Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

Μπροστά σ΄ ένα παλιό μπαούλο

Σκάλιζα σήμερα μέσα στο γκρίζο μπαουλάκι της εκστρατείας, γυρεύοντας κάποιο επίσημο έγγραφο της στρατιωτικής μου θητείας που μου χρειάστηκε ύστερ΄ από τόσα χρόνια. Είναι ένα γερό γερμανικό κασελάκι του στρατού, χρονώ πράμα, πούχα πετάξει μέσα σ΄ ένα σωρό θυμητάρια του πολέμου. Σαν άνοιξα τη σκουριασμένη του κλειδωνιά, το καπάκι έτριξε σαν να ξεκάρφωσα μια παλιά ξεχασμένη λειψανοθήκη. ΄Ηταν εκεί μέσα ένα μπρούτζινο μισοφέγγαρο που δάγκωνε ένα μαυρισμένο άστρο, κομμένο από το κοντάρι κάποιας τούρκικης σημαίας. ΄Ητανε το σπαθί μου, μια σιδερένια κάσκα, μια γερμανική μουτσούνα για τ΄ ασφυξιογόνα σα γουρουνίσια μούρη, ήτανε τ΄ απολυτήριό μου με τα ξεθωριασμένα γράμματα της γραφομηχανής, ένας πετσένιος χαρτοφύλακας, κάτι φωτογραφίες, δυο-τρεις χειροβομβίδες κι ένα σωρό άλλα μικροπράματα. ΄Ητανε κ΄ ένα χοντρό δέμα από στρατσόχαρτο, δεμένο σταυρωτά με σπάγγο, πούχα ξεχάσει πια τι είχε μέσα. Ψαλίδισα τους κόμπους του και ξεχύθηκαν με πένθιμο θρόισμα ένα σωρό τετράδια και κατεβατά από λογής-λογής χαρτί, γραμμένα όλα πυκνά – πυκνά, με γράψιμο στρωτό και πολύ σφικτό. Αναθυμήθηκα τότες, και πάνω στο χοντρόχαρτο ξαναδιάβασα τη μισοσβησμένη παλιά μου σημείωση με το γαλάζιο μολύβι:

Τα χειρόγραφα του λοχία Αντώνη Κωστούλα.

Τράβηξα έξω όλ΄ αυτά τα χαρτιά κι άφησα το σκέπασμα της στενόμακρης κάσας να ξαναπέσει. ΄Ηταν, αλήθεια, μια αληθινή νεκρόκασα τούτου το μπαουλάκι, κι ήταν ένας φτωχός πεθαμένος αυτά τα κιτρινισμένα πολυκαιρίτικα χαρτιά που ο σπάγγος τα σημάδεψε στις τέσσερεις άκριες. ΄Ενας πεθαμένος που γύρευε να μιλήσει. Τα άπλωσα πάνω στο γραφείο μου και διαβάζοντάς τα με την αράδα έτσι πούταν αριθμημένα, σιγά – σιγά, δίχως να το καταλάβω βρέθηκα χρόνια ολάκερα ξοπίσω. Τα τετράδια τούτα με το φτηνό χαρτί και με τις στριμωχτές μολυβογραμμένες σελίδες τάχα βρει μέσα σ΄ ένα γελιό του Τέταρτου Συντάγματος της Νησιώτικης Μεραρχίας, ύστερ΄ απ΄ τη φριχτή μάχη του υψόμετρου 908. ΄Ημουν υπαξιωματικός ακόμα εκείνο τον καιρό και ξεχωρίζαμε τα δημόσια είδη των ζωντανών, των λαβωμένων και των σκοτωμένων. Τούτα τα τετράδια βρεθήκανε μέσα στο γελιό του Αντώνη Κωστούλα. ΄Ενας εθελοντής λοχίας, διμοιρίτης στην τρίτη διμοιρία του έβδομου λόχου. Τόνε θυμήθηκα τόσο ζωηρά και καθαρά κείνο τον αψηλό μελαχρινό φοιτητή με το μακρουλό πρόσωπο και τα φουντωμένα μαλλιά! ΄Ηταν ένας αληθινός άντρας, φρόνιμος και συσταζούμενος σαν κοπέλα.
Κάηκε κατά λάθος μέσα στα βουλγάρικα χαρακώματα που πατήσαμε, την ώρα που οι εκκαθαριστές, με τα κοντομάχαιρα στη φούχτα και με το συνεργείο των «φλογοβόλων», ξεπαστρεύανε τους τελευταίους οχτρούς, που απόμειναν κρυμμένοι από φόβο για από μπαμπεσιά μέσα στ΄ αμπριά της κυριευμένης γραμμής. Τον έκαψε ένας φραντσέζος, υποδεκανέας στην «ειδικότητα του υγρού πυρός». Αυτό το συνεργείο το κολλήσανε στο Σύνταγμά μας κείνη τη φοβερή και εξαιρετική μέρα, γιατί εμείς οι βαλκάνιοι δεν είχαμε τότες ακόμα στα μηχανικά μας πολεμικά μέσα τέτοιας λογής ευρωπαϊκές «ειδικότητες».
Το λοιπόν, ο φραντσέζος αυτός, την ώρα που λαντουρούσε με το μασούρι της συσκευής του μια γλώσσα τρεχούμενης φωτιάς μέσα σ΄ ένα βουλγάρικο αμπρί, πήρε μια τραβηχτή μαχαιριά στ΄ αποκοίλι από έναν κρυμμένο βούλγαρο. ΄Ωσπου να παραδώσει, σπαρταρώντας σαντ ο ψάρι με τ΄ άντερα έξω (το μηχάνημα της συσκευής του δούλευε), και με τα νύχια γαντζωμένα πα στο σουληνάρι της εκτόξευσης, σκόρπιζε ακόμη το συντριβάνι της φωτιάς όπου λάχαινε.
Κείνη την ώρα έτυχε να πηδήξει μέσα στο χαράκωμα κι ο λοχίας ο Κωστούλας και κάηκε. Τον ήβραμε με το μούτρο φαγωμένο απ΄ τη φωτιά. ΄Ολο το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ήτανε μια μαυροκόκκινη πληγή, που χάραζαν απάνω της μόνο τρία άσπρα σημάδια. Η σειρά τω δοντιώ του, που σφίγγανε σφιχτοκλειδωμένες οι μασέλες, ολότελα γδυτές από κρέας, κι οι βορβοί τω ματιών, που φούσκωναν στρογγυλοί σα δυο ελεφαντένιες τόπες του μπιλιάρδου. Το κάτω δεξί σκυλόδοντο γυάλιζε, σκεπασμένο με χρυσή κορόνα.
Τόνε θάψαμε στο ίδιο μέρος που βρέθηκε, σ΄ ένα λάκκο, αντάμα με το φραντσέζο και με τρεις βουλγάρους. Πολλές μέρες ύστερα, σαν περνούσα από κει κι ένιωθα το χώμα να λαστιχάρει κουφωτό κάτω απ΄ τα προσεχτικά πόδια μου, ένα κρύο φύσημα περνούσε ως μέσα μου. Μα δεν μπορούσε να γίνει αλλιώτικα, γιατ΄ ήτανε των αδυνάτων αδύνατο να τους παραχώσουμε αλλού. Ο οχτρός, βλέπεις, μόλις άφησε στα χέρια μας το οχυρό του, άρχισε, μέρες, να το ζευγαρίζει αδιάκοπα με οβίδες, για να μας μποδίσει να το «οργανώσουμε».
΄Ητανε, μπορεί να πει κανείς, τυχεροί κιόλας όσοι έλαχε να πεθάνουνε μέσα στα χαρακώματα, ή εκεί κοντά στα προπετάσματα ένα γύρω. Γιατί οι άλλοι, που πέσανε στο ξέσκεπο, σάπιζαν άθαφτοι έξω απ΄ τα συρματοπλέγματα, και κάθε λίγο ξέσκιζαν τις κοιλιές τους οι εκρήξεις κι έκαναν τα κουφάρια να πηδούνε πάνω απ΄ το χώμα. Κατόπι ήρθε η βροχή και μέρες τους έδερνε μέσα στα μαύρα στόματα που χάσκανε, και τους χτυπούσε στα στυλωμένα μάτια. Κι οι οβίδες που χιμούσαν με ακατανόητη μανία πάνω σ΄ αυτούς τους φουκαράδες νεκρούς, βουτούσανε σαν γουρούνες στις λάσπες, τους πιτσίλιζαν ελεεινά και τους έκαναν καμιά φορά με τον τρανταγμό ν΄ ανασηκώνουνται, σα να ζωντάνευαν για λίγο, να μετατοπίζουν τα μέλη τους απότομα, να κλωτσάνε και ν΄ ανοίγουν άσκημα τα σκέλια.

