Παρασκευή 21 Αυγούστου 2020

Luis Sepulveda: ΄Ενας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. opera

Προσπαθείστε τώρα να φανταστείτε τί έγινε. Η θηλυκιά θα βγήκε να κυνηγήσει για να γεμίσει την κοιλιά της και να ΄χει γάλα για τις πρώτες βδομάδες των βροχών. Τα μικρά θήλαζαν ακόμη, κι έμεινε το αρσενικό να τα φυλάει. ΄Ετσι γίνεται στα ζώα, κι έτσι πρέπει να τα αιφνιδίασε ο γκρίνγκο. Τώρα η θηλυκιά γυροφέρνει, ξετρελαμένη από την πόνο. Τώρα έχει βγει να κυνηγήσει άνθρωπο. Δε θα πρέπει να δυσκολεύτηκε να βρει τα ίχνη του γκρίνγκο. Τον ακολούθησε απ΄ το γάλα που η μυρουδιά του είχε κολλήσει στον δυστυχισμένο σαν κατάρα. ΄Εχει ήδη σκοτώσει άνθρωπο. Ξέρει πια τί γεύση έχει το ανθρώπινο αίμα, γιατί το ΄χει δοκιμάσει, και για το μικρό της μυαλό όλοι οι άνθωποι σκότωσαν τα παιδιά της, όλοι έχουμε την ίδια μυρουδιά  (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)


Η πάλη που ακολουθεί ανάμεσα στον άνθρωπο και τον οσελότο είναι άνιση, θα νικήσει ο πιο δυνατός, ο πιο έξυπνος, ο πιο μεθοδικός και το ένστικτο θα υποκύψει μπροστά στην πονηριά. Κι όμως μέσα σ΄ αυτή τη μεγαλειώδη νίκη του, ο άνθρωπος δεν είναι ο νικητής αυτής της μάχης. “Η γάτα, παρά την αδυναμία της, ήταν ένα υπέροχο πλάσμα, ένα πλάσμα πανέμορφο, ένα αριστούργημα χάρης που είναι αδύνατον να το αναπαραστήσεις, ακόμα και στη φαντασία σου.”.


Με συναισθήματα ντροπής και αναξιότητας, “ο Αντόνιο Χοσέ Μπολιβάρ έβγαλε την τεχνητή οδοντοστοιχία του, την τύλιξε στο μαντήλι και, χωρίς να πάψει να βλαστημάει τον γκρίνγκο που έφταιγε για όλα, το δήμαρχο, τους χρυσοθήρες, όλους όσοι σπίλωναν την παρθενικότητα της Αμαζονίας του, έκοψε ένα μεγάλο κλαρί με τη ματσέτα, το΄ κανε μπαστούνι και ξεκίνησε να γυρίσει με τα πόδια στο Ελ Ιδίλιο, στην καλύβα του και στα βιβλία του που μλούσαν γι΄ αγάπη με λέξεις τόσο όμορφες, ώτε κάπου κάπου, τον έκαναν να λησμονεί τη βαρβαρότητα των ανθρώπων.”.


΄Ενα μυθιστόρημα αφιερωμένο στον μακρινό φίλο του συγγραφέα Μιγκέλ Τσένγκε, αγωνιστή της φυλής των Σουάρ του Σούμπι, στον ΄Ανω Νανγαρίτσα, και μέγα υπέρμαχο της Αμαζονίας. Μια νύχτα με τις μαγικές του αφηγήσεις, αποκάλυψε στον συγγραφέα κάποιες λεπτομέρειες αυτού του άγνωστου πράσινου κόσμου του – λεπτομέρειες που, πολύ αργότερα, σε κάποια άλλη γωνιά της εκουατοριανής Εδέμ, του χρησίμεψαν στο γράψιμο αυτής της ιστορίας,

 

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2020

Roberto Vecchioni: Ο Βιβλιοπώλης του Σελινούντα, μτφρ. Δημήτρης Παπαδημητρίου, εκδ. ΚΡΙΤΙΚΗ

Ο Σελινούντας είναι ο κόσμος, είναι μια τάξη που την ορίζουν κινήσεις γλυκές και ήρεμες, μια αρχέγονη λιτότητα που αδυνατεί να αναμετρηθεί με τη γενική παγκόσμια τρέλα. Ο σελινούντας είναι μια σκηνή στην έρημο, όπου είσαι ή βοσκός ή καμήλα – δεν είναι το παλάτι της Βαβυλώνας ούτε η βιβλιοθήκη της Αλεξανδρειας. Μόνο από μια τέτοια σκηνή μπορεί να προέλθει κάτι που να φέρνει την αλήθεια, γιατί ο Σελινούντας δεν είναι φιλοσοφική αλληγορία, ούτε εικονική, πόσο μάλλον ταξική, είναι η ιστορία καθαυτή.

Το παράξενο παραμύθι που στήνει ο Robetro Vecchioni είναι μια σύγχρονη παραβολή για τη διαφορετικότητα και τη δύναμη της δίψας για μάθηση ενάντια στην άγνοια. Ο ίδιος όμως λέει : ¨αν λογαριάζετε να διαβάσετε τούτη τη διήγηση σαν παραμύθι, μην την αρχίσετε καν. Παραμύθια δεν υπάρχουν εδώ, το παραμύθι κρύβεται στο καθημερινό μας βάσανο, στην αδυναμία μας να φέρουμε τα λόγια μας σε αντιστοιχία με αυτό που αισθανόμαστε. Ο Σελινούντας είναι η λέξη, είναι αυτός ο ιερός μύθος που μας κρατάει συντροφιά, από τότε που του αφιερώσαμε τον αχό του κύματος. Το θρόισμα των φύλλων και το γρύλισμα των ζώων, ανακαλύπτοντας έντρομοι ότι χωρίς τον ήχο του, χωρίς έναν οποιονδήποτε ήχο, ο κόσμος δεν θα είχε γεννηθεί ποτέ, ο άνθρωπος δεν θα είχε αντρωθεί.... γιατί, αν το υλικό κόσμο τον έπλασε ο Θεός, οι λέξεις είναι αυτό που ξαναέπλασε ο άνθρωπος: αυτό που ονομάζουμε ζωή” (σελ. 16-17).

