Σ’ έναν από τους τοίχους του δωματίου μου κρέμεται ένα ωραίο παλιό ρολόι που δεν δουλεύει πια. Οι δείκτες του, σταματημένοι, δείχνουν πάντοτε την ίδια ώρα: εφτά ακριβώς.
Σχεδόν πάντα, το ρολόι είναι μόνο ένα άχρηστο διακοσμητικό πάνω σ’ έναν ασπριδερό και άδειο τοίχο. Ωστόσο, υπάρχουν δύο στιγμές στην διάρκεια της ημέρας, δύο φευγαλέες στιγμές, που το παλιό ρολόι μοιάζει να ανασταίνεται από τις στάχτες του σαν τον φοίνικα.
Όταν όλα τα ρολόγια της πόλης μέσα στην τρελή τους πορεία δείχνουν εφτά, όταν όλοι οι κούκοι και τα μηχανικά γκονγκ σημαίνουν εφτά φορές, το παλιό ρολόι της κάμαρας μου δείχνει να παίρνει ζωή. Δύο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το βράδυ, το ρολόι μου νοιώθει σε απόλυτη αρμονία με το υπόλοιπο σύμπαν.
Αν κάποιος κοίταζε το ρολόι εκείνες τις δύο στιγμές θα έλεγε ότι λειτουργεί στην εντέλεια. Μόλις, όμως, περάσει εκείνη η στιγμή, όταν όλα τα ρολόγια πάψουν να σημαίνουν και οι δείκτες τους συνεχίσουν τον μονότονο δρόμο τους, το παλιό μου ρολόι χάνει τον βηματισμό του και παραμένει πιστό σ’ εκείνη την ώρα που κάποτε σταμάτησε.
Εγώ αγαπώ αυτό το ρολόι. Κι όσο περισσότερο μιλώ γι’ αυτό, τόσο περισσότερο το αγαπώ. Γιατί νοιώθω ότι ολοένα και περισσότερο του μοιάζω.
Είμαι κι εγώ σταματημένος σε μια στιγμή.Κι εγώ νιώθω καρφωμένος και ακίνητος. Κι εγώ είμαι, κατά κάποιον τρόπο, ένα άχρηστο διακοσμητικό σ’ έναν άδειο τοίχο.
Όμως, επίσης, απολαμβάνω τις φευγαλέες στιγμές κατά τις οποίες, μυστηριωδώς, έρχεται η ώρα μου.
Εκείνη την ώρα νοιώθω ζωντανός. Όλα είναι ξεκάθαρα και ο κόσμος γίνεται υπέροχος. Μπορώ να δημιουργήσω , να ονειρευτώ, να πετάξω, να πω και να αισθανθώ περισσότερα πράγματα εκείνες τις στιγμές απ’ όσο όλο τον υπόλοιπο καιρό. Αυτές οι αρμονικές συγκυρίες επαναλαμβάνονται συχνά, σαν μια αναπόφευκτη αλληλουχία.
Την πρώτη φορά που το ένοιωσα προσπάθησα να γαντζωθώ σ’ εκείνη την στιγμή, νομίζοντας ότι θα μπορούσα να την κάνω να διαρκέσει για πάντα. Δεν έγινε έτσι όμως. Όπως στον φίλο μου, το ρολόι, έτσι κι εμένα μου ξεφεύγει ο χρόνος των άλλων.
...Όταν περάσουν οι στιγμές αυτές, τα υπόλοιπα ρολόγια, που φωλιάζουν σε άλλους ανθρώπους, συνεχίζουν την πορεία τους, κι εγώ επιστρέφω στο ρουτινιάρικο στατικό μου θάνατο, στη δουλειά μου, στις συζητήσεις του καφενείου, στην ανία μου, που συνηθίζω ν΄ αποκαλώ ζωή.
Ξέρω, όμως, ότι η ζωή είναι άλλο πράγμα.
Ξέρω ότι η ζωή, η αληθινή, είναι το άθροισμα εκείνων των στιγμών που, μολονότι φευγαλέες, μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε το συντονισμό μας με το σύμπαν.
Σχεδόν όλος ο κόσμος νομίζει- ο δυστυχής- ότι ζει.
Υπάρχουν μονάχα στιγμές πληρότητας, και εκείνοι που δεν το ξέρουν κι επιμένουν να θέλουν να ζουν διαρκώς, θα μείνουν καταδικασμένοι στον γκρίζο και επαναληπτικό βηματισμό της καθημερινότητας.
Γι’ αυτό σ’ αγαπώ , παλιό μου ρολόι. Γιατί εσύ κι εγώ είμαστε το ίδιο.
Βασισμένο σ' ένα διήγημα του Τζιοβάνι Παπίνι (1881-1956) από το βιβλίο "Να σου πω μια ιστορία" του Χόρχε Μπουκάι.
Κυριακή 25 Ιουλίου 2010
Σάββατο 24 Ιουλίου 2010
Deepak Chopra : Η επιστροφή του Μέρλιν
Μέρλιν – ένα όνομα που ζωντανεύει εικόνες μυστηρίου, μαγείας, περιπέτειας, θαυμάτων και γοητείας. Ο μάγος αυτός είναι το κεντρικό πρόσωπο ενός από τους γνωστούς μύθους του Μεσαίωνα, της ιστορίας του βασιλιά Αρθούρου και του Κάμελοτ. Στις πρώτες εκδοχές του μύθου, ο Μέρλιν κατέχει όλες τις γνώσεις. Είναι πανίσχυρος, ζει αιώνια και ξέρει το μέλλον. Η επιστροφή του Μέρλιν του Ντίπακ Τσίπρα προσπαθεί να ξυπνήσει το μάγο που ζει μέσα σε όλους μας, ώστε να ξαναφτάσουμε στο χώρο της καθαρής γνώσης και να κάνουμε πραγματικότητα έναν ονειρικό κόσμο που βρίσκεται μέσα στην αγνότητα της καρδιάς μας.
Αυτό που η κοινωνία θεωρεί σήμερα πραγματικότητα είναι η ύπνωση των κοινωνικών συνθηκών, μια επαγωγική φαντασίωση στην οποία μετέχουμε όλοι συλλογικά. Είναι το μελόδραμα μιας ανιαρής ύπαρξης, γεμάτης με κοινότυπες έμμονες ιδέες και ασήμαντες επιδιώξεις όπου το μόνο που γεννιέται, μεγαλώνει και πεθαίνει, είναι η μοίρα μας.
Αν μπορέσουμε να το αντιληφθούμε αυτό, τα κλειδιά για το θαύμα της ζωής βρίσκονται πλέον μέσα στη συνείδησή μας.
Η ζωή επιφυλάσσει θαύματα μόνο αν αρχίσουμε να τη βλέπουμε σα θαυματουργή δύναμη. ΄Αλλωστε η ίδια η ζωή είναι ένα θαύμα. Είμαστε εδώ αυτή τη στιγμή – κι αυτό είναι θαύμα.
Ο πύργος του μάγου είναι ένας ιερός τόπος μέσα μας, όπου υπάρχουν θεοί και θεές σε εμβρυακή κατάσταση. Μοναδική επιθυμία τους είναι να γεννηθούν και να πάρουν μορφή.
Η εσωτερική ευφυΐα του ανθρώπινου σώματος/μυαλού είναι η ανώτατη και απόλυτη διάνοια, η οποία αντικατοπτρίζει τη σοφία του σύμπαντος. Μέσα της υπάρχει η δύναμη του μετασχηματισμού, που ανοίγει νέες πραγματικότητες και νέους κόσμους.
Στην απέραντη έκταση της συνείδησης του μάγου πηγαινοέρχονται αμέτρητοι κόσμοι. Μοιάζουν με μόρια σκόνης που στροβιλίζονται στη λάμψη μιας ακτίνας φωτός. Ο Γουίλιαμ Μπλέηκ λέει:
΄Όταν βλέπουμε τον κόσμο σε έναν κόκκο άμμου
Και τον ουρανό σε ένα αγριολούλουδο,
Όταν κρατάμε το άπειρο στην παλάμη του χεριού μας
Και όλη την αιωνιότητα σε μια στιγμή
Είμαστε πια έτοιμοι να πιστέψουμε ένα ψέμα
Αφού βλέπουμε με τα μάτια και όχι μέσα από τα μάτια
Αυτό που γεννήθηκε και χάθηκε την ίδια νύχτα
Όταν η ψυχή κοιμόταν σε μια αχτίνα φωτός.