Σαν ένα σιχαμερό κοπάδι ποντίκια με τριγυρίζουν πάλι όλες αυτές οι θύμησες, τώρα που κάθουμαι και πασπατεύω με τα δάχτυλα και με τα μάτια τούτα τα καβουριασμένα παλιόχαρτα, που τάχα ξεχάσει ολότελα τόσα χρόνια. Σήμερα, που ξαναπρόβαλαν στα εγκόσμια, είπα ν΄ αποφασίσω να τα τυπώσω. Είναι γραμμένα σαν είδος γράμματα σε μια κοπέλα, που τ΄ όνομά της δε φαίνεται πουθενά. Α ζει κι αν υπάρχει, ας μου συχωρέσει τούτη την αποκοτιά. Μα γω λέω πως ήτανε κιόλας ένα χρέος ετούτο που κάνω. Γιατί μέσα σ΄ αυτά τα χαρτιά θροεί μια ψυχή τυραγνισμένη, που είναι ένα μέρος της Παγκόσμιας Ψυχής. Θαρώ πως τούτα δω τα μιλήματα, που δεν τους στάθηκε τυχερό να φτάσουν ως τη γυναίκα που γι΄ αυτή γραφόνταν, ε, ανήκουν κάπως και σ΄ όλες τις γυναίκες που άγγισε ο πόλεμος, ακόμα και σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα που γιόμισε από τις απορίες του πολέμου, κι απλώνει τα χέρια ζητιανεύοντας την πανανθρώπινη αγάπη.
Κι ύστερα (γιατί να κρύψω τούτη τη δεισιδαιμονία που με κυρίεψε και με τυραγνά!) θαρώ πως βγάζοντας στο φως ετούτα τα χαρτιά, ξαναζωντανεύω το σκοτωμένο παλικάρι, το σέρνω από το χέρι μες από τον ασημάδευτον τάφο του, και του ξαναδίνω τη μιλιά και το φτωχό πνέμα του που έλιωσε μαζί με τα μυαλά. Είναι βαρύ πράμα νάχετε μέσα σας έναν πεθαμένο που γυρεύει να μιλήσει και να του σφαλνάτε με την απαλάμη το στόμα. Γνέφει και κάνει παρακαλεστικά νοήματα προς την καρδιά σας απ΄ το υπερπέραν. Θέλει να εκφραστεί. Ας μου συχωρεθεί τούτο το βιβλίο, γιατί μου είναι μια προσωπική απολύτρωση.

Η Ζωή εν Τάφω (Στρατής Μυριβήλης)

Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Η Ξυπόλητη των Αθηνών

΄Ένα ξεκούραστο και ευχάριστο ταξίδι στην Αθήνα στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, μια διήγηση συμπτωματικών συμπτώσεων με ωραίο τέλος για τις έξι γυναίκες που διαπλέκονται μέσα στις σελίδες του βιβλίου της Φιλομήλας Λαπατά, ένα μυθιστόρημα εύπεπτο, προσιτό σε όλους τους αναγνώστες, με ανάλαφρες ιστορικές πινελιές, που απλώς διαγράφουν το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται το μυθιστόρημα. Το καινούριο βιβλίο της Φιλομήλας Λαπατά μπορεί να μην ικανοποιήσει απόλυτα τον απαιτητικό αναγνώστη, θα του εξασφαλίσει όμως ένα ανέμελο διάλειμμα μέσα στην δίνη της καθημερινότητας.