Σ ένα χωριό της Σικελίας, οι κάτοικοι έχουν ξεχάσει τις σημασίες των λέξεων. Μόνο ο Νικολίνο τις θυμάται και διηγείται τα γεγονότα που οδήγησαν τον τόπο του σ΄ αυτή την παράδοξη κατάσταση. Σε τί οφείλει το προνόμιο της μνήμης ο Νικολίνο; Ως παιδί, γνωρίζεται μ΄ έναν βιβλιοπώλη που καταφτάνει στο Σελινούντα. ¨Εγώ δεν ήμουν παρά παιδί, όμως σ΄ αυτό το παιδικό κεφάλι φώλιασε ο βιβλιοπώλης και δεν ξαναβγήκε αποκεί ποτέ” (σελ. 47). Ο μυστηριώδης αυτός άνθρωπος ανοίγει ένα βιβλιοπωλείο όχι για να πουλάει τα βιβλία του, αλλά για να τα διαβάζει σε άλλους.. “Ο βιβλιοπώλης ξανάδινε στις λέξεις το νόημά τους (σελ. 62). Η φαντασία του Νικολίνο απλώνεται και τον οδηγεί σε σκέψεις και συναισθήματα που νιώθει ότι μπορεί να αγγίξει, σε μια κατάσταση ευφορίας. “... Γνωρίζεις ένα άνθρωπο και δεν έχει πια μάτια, χέρια, ώμους, πόδια, μαλλιά, δεν είναι όλα αυτα ο άνθρωπος, ακόμη κι αν τα βάλεις όλα μαζί: ο άνθρωπος είναι κάτι άλλο” (σελ. 71). Πολλοί ντόπιοι δε βλέπουν με καθόλου καλό μάτι τον ξένο και τον αποκαλούν δαίμονα. “Το σπίτι του βιβλιοπώλη καιγόταν....Κοίταξα και είδα πάνω απ΄ το κεφάλι μου στον ουρανό σελίδες ολόκληρες και σκισμένα φύλλα να ΄χουνε στήσει χορό εδώ κι εκεί, ν΄ ακολουθούν τα προσταγματα του άερα, να λικνίζονται, να πέφτουν και να ξαναπαίρνουν τον ανήφορο....(σελ. 100). Ο Νικολίνο σε μια απέλπιδα προσπάθεια προσπαθεί να περισώσει όποια σελίδα μπορεί, φύλλα και κομμάτια από σελίδες, παραφουσκώνοντας τις τσέπες του κι ενώ ο κόσμος γύρω του σχολιάζει γελώντας. “Τέτοια όμως είναι τα καμώματα της απόγνωσης, μοιάζει με προσευχή χωρίς παραλήπτη”

΄Ετσι μετά από λίγο καιρό ένας μικρούλης αυλητής, σαν τον αυλητή του Χάμελιν, μαγεύει τα βιβλία, που τον ακολουθούν συντεταγμένα και ακέραια, βουτούν μαζί του στη θάλασσα και καταποντίζονται κατά δεκάδες, κατά εκατοντάδες, κατά χιλιάδες, μια εικόνα παράλογη, μια απεραντοσύνη από βιβλία που επιπλέουν σαν από θαύμα πάνω στο νερό. “... Μείναμε να κοιτάμε και το τελευταίο βιβλίο... Είχε σηκωθεί ένας γλυκός αέρας, όταν εγώ, και μόνον εγώ, ένιωσα εντός μου ήχους από λόγια και λέξεις. Κανείς δεν θα μπορούσε τότε να φανταστεί πως οι λέξεις τούτες ίσως να ήταν και οι στερνές, μια που εκείνη την ημέρα αυτές χάθηκαν για πάντα” (σελ. 110).

Τα βιβλία δεν καίγονται ούτε πνίγονται, φωλιάζουν μέσα στις καρδιές και μετουσιώνουν τη ζωή σε ταξίδι, ποίηση, περιπέτεια. Ο βιβλιοπώλης του Σελινούντα είναι ένα βιβλίο που συγκινεί, γοητεύει, συγκλονίζει με το λόγο και τις εικόνες του. Για να μη χαθεί η παλέτα των αποχρώσεων...

 





 

RAY BRADBURY : ΦΑΡΕΝΆΙΤ 451, μτφρ. Βασίλης Δουβίτσας. εκδ. ΑΓΡΑ

΄Ενα παιδί περπατούσε σε μια ακρογιαλιά, όπου είχαν ξεβραστεί εξαιτίας της παλίρροιας χιλιάδες αστερίες. ΄Εσκυψε και πήρε έναν αστερία και τον πέταξε στη θάλασσα. Οι άνθρωποι γύρω του γέλασαν μαζί του και του είπαν ότι οι αστερίες είναι χιλιάδες κι αυτή του η πράξη δεν δημιούργησε κάποια διαφορά. Το παιδί απάντησε με σοφία ότι για τον συγεκριμένο αστερία υπάρχει διαφορά.

Η ατομική ευθύνη είναι πολύ σημαντική για την πρόοδο της ανθρωπότητας, για την απελευθέρωσή της από τον Μεσαίωνα του πνεύματος και την Καθήλωση μπροστά στην τηλεόραση και τους υπολογιστές. Η γραφή θα σώσει τον άνθρωπο και η τέχνη έχει μεγάλη αποστολή, όπως διαπιστώνουν όλοι οι άνθρωποι του πνεύματος. Το βιβλίο είναι η καρδιά της λογοτεχνίας, το συναίσθημα, οι αναμνήσεις, τα αγγίγματα και η αφοσίωση. Το βιβλίο του Ray Bradbury, Φάρενάιτ 451, αναφέρεται στην καύση των βιβλίων, σε μια εποχή που αυτή είχε ήδη υλοποιηθεί είτε στη σταλινική Ρωσία είτε στη Γερμανία του Χίτλερ είτε ενσωματωμένη στην αντικομμουνιστική υστερία των ΗΠΑ. Το δυστοπικό μέλλον ήταν ήδη πίσω του, τρομερό και δυσοίωνο. “΄Ηταν απόλαυση να καις”, οι πρώτες σειρές του βιβλίου. “Κάποιος άνθρωπος μπορεί να χρειάστηκε μια ολόκληρη ζωή για να καταγράψει τις σκέψεις του, παρατηρώντας τον κόσμο και τη ζωή, κι έρχομαι εγώ μέσα σε δύο λεπτά και μπαμ! Πάνε όλα! (σελ. 84)”. Οι πυρονόμοι είναι τα αγόρια της Ευτυχίας, το Ντουέττο των Μακαρίων, που εμποδίζουν τους ανθρώπους να ασχολούνται με περίεργα πράγματα, όπως η φιλοσοφία ή η κοινωνιολογία. ΄Αλλωστε τί είναι η φωτιά; “Η πραγματική ομορφιά της είναι ότι καταστρέφει την ευθύνη και τις συνέπειες” (σελ. 174).

Οι άνθρωποι περιορισμένοι σε πόλεις, χωρίς ορίζοντα, φαντασία και φιλία, ζουν σ΄ ένα πλασματικό κόσμο, όπου η οικογένεια αποτελείται από παρουσιαστές της τηλεόρασης, “Ποιος έχει καταφέρει να ξεγλιστρήσει από την αρπάγη των τηλεοράσεων τοίχου άπαξ και τις σπείρει στο σαλόνι του;”, όπου οι πόλεμοι αρχίζουν και τελειώνουν σε μια μέρα. “ Τα πάντα εξαρτώνται από το τί εννοεί ο καθένας κοινωνικότητα... Για μένα κοινωνικότητα είναι ... να συζηταω για το πόσο παράξενος είναι ο κόσμος. Είναι ωραίο να βρίσκεσαι με άλλους ανθρώπους”, εξομολογείται η Κλαρίς. Η επινόηση ενός εξιλαστηρίου θύματος αποτελεί καθημερινότητα. ΄Οταν ξαφνικά η διαπίστωση “Δεν ήταν ευτυχισμένος. Δεν ήταν ευτυχισμένος¨, αποδίδει την πραγματική κατάσταση του πρωταγωνιστή του βιβλίου Μόνταγκ.