Καθώς θα διαβάζετε το βιβλίο του Τσόπρα Η επιστροφή του Μέρλιν ελπίζω να αντιληφθείτε το χαρακτήρα του ΄Αρθουρ και της Λαίδης Γκουίνεβιρ, του Μέλχιορ και του Μέρλιν, του Μόρτρεντ και όλων των άλλων, τους διαφορετικούς ρόλους που παίζουμε καθώς η ψυχή μας κοιμάται σε ακτίνες φωτός. Το πεπρωμένο μας είναι να παίζουμε άπειρους ρόλους. Φοράμε κοινωνικές μάσκες στο δράμα της ζωής και μέσα από αυτή τη θυσία, τόσο του εαυτού μας για χάρη της εμφάνισης όσο και του πνεύματος για χάρη του εγώ, βλέπουμε να γεννιέται ο χρόνος.
Αυτό ακριβώς είναι το μυστικό του μάγου: το πνεύμα δε σκιάζεται ποτέ από τους τύπους ή τα φαινόμενα. Ο μάγος ξέρει ότι, για να είναι πραγματικά ζωντανός, πρέπει να πεθαίνει κάθε στιγμή στο παρελθόν. Αν επικεντρώσετε σ΄ αυτό την προσοχή σας και δείτε την πληρότητά του κάθε στιγμή, τότε θα ανακαλύψετε το θείο χορό σε κάθε δεντρόφυλλο, σε κάθε πέταλο λουλουδιού, σε κάθε φυλλαράκι χλόης, σε κάθε σταγόνα της βροχής, σε κάθε ρυάκι που κυλάει, σε κάθε ανάσα που παίρνουν όλα τα πλάσματα της γης.
Ο μάγος ξέρει ότι πέρα από το βάρος της μνήμης και της κρίσης υπάρχει ο ωκεανός της παγκόσμιας συνείδησης. Εμείς είμαστε απλοί κυματισμοί αυτού του ωκεανού και έχουμε πρόσβαση σε όλο το πλάτος της απέραντης γνώσης της.
Η Πηγή με τον Κύλικα, το Ξίφος, το Δισκοπότηρο και η Πέτρα είναι τα εργαλεία που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε γι΄ αυτό το μετασχηματισμό. Η Πηγή με τον Κύλικα είναι η πηγή της ζωής μέσα μας, εκεί όπου επιστρέφουμε πάλι και πάλι για να καθαριστούμε από τις τοξικές εμπειρίες μας. Το Ξίφος είναι η δύναμη της αγάπης, που μπορεί να σκοτώσει όλους τους δράκους. Το Δισκοπότηρο είναι η χάρη και η Πέτρα συμβολίζει την καθαρή γνώση η οποία διαθέτει την τεράστια οργανωτική δύναμη του παγκόσμιου πνεύματος που δημιουργεί τις ποικίλες όψεις της ζωής.
Καθώς ξετυλίγεται μπροστά σας η ιστορία, θα σας παρακαλέσω να θεωρήσετε τους χαρακτήρες και τα περιστατικά σαν σύμβολα των εμπειριών της δικής μας ζωής και λίγο-λίγο, καθώς διασχίζετε το τεράστιο πεδίο της προσωπικής σας συνείδησης, θα καταφέρετε να ξυπνήσετε μέσα σας τον Μέρλιν. Πριν όμως αντικρίσετε αυτό το πνεύμα, πρέπει να διασχίσετε τα σκοτεινά στενά, τα μυστικά περάσματα και τις σοφίτες με τα φαντάσματα που υπάρχουν στη σκέψη σας.
Πρέπει να αντιμετωπίσετε τη Νεράιδα, τη σκιά σας, που σας ακολουθεί όπου κι αν πάτε. Μέσα σε όλους μας υπάρχει από μια Νεράιδα. Είμαστε ένα μίγμα από ασάφειες, μια σύντηξη διαφορετικών αρχέτυπων ενεργειών, όπου συνυπάρχουν το ιερό και το βέβηλο, το θείο και το σατανικό, το αμαρτωλό και το άγιο.
Υπάρχουν άραγε μέσα σε όλους μας τόσο πολλές προσωπικότητες που μάχονται για την κυριαρχία τους πάνω στο σώμα μας; ΄Ισως το πεπρωμένο μας είναι να παίζουμε αμέτρητους ρόλους, αλλά δεν είμαστε οι ρόλοι που υποδυόμαστε. Αυτή είναι η πρώτη μεγάλη ανακάλυψη του μάγου, αλλά όχι η μόνη.
Η ιστορία αυτή επιδιώκει να γίνει αντιληπτή σε πολλά επίπεδα. Είναι φανταστική αλλά συγχρόνως υπενθυμίζει ότι είμαστε αρχαίες ψυχές από αρχαίους τόπους και αρχαίους χρόνους. Υπενθυμίζει τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Υπενθυμίζει ότι η ζωή είναι ένας απέραντος ορίζοντας και πως εμείς είμαστε μαγικές υπάρξεις. Υπενθυμίζει ότι στη ζωή μας υπάρχουν στιγμές που φτάνουμε σε ζηλευτά επίπεδα, εκεί που οι καθημερινές πράξεις μας αποκτούν μυθική σημασία. ΄Όταν η ανθρωπότητα δεν μπορεί να πραγματοποιήσει αυτή την ανάταση, την καταγράφει σε θρύλους και την ονομάζει Κάμελοτ.
(απόσπασμα από το "κλειδί" για τον Μέρλιν, που αποτελεί την εισαγωγή του βιβλίου)
Αυτό που η κοινωνία θεωρεί σήμερα πραγματικότητα είναι η ύπνωση των κοινωνικών συνθηκών, μια επαγωγική φαντασίωση στην οποία μετέχουμε όλοι συλλογικά. Είναι το μελόδραμα μιας ανιαρής ύπαρξης, γεμάτης με κοινότυπες έμμονες ιδέες και ασήμαντες επιδιώξεις όπου το μόνο που γεννιέται, μεγαλώνει και πεθαίνει, είναι η μοίρα μας.
Αν μπορέσουμε να το αντιληφθούμε αυτό, τα κλειδιά για το θαύμα της ζωής βρίσκονται πλέον μέσα στη συνείδησή μας.
Η ζωή επιφυλάσσει θαύματα μόνο αν αρχίσουμε να τη βλέπουμε σα θαυματουργή δύναμη. ΄Αλλωστε η ίδια η ζωή είναι ένα θαύμα. Είμαστε εδώ αυτή τη στιγμή – κι αυτό είναι θαύμα.
Ο πύργος του μάγου είναι ένας ιερός τόπος μέσα μας, όπου υπάρχουν θεοί και θεές σε εμβρυακή κατάσταση. Μοναδική επιθυμία τους είναι να γεννηθούν και να πάρουν μορφή.
Η εσωτερική ευφυΐα του ανθρώπινου σώματος/μυαλού είναι η ανώτατη και απόλυτη διάνοια, η οποία αντικατοπτρίζει τη σοφία του σύμπαντος. Μέσα της υπάρχει η δύναμη του μετασχηματισμού, που ανοίγει νέες πραγματικότητες και νέους κόσμους.
Στην απέραντη έκταση της συνείδησης του μάγου πηγαινοέρχονται αμέτρητοι κόσμοι. Μοιάζουν με μόρια σκόνης που στροβιλίζονται στη λάμψη μιας ακτίνας φωτός. Ο Γουίλιαμ Μπλέηκ λέει:
΄Όταν βλέπουμε τον κόσμο σε έναν κόκκο άμμου
Και τον ουρανό σε ένα αγριολούλουδο,
Όταν κρατάμε το άπειρο στην παλάμη του χεριού μας
Και όλη την αιωνιότητα σε μια στιγμή
Είμαστε πια έτοιμοι να πιστέψουμε ένα ψέμα
Αφού βλέπουμε με τα μάτια και όχι μέσα από τα μάτια
Αυτό που γεννήθηκε και χάθηκε την ίδια νύχτα
Όταν η ψυχή κοιμόταν σε μια αχτίνα φωτός.
Καθώς θα διαβάζετε το βιβλίο του Τσόπρα Η επιστροφή του Μέρλιν ελπίζω να αντιληφθείτε το χαρακτήρα του ΄Αρθουρ και της Λαίδης Γκουίνεβιρ, του Μέλχιορ και του Μέρλιν, του Μόρτρεντ και όλων των άλλων, τους διαφορετικούς ρόλους που παίζουμε καθώς η ψυχή μας κοιμάται σε ακτίνες φωτός. Το πεπρωμένο μας είναι να παίζουμε άπειρους ρόλους. Φοράμε κοινωνικές μάσκες στο δράμα της ζωής και μέσα από αυτή τη θυσία, τόσο του εαυτού μας για χάρη της εμφάνισης όσο και του πνεύματος για χάρη του εγώ, βλέπουμε να γεννιέται ο χρόνος.
