Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

Πες μου μια λέξη, αυτή τη μόνη λέξη ...

Ο Δημ. Μπουραντάς στην εισαγωγή του βιβλίου του "΄Ολα σου τα ΄μαθα, μα ξέχασα μια λέξη" μας ξεκαθαρίζει ότι « το μυθιστόρημά του δεν φιλοδοξεί να δρέψει λογοτεχνικές δάφνες, αλλά να αποδειχθεί ένα διδακτικό κείμενο». ΄Ετσι το προβλέψιμο σκηνικό, το περιορισμένο και τεχνοκρατικό επαναλαμβανόμενο λεξιλόγιο, η έλλειψη εικόνων, η ανεπάρκεια των περιγραφών και η μονομέρεια των στόχων θεωρούνται εκ προοιμίου αναμενόμενα . Κι όμως κατάφερε να διεκδικήσει και να εξασφαλίσει το βραβείο αναγνωστών 2008. Με αφορμή το βιβλίο αυτό έκανα κάποιες σκέψεις σχετικά με το σύστημα που γεννά και δίνει αξία σε παρόμοια βιβλία. Το πολύπαθο σύστημα παιδείας στη χώρα μας, που αναγκάζει τα παιδιά να τρέχουν σε ένα αγώνα ταχύτητας από το νηπιαγωγείο στερώντας τους τον ελεύθερο χρόνο, την επικοινωνία με τα ανείπωτα, το νόημα της ζωής. Ο Πήτερ Παν χάνει την αίσθηση του πετάγματος και ο μικρός πρίγκιπας εγκαθίσταται υποχρεωτικά σ΄ ένα πλανήτη που δεν τον αναγνωρίζει για δικό του. Μέσα σ΄ αυτή την κοινωνία της εντατικοποίησης και της ανταγωνιστικότητας, της κοινωνίας των δύο ταχυτήτων, των ηγετών , της «αριστοκρατίας» και του λαουτζίκου. Επομένως λέξεις όπως συνεργασία, κατανόηση και αδελφοσύνη χάνουν το νόημά τους.

Το βιβλίο αυτό «΄Όλα σου τα ΄μαθα , μα ξέχασα μια λέξη», μου προκάλεσε μια απέραντη θλίψη, καθώς έχω την αίσθηση ότι είναι απλώς το σύμπτωμα στην ασθένεια της μοναξιάς και αποξένωσης , όπως συμπτώματα είμαστε όλοι μας στο μέτρο που εντασσόμαστε μέσα σ΄ αυτό και μέσα απ΄ αυτό αποδεχόμαστε τους ρόλους που μας προτείνει και επιβάλλει. Υπάρχει διέξοδος; Η μόνη διαφυγή είναι κατά την ταπεινή μου άποψη η πνευματικότητα, η οποία εμπεριέχει την αυτο-εξέταση και την αυτο-αποδοχή, την κατανόηση του άλλου και την συγχώρεση, όχι σαν κούφιες λέξεις ενός συστήματος που κλέβοντάς τες από άλλους πολιτισμούς τις οικειοποιείται σε μια απέλπιδα προσπάθεια να γίνει λειτουργικό και αποτελεσματικό, αλλά σαν δείγμα μιας ανώτερης ποιότητας ζωής που συμβάλλει στη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων. Η υποταγή σε βαθιές αξίες, όλο ψηλότερα , όλο βαθύτερα που έλεγε και ο ποιητής, η υπόκλιση μπροστά σε έννοιες που έχουν νόημα και ουσία και δεν λειτουργούν υποκριτικά, αλλά πηγαία και αυθόρμητα.

Η ζωή μας στο ρελαντί, η ζωή μας σαν παιχνίδι που μέσα σ΄ αυτό βιώνουμε, απολαμβάνουμε, δακρύζουμε, αλλά και χαιρόμαστε, μια μαγική επαφή με τον «χώρο του αοράτου», που υπακούει σε δικούς του νόμους, που λέγονται νόμοι της ανθρωπιάς, νόμοι που κάνουν τον καθένα μας διαφορετικό από τους άλλους αλλά και πάλι ίδιο. Η δίπολη σκέψη μας οδηγεί σε αδιέξοδα, η ζωή είναι μια σύνθεση, μια ολότητα κι ο άνθρωπος είναι πραγματικά ευλογημένος για να υποφέρει. Αν υπάρχει η αίσθηση ότι όλα αυτά τα λέει ο Δημ. Μπουραντάς στο βιβλίο του , σας διαβεβαιώνω ότι είναι ψευδαίσθηση έως και αυταπάτη. Για ένα τουλάχιστον λόγο: διότι η αφετηρία είναι διαφορετική, εκ διαμέτρου αντίθετη. Το βιβλίο αυτό μας εκθέτει τις αξίες και τις έννοιες, σωρευτικά και χωρίς να τους δίνει την αξία που τους αρμόζει, με την προοπτική να δημιουργήσει ένα δικό του σύστημα, με στόχο πετυχημένους ανθρώπους, μόνο που η λέξη επιτυχία είναι ανεπαρκής για να δώσει νόημα στη ζωή του ανθρώπου σήμερα. Ο πετυχημένος άνθρωπος δεν είναι απαραίτητα ευτυχισμένος, γεγονός που διαγράφεται και μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, ενώ το αντίθετο ισχύει πάντοτε. Είναι σαφές ότι οι στόχοι και τα όνειρα ζωντανεύουν το παρόν, διαγράφουν το μέλλον. Χρειάζεται όμως διάλογος μέσα μας ανάμεσα στο εφικτό και το ανέφικτο, τη σύνεση και την τόλμη, την ανάλωση και την εγκράτεια, την αποστασιοποίηση και το δέσιμο. Μέσα από αυτή τη σύνθεση θα επιτύχουμε σαν ανθρώπινα όντα που έχουν ένα κομμάτι θεϊκό μέσα τους. Η αυτογνωσία , που αναφέρεται επανειλημμένα μέσα στις σελίδες του βιβλίου αυτού, είναι μια επίπονη διαδικασία, όχι απλά μια λέξη. Το ίδιο και η αυτοπραγμάτωση, που μια ολόκληρη ζωή είναι μάλλον μικρή για να μπορέσει κάποιος να την αγγίξει. Γεμάτο αντιφάσεις, όπως ενώ ο κόσμος δεν είναι αγγελικά πλασμένος και το ρουσφέτι και η αναξιοκρατία επικρατούν σε διάφορους τομείς της κοινωνίας, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου βρίσκει αγγέλους, γνωρίζοντας τους κατάλληλους ανθρώπους που με την κατάλληλη συμπεριφορά την προωθούν. Η ανάγκη αναγνώρισης της αξίας του ταξιδιού, η φτώχεια της Ιθάκης έρχεται επίσης σε αντίθεση με την διαρκή προσπάθεια για νέες κορυφές , για ψηλότερους στόχους, για μια ατελείωτη αναμέτρηση με τη ζωή , που δημιουργούν κενό στη προσωπική ζωή . Συχνά αναφέρεται ο Νίτσε, και μάλιστα το σημείο εκείνο με την καταιγίδα και τα περήφανα δέντρα, αλλά πουθενά δε γίνεται ορατή η σύγκρουση χαρακτήρων ούτε και κάποια εσωτερική σύγκρουση από την οποία να διαφαίνεται προσωπική βελτίωση. Η πρόταση μάλιστα που αναφέρεται στο τέλος σχετικά με την επίδραση στους νευρώνες για την απάλειψη των αρνητικών συναισθημάτων έχω την αίσθηση ότι μάλλον ακούγεται επικίνδυνη, διότι τείνει στη δημιουργία ανδρείκελων, ανθρώπων χωρίς συναίσθημα. Αναρωτιέμαι , αν βρεθεί τρόπος να αποβάλλει κάποιος τα αρνητικά συναισθήματα , με την ίδια διαδικασία δεν θα μπορούσε άραγε να διώξει και τα θετικά αποβάλλοντας με μηχανικό και τεχνοκρατικό τρόπο την ιδιότητα του ανθρώπου χωρίς αυτό να είναι αποτέλεσμα εσωτερικής διεργασίας και προσπάθειας ; Πώς κάτι τέτοιο θα έκανε έναν άνθρωπο καλύτερο; Μάλλον ταινία επιστημονική φαντασίας μπορεί να προκύψει από μία ιδέα σαν αυτή!