Αλλά ακόμη και σήμερα η διακίνηση ιδεών και η ελευθερία βούλησης του καθενός μας καθοδηγούνται ως ένα βαθμό, λιγότερο ή περισσότερο για τον καθένα μας, από τα ΜΜΕ και την εξουσία, πολιτική ή θρησκευτική. Καταναλώνουμε αυτό που μας σερβίρεται και οι επιλογές μας κατευθύνονται από τους πυρονόμους της σκέψης. Η γνώση είναι το γκουγκλάρισμα και κάθε άλλη μηχανή αναζήτησης. “...΄Οσο αυξάνει ο πληθυσμός, τόσο πληθαίνουν και οι μειονότητες.... Η τεχνολογία, οι χειραγωγούμενες μάζες και η πίεση των μειονοτήτων ήταν που έγειραν την πλάστιγγα, δόξα τω Θεώ. Και σήμερα, χάρη σ΄ αυτά, μπορείς να είσαι ευτυχισμένος όλη την ώρα και είσαι ελεύθερος να διαβάζεις κόμικς, τις παλιές καλές ομολογίες και τα οικονομικά έντυπα”, ισχυρίζεται ο Μπήτυ.

Μόνο το βιβλίο μπορεί να μας απελευθερώσει, καθώς επεκτείνει τη γνώση, καλλιεργεί το συναίσθημα , ζωντανεύει τη φαντασία. “Πρέπει να έχουν κάτι τα βιβλία, κάτι που εμείς δεν μπορούμε να το φανταστούμε, για να κάνουν μια γυναίκα να παραμείνει μέσα σε ένα σπίτι που καίγεται, πρέπει να υπάρχει κάτι εκεί μέσα. Δεν μένεις έτσι για πλάκα” (σελ. 83)

Ο Bradbury έρχεται από τη δεκαετία του ΄50 στην εποχή μας, επίκαιρος και με εξαιρετική διορατικότητα και μας παρουσιάζει ένα εξαιρετικό δοκίμιο για τον ρόλο του βιβλίου στην εξέλιξη της ανθρωπότητας και έναν ύμνο στην προσωπική ευθύνη. “Ο καθένας μας πρέπει να αφήνει κάτι πίσω του όταν πεθαίνει... Κάτι που να το έπιασες με το χέρι σου, με όποιον τρόπο, έτσι ώστε η ψυχή σου να έχει κάπου να πάει όταν πεθάνεις και όταν οι άνθρωποι κοιτάζουν εκείνο το δέντρο ή το λουλούδι που φύτεψες, να είσαι εκεί.... Η διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο που απλώς κουρεύει το γκαζόν και στον πραγματικό κηπουρό είναι το άγγιγμα. Ο πρώτος θα μπορούσε να μην ήταν εκεί καθόλου, ο κηπουρός θα είναι εκεί για πάντα” (σελ. 229). Ας μολυνθούμε όλοι από το μικρόβιο της αγάπης για τα βιβλία.... Ας αναπνέουμε, όπως ο συγγραφέας, την πιο εξαίσια γύρη στον κόσμο, τη γύρη των βιβλίων, με την οποία απέκτησε τις λογοτεχνικές του αλλεργίες (σελ. 264).

 

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2020

ΤΕΥΚΡΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ : ΦΟΝΙΚΟ ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΚΔ. ΠΟΛΙΣ

Κωνσταντινούπολη, 27 Δεκεμβρίου 537, ημέρα των εγκαινίων της Μεγάλης Εκκλησίας. Ο Ιωάννης, στενός συνεργάτης των αρχιτεκτόνων της, βρίσκεται δολοφονημένος. ΄Ολες οι ενδείξεις οδηγούν στη Θεανώ, πρώην σπουδάστρια στην Ακαδημία του Πλάτωνος και στενή φίλη του θύματος. Ο Ευτόκιος, ένας άνθρωπος που έχει αφιερώσει η ζωή του στη συγκέντρωση και διάσωση των έργων του Αρχιμήδη, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει την υπόθεση: είναι πράγματι ένοχη η νεαρή μαθηματικός ή μήπως έχει πέσει θύμα μιας καλοστημένης συνωμοσίας; 

 Ιστορικά πρόσωπα, όπως η Θεοδώρα και ο Ιουστινιανός, και μυθοπλαστικοί ήρωες συναντιούνται και αλληλεπιδρούν για να ζωντανέψουν το κλίμα της μετάβασης από την ύστερη Αρχαιότητα στον πρώτο βυζαντινό χρυσό αιώνα. 

 Η αρχαία φιλοσοφία πεθαίνει, κληροδοτώντας όμως στον καινούριο κόσμο την κατακτημένη σοφίατης: τη γεωμετρία και τη μηχανική της. Χωρίς αυτές θαύματα όπως ο Ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας δεν θα έπαιρναν ποτέ σάρκα και οστά: “Ο θόλος θα μοιάζει να αιωρείται, χωρίς να τον κρατά στη θέση του κάποια υλική δύναμη. Θα δίνει την εντύπωση ότι η Θεία Χάρη αποτελεί το μόνο του στήριγμα” (σελ. 155). Μαθηματικές έννοιες, όπως οι τέλειοι αριθμοί, τα παραβολικά κάτοπτρα, οι πολύγωνοι αριθμοί, τα σύμμετρα μεγέθη, η εις άτοπον απαγωγή αναλύονται λογοτεχνικά μέσα από τα έργα των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων, όπως ο Αρχιμήδης, ο Ευκλείδης και ο Νικόμαχος και μεταφέρονται στον αναγνώστη με απλό και κατανοητό, αλλά όχι απλοϊκό τρόπο μετην πένα του συγγραφέα. Στο υπέρυθρο της σχολής του Πλάτωνα υπήρχε η επιγραφή “Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω”, που σημαίνει ότι η γεωμετρία είναι η βάση κάθε άλλης γνώσης (σελ. 89).

Στο προσκήνιο αυτής της ιδιόμορφης σύγκρουσης, ο μύθος εκτυλίσσεται μέσα από σκάνδαλα, καταχρήσεις, μισαλλοδξίσα και, κυρίως, μέσα από την αιώνια πάλη για την εξουσία.

 

Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ: ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΟΥ ΝΤΟΡΙΑΝ ΓΚΡΈΥ (μτφρ. Δημ. ΚΙΚΙΖΑΣ, εκδ. ΣΜΙΛΗ)

 

Στο Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ παρακολουθούμε τρεις νέους, καθώς αλληλεπιδρούν και ξιφομαχούν με τα λόγια.