Αυτό ακριβώς είναι το μυστικό του μάγου: το πνεύμα δε σκιάζεται ποτέ από τους τύπους ή τα φαινόμενα. Ο μάγος ξέρει ότι, για να είναι πραγματικά ζωντανός, πρέπει να πεθαίνει κάθε στιγμή στο παρελθόν. Αν επικεντρώσετε σ΄ αυτό την προσοχή σας και δείτε την πληρότητά του κάθε στιγμή, τότε θα ανακαλύψετε το θείο χορό σε κάθε δεντρόφυλλο, σε κάθε πέταλο λουλουδιού, σε κάθε φυλλαράκι χλόης, σε κάθε σταγόνα της βροχής, σε κάθε ρυάκι που κυλάει, σε κάθε ανάσα που παίρνουν όλα τα πλάσματα της γης.
Ο μάγος ξέρει ότι πέρα από το βάρος της μνήμης και της κρίσης υπάρχει ο ωκεανός της παγκόσμιας συνείδησης. Εμείς είμαστε απλοί κυματισμοί αυτού του ωκεανού και έχουμε πρόσβαση σε όλο το πλάτος της απέραντης γνώσης της.
Η Πηγή με τον Κύλικα, το Ξίφος, το Δισκοπότηρο και η Πέτρα είναι τα εργαλεία που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε γι΄ αυτό το μετασχηματισμό. Η Πηγή με τον Κύλικα είναι η πηγή της ζωής μέσα μας, εκεί όπου επιστρέφουμε πάλι και πάλι για να καθαριστούμε από τις τοξικές εμπειρίες μας. Το Ξίφος είναι η δύναμη της αγάπης, που μπορεί να σκοτώσει όλους τους δράκους. Το Δισκοπότηρο είναι η χάρη και η Πέτρα συμβολίζει την καθαρή γνώση η οποία διαθέτει την τεράστια οργανωτική δύναμη του παγκόσμιου πνεύματος που δημιουργεί τις ποικίλες όψεις της ζωής.
Καθώς ξετυλίγεται μπροστά σας η ιστορία, θα σας παρακαλέσω να θεωρήσετε τους χαρακτήρες και τα περιστατικά σαν σύμβολα των εμπειριών της δικής μας ζωής και λίγο-λίγο, καθώς διασχίζετε το τεράστιο πεδίο της προσωπικής σας συνείδησης, θα καταφέρετε να ξυπνήσετε μέσα σας τον Μέρλιν. Πριν όμως αντικρίσετε αυτό το πνεύμα, πρέπει να διασχίσετε τα σκοτεινά στενά, τα μυστικά περάσματα και τις σοφίτες με τα φαντάσματα που υπάρχουν στη σκέψη σας.
Πρέπει να αντιμετωπίσετε τη Νεράιδα, τη σκιά σας, που σας ακολουθεί όπου κι αν πάτε. Μέσα σε όλους μας υπάρχει από μια Νεράιδα. Είμαστε ένα μίγμα από ασάφειες, μια σύντηξη διαφορετικών αρχέτυπων ενεργειών, όπου συνυπάρχουν το ιερό και το βέβηλο, το θείο και το σατανικό, το αμαρτωλό και το άγιο.
Υπάρχουν άραγε μέσα σε όλους μας τόσο πολλές προσωπικότητες που μάχονται για την κυριαρχία τους πάνω στο σώμα μας; ΄Ισως το πεπρωμένο μας είναι να παίζουμε αμέτρητους ρόλους, αλλά δεν είμαστε οι ρόλοι που υποδυόμαστε. Αυτή είναι η πρώτη μεγάλη ανακάλυψη του μάγου, αλλά όχι η μόνη.
Η ιστορία αυτή επιδιώκει να γίνει αντιληπτή σε πολλά επίπεδα. Είναι φανταστική αλλά συγχρόνως υπενθυμίζει ότι είμαστε αρχαίες ψυχές από αρχαίους τόπους και αρχαίους χρόνους. Υπενθυμίζει τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Υπενθυμίζει ότι η ζωή είναι ένας απέραντος ορίζοντας και πως εμείς είμαστε μαγικές υπάρξεις. Υπενθυμίζει ότι στη ζωή μας υπάρχουν στιγμές που φτάνουμε σε ζηλευτά επίπεδα, εκεί που οι καθημερινές πράξεις μας αποκτούν μυθική σημασία. ΄Όταν η ανθρωπότητα δεν μπορεί να πραγματοποιήσει αυτή την ανάταση, την καταγράφει σε θρύλους και την ονομάζει Κάμελοτ.
(απόσπασμα από το "κλειδί" για τον Μέρλιν, που αποτελεί την εισαγωγή του βιβλίου)
Κυριακή 18 Ιουλίου 2010
Το δωμάτιο
Μες στο κλειστό δωμάτιο μπορείς να βρεις
ό,τι δεν τόλμησες ποτέ να ονειρευτείς
κι ό,τι μέσα σου βαθιά αγάπησες
κι όμως ποτέ δεν είδες να βγαίνει αληθινό
Όλα είναι εκεί, εκεί υπάρχουν όλα
μες στο κλειστό δωμάτιο, όλα και τίποτα
αγάλματα θεών λησμονημένων και της Ελένης το πουκάμισο
όλα είναι εκεί κι άλλα πολλά, που κάποτε φαντάστηκες
Ο φόβος του Χριστού στον κήπο της Γεσθημανή
τα βήματα της θλίψης του, της αίγλης του το φως
το αίμα των θυσιασμένων και οι χαμένοι στόχοι τους
το ψύχος το δριμύ των χωρισμών
Το διαμαντένιο αηδόνι του βασιλιά της Κίνας
σινιάλα από φάρους που σβηστήκαν
και μαγικά τοτέμ από άγνωστες φυλές
κι εφηβικά κορμιά και καλοκαίρια γαλανά
θάνατοι και φωτιές κι αόρατη ομορφιά
Μες στο κλειστό δωμάτιο υπάρχουν όλα
αν έχεις μάτια να τα δεις, αν έχεις χέρια να τ' αγγίξεις
μπορείς να βρεις κλειδί να ξεκλειδώσεις τη σιωπή τους
αρκεί να πας, ολάνοιχτος, γυρεύοντάς τα
΄Ενα ποίημα της Λένας Παππά, που μελοποίησε ο Χάρης Κατσιμίχας και τραγουδούν οι Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας.
΄Ηρθε στο νου μου, καθώς διάβαζα το Ατύχημα του Ισμαήλ Κανταρέ.
ό,τι δεν τόλμησες ποτέ να ονειρευτείς
κι ό,τι μέσα σου βαθιά αγάπησες
κι όμως ποτέ δεν είδες να βγαίνει αληθινό
Όλα είναι εκεί, εκεί υπάρχουν όλα
μες στο κλειστό δωμάτιο, όλα και τίποτα
αγάλματα θεών λησμονημένων και της Ελένης το πουκάμισο
όλα είναι εκεί κι άλλα πολλά, που κάποτε φαντάστηκες
Ο φόβος του Χριστού στον κήπο της Γεσθημανή
τα βήματα της θλίψης του, της αίγλης του το φως
το αίμα των θυσιασμένων και οι χαμένοι στόχοι τους
το ψύχος το δριμύ των χωρισμών
Το διαμαντένιο αηδόνι του βασιλιά της Κίνας
σινιάλα από φάρους που σβηστήκαν
και μαγικά τοτέμ από άγνωστες φυλές
κι εφηβικά κορμιά και καλοκαίρια γαλανά
θάνατοι και φωτιές κι αόρατη ομορφιά
Μες στο κλειστό δωμάτιο υπάρχουν όλα
αν έχεις μάτια να τα δεις, αν έχεις χέρια να τ' αγγίξεις
μπορείς να βρεις κλειδί να ξεκλειδώσεις τη σιωπή τους
αρκεί να πας, ολάνοιχτος, γυρεύοντάς τα
΄Ενα ποίημα της Λένας Παππά, που μελοποίησε ο Χάρης Κατσιμίχας και τραγουδούν οι Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας.
΄Ηρθε στο νου μου, καθώς διάβαζα το Ατύχημα του Ισμαήλ Κανταρέ.