Εν κατακλείδι, μπορεί ο λουστράκος να έγινε διάσημος καρδιοχειρουργός, αν θυμάμαι καλά την παλιά εκείνη ταινία, στη δεκαετία του ΄60, αλλά δεν θα φανταζόμουν ποτέ ότι η ζωή του θα γινόταν ευπώλητο βιβλίο πενήντα χρόνια αργότερα , δημιουργώντας αμφίβολα πρότυπα και περνώντας μέσα από το αυτονόητο , αλλά και την αντίφαση, να αναδεικνύει την τελειότητα , ουσιαστικά την μη αποδοχή της πραγματικότητας , σε στόχο ζωής. Εξάλλου η ζωή δικαιώνεται από τον εαυτό της. Με απλά λόγια αυτό σημαίνει να μπορώ να κάθομαι στη κορφή ενός βουνού και να αγναντεύω τη θάλασσα!

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

Ζωή, την άλλη φορά

«Τη ζωή μου την έχασα ήσυχα – χωρίς κανένα άρπαγμα – εξόν από κάτι γλέντια με τους φίλους, κι από τα ξεστρατίσματα που έκανε συχνά ο νους μου. Πολλές φορές ήταν που σάλεψε μες στο μυαλό μου η εικόνα από μι΄ αλλιώτικη ζωή, αλλά δεν τα κατάφερα ποτέ μου να τη ζήσω.» Με αυτή την παράγραφο κλείνει το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματός του «Ζωή, την άλλη φορά», ο Νίκος Χουλιαράς, κι αυτή η αίσθηση της «αλλιώτικης ζωής» είναι διάχυτη σε ολόκληρο το βιβλίο, διακατέχοντας τους χαρακτήρες του, τον αφηγητή, τα αδέλφια του, τους φίλους του, τους γονείς του, άλλοτε εμφανής και άλλοτε σαν υπόνοια .

