να προλάβει τα βαπόρια, τις γυναίκες που περιμένουν τους καθυστερημένους άντρες τους να γυρίσουν στο σπίτι τα βράδυα, παραμερίζουν τις κουρτίνες να ρίξουν μια ματιά στο δρόμο, τους γέρους με τους τακέδες, τους μικρούς σκούφους, που στις αυλές των τζαμιών πουλάνε θρησκευτικά βιβλιαράκια, κομπολόγια, αγιασμούς, τις εισόδους χιλιάδων πολυκατοικιών που όλες μοιάζουν μεταξύ τους, τα ξύλινα κτίρια που από μικρά αρχοντικά έχουν μετατραπεί σε δημαρχεία και που τα ξύλινα πατώματά τους βογκάνε σε κάθε βήμα, τις σπασμένες τραμπάλες στις άδειες παιδικές χαρές, τις σφυρίχτρες των βαποριών στην ομίχλη, τα ερειπωμένα βυζαντινά τείχη της πόλης, τις αγορές που αδειάζουν όταν βραδιάζει, τα χαλάσματα που είναι ό,τι έχει απομείνει από τους παλιούς τεκέδες, τις προσόψεις των δεκάδων χιλιάδων πολυκατοικιών που από τη βρόμα, τη σκουριά, τη κάπνα και τη σκόνη έχουν χάσει το χρώμα τους, τους γλάρους που στέκονται ακίνητοι, κάτω από τη βροχή, πάνω στις σημαδούρες που είναι γεμάτες μύδια και φύκια, τα τεράστια αιωνόβια αρχοντικά που τις πιο κρύες μέρες του χρόνου ένας καπνός, κι αυτός λεπτός και σχεδόν αόρατος, βγαίνει από τη μοναδική καμινάδα τους, τους άντρες που ψαρεύουν στη γέφυρα του Γαλατά, τις κρύες αίθουσες των βιβλιοθηκών, τους φωτογράφους του δρόμου, την μπόχα από τις ανάσες που μυρίζουν οι κάποτε ωραίοι κινηματογράφοι με τα χρυσά ταβάνια, τώρα πια αίθουσες προβολής πορνό ταινιών όπου οι άντρες ντρέπονται όταν μπαίνουν., τις λεωφόρους όπου ούτε μια γυναίκα δεν βλέπεις να κυκλοφορεί μετά τη δύση του ήλιου, τους άντρες που μαζεύονται έξω από τις πόρτες των δεδηλωμένων μπουρδέλων τις μέρες με νοτιά και κουφόβραση, τις νεαρές γυναίκες που περιμένουν στην ουρά έξω από την πόρτα του μαγαζιού που πουλάει κρέας με έκπτωση, τις σβηστές λάμπες στα διακοσμητικά φώτα του ραμαζανιού που κρεμιούνται από μιναρέ σε μιναρέ, τις σκισμένες, μαυρισμένες από τον καιρό αφίσες τοίχου, τα κουρασμένα αμερικανικά αυτοκίνητα, απομεινάρια της δεκαετίας του ΄50, μουσειακά αντικείμενα σε κάποια δυτική πόλη αν υπάρχουν ακόμη, που τα δουλεύουν σαν ντολμούς και που βογκάνε και υποφέρουν στα βρώμικα σοκάκια της πόλης και στις ανηφόρες που σκαρφαλώνουν, τον κόσμο που γεμίζει ασφυκτικά τα λεωφορεία, τα τζαμιά που οι κλέφτες φροντίζουν να κλέβουν τους μολυβένιους καπλαμάδες και τις υδρορροές τους, τα νεκροταφεία και τα κυπαρίσσια που στην πόλη μέσα λες και υπάρχουν σαν ένας δεύτερος κόσμος, τις χλομές λάμπες που ανάβουν τις νύχτες στα βαπόρια της γραμμής Καντίκιοϊ – Καράκιοϊ, τα μικρά παιδιά που προσπαθούν να πουλήσουν χαρτομάντιλα στους περαστικούς στα σοκάκια, τους πύργους των ρολογιών που ποτέ κανείς δεν κοιτάζει, το ξύλο που τρώνε οι μαθητές τα βράδυα στα σπίτια τους με τα βιβλία της ιστορίας όπου διαβάζουν για τους νικηφόρους πολέμους των Οθωμανών, το φόβο με τον οποίο περιμένουν τους «υπηρεσιακούς» τις μέρες απαγόρευσης της κυκλοφορίας που κάθε τόσο αναγγέλλεται με αφορμή άλλοτε την απογραφή του πληθυσμού, άλλοτε των εκλογέων, άλλοτε την αναζήτηση τρομοκρατών, οι επιστολές των αναγνωστών στα μικρά γράμματα των εφημερίδων που ποτέ κανείς δε διαβάζει, του τύπου «ο θόλος του τάδε τζαμιού στο μαχαλά μας, ηλικίας άνω