Καμιά σχέση πάθους δεν επιβιώνει χωρίς το φόβο της απώλειας
Ο έρωτας, η πραγματικότητα και η ιδέα του αποτελούν τον πυρήνα, που γύρω του περιστρέφεται το μυθιστόρημα του Ισμαήλ Κανταρέ, «Το Ατύχημα». Τα δύο είδη του, ο παλιός, ο εκατομμυριοετής, που τον κληροδοτούν από γενιά σε γενιά, και ο καινούριος, ο ατίθασος, που έχει σπάσει αυτή την αλυσίδα. «Χρειάστηκε να περάσουν εκατοντάδες χιλιετίες, ούτως ώστε η έλξη μεταξύ ανδρών και γυναικών να καταλήξει, ύστερα από ατέλειωτες γεννήσεις, στη σύγχρονη μορφή του έρωτα», γράφει ο συγγραφέας. «Αν και μεταγενέστερος, ίσως και τέσσερις χιλιάδες χρόνια πριν από την κατασκευή των πυραμίδων, ο νέος αυτός έρωτας, ατίθασος και κεραυνοβόλος, σαν τη τελευταία μέρα του κόσμου, κατάφερε να αντιπαρατεθεί στον παλιό έρωτα, τον εκατομμυριοετή. Την προαιώνια πίστη, την παραδοσιακή, την πληκτική μεν αλλά σίγουρη, την έφερε αντιμέτωπη με τη χαοτική ανασφάλεια. Με την αίσθηση του κινδύνου και την τρέλα. Θανάσιμοι αντίπαλοι, που όμως κανένας τους δεν καταφέρνει να εξουδετερώσει τον άλλον. Μάλιστα, αρκετές φορές, το παλιό κοιμισμένο μαμούθ απαξίωνε το νέο αγρίμι, μέχρι του σημείου να αμφισβητεί την ίδια του την ύπαρξη». Ο έρωτας που έρχεται αντιμέτωπος με την ίδια του την υπόσταση, την εφήμερη, αλλά και την αιώνια, την τυραννική, αλλά και την επιτρεπτική, την εγωκεντρική αλλά και την αλτρουιστική.
΄Ενα αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Αυστρία προκαλεί ένα στρόβιλο φιλοσοφικών προβληματισμών, την αγωνιώδη αναζήτηση που αδιέξοδα οδηγεί σε μια απάντηση πέρα από κάθε λογική, εκεί που οι ψυχές συναντώνται ενώ τα σώματα λείπουν. ΄Ένα ταξί ξεφεύγει από την πορεία του και πέφτει σε γκρεμό. Οι δύο εραστές που μεταφέρει είναι νεκροί. Ο οδηγός επιβιώνει, αλλά δεν καταφέρνει να εξηγήσει γιατί έχασε τον έλεγχο του οχήματος. Ισχυρίζεται πως δε θυμάται παρά μονάχα το γεγονός ότι οι δύο επιβάτες «προσπαθούσαν … να φιληθούν».
Η παράδοξη κατάθεσή του στοιχειώνει τις Αρχές, αλλά και τις μυστικές υπηρεσίες δύο βαλκανικών χωρών, της Αλβανίας και της Σερβίας-Μαυροβουνίου, που, αιφνιδίως, εκδηλώνουν ενδιαφέρον για την υπόθεση.
΄Ερευνες, ανακρίσεις και καταθέσεις δεν οδηγούν πουθενά. Ενώ η σχέση των δύο εραστών έχει διαρκέσει περίπου πεντακόσιες εβδομάδες, οι αλλαγές φαίνεται να έχουν συντελεστεί μόλις τις τελευταίες πενήντα δύο, και μάλιστα σα να συνιστούσε ένα διαχωριστικό όριο, ο χαρακτηρισμός «call girl» εμφανίσθηκε ακριβώς την τεσσαρακοστή εβδομάδα. ΄Ωσπου ένας ερευνητής κατάφερε να πλησιάσει στη λύση του αινίγματος που γεννήθηκε στο 17ο χιλιόμετρο. Μέσα από τις μυριάδες ψηφίδες, τα ονόματα των ξενοδοχείων, τις αποδείξεις, τα σημειώματα της νεαρής γυναίκας, τις καταθέσεις των υπαλλήλων και της φίλης Λίζας Μπλουμ, ο ερευνητής αφήνει τον εαυτό του να παρασυρθεί από αυτό το θολό στρόβιλο. Σκοτεινές εικασίες που προκαλούν υποψίες, διφορούμενες φράσεις, ανεξήγητοι διάλογοι κάνουν την εμφάνισή τους για να χαθούν αμέσως μετά σε μια παράλογη δίνη. Τι είχε κάνει αυτούς τους δύο ανθρώπους, τη Ροβένα και τον Μπέσφορτ Υ., να βιώνουν ως φυσιολογική μια κατάσταση που δεν έμοιαζε του κόσμου τούτου; Τι ήξεραν, τι έβλεπαν που οι άλλοι δεν μπορούσαν να διαβλέψουν; Ποιους μυστικούς νόμους είχαν ανακαλύψει, ποια τάση, ποιο πέρασμα του χρόνου; (σελ. 57). Η έρευνά του έρχεται αντιμέτωπη με το ερώτημα, αν υπάρχει ο έρωτας στ΄ αλήθεια ή είναι απλώς μια νοσηρή ιριδίζουσα κατάσταση, μια καινούρια παραίσθηση που έχει εμφανισθεί στη γη μόνο τα τελευταία πέντε με έξι χιλιάδες χρόνια, και την οποία δεν ήταν ακόμη γνωστό αν ο πλανήτης θα την κρατούσε ή θα την αποτίναζε, έτσι όπως ένας οργανισμός αποβάλλει το ενοχλητικό ξένο σώμα. Ο ερευνητής αποφασίζει να αναπαραστήσει τις τελευταίες σαράντα εβδομάδες του ζευγαριού, γνωρίζοντας πως, σύμφωνα με την πλατωνική θεωρία, το χρονικό αυτό δεν θα ήταν παρά μια ωχρή απεικόνιση του αρχέτυπου, αλλά είχε την ελπίδα ότι ξεκινώντας από την απεικόνιση, έστω και τη θολή, θα κατάφερνε να πλησιάσει στο πρότυπο.
Μερικές φορές σκεφτόταν πως ίσως θα τα κατάφερνε καλύτερα αν διαιρούσε το χρονικό σε μέρες ή σε μήνες, και άλλες φορές σε πράξεις ή σε ραψωδίες, όπως τα αρχαία έπη… Μια νύχτα στα τέλη του καλοκαιριού, άρχισε πράγματι να συλλαμβάνει την ιστορία. Αλλά η σύλληψη, εκτός που ήταν βασανιστική, περιείχε τέτοια φλόγα και αφοσίωση, ώστε τον κούρασε περισσότερο από τη ζωή του ολόκληρη.
Την τεσσαρακοστή βδομάδα η διαπίστωση «κάτι δεν είναι όπως παλιά» αναδύεται εφιαλτική. Ο έρωτάς του Μπεσφόρτ Υ. και της Ροβένα Αγ., αν δεν είχε ήδη τελειώσει, πλησίαζε στο τέλος του. Κι εκείνος ακριβώς αυτό ήθελε να αποφύγει: το να περπατήσουν στη ζώνη του λυκόφωτος. Αναζητούσαν κάτι άλλο, που να εξακολουθεί να έχει αχτίδες. Την κάθοδο του Ορφέα στον ΄Αδη για να φέρει την Ευρυδίκη πίσω θα έπρεπε ίσως να την είχαν εξηγήσει διαφορετικά. Η νεκρή δεν ήταν η Ευρυδίκη, αλλά ο έρωτας. Και ο Ορφέας στην προσπάθειά του να τον ζωντανέψει, κάπου έκανε λάθος, μάλλον βιάστηκε και τον έχασε ξανά.
Την τριακοστή τρίτη βδομάδα ο Μπεσφόρτ Υ. αναρωτιέται αν υπάρχει ο έρωτας, αν ο άνθρωπος μπορεί να καταφέρει μια ρωγμή σε όσα τον περιορίζουν, αν μπορεί να ξεπεράσει την ύλη από την οποία φτιάχτηκε το σύμπαν και να κοιμηθεί με το ουράνιο τόξο προς μια απαγορευμένη διάσταση με εντελώς διαφορετικούς νόμους.
Από την εικοστή τρίτη βδομάδα στη δωδέκατη, από το Ζηλιάρη Σύζυγο του Θερβάντες στη νέα προσέγγισή του, η Ροβένα μετατρέπεται σε μια ξένη που συνδυάζει την ακινησία της κούκλας με τη λευκή πούδρα της Ιαπωνίας.