Η διήγηση ξεκινά στα 1920 με τον θάνατο του Θεόφιλου Γούδα , τον διηγείται ο ίδιος σε πρώτο πρόσωπο, κάνοντας μια γρήγορη αναδρομή στην ιστορία της οικογένειάς του, που την πορεία της μας παραδίδει να παρακολουθήσουμε στα επόμενα κεφάλαια, όταν την σκυτάλη παίρνει ο εγγονός του, Θεόφιλος Γούδας κι αυτός. Ο Θεόφιλος στις σελίδες που ακολουθούν «παίρνει τη ζωή που απαρνήθηκε , πάλι απ΄ την αρχή, και τη γυρνάει το μέσα έξω». Από την Αθήνα επιστρέφει στο γενέθλιο τόπο του στα Γιάννενα και εξιστορεί τη γέννηση του και τα παιδικά του χρόνια, περνώντας τις θύμησές του μέσα από τους ανθρώπους . Η γραφή του είναι άμεση, γνήσια , λέξεις απλές, γεμάτες σοφία και νόημα . Μας μαγεύει με το λόγο του , μα και πέρα από αυτόν, με τις εικόνες , τα χρώματα, με το μυστήριο της ύπαρξής που το αποκωδικοποιεί μπροστά μας χωρίς κόπο, με διαφάνεια και καθαρότητα. Ξετυλίγει με χιούμορ, αλλά και σαρκασμό ένα πολύχρωμο γαϊτανάκι ανθρώπων που προδόθηκαν από τη ζωή ή ίσως την πρόδωσαν οι ίδιοι ψιθυρίζοντάς της «Ζωή , την άλλη φορά». Σκέψεις για τις γυναίκες και τα παιχνίδια της ζωής (σελ. 73), για την Φόνη και τον Χαρίλαο , για το θάνατο της γιαγιάς , για τη συμφωνία της Γιάλτας (σελ. 101-103), για τα όνειρά του (σελ. 165), για τον άλλον που υπάρχει μέσα στον κάθε άνθρωπο και αποφασίζει γι΄ αυτόν (σελ. 176) , για την ανάγκη του να γράψει που συναντά την αντίδραση της μητέρας του : «σα να της χρώσταγα ένα κομμάτι από τη ζωή μου, και μ΄ αυτό έπρεπε να πληρώσω, αυτό που νόμιζε πως έχασε εκείνη απ΄ τη δική της». Μας μιλά για τους φίλους του, τους παιδικούς, τους νεανικούς, τους φίλους που τον συντρόφεψαν στην Αθήνα. Ο Φάνης ο Καρακάσης, σύντροφος στις παιδικές ζαβολιές, φτασμένος εφοπλιστής που , όταν τον ξανασυναντάει , έχει μια πίκρα στο στόμα : «Το σπίτι μας δεν είναι πουθενά. Ούτε εδώ είναι , ούτε κι εκεί που καθόμαστε.! Και τι κερδίσαμε , Θεόφιλε;» Ο Δημήτρης ο Γαλαζούλας , ο Βάκης ο Αμερικάνος, ο Γιάννης ο Καραβίδας … Η γλώσσα του γίνεται ποιητική όταν μιλάει για τη νύχτα «Τα χρόνια εκείνα η νύχτα ήταν αλλιώτικη από τη νύχτα που βλέπω τώρα. .. Γιατί ο άνθρωπος ο ίδιος αυτά που βλέπει, είναι». Αναδρομή στο στρατό και τα προβλήματά που είχε , μας αφηγείται για τον Βασιλάκη τον Σουλικιά που τον γνώρισε εκεί και που «από μικρός όλο κάτι πράγματα που δεν τα καταλάβαιναν οι άλλοι έκανε …. κι ένιωθε ένα κρύο. Το κρύο που νιώθει ο άνθρωπος όταν το ξέρει πως έχει μείνει μονάχος του , κι ας είναι μες στον κόσμο», για να καταλήξει μετά στο στρατό να κόψει το λαιμό του. Δεκατριών χρονών έχει το πρώτο ερωτικό σκίρτημα με τις ξαδέλφες του την Ελπίδα και τη Γιολάντα. Στα δεκαεπτά ο λόγος του αποκτά μια διάσταση φιλοσοφίας . Παίζει συνέχεια με το θάνατο με τη διαπίστωση ότι «μονάχα η αγωνία μου είμαι κι η ζωή είναι αλλού, βρίσκεται κάπου αλλού η ζωή, αλλά εγώ την παριστάνω εδώ πέρα» . Πηγαινοέρχεται μέσα στο χρόνο ο Χουλιαράς αναδεικνύοντας το αδιέξοδο και το ανέφικτο της ευτυχίας, ενώ ο Θεόφιλος αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην Αθήνα και τα Γιάννενα. ΄Όταν η μητέρα του αρρωσταίνει, το ξέρει από τα πριν : « Γι΄ αυτό, όταν βρεθήκαμε όλοι μαζί, ψηλά σ΄ εκείνο το διάδρομο με τα ρεύματα, μου φάνηκε πως είμαστε ηθοποιοί και παίζαμε απ΄ την αρχή, κάτι που ήταν τελειωμένο κιόλας πριν από καιρό. Η μοίρα είναι ανελέητη μαζί τους, η μάνα εγχειρίζεται στο στήθος, το μαγαζί του πατέρα καταστρέφεται από φωτιά (σελ. 305). Ο αδελφός του, ο Λέαντρος θέλει να γίνει αεροπόρος , αλλά η μάνα τον πείθει να γίνει αρχιτέκτονας. Τελικά ο Θεόφιλος έρχεται στην Αθήνα ψάχνοντας τον εαυτό του αλλά χωρίς να ξέρει πώς. Πιάνει δουλειά σε ένα εργαστήρι ζωγραφικής ζωγραφίζοντας Κινέζες σε πιατάκια , αποκτά νέους φίλους, τον Τάκη, τον Αχιλλέα, τον Κάηκε, πραξικόπημα του 1967, εξόριστοι , Πολυτεχνείο , θλίψη διανθισμένη με χιούμορ ή αντίστροφα καταλήγοντας ότι μονάχα με τον έρωτα ο άνθρωπος καμιά φορά ξεχνιέται κι ελαφραίνει κι είναι σαν να δίνει κάποια παράσταση. Οι γονείς του πεθαίνουν , πρώτα ο πατέρας, μετά η μάνα . Τα χάπια παρέα του και καταδίκη του , παλεύει να απεξαρτηθεί. Και η ζωή μοιάζει σαν το παλιό εκείνο παιχνίδι, σαν τη μικρή γυάλα που την κούναγες και χιόνιζε στα ψεύτικα, άπιαστη σαν το πουλάκι, που κανείς δεν μπορεί να το πιάσει, ανεξάντλητη και απρόβλεπτη, ακαθόριστες προσδοκίες , ανεκπλήρωτα όνειρα, συναντιέται με τον πόνο και τον θάνατο και από αυτά αντλεί την αλήθεια, ότι αυτή η ζωή υπάρχει, ανάλαφρη, απλή, σαν παιχνίδι κι αυτή αξίζει να ζήσουμε στα όριά της, γιατί δεν υπάρχει άλλη φορά.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

Logicomix : μυθιστόρημα , βιογραφία ή μια πρωτότυπη πρόταση γραφής;

To βιβλίο Logicomics είναι μια ιστορία, ένα παραμύθι πάνω στην αναζήτηση των θεμελίων των μαθηματικών . Οι ήρωες του είναι επιστήμονες της λογικής. Η ιδέα ανήκει στον Απόστολο Δοξιάδη , το αποτέλεσμα όμως είναι δημιούργημα όχι μόνο δικό του, αλλά και των συνεργατών του , του Χρίστου Παπαδημητρίου, του Αλέκου Παπαδάτου και της Annie di Donna.

Κινείται σε τρεις χρόνους παράλληλους. Στην αρχή βρισκόμαστε στο τώρα, όπου οι τέσσερις συνεργάτες σχεδιάζουν την ιστορία και αρχίζουν τη δημιουργία της. Στην συνέχεια μεταφερόμαστε στο Σεπτέμβρη του 1939 όταν ο Χίτλερ εισέβαλε στην Πολωνία. Ο Μπέρτραντ Ράσελ πρόκειται να μιλήσει σε ένα Πανεπιστήμιο στην Αμερική με θέμα «Ο ρόλος της Λογικής στα ανθρώπινα πράγματα». Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του ο Ράσελ ανατρέχει στην παιδική του ηλικία, μετά το θάνατο των γονιών του και διηγείται τη ζωή του οδηγώντας τους ακροατές του πίσω στον Σεπτέμβρη του 1939. Το μυθιστόρημα κλείνει με την παρέα των τεσσάρων συνεργατών στο χρόνο του τώρα.