Ο Ντόριαν, όπως τον γνωρίζουμε στην αρχή είναι ένα “άμυαλο και πανέμορφο πλάσμα που πρέπει να το έχουμε κοντά μας το χειμώνα όταν δεν έχει λουλούδια να ατενίζουμε και διαρκώς το καλοκαίρι όταν θέλουμε κάτι να μας δροσίζει.... Υπήρχε κάτι στο πρόσωπό του που σ΄ έκανε να τον εμπιστεύεσαι αμέσως. ΄Ενιωθες ότι είχε διατηρήσει τον εαυτό του άσπιλο από τον κόσμο... Είχε κάτι που σε γοήτευε αυτός ο γιος του ΄Ερωτα και του Θανάτου.”. Η ιστορία της καταγωγής του: Μια πανέμορφη γυναίκα που αψηφά τα πάντα για ένα τρελλό πάθος. Μερικές εβδομάδες παράφορης ευτυχίας που διακόπτεται απότομα από ένα ειδεχθές, δόλιο έγκλημα, Μήνες αλάλητης αγωνίας και κατόπιν ένα παιδί γεννιέται μέσα στον πόνο. Τη μητέρατην αρπάζει ο Χάρος και το παιδί μένει έρημο, αφημένο στην τυραννία ενός γέρου και άστοργου άντρα (σελ. . 55). Ο ίδιος αναρωτιέται αν θα είναι πάντα ευτυχής, καθώς συνειδηποιεί την ομορφιά του, για την εξασφαλίσει θα έδινε και την ψυχή του ακόμη, ζηλεύει κάθε τι που είναι αθάνατο. Ερωτεύεται παράφορα: “Θέλω όλοι οι νεκροί εραστές του κόσμου να ακούσουν το γέλιο μας και να μελαγχολήσουν. Θέλω η πνοή του πάθους μας να ξαναδώσει συνείδηση στη σκόνη τους , να κάνει τη στάχτη τους να νιώσει πόνο...” (σελ. 81) Αλλά ο έρωτάς του σκοτώνεται και η ζωή του ακολουθεί πια την αναπόδραστη πορεία της. Συνειδητοποιεί την επίδραση του Χάρρυ στη ζωή και τη σκέψη του και θέλει να σταματήσει να τον βλέπει, η ζωή έχει αποφασίσει γι΄ αυτόν διαφορετικά: αιώνια νιότη, ασυγκράτητο πάθος, εξαίσιες ηδονές. Πάθη που θα εύρισκαν αναπόδραστα την τρομακτική τους διέξοδο. Θέλει να χρησιμοποιεί τα συναισθήματα του, να τα απολαμβάνει και να εξουσιάζει. Ο σκοπός της ζωής του η ίδια εμπειρία. Συλλέγει θησαυρούς με σκοπό τη λησμονιά. Φιλοδοξία του ήτανν α διατυπώσει ένα νέο σχήμα βίου με δικά του φιλοσοφικά θεμέλια και δικές του διατεταγμένες αρχές, το οποίο θα έβρισκε την ύψιστη πραγμάτωσή του στον εκπνευματιμσό των αισθήσεων (σελ. 181). Οι τύψεις όμως είναι παρούσες, στην συνάντηση με τον Μπάζιλ ομολογεί ότι έχει βαρεθεί τον εαυτό του, θα ήθελε να είναι κάποιος άλλος.. Ο Ντόριαν ζει σε μια ασχήμια, που δεν αποτυπώνεται στο πρόσωπο και τα μάτια του, ο ίδιος όμως γνωρίζει τη διαφθορά της ψυχής του και βασανίζεται από την αδιαμφισβήτητη και αναπόδραση μαρτυρία του πορτραίτου. ΄Ολοι έχουμε τον Παράδεισο και την Κόλαση μέσα μας (σελ. 217). Καθώς υποκύπτει στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, Οργή, Ματαιοδοξία, Οκνηρία (η μεγάλη αριστοκρατική τέχνη να μην κάνεις τίποτε), Λαγνεία, Απληστία, Αλαζονεία και Ζηλοφθονία, διαπράττει ύβρι στο πρόσωπο της Σιβύλλας, , οι θεοί στέλνουν την άτη, δηλ,. το θόλωμα του νου, οπότε διαπράττει μεγάλη α-νοησία, υποπύπτει σε πολύ σοβαρό σφάλμα, τη δολοφονία του Μπάζιλ προκαλώντας έτσι τη νέμεση, δηλ. την οργή των θεών και ακολουθεί η τιμωρία και η συντριβή/καταστροφή του.

Ο λόρδος Χένρυ είναι ένας ανέμελος, γεμάτος ζωή νέος, που επιλέγει φίλους για την ομορφιά τους, τους γνωστούς για τον καλό τους χαρακτήρα και τους εχθρούς για το γερό μυαλό τους καθώς θεωρεί την ομορφιά μια μορφή μεγαλοφυΐας . Προτιμά τους ανθρώπους χωρίς αρχές, άντρες με μέλλον και γυναίκες με παρελθόν. Τα γοητευτικά πράγματα στη ζωή του είναι η ψυχή του και τα πάθη των φίλων του. ΄Οταν γνωρίζει τον Ντόριαν , μαγεύεται και δοκιμάζει να τον εξουσιάσει. Εκτοξεύει βέλη στα τυφλά υποστηρίζοντας ότι τίποτε δεν μπορεί να θεραπεύσει την ψυχή όπως οι αισθήσεις. Εκθειάζει τη νιότη σε διάφορα σημεία του βιβλίου με τα λόγια “εμείς δεν ξαναβρίσκουμε ποτέ τη νιότη μας” ....”για να ξαναβρει κανείς τα νιάτα του, αρκεί να επαναλάβει τις τρέλλες του”...”Η τραγωδία των γηρατειών δεν είναι ότι είσαι γέρος, αλλά ότι είσαι ακόμη γέρος”. Η φιλοσοφία του εστιάζεται στην εξέλιξη του εαυτού, πρέπει να συγκινούμαστε με τα χρώματα, τη χαρά, την ομορφιά της ζωής. Το αληθινό μυστικό της ζωής, η αναζήτηση του ωραίου. Η μόνη ζωή που καταστρέφεται είναι αυτή που εμποδίζεται η ανάπτυξή της. ΄Οταν ζούμε σε αρμονία με τον εαυτό μας, αυτό σημαίνει καλός άνθρωπος. Τα λόγια του διαρκείς αφορισμοί και γενικόλογα αποφθέγματα. Υποδαυλίζει την έπαρση του Ντόριαν λέγοντας “μια γυναίκα αυτοκτόνησε γιατί σε αγαπούσε”. Εκφράζει μισογυνισμό και περιφρόνηση προς τη γυναίκα. Για τον λόρδο Χένρυ η εγκράτεια είναι μοιραία συνήθεια. Συναρπάζει εκτοξεύοντας λεκτικά βέλη και παρασύροντας με τον μαγικό αυλό του: ¨...Αυτός συνέχιζε να παίζει με την ιδέα του και γινόταν όλο και πιο ατίθασος. Την πετούσε στον αέρα και την μεταμόρφωνε. Την άφηνε να ξεφύγει και την άρπαζε πάλι. Την έκανενα ιριδίζει από φαντασία και την αναπτέρωνε παράξοδα. ... ΄Ηταν λαμπερός, φαντασμαγορικός και ανεύθυνος (σελ. 63. ΄Ετσι ενώ όλοι λένε ότι ο λόρδος Χένρυ είναι φοβερά φαύλος, αυτός είναι θεατής της ζωής. Αποστασιοποιείται με μαγικό τρόπο, ό,τι και να του αποδίδει ο Ντόριαν το αρνείται, για τον λόρδο Χένρυ η τέχνη δεν επιδρά στην πράξη. Θεωρεί τον φόνο σφάλμα και ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να διαπράττουμε πράγματα που δεν μπορούμε να συζητήσουμε μετά το δείπνο.