των τριακοσίων ετών γκρεμίζεται, γιατί το κράτος δεν κάνει τίποτε», τα σκαλοπάτια στις υπόγειες διαβάσεις και στις υπέργειες διαβάσεις στα πολυπληθέστερα μέρη της πόλης, που είναι σπασμένα στις άκρες με διαφορετικό σπάσιμο το καθένα, τον άνθρωπο που σαράντα χρόνια τώρα πουλάει στο ίδιο πόστο κάρτ ποστάλ της Ιστανμπούλ , τους ζητιάνους που ξεφυτρώνουν στις πιο απίθανες γωνιές μπροστά σου, και τους ζητιάνους που κάθε μέρα στην ίδια γωνία λένε τα ίδια, την έντονη μυρωδιά απόπατου που σου ΄ρχεται ξαφνικά στη μύτη στους δρόμους που βρίθουν από κόσμο, στα βαπόρια, στις στοές, στις διαβάσεις, τα κορίτσια που διαβάζουν την Αδελφή Γκιουζίν στην εφημερίδα Χουριέτ, τις δύσεις του ήλιου που βάφουν με κοκκινωπό πορτοκαλί τα παράθυρο στο Ουσκιουντάρ, τα χαράματα όπου κοιμούνται όλοι, εκτός από τους ψαράδες που ανοίγονται στη θάλασσα, τις τρεις γάτες και τις δυο κατσίκες στα κλουβιά στο πάρκο Γκιουλχανέ, εκεί όπου κανείς δεν θα έλεγε ότι είναι ο ζωολογικός κήπος, τους τρίτης κατηγορίας τραγουδιστές στα νυχτερινά κέντρα που μιμούνται Αμερικανούς και Τούρκους τραγουδιστές, αστέρια της ποπ μουσικής, αλλά και τους πρώτης κατηγορίας τραγουδιστές , τους μαθητές που βαριούνται τ΄ ατελείωτα μαθήματα των αγγλικών όπου στα έξι χρόνια ούτε ένας δεν καταφέρνει να μάθει κάτι παραπάνω από ένα yes κι ένα no, τους μετανάστες που περιμένουν στη γέφυρα του Γαλατά, τ΄ απομεινάρια στις λαϊκές αγορές που τις μαζεύουν νωρίς τ΄ απόβραδα το χειμώνα, τα λαχανικά, τα φρούτα, τα σκουπίδια, τα χαρτιά, τις πλαστικές σακούλες, τα τσουβάλια, τα κουτιά, τα τελάρα, τις όμορφες μαντιλοδεμένες γυναίκες που ντρέπονται όταν παζαρεύουν στις λαϊκές αγορές, τις νεαρές μητέρες με τρία παιδιά που περπατάνε με δυσκολία στους δρόμους, την εικόνα του Κεράτιου όταν κοιτάζει κάποιος από τη γέφυρα του Γαλατά προς το Εγιούπ, τους κουλουράδες που αφαιρούνται καθώς περιμένουν πελάτη στις αποβάθρες, τις σφυρίχτρες των καραβιών που σφυρίζουν από μακριά όλες μαζί όταν για ένα λεπτό, μια φορά το χρόνο, όλη η Ιστανμπούλ στέκεται ακίνητη, σε στάση προσοχής, στη μνήμη του Ατατούρκ, τις παλιές κρήνες στις γειτονιές, ερείπια από μάρμαρα πια, με κλεμμένη τη βρύση τους που κάποτε ανέβαινες σε σκαλοπάτι για να τη φτάσεις, αλλά τώρα, έπειτα από τα τόσα στρώματα ασφάλτου πάνω από το λιθόστρωτο, είναι κάτω από το επίπεδο του δρόμου, τα νεαρά κορίτσια που δουλεύουν μέχρι το πρωί για να προλαβαίνουν τις παραγγελίες, στις μηχανές που ράβουν στριφώματα και κουμπιά, με τους χαμηλότερους μισθούς της πόλης, στριμωγμένες στα διαμερίσματα πολυκατοικιών στα στενά, εκεί όπου στα παιδικά μου χρόνια , αργά τ΄ απογεύματα, άκουγαν ραδιόφωνο οι μεσοαστικές οικογένειες, οι γιατροί, οι δικηγόροι, οι γυναίκες δασκάλων με τα παιδιά τους, όλα τα σπασμένα και παλιά εννοώ, την πόλη που όταν πλησίαζε το φθινόπωρο κοίταζε τους πελαργούς καθώς πετούσαν πάνω από το Βόσπορο και τα νησιά, στο ταξίδι τους από τα Βαλκάνια, την Ανατολική και τη Βόρεια Ευρώπη προς το Νότο, τα νησιά, και τους άντρες που γυρίζουν καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο στα σπίτια τους μετά τους εθνικούς αγώνες ποδοσφαίρου, που στα παιδικά μου χρόνια τελείωνε καθένας με βαριά ήττα.