Σύμφωνα με τον Δοξιάδη το κόμικ είναι ιδανικό να διηγηθεί ιστορίες ηρώων με υψηλούς στόχους. Οι πρωταγωνιστές της αναζήτησης είναι άνθρωποι παθιασμένοι, τολμηροί, πραγματικοί υπερήρωες. Ο Ράσελ επιλέχθηκε ως κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας διότι ήταν πολιτικός, ακτιβιστής, φιλόσοφος, άνθρωπος με πάθη και ιδέες. Πρόκειται για την ιστορία της λογικής και της τρέλας, για το ανέφικτο της απόλυτης αλήθειας μέσα στα όρια του ανθρώπινου νου, μια ιστορία σε πολλά σημεία δυσνόητη, ιδιαίτερα στην ανάλυση των μαθηματικών και φιλοσοφικών εννοιών. Η συγγραφή με την μορφή κόμικ διευκολύνει την ανάγνωση με την έννοια ότι η εικόνα μπορεί να ξεκουράσει τον αναγνώστη και να τον οδηγήσει μέσα από τις εικόνες προς την εξέλιξη της ιστορίας, ενώ οι φιλοσοφικές και μαθηματικές έννοιες εκτίθενται με σαφήνεια, αλλά χωρίς απλουστεύσεις και εξαντλητικές επεξηγήσεις . ΄Αλλωστε ο Χρίστος και ο Απόστολος διαφωνούν ως προς την δομή της ιστορίας, ο μεν Χρίστος υποστηρίζει ότι αυτή κινείται και από τους χαρακτήρες και από την δράση, ενώ ο Απόστολος δίνει μια τραγική απόχρωση θεωρώντας υπεύθυνους τους χαρακτήρες για τις πράξεις και τις ιδέες τους. Επιπλέον είναι τόσο συμπυκνωμένο το κείμενο από άποψη ιδεών και συγκρούσεων, αποδοχών και αναιρέσεων, ώστε αν ήταν ένα σύνηθες μυθιστόρημα θα ήταν εξειδικευμένο και απευθυνόμενο σε λίγους, ενώ τώρα με τη βοήθεια των εικόνων και των χρωμάτων μπορούν και οι λιγότερο υποψιασμένοι να γευτούν κάτι από τους μεγάλους προβληματισμούς που ταλαιπώρησαν τις αρχές του 20ουαιώνα τους επιστήμονες και τους φιλοσόφους.

Μέσα από τις σελίδες του Logicomix και μέσα από τα μάτια και την αντίληψη του Ράσελ γνωρίζουμε τον Ευκλείδη, τον Ουάιτχεντ, τον Κάντορ, τον Φρέγκε, τον Κούρτ Γκέντελ, τον Φον Νόιμαν, τον Χίλμπερτ και φυσικά τον μαθητή του Λούντβιχ Βιντγκενστάιν, όλες ιδιαίτερες προσωπικότητες των μαθηματικών, της λογικής και της φιλοσοφίας του τέλους του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Παρακολουθούμε τις αντιφάσεις της φιλοσοφίας, τη βεβαιότητα που εμπνέουν τα μαθηματικά, την αγωνία των επιστημόνων μπροστά στον κλονισμό των θεμελίων του έργου τους, την καθημερινή γλώσσα να αντικαθίσταται από τη γλώσσα της επιστήμης, αλλά και την επιστροφή στην καθημερινή γλώσσα από τον Βίντγκενστάιν. Το παράδοξο του Ράσελ και η θεωρία της μη πληρότητας του Γκέντελ ξετυλίγονται μπροστά μας αφήνοντάς μας έκπληκτους μπροστά στη δυνατότητα της επιστήμης να ανατρέπει ό,τι θεωρούνταν μέχρι τη στιγμή εκείνη δεδομένο. Παράλληλα ο Ράσελ ασχολείται με την τέχνη, διαβάζει ΄Ιψεν, Τουργκένιεφ, ποίηση, όπως Σέλευ και Γέητς και αργότερα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τρομάζει μπροστά στο Παράλογο. Γνωρίζει όμως ότι ο Παλαιός Κόσμος και η τέχνη που τις εκφράζει πρέπει να καταστραφούν. Η ομιλία του Ράσελ τελειώνει με τις διαπιστώσεις του, αποτέλεσμα αγωνίας και προσπάθειας όλης της ζωής του: « η Λογική είναι ένα πανίσχυρο εργαλείο μέσα σε κάποια όρια. ΄Όταν η Λογική μιλά για την ανθρώπινη ζωή, είναι στενά. Κι όταν παίρνει το σχήμα γενικόλογων και φαινομενικά τέλειων θεωριών, είναι μια καλοστημένη απάτη. Ακόμη κι όλη η επιστήμη δεν φτάνει για να καταλάβουμε το νόημα του κόσμου, όπως έλεγε και ο Βιτγκενστάιν. Θέλω να παραμείνω ειρηνιστής. Αλλά πώς να αντέξω μια Ευρώπη κτήμα του Χίτλερ και του Στάλιν;…΄Ηλθε ο καιρός να στραφούμε στην τριάδα Δικαιοσύνη, Ευθύνη, τη διάκριση ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, δηλ. στις ανεπίδεκτες επιστημονικής αντιμετώπισης έννοιες κατά τον Σλικ. Η ιστορία μου είναι ένα σήμα κινδύνου, ένα αφηγηματικό επιχείρημα κατά των λύσεων «πασπαρτού». Εμένα μου έμαθε πως δεν αρκούν οι λύσεις-συνταγές. Και σίγουρα όχι όταν πρόκειται να αντιμετωπίσεις αληθινά δύσκολα προβλήματα».

Στην τελευταία πράξη του βιβλίου μας περιμένει μια υπέροχη έκπληξη. Οι τέσσερις συνεργάτες παρακολουθούν πρόβες από την Ορέστεια του Αισχύλου. Το μήνυμα του βιβλίου έρχεται από τα βάθη των αιώνων : η αληθινή σοφία θέλει μια γερή δόση από αυτά που συνήθως τα πετάμε ως μη-σοφά.

Κλείνοντας θέλω να παραθέσω εδώ ένα απόσπασμα από ένα άλλο αγαπημένο βιβλίο, τη Σαμαρκάνδη του Αμίν Μααλούφ. Λέει κάπου ο Ομάρ Καγιάμ: Από το έργο των σοφών θυμόμαστε μόνο ό,τι ανέτρεψε τις θεωρίες των άλλων, εκείνο όμως που οικοδομούν οι ίδιοι θα γκρεμισθεί αναπόφευκτα, ακόμη και θα γελοιοποιηθούν από τους μεταγενέστερους. Τέτοιος είναι ο νόμος της επιστήμης. Η ποίηση δεν γνωρίζει παρόμοιο νόμο: δεν απορρίπτει ποτέ αυτό που προηγήθηκε και δεν την απορρίπτει ποτέ αυτό που ακολουθεί, διατρέχει με απόλυτη ηρεμία τους αιώνες. Γι΄ αυτό γράφω τα ρουμπαγιάτ μου. Ξέρεις τι με γοητεύει στις επιστήμες; Ότι βρίσκω μέσα τους την υπέρτατη ποίηση: στα μαθηματικά, τη μεθυστική δίνη των αριθμών, στην αστρονομία, το αινιγματικό ψιθύρισμα του σύμπαντος. Αλλά για το Θεό, μην έλθει κανείς να μου μιλήσει για την αλήθεια!