Μια βδομάδα πριν από το τέλος, κάθε ίχνος σβήνει από τη ζωή του Μπεσφόρτ Υ και της Ροβένας Αγ. Ο ερευνητής ανακαλεί την ιστορία του ΄Αγκο Ιμέρι, την αναπλάθει στο νου του, ενώ τα όνειρα του Μπεσφόρτ τον βασανίζουν, καθώς ελπίζει μέσα από αυτά να καταλήξει στην αποκάλυψη του μυστηρίου. Η ξένη γυναίκα στο μαυσωλείο, η ξένη γυναίκα που δεν καταλαβαίνει το όνομά της, η απώλεια και η έλλειψη. Η αλήθεια παίζει με τον ερευνητή, μέσα του φωτίζονται όψεις της που δεν είναι ορατές, που δεν θέλουμε να τις ξέρουμε ούτε τις αντέχουμε. Στο ταξί σου, συνέβη κάτι άλλο από εκείνο που είδες εσύ. ΄Ηταν μαζί στο πίσω κάθισμα, αθώοι και ένοχοι, δολοφόνοι και φερόμενοι ως δολοφόνοι, κούκλες, ομοιώματα, μορφές και ψυχές, πότε μαζί πότε χώρια, όπως εκείνες οι φλεγόμενες λεοπαρδάλεις. Τα όσα είδες εσύ και τα φαντάζομαι εγώ μάλλον απέχουν απ΄ την αλήθεια. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι αρχαίοι υποψιάζονταν ότι οι θεοί δεν έδωσαν στους ανθρώπους την υπέρτατη γνώση. Γι΄ αυτό συνήθως δεν μπορούμε να διακρίνουμε αυτό που συμβαίνει- είμαστε τυφλοί. Ο Ισμαήλ Κανταρέ ξεφεύγει πια από την ιστορία, φιλοσοφεί πάνω στην ύπαρξη του ανθρώπου, στις σχέσεις του, την αγωνιώδη αναζήτηση του έρωτα. Οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου ξετυλίγουν με τέχνη, με ερωτήματα που δεν βρίσκουν απάντηση ούτε από το συγγραφέα ούτε από τον ερευνητή, την τυχαία διαρροή της φοβερής δεξαμενής, όπου οι θεοί κρατούν την υπέρτατη και απαγορευμένη για τους ανθρώπους γνώση: οι τέσσερις πρωταγωνιστές βρέθηκαν έξω από το χώρο και το χρόνο, σε ένα πεδίο όπου κανείς δεν μπορεί να έχει πρόσβαση. Ο ΄Ιγκο Αμέρι, ο Ορφέας και η Ευρυδίκη απογειώνουν το χρόνο, ένα πέπλο να τραβιέται μπροστά από τα μάτια του έκπληκτου και επίμονου ερευνητή, αλλά η αλήθεια εξακολουθεί να διαφεύγει καθώς ο μοναδικός μάρτυρας, ο εσωτερικός καθρέφτης του ταξί σιωπά αγκαλιάζοντας με τον απαιτούμενο σεβασμό αυτό που κανένας δεν κατάφερε να βιώσει σε τούτο τον κόσμο. Ο ερευνητής μένει και πάλι μόνος, παρέα με το αίνιγμα των δυο ξένων, τη λύση του οποίου κανείς δεν του την είχε ζητήσει.
΄Ένα βιβλίο που η πρώτη ανάγνωση ανοίγει το δρόμο για τη δεύτερη, καθώς ο αναγνώστης ρουφά με προσδοκία κάθε λέξη, προσεγγίζει μεγάλα μυστικά του σύμπαντος και έχει τη δυνατότητα να επιλέξει τον επίλογο της ιστορίας που επιθυμεί. ΄Εχω την αίσθηση ότι ο Ισμαήλ Κανταρέ παραχωρεί στους αναγνώστες του, στον κάθε αναγνώστη την ελευθερία να αποφασίσει εκείνος αν και πώς κλείνει ο κύκλος της σχέσης των δύο εραστών.
΄Ενα αυτοκινητιστικό δυστύχημα στην Αυστρία προκαλεί ένα στρόβιλο φιλοσοφικών προβληματισμών, την αγωνιώδη αναζήτηση που αδιέξοδα οδηγεί σε μια απάντηση πέρα από κάθε λογική, εκεί που οι ψυχές συναντώνται ενώ τα σώματα λείπουν. ΄Ένα ταξί ξεφεύγει από την πορεία του και πέφτει σε γκρεμό. Οι δύο εραστές που μεταφέρει είναι νεκροί. Ο οδηγός επιβιώνει, αλλά δεν καταφέρνει να εξηγήσει γιατί έχασε τον έλεγχο του οχήματος. Ισχυρίζεται πως δε θυμάται παρά μονάχα το γεγονός ότι οι δύο επιβάτες «προσπαθούσαν … να φιληθούν».
Η παράδοξη κατάθεσή του στοιχειώνει τις Αρχές, αλλά και τις μυστικές υπηρεσίες δύο βαλκανικών χωρών, της Αλβανίας και της Σερβίας-Μαυροβουνίου, που, αιφνιδίως, εκδηλώνουν ενδιαφέρον για την υπόθεση.
΄Ερευνες, ανακρίσεις και καταθέσεις δεν οδηγούν πουθενά. Ενώ η σχέση των δύο εραστών έχει διαρκέσει περίπου πεντακόσιες εβδομάδες, οι αλλαγές φαίνεται να έχουν συντελεστεί μόλις τις τελευταίες πενήντα δύο, και μάλιστα σα να συνιστούσε ένα διαχωριστικό όριο, ο χαρακτηρισμός «call girl» εμφανίσθηκε ακριβώς την τεσσαρακοστή εβδομάδα. ΄Ωσπου ένας ερευνητής κατάφερε να πλησιάσει στη λύση του αινίγματος που γεννήθηκε στο 17ο χιλιόμετρο. Μέσα από τις μυριάδες ψηφίδες, τα ονόματα των ξενοδοχείων, τις αποδείξεις, τα σημειώματα της νεαρής γυναίκας, τις καταθέσεις των υπαλλήλων και της φίλης Λίζας Μπλουμ, ο ερευνητής αφήνει τον εαυτό του να παρασυρθεί από αυτό το θολό στρόβιλο. Σκοτεινές εικασίες που προκαλούν υποψίες, διφορούμενες φράσεις, ανεξήγητοι διάλογοι κάνουν την εμφάνισή τους για να χαθούν αμέσως μετά σε μια παράλογη δίνη. Τι είχε κάνει αυτούς τους δύο ανθρώπους, τη Ροβένα και τον Μπέσφορτ Υ., να βιώνουν ως φυσιολογική μια κατάσταση που δεν έμοιαζε του κόσμου τούτου; Τι ήξεραν, τι έβλεπαν που οι άλλοι δεν μπορούσαν να διαβλέψουν; Ποιους μυστικούς νόμους είχαν ανακαλύψει, ποια τάση, ποιο πέρασμα του χρόνου; (σελ. 57). Η έρευνά του έρχεται αντιμέτωπη με το ερώτημα, αν υπάρχει ο έρωτας στ΄ αλήθεια ή είναι απλώς μια νοσηρή ιριδίζουσα κατάσταση, μια καινούρια παραίσθηση που έχει εμφανισθεί στη γη μόνο τα τελευταία πέντε με έξι χιλιάδες χρόνια, και την οποία δεν ήταν ακόμη γνωστό αν ο πλανήτης θα την κρατούσε ή θα την αποτίναζε, έτσι όπως ένας οργανισμός αποβάλλει το ενοχλητικό ξένο σώμα. Ο ερευνητής αποφασίζει να αναπαραστήσει τις τελευταίες σαράντα εβδομάδες του ζευγαριού, γνωρίζοντας πως, σύμφωνα με την πλατωνική θεωρία, το χρονικό αυτό δεν θα ήταν παρά μια ωχρή απεικόνιση του αρχέτυπου, αλλά είχε την ελπίδα ότι ξεκινώντας από την απεικόνιση, έστω και τη θολή, θα κατάφερνε να πλησιάσει στο πρότυπο.
Μερικές φορές σκεφτόταν πως ίσως θα τα κατάφερνε καλύτερα αν διαιρούσε το χρονικό σε μέρες ή σε μήνες, και άλλες φορές σε πράξεις ή σε ραψωδίες, όπως τα αρχαία έπη… Μια νύχτα στα τέλη του καλοκαιριού, άρχισε πράγματι να συλλαμβάνει την ιστορία. Αλλά η σύλληψη, εκτός που ήταν βασανιστική, περιείχε τέτοια φλόγα και αφοσίωση, ώστε τον κούρασε περισσότερο από τη ζωή του ολόκληρη.
Την τεσσαρακοστή βδομάδα η διαπίστωση «κάτι δεν είναι όπως παλιά» αναδύεται εφιαλτική. Ο έρωτάς του Μπεσφόρτ Υ. και της Ροβένα Αγ., αν δεν είχε ήδη τελειώσει, πλησίαζε στο τέλος του. Κι εκείνος ακριβώς αυτό ήθελε να αποφύγει: το να περπατήσουν στη ζώνη του λυκόφωτος. Αναζητούσαν κάτι άλλο, που να εξακολουθεί να έχει αχτίδες. Την κάθοδο του Ορφέα στον ΄Αδη για να φέρει την Ευρυδίκη πίσω θα έπρεπε ίσως να την είχαν εξηγήσει διαφορετικά. Η νεκρή δεν ήταν η Ευρυδίκη, αλλά ο έρωτας. Και ο Ορφέας στην προσπάθειά του να τον ζωντανέψει, κάπου έκανε λάθος, μάλλον βιάστηκε και τον έχασε ξανά.