Ο ζωγράφος Μπάζιλ ζωγραφίζει το πορτραίτο του Ντόριαν και εξομολογείται ότι έχει βάλει πολύ από τον εαυτό του μέσα. Γι΄ αυτόν ο Ντόριαν είναι η έμπνευσή του, εκφράζει αρμονία ψυχής και πνεύματος. Φοβάται όμως ότι τα δώρα των θεών που δόθηκαν απλόχερα στους τρεις φίλους, η τέχνη, η περιουσία και η ομορφιά θα έχουν αντίτιμο στη ζωή τους και θα υποφέρουν από αυτά. Ο Μπάζιλ μπορεί να σώσει τον Ντόριαν από τον κατήφορο στον οποίο κυλάει, αλλά το ένστικτο της αυτοκαταστροφής είναι ισχυρότερο. Για τον Μπάζιλ η τέχνη αποκρύπτει τον καλλιτέχνη. Νοιάζεται για τον Ντόριαν και ταυτόχρονα τρομάζει από την επαφή που έχει μαζί του, γι΄ αυτό επιθυμεί να δει την ψυχή του. Κάτι που μόνο ο Θεός μπορεί. Ο Μπάζιλ με την ειλικρινή του οδύνη για την αποκαθήλωση του Ντόριαν μας οδηγεί σε μονοπάτια ανθρώπινων πια συναισθημάτων όπου η αλήθεια και η φαντασία κονταροκτυπιούνται

Η ανάγνωση του βιβλίου είναι συναρπαστική, καθώς οι αισθήσεις όλες είναι σε επαγρύπνηση, ενώ οι ήχοι και τα χρώματα ανακατεύιονται αρμονικά με τα συναισθήματα, δημιουργώντας ένα υπέροχο πίνακα. Τα μάτια του λόρδου Χένρυ είναι αχάτινα καστανά , η ζωή του Ντόριαν φλογερόχρωμη , η στιγμή χάνεται μέσα στις χυδαίες λεπτομέρειες , η χαρά ζωγραφίζεται ροδόχρωμη (σελ. 110) , ο αέρας είναι πευκομυρωμένος, , τα είχαν τρυγήσει τα μεσάνυχτα και ειχαν κρατήσει μέσα τους την ψύχρα του φεγγαριού (σελ. 127), ο ουρανός ήταν σαν ουρά από παγώνι (220), τα ξύλινα σκαλιά σαν να κραύγαζαν από πόνο (221).

΄Ενα από τα ερωτήματα που γεννιούνται είναι η ακούσια φαυλότητα του Ντόριαν, είναι άραγε θύμα, μιμητής και παρωδία του Χένρυ ή αποτέλεσμα κακής καλλιέργειας των χαρακτηριστικών που έχει ήδη μέσα του. Την απάντηση την δίνει ο ίδιος καθώς περιδιαβάζει τα πορτραίτα των προγόνων του . Ο Ντόριαν Γκρέυ δηλητηριάστηκε απο ένα βιβλίο (σελ. 203)

΄Ενα άλλο ερώτημα είναι η λειτουργία της τέχνης και αν η τέχνη αντικατοπτρίζει το θεατή, ή τη ζωή. Κι εδώ ο ίδιος ο συγραφέας μέσα από τα λόγα του Μπάζιλ δίνει την απάντηση. Σε ένα γράμμα του αποδέχεται ότι το μόνο ψεγάδι του βιβλίου είναι το επιμύθιο, κάθε υπερβολή, όπως και κάθε απάρνηση γεννά την τιμωρία της (σελ. 350)

Ο ΄Οσκαρ Ουάιλντ θίγει εκτενώς και με επιτυχία την υποκρισία της εποχής του. Καλέ μου φίλε, λησμονείς ότι ζούμε στη γενέθλια γη των υποκριτών (σελ. 209). Στο Λονδίνο της εποχής συνυπάρχουν λέσχες και καταγώγια, η Λέσχη Γκόβενορ στην Ορλεάνη, η λέσχη Ουάιτ, το ΄Ωλμπανυ στο Πικαντίλλυ και τα αριστοκρατικά σαλόνια όπου οι αριστοκράτες καθησυχάζουν τις συνειδήσεις τους διοργανώντας φιλανθρωπικές εκδηλώσεις.. Αντίθετα το Γιούστον μια υποβαθμισμένη και πολυσύχναστη περιοχή όπου μένει η Σίβυλλα με την μητέρα της και τον Τζέημς. Η ζωή του ανθρώπου δεν έχει την ίδια αξία ανάλογα με την κοινωνική θέση του και την ευμάρεια του. ΄Ετσι ο θάνατος του ναυτικού αδελφού της Σιβύλλας είναι παράπλευρη απώλεια στο κυνήγι, ενώ η εξαφάνιση του Μπάζιλ συζητιέται στα σαλόνια και τις λέσχες του Λονδίνου.

Με δυό λόγια ας επαναλάβουμε τη φραση του Νίτσε που νομίζω ότι απεικονίζει τα λόγια και τις πράξεις του Ντόριαν Γκέυ: ΄Οποιος παλεύει με τέρατα πρέπει να προσέξει μη γίνει ο ίδιος τέρας. Κι όταν κοιτάζεις πολλή ώρα την άβυσσο, στο τέλος σε κοιτάζει κι αυτή.

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

ΑΡΙΘΜΟΣ 11 ή αλλιώς ΤΙ ΩΡΑΙΑ ΚΟΜΠΙΝΑ !



Ο Αριθμός 11 είναι ένα μυθιστόρημα για τη μυστική σχέση ανάμεσα στον εσωτερικό μας κόσμο και τον κόσμο που μας περιβάλλει, και για το πώς μας επηρεάζει αυτή  η σχέση.
Για ό,τι άφησε πίσω του ο πόλεμος και για το τέλος της αθωότητας.
Για το πώς κονταροχτυπιούνται η κωμωδία με την πολιτική, αλλά και για το πώς η κωμωδία, μάλλον, κερδίζει.
Για τη ζωή σε μια πόλη όπου οι τραπεζίτες χρειάζονται κινηματογράφους στα υπόγειά τους ενώ, στο διπλανό στενό, υπάρχουν άλλοι άνθρωποι που έχουν ανάγκη απ[ό τράπεζες τροφίμων για να επιβιώσουν.
Ο Αριθμός 11  συνδέεται με με το μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου Τι Ωραίο Πλιάτσικο! Ο Κόου ξαναπιάνει το νήμα για να μιλήσει για την εποχή μας, αγγίζοντας πτυχές της καθημερινής ζωής που όλοι αντιμετωπίζουμε, φοβόμαστε και απολαμβάνουμε.                 
               (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Ο αριθμός 11 στην Αριθμοσοφία  αντιπροσωπεύει τη φώτιση μέσα από την πνευματική έμπνευση. Κατά τον Πυθαγόρα, συμβολίζει ένα επίπεδο γνώσεων υψηλότερο από το  συνηθισμένο.  Είναι το σύμβολο της αρχής της γνώσης του Θεού, δηλαδή της εισόδου στην ανώτερη ζωή των ουρανών. Ενώ  το 10 θεωρείται τέλειος αριθμός, το 11 σημαίνει την υπέρβασή του.  Είναι η ανατροπή του και μπορεί να σημαίνει την αμαρτία και την παρανομία.   Μπορεί όμως να δηλώνει και τις αντίθετες ιδιότητες  όπως διαίσθηση, τιμιότητα, ευαισθησία, και πνευματικότητα .