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2009

Δεν έχω γλώσσα να εκφράσω την πραγματικότητα μου

«Αυτή τη σωτήρια κατεργαριά, αυτή την επιτήδεια υπεκφυγή, αυτή την υπέροχη απάτη, που μας επιτρέπει να ακούμε την εκτός εξουσίας γλώσσα, σ' όλη την αίγλη μιας διαρκούς επανάστασης του σημειωτικού συστήματος, εγώ την ονομάζω: Λογοτεχνία» , επισημαίνει ο Ρολάν Μπαρτ στις Μυθολογίες του. ΄Εχω την αίσθηση ότι έγινα κοινωνός αυτής της λογοτεχνικής γλώσσας και γραφής διαβάζοντας το βιβλίο του Μαξ Φρις «Στίλερ».

Ο Στίλερ είναι το ζητούμενο πρόσωπο , το πρόσωπο το οποίο αναδύεται σιγά σιγά μέσα από τις λέξεις, μέσα από τις σελίδες, μέσα από την αγωνία αυτού του βιβλίου. Στα σύνορα της Ελβετίας ένας γερμανοαμερικανός συλλαμβάνεται με πλαστό διαβατήριο, ενώ παράλληλα τον βαρύνει κάποια ακαθόριστη κατηγορία ανάμιξής του σε κατασκοπικό σκάνδαλο. Ισχυρίζεται ότι είναι ο Τζιμ Γουάιτ, ενώ όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν ότι πρόκειται για τον εξαφανισμένο εδώ και έξι χρόνια Ανατόλ Στίλερ. Η σύζυγός του Γιούλικα, ο αδελφός του, ο πατριός του, οι φίλοι του , τον αναγνωρίζουν , ενώ εκείνος αρνείται, με επιμονή, με πείσμα ότι είναι ο Στίλερ. Παράλληλες διηγήσεις, παράλληλες οπτικές διάφορων γεγονότων, ασυνέχεια στο χρόνο, αλλά και αλλληλοκάλυψη, μια μαγική αφήγηση όπου όλα τα γεγονότα δένουν την ιστορία δημιουργώντας την εικόνα του Στίλερ και της ζωής του. Κάθε νέο πρόσωπο που εισάγεται σιγά σιγά στη διήγηση έχει να καταθέσει κάτι διαφορετικό, αλλά ταυτόχρονα ένα ακόμη κομμάτι απαραίτητο για την εξέλιξη του μυθιστορήματος ή την ανάλυση των χαρακτήρων και των γεγονότων. Πρόσωπα σημαντικά, όπως ο εισαγγελέας και η σύζυγός του ή λιγότερο σημαντικά όπως ο δεσμοφύλακας ή ακόμη και ο διευθυντής Σμιτς. Κάθε κεφάλαιο μας φέρνει όλο και πιο κοντά στον άνθρωπο Στίλερ, καθώς η ζωή του ξετυλίγεται μέσα από τα ίδια του τα τετράδια , τις σημειώσεις του μέσα από τη φυλακή και η αλήθεια αναδεικνύεται σε οδυνηρή εξομολόγηση.

Η πλοκή του μυθιστορήματος πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα, αλλά δεν είναι το μόνο στοιχείο που αναδεικνύει τον Στίλερ σε ένα μοναδικής αξίας λογοτεχνικό έργο. Οι περιγραφές του Μαξ Φρις, οι αναμνήσεις και τα βιώματα του Στίλερ όπως κατατίθενται μέσα στις σελίδες του είναι λογοτεχνικά διαμάντια. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε την έρημο του Τσιουάουα στη σελίδα 29, την φαντασίωση της Γιούλικα ενώ χορεύει (σελ. 141), την περιγραφή της σπηλιάς στο Τέξας (σελ. 177), την ημέρα των Νεκρών στο Μεξικό στη σελίδα 361, αλλά και το γεύμα με τον εισαγγελέα στη λίμνη στη σελίδα 393.

Οι προβληματισμοί του Μαξ Φρις μας θέτουν ερωτήματα που αφορούν τις σχέσεις μας με τους άλλους, με τον εαυτό μας, με το Θεό, με την αυθεντικότητα της ύπαρξής μας. Ο ίδιος ο Μαξ Φρις εξομολογείται ότι ζούμε σε μια χώρα αναπαραγωγών και αναφέρει κάποιες από τις επιρροές του, όπως τον Γιούνγκ, τον Προυστ, τον Χέμινγουέι, τον Γιούνγκερ και τον Τομας Μαν στη σελίδα 208. Δίπλα στην αυτογνωσία παραθέτει την αυτοαποδοχή γράφοντας : «¨Πόσους ανθρώπους δεν γνωρίζουμε που μένουν στάσιμοι σ΄ αυτό ακριβώς το μονοπάτι, αρκούνται στη μελαγχολία της στεγνής αυτογνωσίας και της απονέμουν τον τίτλο της ωριμότητας. … Τίποτε δεν είναι πιο δύσκολο από το να αποδεχτούμε τον εαυτό μας» (σελ. 457). Αλλά και λίγο πιοπάνω στη σελ. 365 «Χρειάζεται η ύψιστη δύναμη ζωής για να αποδεχτείς τον εαυτό σου». Προβληματίζεται γύρω από την αποξένωση από τον εαυτό μας, αποτέλεσμα της «αυτοϋπερπροσπάθειας», όπως ονομάζει το γεγονός ότι η συνείδηση μας άλλαξε στη διάρκεια των αιώνων , ενώ τα συναισθήματά μας όχι (σελ. 363). ΄Ένα άλλο θέμα που εμφανίζεται στις σελίδες του βιβλίου αυτού είναι το πρόβλημα του ντετερμινισμού, αυτή η διαρκής τάση του ανθρώπου να αποποιείται τις ευθύνες του και να τις μεταθέτει σε κάποιον άλλον (σελ. 148). Η ελευθερία αναφέρεται συχνά, ένα πολύ μοναχικό ζήτημα (σελ. 223). Άλλωστε η τελευταία πρόταση είναι «Ο Στίλερ έμεινε στη Λυόν και έζησε μόνος». Αλλά βέβαια όλα αυτά είναι αληθινά , ίσως και όχι, γιατί όπως υποστηρίζει ο Στίλερ «Κάθε λέξη είναι ψεύτικη και αληθινή, αυτή είναι η φύση των λέξεων, κι όποιος θέλει τα πιστεύει όλα ή τίποτε» (σελ. 196).

Κλείνοντας , θα παραθέσω ένα απόσπασμα από το βιβλίο σχετικά τον σκοπό της γραφής (σελ. 373) , μια ενδεχόμενη απάντηση στο ερώτημα της συγγραφής : "η συγγραφή δεν είναι επικοινωνία με αναγνώστες ούτε επικοινωνία με τον εαυτό σου, είναι επικοινωνία με τα ανείπωτα. ΄Οσο πιο συγκεκριμένα προσπαθεί κανείς να εκφραστεί τόσο πιο ξεκάθαρα εμφανίζονται τα ανείπωτα, δηλαδή η πραγματικότητα που ωθεί και πιέζει τον γράφοντα ΄Εχουμε τη γλώσσα για να γίνουμε μουγκοί. Αυτός που σωπαίνει δεν είναι μουγκός. Αυτός που σωπαίνει δεν έχει καν ιδέα ποιος είναι.".