(από την Ιστανμπούλ του Ορχάν Παμούκ)

Η ανακάλυψη του Μπογάζ (Βοσπόρου)

Μου αρέσει κάθε τόσο ν΄ ανοίγω και να διαβάζω το κεφάλαιο «Σιωπές» στο βιβλίο Φεγγάρια του Βοσπόρου , που περιγράφει μια ολόκληρη μέρα και μια μακριά νύχτα με φεγγάρι, με τις σιωπές, τους έρωτες, τις συνήθειες και τις τελετές της που τόσο άρεσαν στο συγγραφέα, αρχίζοντας με τις προετοιμασίες που ξεκινούσαν από το πρωί για τη βόλτα με τα καΐκια το βράδυ στο Βόσπορο, ενώ σε μια βάρκα κάπου μακριά μια μικρή ορχήστρα έπαιζε μουσική, κι όλοι θαύμαζαν την πανσέληνο και τα παιχνίδια της από ασήμι στο νερό, να λυπάμαι για τον εξαφανισμένο πια αυτό κόσμο όπου δεν μπορώ να έχω συμμετοχή , να θυμώνω με το συγγραφέα που γεμάτος νοσταλγία για το παρελθόν έκλεινε τα μάτια στο μίσος, στις ανθρώπινες αδυναμίες, στη δύναμη και στην εξουσία, στα σατανικά και στα μοχθηρά: όταν τις νύχτες αυτές με πανσέληνο στην ήρεμη θάλασσα σταματούσε η μουσική που ερχόταν από τη βάρκα, άρχιζε η σιωπή της νύχτας. «αν και δεν φυσούσε καθόλου, τα νερά καμιά φορά ταράζονταν από μια ανατριχίλα που ερχόταν, θαρρείς, από μέσα τους», λέει ο Α.Σ.Χισάρ

(από την Ιστανμπούλ του Ορχάν Παμούκ)