Αντιγράφουμε από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:


΄Ένα μυθιστόρημα με φόντο την κοσμοπολίτικη Αθήνα της Μπελ Επόκ (1890-1910). Μια ιστορία γεμάτη ιστορίες. Μια θυσία που προκαλεί ένα μεγάλο πείσμα κι ένα μεγάλο έρωτα, ίντριγκες, μίση και πάθη, μικρές ζωές και μεγάλα πεπρωμένα.
Αθήνα, 1902. Η Λάουρα Αλφιέρι, κοντέσα του Μονρεάλε της Σικελίας και απόγονος των Χρυσολωράδων του Βυζαντίου, μια γυναίκα απαράμιλλης ομορφιάς, αναγκάζεται να παντρευτεί τον ταπεινής καταγωγής αλλά ζάπλουτο Φίλιππο Ρώμα. Τον αποκαλεί με θυμό «καρβουνιάρη» και «ανορθόγραφο βάτραχο», μια και ο γάμος γίνεται για να σώσει την οικογένειά της από την οικονομική καταστροφή. ΄Όμως, δίχως να το καταλάβει, ο βάτραχος θα μεταμορφωθεί σταδιακά σε πρίγκιπα μέσα στην καρδιά της.
Η Φιλομήλα Λαπατά μας ξεναγεί στην «πόλη των πόνων» και μας χαρίζει τις ιστορίες ενός πλήθους αξέχαστων ηρώων: από την Κατίγκω Χρυσολωρά και την αδελφή της Μαργιόλα, τον ψυχίατρο και καθηγητή του Πανεπιστημίου της Αθήνας Αριστείδη Μπαλτατζή, τον κόντε Φραγκίσκο Αλφιέρι, τη θεία Κοκόνα Κρυσταλλένια και άλλα πρόσωπα, ανυποψίαστους κληρονόμους μιας μνήμης, στους οποίους η συγγραφέας δίνει ζωή με μια γλώσσα έντονη, γεμάτη ήχους, φωνές και χρώματα.

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Γουσταύος Φλωμπέρ: ΄Εμμα Μποβαρύ

Με τη μαντάμ Μποβαρύ, γνήσιο αριστουργηματικό πρότυπο του σύγχρονου μυθιστορήματος, η πεζογραφία διαχωρίζεται με τρόπο ξεκάθαρο από την ποίηση, παύει να μεταρσιώνει, να μεταπλάθει την πραγματικότητα, παύει να την βλέπει στην προοπτική της έξαρσης, παύει να αναζητά και να ξεθάβει τη βαθύτερη μεγαλοσύνη και δραματικότητά της, παύει να επιδιώκει την ποιητική της υπερύψωση. Η λογοτεχνία προσγειώνεται στο έδαφος της πικρής αλήθειας της καθημερινής ζωής, στην απεικόνιση της άνυδρης πραγματικότητας, τέτοιας που είναι και που καθημερινά βιώνεται γύρω μας και μέσα μας, οριοθετείται στη φωτογράφηση της ανθρώπινης μοίρας, στην περιγραφή της ζωής με την εγγενή της κακουχία, στην παρουσίαση των άτεγκτων νόμων του κόσμου, χωρίς διαφυγές, χωρίς ψηλοπετάγματα, χωρίς λύτρωση. Ο Φλωμπέρ είναι ο απαράμιλλος παρατηρητής του μηδενός, ο ιχνογράφος της απαισιόδοξης όψης του κόσμου, ο βάρδος της διαρκούς αποτυχίας κάθε προσπάθειας που επιχειρεί ο άνθρωπος μέσα στα πλαίσια που του ορίζει ο κόσμος τούτος για να ξεφύγει από τη δυσπραγία του κόσμου τούτου.
Σύμβολο της αποτυχίας αυτής, σύμβολο που το απαθανατίζει με απίστευτη δύναμη το συγγραφικό ταλέντο του Φλωμπέρ, η απλή μορφή μιας κοπέλας του λαού, της ΄Εμμας Μποβαρύ. Η ΄Εμμα Μποβαρύ, μια γυναίκα ευφάνταστη, ευσυγκίνητη, φιλήδονη, ζωντανή και ονειροπαρμένη, βρίσκεται σε αδυναμία να συμβιβάσει τις λαχτάρες και τις επιθυμίες της με την ανούσια, ανάλατη και πεζή πραγματικότητα της ζωής που της έχει ορισθεί να ζήσει. Δε μπορεί να ισορροπήσει με τα πράγματα, να ενσωματωθεί στον κόσμο που την περιβάλλει, κυνηγά τη χίμαιρα της δυστυχίας, το μεγάλο έρωτα, το ιδεώδες, που το υποστασιοποιεί πότε στον ένα και πότε στον άλλον άντρα, σε πρόσωπα που ο ίδιος αυτός κόσμος που αυτή απεχθάνεται τα παράγει και της τα κομίζει και που επενδύει πάνω τους όλους τους κραδασμούς της ψυχής της, όλες της τις προσδοκίες, γαντζώνεται από αυτά, τα κάνει διαδοχικούς άξονες αναφοράς, τα πολιτογραφεί σαν πλάσματα από άλλους κόσμους και τόπους, τους τόπους της ευδαιμονίας. Και, όταν η απογοήτευση έρχεται, η ΄Εμμα Μποβαρύ, απαρνημένη, εγκαταλειμμένη, περιπαιγμένη, αρνιέται να δεχτεί στωικά τη μοίρα της ζωής και φεύγει απ΄ αυτήν, ενώ η θλιβερή και στυφή όψη του αισθητού τη συνοδεύει στη φυγή της με το τραγούδι του αθεράπευτα πληγιασμένου και κακόμορφου ζητιάνου, κι αφού, λίγο πριν, αυτή, η προδομένη από κείνους που είχε αγαπήσει, δίνει απελπισμένη το πιο φλογερό ερωτικό φιλί που έδωσε ποτέ στο μόνο σταθερά και ακλόνητο πιστό εραστή των ανθρώπων, τον Ιησού.
Με τη Μαντάμ Μποβαρύ, ο Φλωμπέρ δεν εγκαινιάζει μόνο μια νέα εποχή του ρεαλισμού, αλλά, ταυτόχρονα, πράγμα παράδοξο γι΄ αυτόν που πιστεύει στο στυλ γραφής σαν αυτοσκοπό και στην τελική έλευση μιας εποχής όπου η ίδια η Τέχνη θ΄ ανήκει στο παρελθόν, αφήνει στις γενιές που ακολουθούν τη μορφή της ΄Εμμας Μποβαρύ, μορφή αιώνια και πάντα αγέραστη, γιατί σφύζει από αλήθεια, απ΄ την αλήθεια της ζήσης αυτής, που είναι πικρή, γιατί, για να θυμηθούμε τη σολωμική ρήση, μόνο «με λογισμό και μ΄ όνειρο» μαζί είμαστε δικασμένοι να τη ζούμε.
(Μπ. Λυκούδης, από την Εισαγωγή του βιβλίου)

Τρίτη 10 Αυγούστου 2010

Ο Πίνακας της Φλάνδρας

Το σκακιστή κρατάει φυλακισμένο
Μια άλλη σκακιέρα – απ΄ τον Ομάρ είναι ειπωμένο –
Γεμάτη νύχτες μαύρες και μέρες λευκές.
Ο Θεός κινεί τον παίκτη κι αυτός το πιόνι.
Μα ποιος Θεός πίσω απ΄ το Θεό το νήμα υφαίνει;
Καμωμένο από σκόνη, ώρες, όνειρα και ορμές;

Χ.Λ.Μπόρχες

Ο Αρτούρο Πέρεθ–Ρεβέρτε γεννήθηκε στην ισπανική πόλη Καρθαγένη το 1951. Τα μυθιστορήματά του γνωρίζουν παγκόσμια επιτυχία και αρκετά έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Είναι μέλος της Ισπανικής Ακαδημίας Γραμμάτων.