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

΄Ενας καπετάνιος στα σύννεφα

΄Όταν ήμουν μικρή , μου διηγιόταν συχνά η γιαγιά μου την ιστορία του καπετάνιου που άλλαξε την μορφή του ουρανού. ΄Ηταν ο καπετάνιος αυτός γέρος, με γκριζωπή γενειάδα και ασημόλευκα μαλλιά. , μου τον είχε δείξει πολλές φορές σε πίνακες ζωγραφικής, με ναυτικό καπέλο και τσιμπούκι, με απλανές, ταξιδεμένο πέρα από τον ορίζοντα βλέμμα. Σκεφτικός και απόμακρος, ένας καπετάνιος συννεφοπαρμένος.
΄Ένα βράδυ , μου έλεγε η γιαγιά μου, γλίστρησε με τη βάρκα του μέσα στη συννεφοθάλασσα και άρχισε να κωπηλατεί, αργά και ρυθμικά σιγοψιθυρίζοντας στίχους για το φεγγάρι. Τα σύννεφα πύκνωναν , πύκνωναν όλο και περισσότερο, και ο καπετάνιος επέπλεε όλο και περισσότερο πάνω στην γλυκιά απαλότητά τους, βυθιζόταν ανάλαφρα στην διαφάνεια της λάμψης της σελήνης.
Κάποτε σταμάτησε. ΄Εριξε τα ασημένια δίχτυα του στη θάλασσα και περίμενε την πλούσια ψαριά. ΄Αναψε το τσιμπούκι του από τη φλόγα του φεγγαριού. Κοίταξε τριγύρω. Δεν έβλεπε παρά λευκά μαξιλάρια από μετάξι, άστατες πυγολαμπίδες και ακαθόριστους αστερισμούς. Το χάδι του ανέμου χάιδευε τα πυκνά του γένεια.
Ξαφνικά ένιωσε τη βάρκα του να γέρνει. Τράβηξε τα δίχτυα του με περισσή προσπάθεια και μόλις τα ανέβασε αντίκρυσε με θαυμασμό το μεγάλο λαμπερό ψάρι που είχε πιάσει. Οι ασημένιες στάλες αλμύρας που κυλούσαν πάνω στο γυαλιστερό σώμα του ψαριού τον γοήτευσαν . Το άγγιξε με τα χέρια του, το ψηλάφισε με σεβασμό και σκέφτηκε: ΄Ενας υπέροχος αστερίας! Κρίμα να τον κρατήσω μέσα στη βάρκα μου! Ας τον πετάξω πίσω στη θάλασσα!
Κι αυτό έκανε, Με δύναμη σήκωσε τον αστερία και τον πέταξε προς τα κάτω, προς τη γη.

΄Ετσι δημιουργήθηκε ένα πεφταστέρι.

Μου έλεγε η γιαγιά μου ότι την ώρα που ο καπετάνιος πέταξε τον αστερία προς τα κάτω , έκανε μια ευχή. Ευχήθηκε να γίνει η βάρκα του ένα φωτεινό αστέρι , ένα αστέρι νεογέννητο , φτιαγμένο μόνο από την επιθυμία του. Μόλις τέλειωσε την ευχή του, έκλεισε τα μάτια του κι αποκοιμήθηκε. ΄Ενας δυνατός ανεμοστρόβιλος συνεπήρε τα σύννεφα, τα ανακάτεψε, στροβίλισε τη βάρκα , την ρούφηξε και έπειτα όλα άστραψαν , η ξύλινη βάρκα διαλύθηκε μέσα στο φως , λεπτές κλωστές από χρυσάφι εκσφενδονίστηκαν στο άπειρο , και ξανά πάλι μαζεύτηκαν σε μια σταγόνα βροχής, που όταν στέγνωσε ήταν αστέρι.

΄Ετσι πολλές φορές από τότε, τα βράδια, κάθε φορά που βλέπω ένα πεφταστέρι , κλείνω τα μάτια κάνοντας μια ευχή.

Είναι ίσως αφελές να πιστεύει κανείς ότι κάτι τέτοιες ευχές μπορούν να πραγματοποιηθούν. ΄Η μήπως όχι;

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009

Δεν οφείλεις τίποτε ή ... οφείλεις τίποτε;