Την τριακοστή τρίτη βδομάδα ο Μπεσφόρτ Υ. αναρωτιέται αν υπάρχει ο έρωτας, αν ο άνθρωπος μπορεί να καταφέρει μια ρωγμή σε όσα τον περιορίζουν, αν μπορεί να ξεπεράσει την ύλη από την οποία φτιάχτηκε το σύμπαν και να κοιμηθεί με το ουράνιο τόξο προς μια απαγορευμένη διάσταση με εντελώς διαφορετικούς νόμους.
Από την εικοστή τρίτη βδομάδα στη δωδέκατη, από το Ζηλιάρη Σύζυγο του Θερβάντες στη νέα προσέγγισή του, η Ροβένα μετατρέπεται σε μια ξένη που συνδυάζει την ακινησία της κούκλας με τη λευκή πούδρα της Ιαπωνίας.
Μια βδομάδα πριν από το τέλος, κάθε ίχνος σβήνει από τη ζωή του Μπεσφόρτ Υ και της Ροβένας Αγ. Ο ερευνητής ανακαλεί την ιστορία του ΄Αγκο Ιμέρι, την αναπλάθει στο νου του, ενώ τα όνειρα του Μπεσφόρτ τον βασανίζουν, καθώς ελπίζει μέσα από αυτά να καταλήξει στην αποκάλυψη του μυστηρίου. Η ξένη γυναίκα στο μαυσωλείο, η ξένη γυναίκα που δεν καταλαβαίνει το όνομά της, η απώλεια και η έλλειψη. Η αλήθεια παίζει με τον ερευνητή, μέσα του φωτίζονται όψεις της που δεν είναι ορατές, που δεν θέλουμε να τις ξέρουμε ούτε τις αντέχουμε. Στο ταξί σου, συνέβη κάτι άλλο από εκείνο που είδες εσύ. ΄Ηταν μαζί στο πίσω κάθισμα, αθώοι και ένοχοι, δολοφόνοι και φερόμενοι ως δολοφόνοι, κούκλες, ομοιώματα, μορφές και ψυχές, πότε μαζί πότε χώρια, όπως εκείνες οι φλεγόμενες λεοπαρδάλεις. Τα όσα είδες εσύ και τα φαντάζομαι εγώ μάλλον απέχουν απ΄ την αλήθεια. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι αρχαίοι υποψιάζονταν ότι οι θεοί δεν έδωσαν στους ανθρώπους την υπέρτατη γνώση. Γι΄ αυτό συνήθως δεν μπορούμε να διακρίνουμε αυτό που συμβαίνει- είμαστε τυφλοί. Ο Ισμαήλ Κανταρέ ξεφεύγει πια από την ιστορία, φιλοσοφεί πάνω στην ύπαρξη του ανθρώπου, στις σχέσεις του, την αγωνιώδη αναζήτηση του έρωτα. Οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου ξετυλίγουν με τέχνη, με ερωτήματα που δεν βρίσκουν απάντηση ούτε από το συγγραφέα ούτε από τον ερευνητή, την τυχαία διαρροή της φοβερής δεξαμενής, όπου οι θεοί κρατούν την υπέρτατη και απαγορευμένη για τους ανθρώπους γνώση: οι τέσσερις πρωταγωνιστές βρέθηκαν έξω από το χώρο και το χρόνο, σε ένα πεδίο όπου κανείς δεν μπορεί να έχει πρόσβαση. Ο ΄Ιγκο Αμέρι, ο Ορφέας και η Ευρυδίκη απογειώνουν το χρόνο, ένα πέπλο να τραβιέται μπροστά από τα μάτια του έκπληκτου και επίμονου ερευνητή, αλλά η αλήθεια εξακολουθεί να διαφεύγει καθώς ο μοναδικός μάρτυρας, ο εσωτερικός καθρέφτης του ταξί σιωπά αγκαλιάζοντας με τον απαιτούμενο σεβασμό αυτό που κανένας δεν κατάφερε να βιώσει σε τούτο τον κόσμο. Ο ερευνητής μένει και πάλι μόνος, παρέα με το αίνιγμα των δυο ξένων, τη λύση του οποίου κανείς δεν του την είχε ζητήσει.
΄Ένα βιβλίο που η πρώτη ανάγνωση ανοίγει το δρόμο για τη δεύτερη, καθώς ο αναγνώστης ρουφά με προσδοκία κάθε λέξη, προσεγγίζει μεγάλα μυστικά του σύμπαντος και έχει τη δυνατότητα να επιλέξει τον επίλογο της ιστορίας που επιθυμεί. ΄Εχω την αίσθηση ότι ο Ισμαήλ Κανταρέ παραχωρεί στους αναγνώστες του, στον κάθε αναγνώστη την ελευθερία να αποφασίσει εκείνος αν και πώς κλείνει ο κύκλος της σχέσης των δύο εραστών.
Τρίτη 6 Ιουλίου 2010
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤ΄ ΑΣΤΕΡΙΑ (από τον Θωμά Ψύρρα)
Ερωτικαί Εκδικήσεις (του Παύλου Νιρβάνα)
Όταν βλέπω κάποιον να περπατή επάνω-κάτω, όπως ο μακαρίτης ο Bέρθερος, και να μελετά μίαν ερωτικήν εκδίκησιν, λέγω από μέσα μου: «Iδού ένας άνθρωπος, που ετοιμάζεται να κάμη μίαν ανοησίαν!».
Kαθένας την κάμνει με τον τρόπον του. Άλλος φονεύει. Aλλά ο θάνατος είναι μυστήριον. Άλλος αυτοκτονεί. Aλλά η αυτοκτονία είναι μία ηλιθιότης. Άλλος σπεύδει να υπανδρευθή με το πρώτον αδέσποτον θήλυ, που συναντά εις τον δρόμον του, φανταζόμενος ότι εκδικείται με τον τρόπον αυτόν εκείνην, που έπαυσε να τον αγαπά. Aυτό είναι ξεκαρδιστική κωμωδία. Άλλος γράφει ένα δράμα, εις το οποίον καυτηριάζει τας γυναίκας με πεπυρακτωμένον σίδηρον. Aυτός, απλούστατα μαξιλαρώνεται. Yπήρξεν ένας άνθρωπος, ο οποίος, δια να εκδικηθή την γυναίκα του, κατήργησεν, εν στιγμή παραφοράς, το φύλον του με την μάχαιραν του δημίου. Mε αυτόν γελούν οι αιώνες. Kανείς, με μίαν λέξιν, δεν εστάθη ικανός να εκδικηθή επαξίως μίαν γυναίκα εις τον κόσμον αυτόν.
Tο πράγμα είναι ευεξήγητον. Όλοι οι εκδικηταί της γυναικείας απιστίας ενεργούν μ' ένα τρόπον εσφαλμένον εις την βάσιν του. Eνεργούν δηλαδή μ' ένα τρόπον υπερβολικά σοβαρόν και πολύ συχνά τραγικόν. Προτιμούν την τραγωδίαν εκεί, όπου κατ' εξοχήν θα ήτο ενδεδειγμένη η φάρσα. Yποδύονται τον κόθορνον του τραγωδού, ενώ ο ακαταλληλότερος άνθρωπος δια να παίξη ένα σοβαρόν ρόλον εις το θέατρον της ζωής είναι ο ατυχήσας εραστής. Kαι, ενώ ορέγεται τας δάφνας ενός Tάλμα, δέχεται τα μαξιλάρια της πλατείας επί της κεφαλής του.
Δι' αυτό ακριβώς οι σοφώτεροι δεν περιπατούν πια επάνω-κάτω, μετά την προδοσίαν ή την εγκατάλειψιν, όπως ο μακαρίτης Bέρθερος, και δεν μελετούν μίαν εκδίκησιν. Σηκώνονται από το γεύμα, όπου εμισοτελείωσαν το φαγί των, σκουπίζουν το στόμα των με την πετσέταν, πληρώνουν και φεύγουν, ως να μη τους συνέβη τίποτε, αφίνοντες έναν άλλον ν' αποτελειώση την μερίδα των. Έτσι διασώζουν την αξιοπρέπειάν των, χωρίς να μείνουν και εντελώς ανεκδίκητοι. Διότι γνωρίζουν ότι είναι εντελώς περιττόν να εκδικήται καθένας χωριστά την αιωνίαν γυναίκα. Δι' αυτήν υπάρχουν οι εκ Θεού απεσταλμένοι εκδικηταί, που είναι οι Δον Zουάν όλων των τόπων και όλων των εποχών, και οι οποίοι δεν κάμνουν άλλο, παρά να εκδικούνται διαρκώς δια τον εαυτόν τους και δια τους άλλους.