Μαύρο και ΄Ασπρο

Στα απόκεντρα στενά στο Τεπέμπασι, στο Τζιχανγκίρ, στα Γαλατά, στο Φατίχ και στο Ζεγρέκ, και σε μερικά χωριά στο Βόσπορο και στο Σκούταρι ακόμη περιφέρεται η ασπρόμαυρη ψυχή για την οποία προσπαθώ να σας πω. Τα γεμάτα ομίχλη και καπνούς πρωινά, οι βροχερές νύχτες με τους αέρηδες, οι καθισμένοι στους τρούλους των τζαμιών γλάροι, ο μολυσμένος αέρας, τα μπουριά της σόμπας που εκτείνονται από τα σπίτια στα σοκάκια σαν κάννες από κανόνια και φυσάνε βρόμικο καπνό, οι σκουριασμένοι σκουπιδοτενεκέδες, οι κήποι και τα πάρκα που το χειμώνα μένουν άδεια και αφρόντιστα, και η φούρια των ανθρώπων καθώς γυρίζουν τα χειμωνιάτικα βράδυα μέσα στις λάσπες και τα χιόνια στα σπίτια τους, απευθύνονται στο ασπρόμαυρο αυτό αίσθημα μέσα μας που σαλεύει σαν μια μορφή θλιμμένης ευτυχίας. Παλιές κρήνες σπασμένες παντού, που αιώνες τώρα δεν έχουν νερό, φτηνομάγαζα που έχουν φυτρώσει από μόνα τους κάπου κοντά στα παλιά τζαμιά στις μακρινές γειτονιές, ή κοντά στα μεγάλα τζαμιά που δεν τα βλέπει κανείς πια ότι είναι εκεί, οι μαθητές του δημοτικού με τις μαύρες ποδιές και τους άσπρους γιακάδες τους που σε μια στιγμή γεμίζουν τους δρόμους, παλιά και κουρασμένα φορτηγά φορτωμένα κάρβουνο, παλιά μπακάλικα σκοτεινιασμένα από τα χρόνια, την ανεργία και τη σκόνη, μικρά καφενεία της γειτονιάς γεμάτα με θλιμμένους άνεργους, βρόμικα, σπασμένα πεζοδρόμια, τραχιά, γεμάτα λακκούβες, κυπαρίσσια που εμένα δεν μου φαίνονται σκούρα πράσινα αλλά μαύρα, παλιά νεκροταφεία απλωμένα στους λόφους, ερειπωμένα τείχη που μοιάζουν με σοκάκια όρθια στρωμένα με καλντερίμια, είσοδοι κινηματογράφων που έπειτα από λίγο καιρό μοιάζουν όλες μεταξύ τους, γαλακτοπωλεία, εφημεριδοπώλες στα πεζοδρόμια, σοκάκια όπου τα μεσάνυχτα τριγυρίζουν μεθυσμένοι, αδύναμες λάμπες του δρόμου, βαπόρια των αστικών δρομολογίων που ταξιδεύουν μπρος πίσω στο Βόσπορο, τοπία της πόλης σκεπασμένα με χιόνι, όλα μου φαίνονται σημάδια της ίδιας πάντοτε ασπρόμαυρης ψυχής.

(από την Ιστανμπούλ του Ορχάν Παμούκ)

Ο Αφανισμός της Μήλος

Μέσα σε ευλαβική σιωπή, χωρίς να ακούγονται ούτε οι ανάσες μας , παραδοθήκαμε το Σάββατο το βράδυ στη μαγεία της ποίησης του Γιάννη Ρίτσου. Επτά ηθοποιοί, επτά μουσικοί δημιούργησαν μια κατανυχτική ατμόσφαιρα που μέσα της βυθιστήκαμε , ενώ τα συναισθήματα του πόνου και του φόβου ανάβλυζαν ατελείωτα και διαρκώς διογκούμενα μέσα από τις λέξεις και τις νότες.