Στο βιβλίο του «ο Πίνακας της Φλάνδρας» πρωταγωνιστεί ένας πίνακας ζωγραφικής του 15ου αιώνα με τίτλο «Η σκακιστική παρτίδα» του Φλαμανδού Πίτερ βαν Χάυς. Η Χούλια, συντηρήτρια έργων τέχνης αναλαμβάνει τη συντήρηση του πίνακα και η ακτινολογική του εξέταση αποκαλύπτει μια κρυμμένη επιγραφή εποχής με γοτθικούς χαρακτήρες: «quis necavit equitem?», δηλαδή «Ποιος σκότωσε τον ιππότη;».

Στο έργο απεικονίζονται δύο ευγενείς της εποχής, ο Φερδινάνδος Αλτενχόφεν, δούκας του Οστεμβούργου και ο ιππότης Ροζέ ντε Αρράς να παίζουν σκάκι, ενώ στο βάθος η σύζυγος του δούκα Βεατρίκη της Βουργουνδίας διαβάζει ένα βιβλίο, μπροστά από ένα ανοικτό παράθυρο. Το έργο ολοκληρώνεται με ένα καθρέφτη στα αριστερά, στον οποίο αντικατοπτρίζονται οι γυρισμένες πλάτες των παιχτών και η σκακιέρα. Το μυστήριο της επιγραφής κεντρίζει τη Χούλια, και ύστερα από έρευνες ανακαλύπτει ότι ο Ροζέ ντε Αρράς ποτέ δεν πόζαρε γι’ αυτόν τον πίνακα διότι είχε δολοφονηθεί το 1469, δύο χρόνια πριν από τη δημιουργία του. Η Χούλια δεν σκέφτεται πια την αποκατάσταση του πίνακα αλλά την αποκάλυψη ενός μυστικού. «Κάποιος δολοφόνησε ή έβαλε να δολοφονήσουν τον Ροζέ ντε Αρράς τη μέρα των Θεοφανείων του 1469. Και η ταυτότητα του δολοφόνου είναι κρυμμένη στον πίνακα. Θα μπορούσαμε να ρίξουμε φως σ΄ ένα αίνιγμα που έμεινε κρυμμένο πέντε αιώνες… ΄Ισως είναι η αιτία για την οποία ένα μικρό μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας εξελίχθηκε με τον ένα κι όχι με τον άλλο τρόπο», εξιστορεί η Χούλια στον Θέσαρ, τον εκκεντρικό ομοφυλόφιλο αντικέρ, που αποτελεί γι΄ αυτήν ένα παράξενο συνδυασμό πατέρα, εξομολογητή, φίλου και πνευματικού καθοδηγητή, χωρίς ουσιαστικά να είναι τίποτε από όλα αυτά. Εκείνος πάλι τη συγκρατεί: «Τα πρόσωπα και η σκακιέρα απεικονίζονται δύο φορές μέσα στον πίνακα και η μια τους εκδοχή είναι, κατά κάποιον τρόπο, λιγότερο αληθινή από την άλλη. Αν αποδεχθούμε αυτό το γεγονός, μπαίνουμε στο δωμάτιο του πίνακα κι έτσι τα όρια που χωρίζουν την πραγματικότητα από τη ζωγραφιά παύουν να υπάρχουν… Οι πίνακες και οι καθρέφτες δημιουργούν κόσμους ιδιαίτερα συγκεχυμένους, που μπορούμε μεν να τους κατανοήσουμε αν τους κοιτάξουμε απέξω, αλλά δεν είναι καθόλου άνετοι έτσι και περάσουμε στο εσωτερικό τους».

Στο σημείο αυτό εμφανίζεται ο τρίτος παίχτης. «Λοιπόν, Ουότσον, είπε ο Χολμς. Δεν είναι τελικά παράξενο να διαπιστώνει κανείς ότι μερικές φορές, για να μάθεις το παρελθόν, χρειάζεται να μάθεις πρώτα το μέλλον;» (Ρ. Σμάλλυαν). Είναι ένας αγγελικός άνθρωπος, ο οποίος ισχυρίζεται πως δεν παίζει σκάκι, γιατί η φύση του εμπεριέχει από μόνη της το παιχνίδι: ο Μουνιόθ. Ξεκινάει παίζοντας την παρτίδα που βλέπει να παίζουν οι δύο άντρες στον πίνακα αναδρομικά, από το τέλος προς την αρχή. Το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο Μουνιόθ είναι ποιο από τα μαύρα κομμάτια που βρίσκονται μέσα ή έξω από τη σκακιέρα έφαγε το μαύρο άλογο. Το ταξίδι του ξεκινά από την περιγραφή του πίνακα. «Εδώ έχουμε επίπεδα που το ένα εμπεριέχει το άλλο: ένα πίνακα που περιέχει ένα πάτωμα που μοιάζει με σκακιέρα, και που με τη σειρά του, περιέχει δυο πρόσωπα. Αυτά τα πρόσωπα παίζουν σε μια σκακιέρα που περιέχει κομμάτια… κι επιπλέον όλα αυτά αντικατοπτρίζονται σ΄ αυτόν εκεί το στρογγυλό καθρέφτη στ΄ αριστερά… Αν σας αρέσει να περιπλέκετε τα πράγματα, μπορείτε να προσθέσετε άλλο ένα επίπεδο: το δικό μας, από το σημείο που παρακολουθούμε τη σκηνή ή τις διαδοχικές σκηνές. Κι αν αποφασίσουμε να περιπλέξουμε ακόμη περισσότερο το θέμα, υπάρχει και το επίπεδο από το οποίο ο ζωγράφος φαντάσθηκε εμάς, τους θεατές του έργου του…». Είναι σαφές ότι ο Μουνιόθ βλέπει στον πίνακα πράγματα που οι άλλοι δεν βλέπουν.
Μέσα από την προσπάθειά του να αναπλάσει το παρελθόν, ο Μουνιόθ αναπτύσσει σταδιακά τη θεώρησή του για το παιχνίδι, το οποίο πρόκειται να κρίνει την τύχη του πίνακα:

Το σκάκι αναδεικνύεται σε ένα πεδίο μάχης σε μικρογραφία, όπου εκτυλίσσεται το μυστήριο της ίδιας της ζωής, της επιτυχίας και της αποτυχίας, των σκοτεινών και τρομερών δυνάμεων που κυβερνούν τη μοίρα των ανθρώπων… Πολλές φορές η μάχη που διεξάγεται πάνω σε μια σκακιέρα δεν είναι ανάμεσα σε δυο σκακιστικές σχολές, αλλά ανάμεσα σε δυο φιλοσοφίες. Ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους αντίληψης του κόσμου. «Τα λευκά και τα μαύρα πιόνια έμοιαζαν να συμβολίζουν το μανιχαϊστικό διαχωρισμό ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως, στο καλό και στο κακό, μέσα στο ίδιο το μυαλό του ανθρώπου». (Γκ. Κασπάροφ). Αν και μερικοί βλέπουν το σκάκι ως μια μάχη που πρέπει να κερδίσουν, ο Μουνιόθ, το βλέπει σαν ένα χώρο φαντασίας και ειδικών συνδυασμών, όπου η νίκη και η ήττα είναι λέξεις χωρίς νόημα ή σαν μια μορφή θεραπείας. «Το σκάκι ως παιχνίδι είναι στην πραγματικότητα ένα υποκατάστατο του πολέμου. ΄Όμως είναι και κάτι ακόμα. Ο σκοπός είναι να κάνεις σαχ στο βασιλιά, να σκοτώσεις τον πατέρα. Πέρα από την τέχνη του πολέμου, το σκάκι έχει μεγαλύτερη σχέση με την τέχνη της δολοφονίας… Το όνειρο κάθε αγοριού που παίζει σκάκι είναι να νικήσει τον πατέρα του σε μια παρτίδα. Να σκοτώσει το βασιλιά… Επιπλέον, το σκάκι μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε σύντομα πως αυτός ο πατέρας, αυτός ο βασιλιάς, είναι το πιο ευάλωτο κομμάτι της σκακιέρας. Βρίσκεται υπό συνεχή απειλή, χρειάζεται προστασία, ροκέ. Κινείται αργά, ένα μόνο τετράγωνο τη φορά… Η βασίλισσα είναι η μητέρα, η γυναίκα. Σε κάθε επίθεση στο βασιλιά, αυτή προσφέρει την πιο αποτελεσματική άμυνα, έχει τα καλύτερα μέσα. Και δίπλα στους δύο, στο βασιλιά και στη ντάμα, είναι ο αξιωματικός, που στα αγγλικά λέγεται bishop, δηλαδή επίσκοπος: είναι αυτός που ευλογεί την ένωση και τους βοηθάει στη μάχη. Να μην ξεχνάμε όμως και το αραβικό faras, το άλογο που διασχίζει τις εχθρικές γραμμές και που στα αγγλικά λέγεται knight: ιππότης δηλαδή. Στην πραγματικότητα το πρόβλημα τέθηκε πολύ πριν ο Βαν Χάυς ζωγραφίσει τη Σκακιστική Παρτίδα. Οι άνθρωποι προσπαθούν να το διαλευκάνουν εδώ και χίλια τετρακόσια χρόνια. Είναι φορές που αναρωτιέμαι αν το σκάκι είναι κάτι που το εφηύρε ο άνθρωπος ή κάτι που απλά το ανακάλυψε. Κάτι που υπήρχε πάντα εδώ από καταβολής κόσμου. ΄Όπως οι πρώτοι αριθμοί».

Το ενδιαφέρον του αναγνώστη δοκιμάζεται από τους πλατιασμούς, τις περιττές επαναλήψεις και τις ψυχογραφικές περιγραφές των χαρακτήρων, στερεότυπες και πληκτικές, ενώ η αποκάλυψη του δολοφόνου και στα δύο επίπεδα, του πίνακα και της πραγματικότητας, είναι αναμενόμενη και η λύση αφήνει μια αίσθηση ανικανοποίητου, καθώς η ομολογία του δράστη ή των δραστών με την μελοδραματική της χροιά και την ανεπάρκεια στην πειστικότητα απογοητεύει τη φαντασία.

«Μέσα στην έξαψη του χρόνου που μεσολάβησε, είδα κάτι με αβάσταχτη κατάπληξη; Όλο τον τρόμο που κρύβουν τα αβυσσαλέα βάθη του σκακιού» (Β. Ναμπόκοφ)

ΑΥΤΟ-ΑΠΟΡΡΙΨΗ

Βρισκόμουν εκεί από την πρώτη στιγμή,
Στην αδρεναλίνη
Που κυκλοφορούσε στις φλέβες των γονιών σου
Όταν έκαναν έρωτα για να σε συλλάβουν,
Και μετά στο υγρό
Που η μητέρα σου έστελνε στη μικρή καρδιά σου
Όταν ακόμα ήσουν απλώς ένα παράσιτο.

΄Εφτασα σ΄ εσένα προτού μπορέσεις να μιλήσεις,
Προτού ακόμα μπορέσεις να καταλάβεις κάτι
Απ΄ αυτά που σου έλεγαν οι άλλοι.
Βρισκόμουν εκεί όταν, αδέξια,
Προσπαθούσες να κάνεις τα πρώτα σου βήματα
Εμπρός στο πειραχτικό και γελαστό βλέμμα όλων.
΄Όταν ήσουν απροστάτευτος και εκτεθειμένος,
Όταν ήσουν ευάλωτος κι είχες ανάγκη.

Μ΄ έφερε στη ζωή σου
Το χέρι της μαγικής σκέψης,
Με συνόδευαν …
Οι προλήψεις και τα ξόρκια,
Τα φετίχ και τα φυλαχτά…
Οι καλοί τρόποι, οι συνήθειες και η παράδοση …
Οι δάσκαλοί σου, τα αδέρφια σου και οι φίλοι σου …

Προτού μάθεις πως υπήρχα
Διαίρεσα στην ψυχή σου σ΄ έναν κόσμο φωτός κι έναν κόσμο σκότους.
΄Έναν κόσμο για το καλό κι έναν για τα υπόλοιπα.

Εγώ σου έφερα τα συναισθήματα της ντροπής,
Σου έδειξα όλα τα μειονεκτήματά σου,
Τις ασχήμιές σου,
Τις ανοησίες σου,
Τα δυσάρεστα όλα.
Εγώ σου κρέμασα την ταμπέλα «διαφορετικός»
Όταν σου είπα για πρώτη φορά στο αυτί
Ότι κάτι δεν πήγαινε εντελώς καλά σ΄ εσένα.