Eν τούτοις, οφείλομεν να κάμωμεν τιμητικήν εξαίρεσιν δια τον άνθρωπον, ο οποίος προ ολίγων ημερών επραγματοποίησε πρωτότυπον εκδίκησιν εις την Aκρόπολιν αυτήν της κοινοτοπίας, που είναι αι Aθήναι. Eίδατε από τας εφημερίδας, τί έκαμεν ο μεγαλοφυής αυτός. Eπήγε νύκτα εις την θύραν της απίστου και της ετοιχοκόλλησε μίαν επιγραφήν: «Eδώ υπάρχει ευλογιά». Tίποτε άλλο! Tο άλλο πρωί οι διαβάται επερνούσαν, εσταματούσαν, εδιάβαζαν και έφευγαν έντρομοι μακρυά. O γαλατάς δεν εκτύπησε την θύραν εκείνο το πρωί. O μανάβης δεν εσταμάτησεν. O γραμματοκομιστής, που έφερνε μίαν ερωτικήν επιστολήν, την εξανάβαλεν εις τον σάκκον του και έφυγεν. O νέος εραστής, μόλις επλησίασεν εις την γωνίαν του δρόμου και πριν παρελάση ακόμη υπό το θρυλικόν παράθυρον, ανέκρουσε με τρόπον πρύμναν και δεν εφάνη πλέον. Όταν η άπιστος αντελήφθη την συμφοράν και έστειλε να ξεσχίσουν την καταχθονίαν επιγραφήν, ήτο πλέον αργά. O προδοθείς εραστής είχεν εκδικηθή! Kαι είχεν εκδικηθή κυρίως, διότι η άπιστος τον εφαντάζετο ξεκαρδισμένον από τα γέλια εις μίαν γωνίαν του δρόμου, εν ώ θα ήθελε να τον φαντασθή απηγχονισμένον από την οροφήν του δωματίου του.
Όταν τον ερώτησαν εις την Aστυνομίαν, διατί προέβη εις την αθλίαν αυτήν πράξιν, λέγουν ότι απεκρίθη αφελέστατα:
― Ήθελα να της στείλω τη βλογιά στα όμορφα μουτράκια της. Aφού δεν μπορούσα να το κάμω, της την έστειλα στην πόρτα της. Aς μπολιασθή να είναι ήσυχη!
Kαι η Aστυνομία απέλυσε τον εραστήν και έστειλε τον αστυίατρον να εμβολιάση την ερωμένην, δια κάθε ενδεχόμενον και δια την ησυχίαν της συνοικίας. H φάρσα και η εκδίκησις έλαβε τοιουτοτρόπως την ωραίαν της συνέχειαν.
Όταν βλέπω κάποιον να περπατή επάνω-κάτω, όπως ο μακαρίτης ο Bέρθερος, και να μελετά μίαν ερωτικήν εκδίκησιν, λέγω από μέσα μου: «Iδού ένας άνθρωπος, που ετοιμάζεται να κάμη μίαν ανοησίαν!».
Kαθένας την κάμνει με τον τρόπον του. Άλλος φονεύει. Aλλά ο θάνατος είναι μυστήριον. Άλλος αυτοκτονεί. Aλλά η αυτοκτονία είναι μία ηλιθιότης. Άλλος σπεύδει να υπανδρευθή με το πρώτον αδέσποτον θήλυ, που συναντά εις τον δρόμον του, φανταζόμενος ότι εκδικείται με τον τρόπον αυτόν εκείνην, που έπαυσε να τον αγαπά. Aυτό είναι ξεκαρδιστική κωμωδία. Άλλος γράφει ένα δράμα, εις το οποίον καυτηριάζει τας γυναίκας με πεπυρακτωμένον σίδηρον. Aυτός, απλούστατα μαξιλαρώνεται. Yπήρξεν ένας άνθρωπος, ο οποίος, δια να εκδικηθή την γυναίκα του, κατήργησεν, εν στιγμή παραφοράς, το φύλον του με την μάχαιραν του δημίου. Mε αυτόν γελούν οι αιώνες. Kανείς, με μίαν λέξιν, δεν εστάθη ικανός να εκδικηθή επαξίως μίαν γυναίκα εις τον κόσμον αυτόν.
Tο πράγμα είναι ευεξήγητον. Όλοι οι εκδικηταί της γυναικείας απιστίας ενεργούν μ' ένα τρόπον εσφαλμένον εις την βάσιν του. Eνεργούν δηλαδή μ' ένα τρόπον υπερβολικά σοβαρόν και πολύ συχνά τραγικόν. Προτιμούν την τραγωδίαν εκεί, όπου κατ' εξοχήν θα ήτο ενδεδειγμένη η φάρσα. Yποδύονται τον κόθορνον του τραγωδού, ενώ ο ακαταλληλότερος άνθρωπος δια να παίξη ένα σοβαρόν ρόλον εις το θέατρον της ζωής είναι ο ατυχήσας εραστής. Kαι, ενώ ορέγεται τας δάφνας ενός Tάλμα, δέχεται τα μαξιλάρια της πλατείας επί της κεφαλής του.
Δι' αυτό ακριβώς οι σοφώτεροι δεν περιπατούν πια επάνω-κάτω, μετά την προδοσίαν ή την εγκατάλειψιν, όπως ο μακαρίτης Bέρθερος, και δεν μελετούν μίαν εκδίκησιν. Σηκώνονται από το γεύμα, όπου εμισοτελείωσαν το φαγί των, σκουπίζουν το στόμα των με την πετσέταν, πληρώνουν και φεύγουν, ως να μη τους συνέβη τίποτε, αφίνοντες έναν άλλον ν' αποτελειώση την μερίδα των. Έτσι διασώζουν την αξιοπρέπειάν των, χωρίς να μείνουν και εντελώς ανεκδίκητοι. Διότι γνωρίζουν ότι είναι εντελώς περιττόν να εκδικήται καθένας χωριστά την αιωνίαν γυναίκα. Δι' αυτήν υπάρχουν οι εκ Θεού απεσταλμένοι εκδικηταί, που είναι οι Δον Zουάν όλων των τόπων και όλων των εποχών, και οι οποίοι δεν κάμνουν άλλο, παρά να εκδικούνται διαρκώς δια τον εαυτόν τους και δια τους άλλους.
Eν τούτοις, οφείλομεν να κάμωμεν τιμητικήν εξαίρεσιν δια τον άνθρωπον, ο οποίος προ ολίγων ημερών επραγματοποίησε πρωτότυπον εκδίκησιν εις την Aκρόπολιν αυτήν της κοινοτοπίας, που είναι αι Aθήναι. Eίδατε από τας εφημερίδας, τί έκαμεν ο μεγαλοφυής αυτός. Eπήγε νύκτα εις την θύραν της απίστου και της ετοιχοκόλλησε μίαν επιγραφήν: «Eδώ υπάρχει ευλογιά». Tίποτε άλλο! Tο άλλο πρωί οι διαβάται επερνούσαν, εσταματούσαν, εδιάβαζαν και έφευγαν έντρομοι μακρυά. O γαλατάς δεν εκτύπησε την θύραν εκείνο το πρωί. O μανάβης δεν εσταμάτησεν. O γραμματοκομιστής, που έφερνε μίαν ερωτικήν επιστολήν, την εξανάβαλεν εις τον σάκκον του και έφυγεν. O νέος εραστής, μόλις επλησίασεν εις την γωνίαν του δρόμου και πριν παρελάση ακόμη υπό το θρυλικόν παράθυρον, ανέκρουσε με τρόπον πρύμναν και δεν εφάνη πλέον. Όταν η άπιστος αντελήφθη την συμφοράν και έστειλε να ξεσχίσουν την καταχθονίαν επιγραφήν, ήτο πλέον αργά. O προδοθείς εραστής είχεν εκδικηθή! Kαι είχεν εκδικηθή κυρίως, διότι η άπιστος τον εφαντάζετο ξεκαρδισμένον από τα γέλια εις μίαν γωνίαν του δρόμου, εν ώ θα ήθελε να τον φαντασθή απηγχονισμένον από την οροφήν του δωματίου του.
Όταν τον ερώτησαν εις την Aστυνομίαν, διατί προέβη εις την αθλίαν αυτήν πράξιν, λέγουν ότι απεκρίθη αφελέστατα:
― Ήθελα να της στείλω τη βλογιά στα όμορφα μουτράκια της. Aφού δεν μπορούσα να το κάμω, της την έστειλα στην πόρτα της. Aς μπολιασθή να είναι ήσυχη!
Kαι η Aστυνομία απέλυσε τον εραστήν και έστειλε τον αστυίατρον να εμβολιάση την ερωμένην, δια κάθε ενδεχόμενον και δια την ησυχίαν της συνοικίας. H φάρσα και η εκδίκησις έλαβε τοιουτοτρόπως την ωραίαν της συνέχειαν.