Το Δημοτικό Κέντρο Ιστορίας και Τεκμηρίωσης, ο Καλλιτεχνικός Οργανισμός Δήμου Βόλου – Δημοτικό Ωδείο, το τμήμα Αρχιτεκτόνων Πανεπιστημίου Θεσσαλίας - Εργαστήρι ήχου και εικόνας και η Πειραματική Σκηνή Νέας Ιωνίας παρουσίασαν την Παρασκευή, το Σάββατο και την Κυριακή στο θέατρο της Παλιάς Ηλεκτρικής το ποίημα - χορικό του Γιάννη Ρίτσου «Ο αφανισμός της Μήλος».
Το ποίημα αυτό συνέθεσε ο μεγάλος μας ποιητής κατά τη διάρκεια της τελευταίας δικτατορίας που ταλαιπώρησε τον τόπο μας, στα 1969, ενώ ήταν απομονωμένος στη Σάμο.
«Αφορμή για τη συγγραφή αποτέλεσε» , όπως διαβάσαμε στην ιστοσελίδα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, αλλά και στην ιστοσελίδα του ΔΗ.Κ.Ι., «το γεγονός της ολοκληρωτικής καταστροφής της Μήλου, δωρικής αποικίας, από τους Αθηναίους, στη διάρκεια του καταστροφικού εμφύλιου σπαραγμού της αρχαιότητας, του Πελοποννησιακού πολέμου. Την ιστορία καταγράφει ο Θουκυδίδης. στο διάλογο ανάμεσα στους Αθηναίους απεσταλμένους και τους συνέδρους των Μηλίων, όπου αριστουργηματικά ο ιστορικός, καταδεικνύει τον βάναυσο κυνισμό του αθηναϊκού ιμπεριαλισμού απέναντι στην επιθυμία των Μηλίων να διατηρήσουν την ουδετερότητα, την ελευθερία και την ειρήνη στο νησί τους. Η Μήλος πολιορκείται και τελικά πέφτει. Οι Αθηναίοι σκοτώνουν όλους τους άνδρες και πουλούν δούλους τις γυναίκες και τα παιδιά. Ο αφανισμός της Μήλου υπήρξε μια από τις πιο μελανές σελίδες στην ιστορία της Αθηναϊκής ηγεμονίας.
Είναι λοιπόν η ιστορία της καταστροφής της Μήλου που εμπνέει τον οραματιστή-αγωνιστή ποιητή Ρίτσο. Είναι αυτές οι έρημες, σκλάβες γυναίκες της Μήλου που παρουσιάζονται επί σκηνής. Οι γυναίκες που ζουν για να συντηρήσουν τη Μνήμη, την ανάμνηση των όμορφων στιγμών της ελεύθερης ζωής στο νησί τους, αλλά και την οδυνηρή ανάμνηση του πόνου και της φρίκης που φέρνει το μαχαίρι, το ξερίζωμα, ο εξανδραποδισμός, σε οποιονδήποτε τόπο, σε οποιαδήποτε εποχή.»
Η εκδήλωση ξεκίνησε με ντουκουμέντα από την κινηματογραφική ταινία που γύρισαν ο Γιώργος και η Ηρώ Σγουράκη το 1984 με θέμα την αυτοβιογραφία του Γιάννη Ρίτσου. Ο ποιητής μας ταξίδεψε στη Μονεμβασία, στον ΄Αη Στράτη, στη Σάμο απαγγέλλοντας στίχους, ενώ η φωνή του Νίκου Ξυλούρη μας συγκλόνισε με την ένταση και το πάθος της.
Κι έπειτα η αίθουσα της Παλιάς Ηλεκτρικής σκοτείνιασε. Μόνο οι λάμπες που φώτιζαν τα αναλόγια των μουσικών. Απόλυτη σιωπή. Τότε ακούστηκε το τσέλο, επιβλητικό, θλιμμένο, κατανυκτικό . Η φωνή του σε λίγα λεπτά έσμιξε με τη φωνή του βιολιού, κι ακολούθησαν και τα υπόλοιπα όργανα μέσα στο σκοτάδι του θεάτρου και τότε ένιωσα και έχω την αίσθηση ότι το νιώσαμε όλοι οι θεατές ότι η ψυχή μας ανέβηκε λίγο παραπάνω από τα ανθρώπινα, μετουσιώθηκε σε παρουσία που πέταξε πέρα από το χρόνο και βρέθηκε δίπλα στον ποιητή την ώρα που έγραφε τους στίχους που ακούστηκαν στη συνέχεια, δίπλα στις μοιρολογήτρες γυναίκες που από την ασφάλεια του νησιού τους βρέθηκαν στη σκλαβιά της ξενιτιάς.
Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Πανταζή, τα κοστούμια και τα σκηνικά, μαύρα, απέριττα, ανέκφραστα και ταυτόχρονα γεμάτα ένταση και θλίψη της Χριστίνας Δημητρίου , η μουσική του Ανδρέα Μιμαίου.
Οι ηθοποιοί Ευαγγελία Χαρίτου, Όλγα Σταροπούλου, Άννα Σταυρακάκη, Βαρβάρα Δεμίρη, Ζαχαρούλα Νικολάου, Αγγελική Νικολάου και Ελένη Μπακίρη , καθισμένες στη μεγαλύτερη διάρκεια της εκδήλωσης μας μετέφεραν το λόγο του ποιητή απαγγέλλοντας στην αρχή τις χαρές της ειρήνης και στη συνέχεια την απελπισία του πολέμου και της σκλαβιάς. Στιγμές ευτυχίας και ουρλιαχτά οδύνης και απώλειας συμπλέχτηκαν στη σκηνή του θεάτρου κάνοντάς τους θεατές μετόχους της καθημερινής , απλής ζωής, «ένα θάμα είναι ο κόσμος δυο βρεμένα μανίκια», και της μεγάλης συμφοράς.
Ο ηθοποιός Δημήτρης Ντούκας μας εισήγαγε στο ποίημα απαγγέλλοντας αποσπάσματα από την Ιστορία του Θουκυδίδη, διαγράφοντας μας ταυτόχρονα κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης τις ιστορικές αλλαγές που αποτελούν το πλαίσιο όπου κινούνται οι στίχοι .
Οι μουσικοί, το ακορντεόν του Δήμου Βουγιούκα, το πιάνο της Ανίτας Λεφάκη, το βιολί του Μιχάλη Ισκά και της Αιμιλίας Βαρανάκη, η βιόλα του Γιώργου Σκίμπα, το βιολοντσέλλο της Αφροδίτης Μιχαηλίδη και το κοντραμπάσο της Κικής Βελαλή, κάτω από την διεύθυνση του Αντρέα Μιμαίου πλαισίωσαν την παράσταση με νότες θλίψης , οργής, πόνου και φόβου, απώλειας και πένθους. Ο Ανδρέας Μιμαίος είναι ένας νέος βολιώτης συνθέτης που επενδύει στον τόπο μας χωρίς έπαρση και επιτήδευση, αλλά με σεμνότητα και ευγένεια.
Τα τελευταία λεπτά της εκδήλωσης δεν στερούνταν έντασης και συγκίνησης. Εικόνες αποτρόπαιες πολέμου και πένθους από το Βιετνάμ, την Κύπρο, την Παλαιστίνη και τη Γάζα, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, τη Γιουγκοσλαβία και τη Σμύρνη, εικόνες ξεριζωμού , λεηλασίας και καταπάτησης κάθε ανθρώπινου δικαιώματος πέρασαν μπροστά από τα μάτια μας, ενώ η παλιά εκείνη εικόνα του φαντάρου που πέφτει νεκρός με το τεράστιο «WHY?», γνώριμη από τα χρόνια της φοιτητικής μας ζωής σταθεροποιήθηκε στην τεράστια οθόνη, αφήνοντας όλους μας με το αναπάντητο αυτό ερώτημα .

Η παρουσίαση του ποιήματος – χορικού του Γιάννη Ρίτσου «Ο Αφανισμός της Μήλος» μας έδωσε την ευκαιρία να συμμετέχουμε για άλλη μια φορά στις εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του αγωνιστή – ποιητή, αλλά και να γνωρίσουμε ένα μεγάλο έργο του, ύμνο στην ειρήνη , καταγγελία ενάντια στον πόλεμο.