Για τον Τζόναθαν Κόου ο αριθμός 11 αποτελεί ένα κοινό σημείο όπου όλα τα κεφάλαια  του βιβλίου του συναντιούνται, καθώς συνεχίζει την ιστορία της οικογένειας που περιγράφει ι  στο βιβλίο του Τι Ωραίο Πλιάτσικο.  «Ο αριθμός 11 είναι το κλειδί.  Τόσο απλά!» (σελ. 495) Στην αρχή τα κεφάλαια μοιάζουν να μην έχουν σχέση μεταξύ τους , με μοναδική σύνδεση τον αριθμό 11.  Στο κεφάλαιο «Ο Μαύρος Πύργος» Η Τρελλή Γυναίκα με το Πουλί, η Φοίβη, μένει στο Άχρηστο Σοκάκι που βγάζει στο Νιουμπιγκίν, στον Αριθμό 11, ενώ κάνουμε τη γνωριμία δύο βασικών ηρωίδων του βιβλίου της Ρέιτσελ και της ΄Αλισον στην ηλικία των δέκα ετών.  Παράλληλα ερχόμαστε για πρώτη φορά σε επαφή με την αράχνη, κυρίαρχη φιγούρα στο βιβλίο.  Στο δεύτερο κεφάλαιο «Η Επιστροφή»  η ΄Αλισον ψυχραίνεται  με την Ρέιτσελ εξαιτίας μιας παρεξήγησης, η οποία προκαλείται  στην επικοινωνία τους από το διαδίκτυο.  Γνωρίζεται στο πανεπιστήμιο με τη Σελίνα και  επιστρέφουν στο σπίτι από το Μπόρνβιλ προς το Χολ Γκρην με το λεωφορείο Αριθμός 11.   Η Βαλ η μητέρα της ΄Αλισον επιστρέφει κάθε μεσημέρι από τη δουλειά της στη βιβλιοθήκη στο σπίτι με το λεωφορείο Αριθμός 11, αλλά και για να αντιμετωπίσει το κρύο στο σπίτι της  κάνει κύκλους περιμετρικά της πόλης  με το λεωφορείο αυτό, μια διαδρομή που διαρκεί γύρω στις δυόμισυ ώρες.     Στο τρίτο κεφάλαιο με τίτλο «Ο Κρυστάλλινος Κήπος»  παρακολουθούμε τη Ρέιτσελ φοιτήτρια να έρχεται σε επαφή με την καθηγήτρια της τη Λώρα, η οποία την προσκαλεί στο εξοχικό  της στο Χαροουντάουν Χιλ.  Εκεί η Λώρα της διηγείται την ιστορία του συζύγου της, ο οποίος πέθανε από ατύχημα καθώς ερευνούσε μια αποθήκη με αριθμό 11 στο Βερολίνο.  Στο προτελευταίο κεφάλαιο με τον τίτλο «Το Βραβείο Γουίνσο ή Η Πρωτοποριακή Θεωρία του Νέιθαν Πίλμπιμ, Μια Ιστορία του Νέιτ του Τμήματος» αφιερωμένο σε μεγάλο βαθμό τη σχέση κωμωδίας και πολιτικής,   το τραπέζι με αριθμό 11 αποτελεί τον τόπο μιας δολοφονίας, η οποία αποτρέπεται  τελευταία στιγμή.   Στο τελευταίο κεφάλαιο με τον τίτλο «Τι Ωραία Κομπίνα»  ο αριθμός 11 είναι η ύβρις, το τελευταίο υπόγειο πάτωμα που δεν έχει λόγο ύπαρξης, παρά μόνο επειδή κανείς άλλος δεν έχει 11ο πάτωμα, η ύπαρξή του οφείλεται στη ματαιοδοξία και την επίδειξη.  ΄Εξι άνθρωποι χάνονται  σ΄ αυτό το χώρο, ενώ μια γιγάντια αράχνη κάνει  την εμφάνισή της σκοτώνοντας τους ανθρώπους εκείνους που ζουν μέσα στη σπατάλη, αδιαφορώντας για τον συνάνθρωπό τους, έξι ανθρώπους  που ήταν όλοι παρόντες στη δεξίωση που πραγματοποιήθηκε στον αριθμό 11 της οδού Ντάουνινγκ, έξι άτομα που με κάποιο τρόπο σχετίζονται  με την οικογένεια Γουίνσο (σελ. 493).   Η Ρέιτσελ συναντιέται ξανά με την ΄Αλισον δέκα περίπου χρόνια μετά και επιστρέφουν στο χώρο όπου έπαιζαν παιδιά, στο χωριό των παππούδων της Ρέητσελ, μόνο που ο παππούς δεν υπάρχει πια, θύμα της υγειονομικής πολιτικής της Μεγάλης Βρετανίας «Για να το πω ευθέως, κάθε χρόνος μις  ανθρώπινης ζωής δεν έχει την ίδια αξία για όλους.  Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ποιότητα ζωής (σελ. 413).
Παράλληλα στο βιβλίο αυτό πραγματοποιείται μια σύνδεση με το προηγούμενο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου «Τι Ωραίο Πλιάτσικο», καθώς πολλοί από τους χαρακτήρες του αποτελούν κληρονόμους της οικογένειας Γούινσο ή έχουν κάποια σύνδεση με αυτή.  Η ΄Αλισον και η Βάλ καταναλώνουν κοτόπουλα από  μία εταιρεία θυγατρική του Ομίλου Μπράνγουιν, κι έτσι η Ντόροθι μπαίνει μέσα στο σπίτι τους.  Ο σύζυγος της Λώρας, ο Ρότζερ στρέφεται κατά της αρχής του Χένρι Γουίνσο «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΕΠΙΛΟΓΗ», αλλά συναντά την αντίδραση του πρύτανη του Πανεπιστημίου λόρδου Λάκραμ, με τον οποίο ο Χένρυ Γουίνσο συμμετείχε σε επιτροπή.  Η κόρη της Χίλαρυ, Τζοσεφίν Γουίνσο – Ιβς επιχειρεί να συνεχίσει την αδίστακτη, στιγμιαία διαμόρφωση άποψης κατά την παράδοση της μητέρα της  αρχίζοντας μια εκστρατεία ενάντια στη βρετανική «πολιτική επιδομάτων», φέροντας έτσι στο στόχαστρό της την ΄Αλισον.  