Υπάρχω πριν από τη συνείδηση,
Πριν από την ενοχή,
Πριν από την ηθική,
Πριν από τις αρχές του χρόνου,
Πριν ακόμα ο Αδάμ ντραπεί για το κορμί του
Όταν αντιλήφθηκε ότι ήταν γυμνός …
Και το κάλυψε!

Είμαι ο απρόσκλητος μουσαφίρης,
Ο ανεπιθύμητος επισκέπτης,
Και ωστόσο,
Είμαι πρώτος που ήλθα και τελευταίος που θα φύγω
΄Εγινα ισχυρός με τον καιρό
Ακούγοντας τις συμβουλές των γονιών σου
Για το πώς θα θριαμβεύσεις στη ζωή.

Παρατηρώντας τις αντιλήψεις της θρησκείας σου,
Που σου λέει τι να κάνεις και τι να μην κάνεις,
Για να σε δεχτεί ο Θεός στις αγκάλες του.
Υποφέροντας απάνθρωπα αστεία
Των συντρόφων σου στο σχολείο
Όταν γελούσαν με τις δυσκολίες σου.
Υπομένοντας τις ταπεινώσεις από τους ανωτέρους σου.
Παρατηρώντας την άχαρη μορφή σου στον καθρέφτη
Και συγκρίνοντάς την μετά με την εικόνα των «διασήμων»
Που βγαίνουν στην τηλεόραση.

Και τώρα, επιτέλους,
Έτσι όπως είμαι δυνατός,
Και για τον απλό λόγο
Ότι είμαι γυναίκα,
Ότι είμαι νέγρος,
Ότι είμαι Εβραίος,
Ότι είμαι ομοφυλόφιλος,
Ότι είμαι ανατολίτης,
Ότι είμαι ανάπηρος,
Ότι είμαι ψηλός, κοντός ή χοντρός…
Μπορώ να σε μεταμορφώσω
Σ΄ ένα σωρό σκουπίδια,
Σε παλιοσίδερα,
Σε αποδιοπομπαίο τράγο,
Στον παγκόσμιο υπεύθυνο,
Σ΄ έναν καταραμένο μπάσταρδο
Μιας χρήσης.

Γενεές και γενεές ανδρών και γυναικών
Με υποστηρίζουν.
Δεν μπορείς να ξεφύγεις από μένα.

Η θλίψη που προξενώ είναι τόσο ανυπόφορη που
Για να με αντέξεις,
Πρέπει να με μεταδώσεις στα παιδιά σου,
Ώστε να με περάσουν στα δικά τους παιδιά,
Στους αιώνες των αιώνων.

Για να βοηθήσω εσένα και τους απογόνους σου
Θα μεταμφιεστώ σε τελειομανία,
Σε υψηλά ιδανικά,
Σε αυτοκριτική,
Σε πατριωτισμό,
Σε ηθικές αξίες,
Σε καλές συνήθειες,
Σε αυτοέλεγχο.

Η θλίψη που σου προξενώ είναι τόσο έντονη
Που θα θελήσεις να με αρνηθείς
Και, γι΄ αυτό,
Θα προσπαθήσεις να με κρύψεις πίσω από τα πρόσωπά σου,
Πίσω από τα ναρκωτικά,
Πίσω από τη μάχη σου για το χρήμα,
Πίσω από τις νευρώσεις σου,
Πίσω από την απρόσωπη σεξουαλικότητά σου.
Δεν έχει σημασία τί κάνεις, όμως,
Δεν έχει σημασία πού πηγαίνεις.
Εγώ θα είμαι πάντα εκεί,
Πάντοτε παρών.
Γιατί ταξιδεύω μαζί σου
Μέρα και νύχτα,
Ακούραστα,
Δίχως όρια.

Εγώ είμαι η βασική αιτία της εξάρτησης,
Της κτητικότητας,
Της πίεσης,
Της ανηθικότητας,
Του φόβου,
Της βίας,
Του εγκλήματος,
Της τρέλας.

Εγώ σου δίδαξα το φόβο της απόρριψης
Κι εγώ περιόρισα την ύπαρξή σου σ΄ αυτό το φόβο.
Από μένα εξαρτάται το αν θα εξακολουθήσεις να είσαι
Αυτό το άτομο που το γυρεύουν, το λατρεύουν,
Το χειροκροτούν, ο ευγενικός και ο ευχάριστος
Που είσαι σήμερα για τους άλλους.
Από εμένα εξαρτάσαι,
Γιατί εγώ είμαι το μπαούλο όπου έχεις κρύψει
Εκείνα τα πιο δυσάρεστα πράγματα,
Τα πιο γελοία,
Τα λιγότερο επιθυμητά κι από σένα τον ίδιο.

Χάρη σ΄ εμένα
Έμαθες να συμβιβάζεσαι
Με αυτά που σου δίνει η ζωή,
Γιατί, τελικά,
Οτιδήποτε κι αν ζήσεις θα είναι πάντοτε παραπάνω
Απ΄ αυτό που νομίζεις ότι αξίζεις.

Το μάντεψες, έτσι δεν είναι;
Είμαι το συναίσθημα της απόρριψης που νιώθεις για τον ίδιό σου τον εαυτό.

΄Όλα άρχισαν εκείνη τη γκρίζα μέρα
Που αφέθηκες να πεις περήφανος:
«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ!»
Και , ντροπιασμένος και φοβισμένος,
Κατέβασες το κεφάλι
Κι άλλαξες τα λόγια και τις πράξεις σου
Με ένα συλλογισμό:
«ΕΓΩ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΗΜΟΥΝ…»

Για κάποιο λόγο ένιωθα ότι η ζωή μου άρχιζε εκείνο το απόγευμα…

(ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ" ΤΟΥ ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ)

Να σου πω μια ιστορία, λέει ο Χόρχε Μπουκάι

Αυτές οι ιστορίες γράφτηκαν
Για να δείξουν ένα δρόμο.
Να βρεθεί το διαμάντι που κρύβεται μέσα τους,
Είναι δουλειά του καθενός από μας.