Ξεφυλλίζοντας το ιστορικό μυθιστόρημα ΜΗΔΕΝ του Ντένι Γκετζ είχα μία δυσπιστία. Αγνοώντας τον συγγραφέα , ή μάλλον γνωρίζοντας μόνο ότι με το έργο του προσπαθεί να εξοικειώσει το αναγνωστικό κοινό με τα μαθηματικά, ήμουν καχύποπτη ως προς την ακρίβεια του χρόνου και του τόπου που αναφέρονται στο βιβλίο, αλλά και ως προς την σειρά των γεγονότων, δημιουργώντας την πεποίθηση αρχικά ότι αυτό που έγραφε, το έγραφε απλά και μόνο για να υποστηρίξει την εξέλιξη της γνώσης των αριθμών, της γραφής και των υπολογισμών και ότι η υπόλοιπη ιστορία ήταν απλά ένα σκηνικό για να στήσει το κατασκεύασμά του. ΄Ολη αυτή τη άποψή μου ανατράπηκε πολύ σύντομα.
Μελετώντας ιστορικούς χάρτες είδα ότι οι πρώτοι μόνιμοι καλλιεργητές της Μεσοποταμίας εντοπίζονται γύρω στην 6η χιλιετία π.Χ. Ο πολιτισμός των Σουμερίων θεωρείται ο αρχαιότερος γνωστός πολιτισμός. Γύρω στον 3ο αιώνα π.Χ., οπότε και αρχίζει ο μύθος του Γκετζ στην πόλη Ουρούκ , οι πόλεις-κράτη συνενώνονται κάτω από μοναρχικό καθεστώς. Χρησιμοποιείται η σφηνοειδής γραφή. Αργότερα γύρω στον 2ο π.Χ. αιώνα, οπότε και εξελίσσεται η δεύτερη ζωή της Αεμέρ, ο Σαργών της Ακκάδ δημιουργεί βασίλειο , στο οποίο η πόλη Ουρ ξεχωρίζει . Γύρω στα 500 π.Χ. , τρίτη ζωή της Αεμέρ, η Βαβυλώνα γνωρίζει άνοδο και ευημερία. Ακολουθεί η τέταρτη ζωή , τον 9ο περίπου μ.Χ. αιώνα στη Βαγδάτη και τέλος το βιβλίο αρχίζει και τελειώνει με την πέμπτη ζωή της Αεμέρ, στο σημερινό Ιράκ, κατά την αμερικανική εισβολή του 2003, οπότε έγινε ο Β΄ πόλεμος του Κόλπου.
Ο Γκετζ έζησε για δύο χρόνια στη Μεσοποταμία, ένιωσε τον παλμό των Σουμερίων, διέπλευσε τον Τίγρη, όπως εξομολογείται σε συνέντευξή του τον Μάη του 2008, όταν ήλθε στην Ελλάδα. Στο βιβλίο «Μηδέν» μας διηγείται την ιστορία της Μεσοποταμίας, των απλών ανθρώπων που κατοίκησαν αυτή τη γη , που με την επινοητικότητα και τις καινοτόμες ιδέες τους δημιούργησαν και βελτίωσαν τη γραφή και τον υπολογισμό των ποσοτήτων με τους αριθμούς. ΄Όλα αυτά τα επιτεύγματα αναδύονται μπροστά μας μέσα από τις πέντε ζωές της κεντρικής ηρωίδας, της «πολυπρόσωπης» Αεμέρ , που άλλοτε σαν ιέρεια, άλλοτε σαν ονειροκρίτης, άλλοτε σαν χορεύτρια και κλέφτρα, άλλοτε σαν ιερόδουλη και άλλοτε σαν αρχαιολόγος, αναζητά τη γνώση, αλλά ταυτόχρονα αναζητά και τον εαυτό της.
Παρούσα σ΄ όλο το βιβλίο η απουσία, το κενό , το μηδέν που έχει τη δυναμική να οδηγήσει στην πνευματικότητα, στην ολοκλήρωση, στο όλο, η ακινησία που υπάρχει πριν ακόμη δημιουργηθεί η ιδέα της κίνησης , την γεννά και μόλις την γεννήσει ενώνεται μαζί της δημιουργώντας το ένα. ΄Ισως διακινδυνεύοντας μία αυθαίρετη ερμηνεία ενός συμβόλου που ίσως και να μην υπάρχει, η Αεμέρ να μην είναι παρά η ίδια η περιοχή της Μεσοποταμίας που αναζητά να διατηρήσει την ταυτότητά της και να διασφαλίσει την πολιτισμική της κληρονομιά, έχοντας αφομοιώσει τη γνώση των λαών της Μεσογείου και μεταδίδοντάς την σε άλλους λαούς. Η Αεμέρ , η οποία στις τέσσερις ζωές της δεν γνωρίζει τη συζυγική και την μητρική αγάπη, αλλά σήμερα, το 2003, είναι έγκυος, εγκυμονώντας ένα νέο Ιράκ, που να μπορεί να ανήκει στον εαυτό του, να διαχειρίζεται τον εαυτό του, γεγονός που ίσως να είναι αληθινό, αλλά είναι τελικά θέμα πολιτικής εκτίμησης.
Σύμφωνα με την συνέντευξη του Ντένι Γκετζ που αναφέραμε παραπάνω, ο συγγραφέας αναρωτιέται «τι θα γίνει αυτός ο τόπος που διαμελίζεται ανάμεσα σε δύο τρομοκρατίες, εκείνη του Μπους και εκείνη της Αλ Κάιντα; Να ευχηθούμε να εξουδετερώσουν η μία την άλλη, ώστε να αφήσουν τη θέση τους σε ανθρώπους που θα ξαναχτίσουν τη χώρα από την αρχή;» Αυτή είναι η ευχή και η ελπίδα του συγγραφέα που εκφράζεται μέσα από το βιβλίο, ένα βιβλίο που δεν είναι η ιστορία του μηδενός, αλλά η ιστορία μιας γυναίκας που διασχίζει την απουσία.

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2009

Προτιμώ να μεγαλώσω ...

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στράφηκα προς το καινούριο βιβλίο της Λένας Διβάνη «τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω» . Μου κίνησε την περιέργεια ο τίτλος, σαρκαστικός αλλά και χιουμοριστικός , καθώς και η προηγούμενη γραφή της συγγραφέως, η οποία ιδιαίτερα με το βιβλίο «Οι γυναίκες της ζωής της» και το «Ψέματα , η αλήθεια είναι…» , με είχε συναρπάσει. Η συνάντησή μου με το νέο αυτό βιβλίο υπήρξε απροσδόκητα δυσάρεστη. ΄Αρθρα από εφημερίδες και κυρίως από περιοδικά, όπως το ομολογεί η ίδια, αλλά και όπως αναφέρεται στο εσωτερικό του βιβλίου, χρονογραφήματα ανεπίκαιρα πλέον , διηγήσεις που επαναλαμβάνονται , το βιβλίο αυτό σύντομα μου άφησε μία γεύση στυφή, μια γεύση ανεπάρκειας και ανεκπλήρωτης ευχαρίστησης,

Τα κείμενα του βιβλίου είναι στη μεγαλύτερη πλειοψηφία τους αφιερωμένα στο αγαπημένο θέμα της Λένας Διβάνη, τις σχέσεις των δύο φύλων, αλλά και γενικότερα στους ρόλους της γυναίκας και του άντρα στην κοινωνία και στον εργασιακό τομέα. ΄Ένα κεφάλαιο (Να σου δώσω το χέρι μου; Κι εγώ τι θα έχω) το αφιερώνει στα στερεότυπα των ΜΜΕ για τις γυναίκες και τους άντρες. Για παράδειγμα : οι άντρες είναι σπάνια πουλιά και δε βρίσκονται εύκολα, οι γυναίκες παντρεύονται μόνο «ανώτερους» άντρες και άλλα. Το θέμα αυτό των σχέσεων είναι επίκαιρο καθημερινά, αλλά θα ήταν ίσως επαρκές ένα άρθρο για την κακοποίηση της γυναίκας, ή για την συσσώρευση πολλαπλών υποχρεώσεων σε μια εργαζόμενη, ενώ αντίθετα η επανάληψη και μάλιστα κατά τρόπο απλουστευτικό των ίδιων ή έστω παρόμοιων απόψεων και σκέψεων σε διαφορετικά κείμενα μου προκάλεσε δυσαρέσκεια . Οφείλω βέβαια να ξεχωρίσω το άρθρο με τίτλο «Ει, εκεί ψηλά, μ΄ ακούει κανείς;». Ανθρώπινο και συγκινητικό, ευαίσθητο και ευγενικό, αφιέρωμα στους άστεγους των μεγαλουπόλεων και μια ευχή αγάπης και αθωότητας «Μην τους αφήνεις. Τ΄ ακούς;».