Η  σύζυγος  του Μάρκ, Χέλκε, μετά τον θάνατο του συζύγου της ιδρύει  έναν οργανισμό αφιερωμένο στην εκκαθάριση πρώην εμπόλεμων ζωνών από τα θανάσιμα συντρίμμια που είχαν αφήσει πίσω τους οι δραστηριότητες του Μάρκ Τόμας,  εισβάλλοντας σαν οδοστρωτήρας όταν κάποτε μια μικρή εταιρεία ή ΜΚΟ ξεκινάει  εργασίες εκκαθάρισης σε κάποια από τις περιοχές που είχε ανακαλύψει.  Μόνο που η δραστηριότητα αυτού του οργανισμού οδηγεί στο θάνατο της επτάχρονης εγγονή του Τζουλς και της Φοστίνα, που εργάζονται μαζί με την Ρέιτσελ στο σπίτι όπου βασίλεψε ο τρόμος της αράχνης.   Το βραβείο Γουίνσο δίνεται για να τιμηθεί ο Ρόντι Γουίνσο και επομένως ολόκληρη η οικογένεια, η οποία πίστευε στον ανταγωνισμό, ανταγωνισμό ανάμεσα στα άτομα, τις εταιρείες, τα έθνη, τα ίδια τα βραβεία, ένα βραβείο που απονέμεται στο καλύτερο βραβείο του Ηνωμένου Βασιλείου.  Ο τίτλος του τελευταίου κεφαλαίου «Τι Ωραία Κομπίνα» παραπέμπει σε μια ταινία που κινητοποιεί τον σύζυγο της Λώρα στην έρευνά του για ένα άρθρο  για το τέρας του Λοχ-Νες(σελ. 226),  όπως η ταινία «Τι Ωραίο Πλιάτσικο» αποτελεί μια ταινία σταθμό για τη ζωή του πρωταγωνιστή του προηγούμενο βιβλίου Μάικλ ΄Οουεν.
«Υπάρχει κάτι ακόμα που δεν δυσκολεύομαι να το θυμηθώ.  Δεν δυσκολεύομαι γιατί το έχω μπροστά μου, αυτή τη στιγμή, καθώς γράφω αυτές τις λέξεις:  το χαρτί από το παιχνίδι μνήμης με τη σιχαμερή εικόνα της τεράστιας, με  τα λαμπερά χρώματα αράχνης.  Το απόγευμα του πικνίκ μας, η Φοίβη είχε την τράπουλα  μαζί της και έδωσε σε μένα και την ΄Αλισον από μία αράχνη, σαν αναμνηστικό της περιπέτειάς μας και σύμβολο της φιλίας μας, την οποία μας είπε πώς δεν έπρεπε ποτέ να παραμελήσουμε, γιατί θα ήταν ένα από τα πολυτιμότερα πράγματα που θα έχουμε σε όλη μας τη ζωή.  Δεν ξαναμίλησα ποτέ στην ΄Αλισον για τα χαρτιά:  δεν ξέρω αν εκείνη κράτησε το δικό της ή αν το έχασε.  Αλλά το δικό μου το έχω πάντα μαζί  μου:  πρώτα στο σπίτι, σε ένα ειδικό συρτάρι του κομοδίνου μου, έπειτα  στην Οξφόρδη, και τώρα… (σελ. 103)
«Κάθε φορά που γελάμε με τη δωροδοκία ενός διεφθαρμένου πολιτικού, με την απληστία ενός διαχειριστή αμοιβαίων κεφαλαίων, με τις κίβδηλες εκρήξεις ενός δεξιού αρθρογράφου, τους επιτρέπουμε να τη γλυτώσουν.   Ο ΘΥΜΟΣ που θα έπρεπε να νιώθουμε ενάντια σ΄ αυτούς τους ανθρώπους, που διαφορετικά ενδεχομένως να οδηγούσε σε ΔΡΑΣΗ, απελευθερώνεται και διασκορπίζεται με τη μορφή του γέλιου.  Και αυτός είναι ο κατάλληλος τρόπος να προσφέρεις στο κοινό αυτό που θέλει και ακριβώς αυτός για το οποίο πληρώνει: άλλη μια δικαιολογία για να καθίσει αναπαυτικά και να συνεχίσει τη δική του εγωιστική πορεία χωρίς καμιά πραγματική απειλή ή πρόκληση για το πολύτιμο lifestyle του….
Μισώ αυτούς τους γαμημένους μεσοαστούς αριστερούς φιλελεύθερους κωμικούς και αυτό θα έπρεπε να κάνεις κι εσύ.  Μου φαίνεται ουσιώδες να αφανιστούν όλοι από προσώπου γής, διαφορετικά δεν θα κατορθώσουμε ποτέ να συγκεντρώσουμε την απαραίτητη ενέργεια για να ανατρέψουμε το σημερινό σάπιο, διεφθαρμένο και ψυχοφθόρο πολιτικό κατεστημένο.  Κάτω η κωμωδία, γαμώτο! Ζήτω η πραγματική πάλη! (σελ. 303).
«Λέγομαι Λίβια και κατάγομαι από το Βουκουρέστι.  Ζω σ το Λονδίνο πάνω από πέντε χρόνια και γνωρίζω όχι μόνο τους δρόμους του, αλλά και τις κρυψώνες του επίσης, πάνω και κάτω από το έδαφος.  Κάτω από το ψηλό σπίτι της οδού Τέρνγκριτ, έντεκα ορόφους κάτω από τη γη, κάτω από το κελάρι των κρασιών και το θησαυροφυλάκιο και την πισίνα όπου μεγαλώνουν οι φοίνικες, είναι η πιο βαθιά, η πιο κρυφή κρυψώνα από όλες.
Υπάρχει μια σήραγγα.  Και πέρα από τη σήραγγα υπάρχει ένα δωμάτιο.  Και εκεί αράζουν, στο σκοτάδι.  Καθεμιά τυλιγμένη σ΄ ένα κουκούλι πλεγμένο από ασημένιο ιστό.  Με το εκδικητικό πλάσμα με τα κεχριμπαρένια μάτια να τις προσέχει.
Η εκδίκησή μου παίρνει πολλές μορφές.  ΤΟ σώμα μου παίρνει πολλές μορφές. 
Δεν είμαι θυμωμένη.  Είμαι ο θυμός ο ίδιος.
Μπορεί να νιώθεις οίκτο για τα θύματά μου.  Η επιλογή είναι δική σου.  Μπορεί να νιώθεις συμπόνια γι΄ αυτά ή για μένα.  Η απόφαση είναι δική σου.
Τελικά, πιστεύω, πως όλοι έχουμε την ελευθερία της επιλογής.»