Ο Ντεμιάν είναι ένας ανήσυχος νεαρός φοιτητής που, έχοντας δυσκολίες στις σχέσεις του με τον κόσμο, προσπαθεί να ανακαλύψει τον εαυτό του. Οι αναζητήσεις του τον κατευθύνουν στον «Χοντρό», έναν πολύ ιδιόρρυθμο ψυχαναλυτή που τον βοηθά να αντιμετωπίσει τη ζωή και να βρει απαντήσεις στα ερωτήματά του με ένα τρόπο πολύ πρωτότυπο: σε κάθε συνάντηση του διηγείται από μία ιστορία, κλασική ή μοντέρνα, «ανατολίτικη» ή «δυτικότροπη», που πηγάζει από τη λαϊκή προφορική παράδοση ή απευθείας από τη φαντασία του «Χοντρού». «΄Ενας μύθος, ένα παραμύθι ή ένα ανέκδοτο», πιστεύει ο «Χοντρός», «μπορεί να αποτυπωθεί στη μνήμη εκατό φορές πιο ανεξίτηλα από χίλιες θεωρητικές εξηγήσεις, ψυχαναλυτικές ερμηνείες ή επιχειρήματα». Ορισμένες από τις διηγήσεις αυτές, όπως αναφέρει στον επίλογό του ο συγγραφέας, του χρησιμεύουν για να φωτίζει τα σκοτεινά σημεία του δρόμου του. Άλλες πάλι τον έφεραν κοντά σε άτομα τα οποία θαύμασε και θαυμάζει για την σοφία τους. Κι άλλες απλά του αρέσουν, τις απολαμβάνει και τις αγαπά όλο και περισσότερο. Οι ιστορίες αρχίζουν να λειτουργούν ως παραβολές, και ο Ντεμιάν κατασιγάζει τις αγωνίες και τις ανασφάλειές του, ωριμάζοντας μάλλον, παρά βρίσκοντας «έτοιμες λύσεις» και «συνταγές ευτυχίας»…

Θα σταθούμε σε κάποια από τα θέματα που θίγουν οι ιστορίες του Χόρχε

Η μετουσίωση της οργής σε δράση (τούβλο μπούμερανγκ),

Η πραγματική αξία του κάθε ανθρώπου ( η αληθινή αξία του δακτυλιδιού),

Η επιγραφή στο δακτυλίδι «κι αυτό θα περάσει»,

Η άρνηση στην ηττοπάθεια (τα βατραχάκια στο αφρόγαλα),

Η απαίτηση για λίγη ικανοποίηση μέσα από την υποχρέωση(ο θυρωρός του πορνείου),

Η διαπίστωση ότι δεν υπάρχει τίποτε πολύτιμο που να μπορεί να αποκτηθεί με καταναγκασμό (δυο νούμερα μικρότερα),

΄Οτι όταν η συμπεριφορά σου είναι ποταπή, μικροπρεπής και χυδαία, έχεις την ευκαιρία να σκεφτείς τι σου συμβαίνει, κάπου έχεις πάρει λάθος δρόμο,

η κατοχή και η εξάρτηση από κάτι,

η μιζέρια στην κοινωνία μας, όταν δηλαδή νιώθουμε σπουδαίοι και δεν αφήνουμε χώρο για τους άλλους, όταν πιστεύουμε ότι αξίζουμε πολλά και δεν μπορούμε να δούμε πέρα από τη μύτη μας, όταν φανταζόμαστε ότι είμαστε υπέροχοι και δεν δεχόμαστε σε καμιά περίπτωση να μείνει απραγματοποίητη η επιθυμία μας, τότε πολύ συχνά η ματαιοδοξία, η μικροψυχία, η ηλιθιότητα και η ποταπότητα μας κάνουν μίζερους (διαγωνισμός τραγουδιού),

η ανακάλυψη ότι η ψυχοθεραπεία δεν ήταν παρά το εργαλείο για να σκάψεις στο σωστό σημείο και να βρεις τον κρυμμένο θησαυρό (ο θαμμένος θησαυρός),

η συνειδητοποίηση ότι η γνώση του ποιος είμαι και ότι είμαι μοναδικός, διαφορετικός και ξεχωριστός από τον κόσμο έξω από τα όρια του σαρκίου μου, δεν σημαίνει ότι πρέπει να ζω απομονωμένος ούτε απελπισμένος ούτε καν να είμαι αυτάρκης (μόνοι και με συντροφιά),

πόση σημασία έχει να μην αφήνεις πράγματα μισοτελειωμένα και πόσο επικίνδυνο είναι να απασχολείς το μυαλό σου με άλυτα ζητήματα (το πέρασμα του ποταμού),

η αποκάλυψη ότι ένας θεωρητικά υψηλός σκοπός μπορεί να αποτελέσει κίνητρο για την απογείωση, όπως επίσης μπορεί να χρησιμεύσει και ως δικαιολογία για όσους σέρνονται (αναζητώντας το Βούδα),

το μόνο λάθος που κάνω, σχεδόν πάντα είναι να πιστεύω ότι η θέση που βρίσκομαι είναι η καλύτερη για να διακρίνω την αλήθεια, διότι ο κουφός, πάντα νομίζει ότι όσοι χορεύουν είναι κουφοί (η κότα και τα παπάκια),

Μπορείς να διαλέξεις ό,τι θέλεις, όμως δε γίνεσαι ανεξάρτητος σε ό,τι σε βολεύει και σε διευκολύνει και να μην είσαι όταν σου κοστίζει. Οι απόψεις σου, η ελευθερία σου, η ανεξαρτησία σου, το αίσθημα ευθύνης πάνε μαζί στην πορεία της ανάπτυξης σου. Εσύ αποφασίζεις αν θα ενηλικιωθείς ή θα παραμείνεις παιδί (η γκαστρωμένη χύτρα),

Η πραγματικότητα είναι ίδια. Ωστόσο ο άνθρωπος μπορεί να ερμηνεύσει μια κατάσταση με τον ένα τρόπο ή με τον ακριβώς αντίθετο. Πρόσεχε τι αντιλαμβάνεσαι! Αν ό,τι βλέπεις ταιριάζει «γάντι» με την πραγματικότητα που περισσότερο σε βολεύει … τότε μην πιστεύεις στα μάτια σου (το βλέμμα του έρωτα),

ο πλάτανος και τα βλαστάρια του,

η παραδοχή ότι το ενενήντα εννιά είναι το εκατό τοις εκατό του θησαυρού δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείπεις τους στόχους σου, δε σημαίνει ότι πρέπει να συμβιβάζεσαι με οτιδήποτε (ο κύκλος του ενενήντα εννιά),

η διαφορά ανάμεσα στον συμβιβασμό και την αποδοχή (πάλι τα χρήματα),

ο δρόμος του Διογένη, ο δρόμος του αυτοσεβασμού που λέει να υπερασπιζόμαστε την αξιοπρέπειά μας πάνω από τις ανάγκες μας για επιβεβαίωση,