Τα τελευταία τρία άρθρα του βιβλίου στεγάζονται κάτω από τον γενικό τίτλο «Ζωές σαν μυθιστόρημα» και είναι αφιερωμένα σε τρεις γυναίκες που αγάπησαν και αγαπήθηκαν με πάθος, έζησαν έντονα, ο θάνατός ιδιαίτερα των δύο από τρεις υπήρξε δραματικός και άφησαν το αποτύπωμά τους , άμεσα ή έμμεσα, στην παγκόσμια λογοτεχνία.

Η Τζην Ρυς γεννήθηκε σ΄ ένα νησί των Δυτικών Ινδιών. Το βιβλίο που την έκανε γνωστή είναι «η Πλατιά Θάλασσα των Σαργάσσων», το οποίο είχα την ευκαιρία να ξαναδιαβάσω πρόσφατα. ΄Ένα βιβλίο όπου ξετυλίγεται η ζωή της πρώτης κυρίας Ρότσεστερ, αποκαθίσταται η ιστορία της και δίνονται απαντήσεις σε πολλά ερωτηματικά τα οποία γεννώνται στη «Τζέιν ΄Ευρ» της Σαρλότ Μπροντέ. Τα βιβλία της Τζην Ρυς ξεχωρίζουν για τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα τους και για τον γυναικείο τύπο στον οποίο ανήκουν οι ηρωίδες της. Οι γυναικείοι χαρακτήρες της είναι παθητικοί και αυτοκαταστροφικοί, κινούνται σ΄ ένα χώρο περιθωριακό όπου τους αναγνωρίζεται η ταυτότητα της γυναίκας - ερωτικού αντικειμένου. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι , όπως γράφει η Κωστούλα Σκλαβενότη στο αφιέρωμά της για την Τζην Ρυς και το έργο της στον πρόλογο του βιβλίου «Η πλατιά θάλασσα των Σαργάσσων», η Τζην Ρυς κράτησε τη προσωπική ζωή της μακριά από τη δημοσιότητα σε σημείο να καταλήξει να θεωρείται νεκρή. Επομένως είναι ανακριβής η άποψη της Λένας Διβάνη ότι «την κατάπιε η λήθη που καταπίνει τους ηττημένους». Ανακριβής είναι και η κρίση ότι η Τζην Ρυς στο βιβλίο αυτό «στην πραγματικότητα έγραφε για την μάνα της, για τον εαυτό της, για όλες τις ηττημένες γυναίκες», διότι ο χαρακτήρας της Αντουανέτ είναι ο μόνος γυναικείος χαρακτήρας που δεν έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Η Σύλβια Πλαθ είναι μια από τις σημαντικότερες ποιήτριες του 20ου αιώνα, αν και ο όρος «ποιήτριες» θεωρείται περιοριστικός και θα ήταν σωστότερο να χρησιμοποιούσαμε τον όρο «ποιητές». Στο άρθρο της η Λένα Διβάνη επισημαίνει με εμπάθεια το ρόλο του συζύγου της Σύλβιας Πλαθ, του Τέντ Χιούζ, στον περιορισμό της δημιουργικότητας μιας ιδιοφυούς γυναίκας, χωρίς να αναφέρεται στο ρόλο της δεσποτικής μητέρας της, η οποία επίσης λογόκρινε τις επιστολές της Σύλβιας Πλαθ, όταν αποφάσισε να τις δημοσιεύσει. ΄Αλλωστε η ποιήτρια αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει μία ή δύο φορές πριν γνωρίσει τον Τεντ Χιουζ. Σύμφωνα μάλιστα με τον μεταφραστή στα Ελληνικά του έργου της Κώστα Ιωάννου η δεσποτική μητέρα και ο δυνάστης – λυτρωτής σύζυγος κατάφεραν να θάψουν τη νεκρή τους και να πεθάνουν ήσυχοι, η μία με τις επιστολές και ο δεύτερος με τα απολογητικά του ποιήματα. ΄Οσο για τον Χιουζ υπάρχουν πράγματι σοβαρές υπόνοιες ότι λογόκρινε κυρίως τα ημερολόγιά της , ίσως και κάποια ποιήματα. Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι η Σύλβια Πλαθ τιμήθηκε μετά τον θάνατό της με το βραβείο Πούλιτζερ 1982. Γράφει η μεγάλη ποιήτρια : «Το γράψιμο είναι μια πράξη θρησκευτική», «Πίδακας από αίμα η ποίηση, τίποτε δεν την σταματάει».

Το τρίτο κείμενο με τον τίτλο «Ζέλντα Φιτζέραλντ, πόσο τρυφερή ήταν η νύχτα της» μου έδωσε την ευκαιρία να διαβάσω το βιβλίο του Ζυλ Λερουά, «΄Ένα Μπλουζ για τη Ζέλντα». ΄Ένα βιβλίο που περιγράφει έστω και σαν μυθιστόρημα τη ζωή των δύο εραστών - εκπροσώπων της Τζαζ Εποχής, του Φράνσις Σκοτ και της Ζέλντα Φιτζέραλντ. Μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου μιλά σε πρώτο πρόσωπο η ίδια Ζέλντα, διηγείται τη ζωή της κοντά στον γνωστό συγγραφέα, την προσωπικότητα του Σκοτ Φιτζέραλντ και τον τρόπο με τον οποίο δούλευαν και οι δύο αντιγράφοντας ο ένας τον άλλον. Πολύ κοντά στη σχέση αυτή και η Λένα Διβάνη και ιδιαίτερα στην ίδια τη Ζέλντα, η οποία όντας ασταθής ψυχολογικά οδηγήθηκε επανειλημμένα σε κλινικές και ιδρύματα , σε ένα από τα οποία πέθανε σε ηλικία 47 ετών, ενώ ο ίδιος ο Σκοτ Φιτζέραλντ είχε χαθεί σε ηλικία 44 ετών, αλκοολικός.

Τελικά ,όπως λέει και ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέρλαντ, γράφεις όχι όταν θέλεις να πεις κάτι, αλλά όταν έχεις κάτι να πεις. Και εδώ η Λένα Διβάνη, δεν είχε να πει τίποτε. ΄Όλα όσα μας διηγείται στο νέο της βιβλίο, έχουν ήδη ειπωθεί , ακόμη και από την ίδια. ΄Οσο για το ερώτημα «τι θα γίνω , άμα δεν μεγαλώσω», ας μην ψάχνουμε την απάντηση στις σελίδες του βιβλίου αυτού. Δεν έχει απαντήσεις, αλλά ούτε και ερωτήματα.