ΤΙ ΩΡΑΙΟ ΠΛΙΑΤΣΙΚΟ! ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΡΗΞΗΣ



                          Τη Βρετανία που ανέδειξε τη Μάργκαρετ Θάτσερ ως σύμβολο του συλλογικού χαρακτήρα, περιγράφει ο Κόου.  Το Τι Ωραίο Πλιάτσικο!  περιγράφει μια σειρά από βρετανικές εικόνες και στερεότυπα – για να τα παραμορφώσει και να τα εξωθήσει στο γελοίο: τις μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες που σπαράσσονται αναίμακτα (ή αιματηρά), τις εκκεντρικές γριές, τα στοιχειωμένα αρχοντικά, ολόκληρο το γκραν γκινιόλ της αστικής τάξης, σ΄  ένα βασίλειο κάθε άλλο παρά ενωμένο.  Σ΄ ένα «βασίλειο»: ένα θεσμικό πλαίσιο αυταρχικό, κακόγουστο και πολυδάπανο…
Κεντρικός ήρωας και αφηγητής είναι ο Μάικλ ΄Οουεν, ένας καταθλιπτικός νεαρός που πάσχει από αγοραφοβία και έχει καλύψει το βαρύ καθήκον να γράψει το χρονικό της οικογένειας Γουίνσο.  Η εν λόγω οικογένεια έχει την τάση να διεισδύει σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και να αποκομίζει τη μερίδα του λέοντος, να εκμεταλλεύεται στο έπακρο όλες τις συγκυρίες – τα μέλη της διαπρέπουν στο έγκλημα και την υποκρισία.  Πράγμα που δεν αργεί να αντιληφθεί ο Μάικλ «… ήταν για μένα φως φανάρι, ευθύς εξαρχής, πώς είχα να κάνω με οικογένεια εγκληματιών, που τα πλούτη και το  κύρος τους ήταν προϊόν κάθε λογής απάτης, πλαστογραφίας, λωποδυσίας, ληστείας, κλοπής, ζαβολιάς, κατεργαριάς, μπαγαποντιάς, λεηλασίας, δήωσης, διαρπαγής, παράνομης ιδιοποίησης, παραποίησης εγγράφου και διασπάθισης δημόσιου χρήματος.  ΄Όχι ότι οι δραστηριότητες των  Γουίνσο ήταν απροκάλυπτα εγκληματικές ή είχαν ποτέ αναγνωρισθεί ως εγκληματικές από τον καλό κόσμο» (σελ. 103)…»Δεν έχουν τελειωμό οι άνθρωποι που πέθαναν εξαιτίας του Μάρκ και των αισχρών συναλλαγών του.  Η Ντόροθι ήταν απ΄ αυτούς που σκότωσαν τον πατέρα μου, γιατί τον τάιζε όλα αυτά τα σκουπίδια και ο Τόμας έβαλε κι αυτός μια μαχαιρία, γιατί του εξαφάνισε τα λεφτά του τη στιγμή που ακριβώς τα χρειαζόταν.  Ο Ρόντι και η Χίλαρυ έβαλαν κι αυτοί το χεράκι τους. Αν η φαντασία είναι αίμα που μας δίνει ζωή και η σκέψη το οξυγόνο που αναπνέουμε, τότε αυτός μεν μας κόβει τις φλέβες και σταματάει η κυκλοφορία του αίματος, εκείνη δε φροντίζει να παραμένουμε νεκρωμένοι από το λαιμό κι επάνω.  Και στο μεταξύ αυτοί κάθονται σπίτι τους και χοντραίνουν με ό,τι αποκομίζουν, κι εμείς είμαστε εδώ.  Οι επιχειρήσεις μας πέφτουν έξω, οι δουλειές μας πάνε κατά διαόλου, η ύπαιθρός μας ασφυκτιά, τα νοσοκομεία μας καταρρέουν, τα σπίτια μας κατάσχονται, τα κορμιά μας δηλητηριάζονται, τα μυαλά μας φρικάρουν, όλο το πνεύμα αυτής της χώρας έχει συνθλιβεί και δεν μπορεί να πάρει ανάσα.  Τους μισώ τους Γουίνσο» (σελ. 429).    Η  αλήθεια, όπως στα γοτθικά μυθιστορήματα, θα αποκαλυφθεί μια σκοτεινή νύχτα θύελλας της 16ης Ιανουαρίου 1991, όταν όλη η οικογένεια θα βρίσκεται συγκεντρωμένη στον πύργο των Γουίνσο.  Θα αποκαλυφθεί, αλλά η τραγωδία θα έχει ξεσπάσει:  σε ένα σκηνικό ταινίας τρόμου – αλλά και αστυνομικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα – όπου οι Καλοί είναι μόνοι, άρρωστοι και δυστυχισμένοι κι όπου οι Κακοί θριαμβεύουν μ΄ εκείνο το σατανικό τρόπο που θυμίζει τα σκληρά παραμύθια της παιδικής ηλικίας. ..
                             Το Τι Ωραίο Πλιάτσικο! είναι μια μεγάλη, μνημειώδης κατασκευή …  όπου το  «κατεστημένο» δεν είναι μόνο το περιβάλλον μιας μικρής πόλης ούτε ο μικρόκοσμος ενός πανεπιστημίου, αλλά η αργόσχολη  τάξη,  η αδυσώπητη οικονομική εξουσία…
                             Όπως φανερώνει και ο τίτλος, το Τι Ωραίο Πλιάτσικο! Είναι ένα χρονικό της πλεονεξίας: η Ντόροθι αγοράζει σειρά πτηνοτροφείων, τα μετατρέπει σε εντατικές βιομηχανίες και πολλαπλασιάζει με τερατώδεις μεθόδους τα κοτόπουλά της, παράγει πλήθος από δύσμορφα ζώα τα οποία εκμεταλλεύεται και με τα οποία πλουτίζει.  ΄Οσο για την εξαδέλφή της Χίλαρυ, ανήκει στην άλλη αχόρταγη τάξη:  στους ανθρώπους των μίντια, φτιάχνει σαχλές εκπομπές για τις μάζες – η ίδια δεν καταδέχεται ούτε να τις δει.  Ο Τόμας είναι τραπεζίτης, άρπαγας του δημόσιου χρήματος, ο Μάρκ πουλάει όπλα στον Σαντάμ Χουσεΐν, κι ο Χένρι – πρώην βουλευτής του Εργατικού Κόμματος – προσχωρεί ενθουσιωδώς στους Τόρηδες με προτεραιότητες « ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΠΙΛΟΓΗ» (ΣΕΛ. 154).  Εννοείται ότι πρόκειται για χορό εγκληματιών:  οι νόμοι που διέπουν τις πράξεις τους είναι εκείνοι των γκάνγκστερς, η οικογένεια Γουίνσο διαφέρει από τον υπόκοσμο μόνον σ το ότι διαθέτει χαρακτηριστική οξφορδιανή προφορά.  Το μοναδικό μέλος που δεν ευθύνεται για κακουργήματα κατά της ανθρωπότητας είναι η τρελή Ταβιθά – η τρέλα είναι πάντα το τελευταίο καταφύγιο, η ασπίδα μπροστά σ τους βρυκόλακες.  «΄Ηταν πράγματι τρελή η Ταβιθά ή υπήρχε κάποιο ίχνος αληθείας στην πεποίθησή της ότι ο Λόρενς ήταν, κατά   κάποιον ύπουλο και σκοτεινό τρόπο, υπεύθυνος για το θάνατο του αδελφού του;»(σελ. 105)


Διαβάζοντας τον Κόου, θυμάται κανείς μια φράση από τη Μύριελ Σπαρκ: «Τότε, πριν από πολύ καιρό, το 1945, όλοι οι καλοί άνθρωποι στη Βρετανία ήταν φτωχοί…». Αυτό υποστηρίζει και ο Κόου: οι καλοί του άνθρωποι είναι φτωχοί, ευπαθείς και έκπληκτοι.
 Από το επίμετρο της Σώτης Τριανταφύλλου