το πιο σημαντικό είναι να ξέρω τι πράγματα κρύβω μέσα μου και γιατί τα κρύβω (οι δέκα εντολές),

η διαφορά ανάμεσα στο να μη λες την αλήθεια και να λες ψέματα , που σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να ψεύδεται όταν λέει την αλήθεια και η πιθανότητα να είναι κάποιος ειλικρινής λέγοντας ψεύδη(ο ανιχνευτής της αλήθειας),

η ειλικρίνεια και η ευθύτητα,
το ψέμα και η αποκάλυψή του, μερικές φορές η ζωή αποδίδει δικαιοσύνη και η απάτη στρέφεται εναντίον αυτού του ίδιου του απατεώνα (ο δίκαιος δικαστής),

το μαγαζί της αλήθειας, όπου μπορεί κανείς να αγοράσει την απόλυτη αλήθεια με αντίτιμο ότι ποτέ πια δεν θα έχει την ησυχία του,

η επίγνωση ότι θα καταφέρουμε στη ζωή μας, έστω κι αν τη φανταστούμε πολύχρονη, να απολαύσουμε την πλήρη ολοκλήρωση. Να απολαύσουμε την απόλυτη έλλειψη κάθε προσδοκίας, να απολαύσουμε την διανοητική πράξη της απόλυτης αποδοχής των γεγονότων (ο καλλιεργητής χουρμάδων).

Οι σχέσεις μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου εξελίσσονται σταδιακά μέσα από καβγάδες, διαφωνίες, συμπάθεια, αντιπάθεια, θυμό και αποδοχή, καθώς το μοναδικό όριο είναι να υπάρχει άνεση και στους δυο, να είναι επωφελής η διαδικασία σύμφωνα με το θεραπευτικό μοντέλο του θεραπευτή και φυσικά η ίδια η εξέλιξη του θεραπευόμενου. Οι δύο ήρωες αφήνονται ελεύθερα να εκφραστούν, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο δύο μοναδικές λογοτεχνικές μορφές με σάρκα και οστά, προσφιλείς και οικείες στον αναγνώστη. Με λίγη προσπάθεια ίσως καταφέρει ο καθένας μας να εντοπίσει τον εαυτό του μέσα στο νεαρό Ντέμιαν και να χρησιμοποιήσει τις διηγήσεις αυτές για να μάθει να ζει. Ο διάλογος και η ανταλλαγή εμπειριών και απόψεων, διανθισμένος με εξαιρετικές αφηγήσεις ιστοριών, τοποθετούν το «Να σου πω μια ιστορία» στην κατηγορία των λογοτεχνικών βιβλίων, άσχετα αν, παγκοσμίως, τοποθετείται κάτω από την ετικέτα «Βιβλία αυτογνωσίας και αυτοβοήθειας».

Αυτές οι ιστορίες που μόλις διάβασες
Είναι μόνο ορισμένες πέτρες.
Πράσινες πέτρες,
Κίτρινες πέτρες,
Κόκκινες πέτρες.
Αυτές οι ιστορίες γράφηκαν μόνο
Για να σημαδέψουν ένα σημείο ή ένα δρόμο.
Η δουλειά της ανασκαφής
Μέσα σε κάθε ιστορία,
Για να βρεθεί το διαμάντι που κρύβεται …
…είναι υπόθεση του καθενός.

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Η ΘΛΙΨΗ ΚΑΙ Η ΟΡΓΗ

Για την ΄Αννα Μαρία Μπόβο


Σ΄ ένα μαγεμένο βασίλειο όπου οι άνθρωποι δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν, ή ίσως όπου οι άνθρωποι μεταφέρονται αδιάκοπα χωρίς να το καταλαβαίνουν …
Σ΄ ένα βασίλειο μαγεμένο όπου τα αφηρημένα πράγματα γίνονται χειροπιαστά …
΄Ηταν μια φορά κι έναν καιρό …
Μια πανέμορφη λίμνη
΄Ηταν μια λίμνη με νερά κρυστάλλινα και καθαρά όπου κολυμπούσαν ψάρια όλων των χρωμάτων, κι όπου όλες οι αποχρώσεις του πράσινου λαμπύριζαν διαρκώς…
Ως εκείνη τη μαγική και διάφανη λίμνη έφτασαν η θλίψη και η οργή για να κάνουν μπάνιο παρέα.
Κι οι δυο έβγαλαν τα ρούχα τους και, γυμνές, μπήκαν στη λίμνη.
Η οργή, που βιαζόταν (όπως συμβαίνει πάντα στην οργή χωρίς να ξέρει γιατί), έκανε μπάνιο στα γρήγορα, κι ακόμα πιο γρήγορα βγήκε από το νερό …
Αλλά η οργή είναι τυφλή – ή, τέλος πάντων, δεν βλέπει ξεκάθαρα την πραγματικότητα. ΄Ετσι, γυμνή και καθαρή, φόρεσε βγαίνοντας από το νερό, το πρώτο ρούχο που βρήκε…
Και συνέβη εκείνο το ρούχο να μην είναι το δικό της αλλά της θλίψης…
Κι έτσι, ντυμένη θλίψη, η οργή έφυγε.
Πολύ ήρεμη, πολύ γαλήνια, διατεθειμένη όπως πάντα να παραμείνει σε όποιο μέρος βρίσκεται, η θλίψη τελείωσε το μπάνιο της και – χωρίς καμιά βιασύνη – ή, καλύτερα, χωρίς συναίσθηση του χρόνου που περνάει, τεμπέλικα και αργά, βγήκε από τη λίμνη.
Στην αρχή συνειδητοποίησε ότι τα ρούχα της δεν ήταν πια εκεί.
΄Όπως όλοι ξέρουμε, αν υπάρχει κάτι που δεν αρέσει καθόλου στη θλίψη, είναι να μένει γυμνή. ΄Ετσι φόρεσε το μοναδικό ρούχο που υπήρχε δίπλα στη λίμνη: το φόρεμα της οργής.
Λένε ότι από τότε, πολλές φορές συναντάμε την οργή τυφλή, σκληρή, τρομερή, θυμωμένη. Αλλά αν σταματήσουμε για λίγο και κοιτάξουμε καλύτερη, καταλαβαίνουμε ότι αυτή η οργή που βλέπουμε είναι μόνο μια μεταμφίεση, κι ότι πίσω από την όψη της οργής, στην πραγματικότητα, κρύβεται η θλίψη.


Από το βιβλίο «Ιστορίες να Σκεφτείς» του Χόρχε Μπουκάι