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤ΄ ΑΣΤΕΡΙΑ (συνέχεια)
Πέντε χρόνια μετανάστης εδώ στη Στουτγκάρδη, έζησα τον έρωτα μονάχα με το φίφτυ-φίφτυ των πολύ φτωχών, με πολύ φτωχές γυναίκες, μοναχικές και στερημένες κι αυτές σαν εμένα, από Σαββατόβραδο σε Σαββατόβραδο, βρίσκοντάς τες σε κανένα μπαρ, κανένα νάιτ κλαμπ.
Τον άλλον τον έρωτα, τον αληθινό που λένε, δεν τον ήξερα, δεν ήξερα πώς μπορεί να ΄ναι. Σκεφτόμουνα πως δεν είναι για μένα. Θα πρέπει, σκεφτόμουν, να έχεις και λίγο τρυφερή την ψυχή σου, κάτι να ξέρεις, κάπως να τα λες και κείνα τα ψυχικά, τα πνευματικά, τα ποιητικά – πού να τα ξέρω; Ο έρωτας, έλεγα δεν είναι για μας, τα παιδιά του φίφτυ-φίφτυ. Και δεν τον σκεφτόμουν, δεν τον περίμενα.
Και ήρθε κι αυτός. ΄Ερικα τη λέγανε….Η ΄Ερικα ήτανε μια στρογγυλή γυναίκα με στρογγυλή ζεστασιά …Μια παπαρούνα που πολεμάει από κάτω να σπάσει την άσφαλτο. ΄Ετοιμη μου φαίνεται να δώσει τα πάντα για μια στάλα αληθινή ζωή. Και δεν ξέρει βέβαια, πώς είναι αυτό. Και δ εν τω ξέρω ούτε κι εγώ. Μόνο που θέλω να της τη δώσω. Αυτηνής, εγώ….
Δε μιλήσαμε σ΄ όλο το δρόμο-ξέρουμε κι οι δυό μας. Είναι το τέλος.
Πόσο το πήγαμε αυτό το τέλος; Δυο μήνες, τρεις μήνες; Μήτε να ΄μαστε σαν πρώτα μήτε να χωρίζουμε. Δερνόμασταν. Εμείς που αγαπηθήκαμε τόσο… Την έκανα εγώ στην αρχή. Δεν πέρασα ένα βράδυ στο κατάστημα να την πάρω. Εκείνη δεν ήρθε το Σάββατο σπίτι – είμουνα μέσα και την περίμενα. Εγώ δεν πήγα την Κυριακή στο δικό της το σπίτι – εκείνη θα ΄τανε μέσα και θα περίμενε. Το τέλος, λοιπόν.
Πέντε μήνες όλο κι όλο βάσταξε ο δικός μας ο έρωτας. Τόσο, λέω, να ‘ ναι η νόρμα του και για τους άλλους; ΄Η μήπως ο έρωτας δεν είναι για τους φτωχούς; - τα μπερδεύουν όλα πεινασμένοι γι΄αυτό που λέγαμε, την αληθινή τη ζωή – τα περιμένουν όλα μονάχα απ΄ τον έρωτα; ΄Η μήπως ακόμα, έτσι είναι ο κόσμος αυτός ο σημερινός μας – ξεμάθαμε να αγαπούμε, δεν ξέρουμε τι μας φταίει – και διαβολιζόμαστε με τον έρωτα, όσο να τον χαλάσουμε, να δούμε τι έχει από μέσα;
Έτσι τον έμαθα και τον έρωτα. ΄Εμαθα, πως είναι μεγαλύτερος από τον άνθρωπο, είναι, λοιπόν, ακατόρθωτος. Μια φαντασία για κάποιον καιρό και καταλαγιάζει, σκορπίζεται. Και πρέπει, λέω, να ΄ναι πολύ σπάνιο πράγμα – της τύχης ολότελα – τα δυο πλάσματα να μπορούν να μείνουν ενωμένα, έτσι που το θέλαμε εμείς. Ο συμβιβασμός που μπορούν να κάνουν – ορίστε, τον έκανα εγώ – δεν είναι για να σώσουν τον έρωτα, είναι για να ξεφύγουν να παραιτηθούν απ΄ αυτόν. Και πάλι, δε σώζεται τίποτε. ΄Αλλοι μένουν παραιτημένοι, μαζί και χωρίς τον έρωτα. Οι άλλοι χωρίζουν – να μην τον προδώσουν. Κι έτσι κι αλλιώς η πίκρα μένει μονάχα. Για πάντα. Δεν είναι που λείπει το αγαπημένο το πρόσωπο, αυτό που φάνηκε ότι ήταν ο έρωτας. Είναι για τη γνωριμιά του ακατόρθωτου. Γι΄ αυτή την αίσθηση του άφταστου που έχω κι εγώ. Η ΄Ερικα και κείνα τα τραίνα τα μισητά μου που δεν πάνε πουθενά γίναν ένα πράγμα. Είναι ο μεγάλος, ο άπιαστος κόσμος – που δεν υπάρχει. Η φαντασία μας τον άγγιξε μια στιγμή με τον έρωτα. Μια στιγμή μονάχα – και χάθηκε.
Η ΄Ερικα που ΄ταν ο έρωτας έφυγε. Η άλλη η ΄Ερικα είναι μια κοπέλα που δουλεύει χαμάλισσα σ΄ ένα κατάστημα λίγο πιο κάτω από το Ντόμ. Γλυκιά, φτωχή, βολικιά. Είναι μια τίμια κοπέλα – τίμια στο φίφτυ- φίφτυ, τίμια στον έρωτα, τίμια στο χωρισμό. Από μας, τους φτωχούς – και γω πολύ την αγάπησα. ΄Αμα θέλω, μπορώ να πάω, στέκομαι και περιμένω την ώρα που θα σχολάσουν, την παίρνω στο σπίτι, ξαναπηγαίνουμε στο δικό της. Για το φίφτυ-φίφτυ, χωρίς τον έρωτα. Και πάω την Κυριακή το πρωί και στα μανιτάρια της – για τον αέρα τον καθαρό, για να σκοτώνουμε τον καιρό – αφού δεν έχουμε και τι να τον κάνουμε. Και παντρευόμαστε κιόλας – για το γάμο, χωρίς τον έρωτα. Κι έχουμε και δύο μιστούς. Και κάνουμε και δύο παιδιά, από τα δώδεκα που ήθελε. ΄Ετσι δεν είναι; ΄Ετσι δε γίνεται μ΄ όλους;
Ε, λοιπόν, όχι, του κερατά … Μένω με την άλλη – που δεν θα ξανάρθει. Εκείνη την ΄Ερικα που είχε τον τρόμο στα μάτια. Να πικραίνομαι, να μετανιώνω, ν΄ αποδιώχνω το βράδυ την αγαπημένη της θύμηση, να την ονειρεύομαι μέσα στον άπιαστο κόσμο. Ναι, ναι, εγώ το τίποτα των ανθρώπων, ο Κώστας, εκείνος ο ανύπαρκτος.
Δύο χρόνια πέρασαν από τότε. Ξαναγύρισα στο φίφτυ-φίφτυ του Σαββατόβραδου. Και ξαναγύρισα κουβαλώντας μέσα μου αυτήν, τις μέρες, τις ώρες που είχαμε ζήσει μαζί – ένα μέτρο να μου τη σκοτώνει πια και τη μικρή τη χαρά του. Δεν έχω την ΄Ερικα –μου την έφαγε ο έρωτας. Και δεν έχω και το φίφτυ-φίφτυ – μου το ΄φαγε η ΄Ερικα. …
(απόσπασμα από το διήγημα "Ασήμαντες Αφορμές" που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή "Σπουδές", εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα 2000).
Τον άλλον τον έρωτα, τον αληθινό που λένε, δεν τον ήξερα, δεν ήξερα πώς μπορεί να ΄ναι. Σκεφτόμουνα πως δεν είναι για μένα. Θα πρέπει, σκεφτόμουν, να έχεις και λίγο τρυφερή την ψυχή σου, κάτι να ξέρεις, κάπως να τα λες και κείνα τα ψυχικά, τα πνευματικά, τα ποιητικά – πού να τα ξέρω; Ο έρωτας, έλεγα δεν είναι για μας, τα παιδιά του φίφτυ-φίφτυ. Και δεν τον σκεφτόμουν, δεν τον περίμενα.
Και ήρθε κι αυτός. ΄Ερικα τη λέγανε….Η ΄Ερικα ήτανε μια στρογγυλή γυναίκα με στρογγυλή ζεστασιά …Μια παπαρούνα που πολεμάει από κάτω να σπάσει την άσφαλτο. ΄Ετοιμη μου φαίνεται να δώσει τα πάντα για μια στάλα αληθινή ζωή. Και δεν ξέρει βέβαια, πώς είναι αυτό. Και δ εν τω ξέρω ούτε κι εγώ. Μόνο που θέλω να της τη δώσω. Αυτηνής, εγώ….
Δε μιλήσαμε σ΄ όλο το δρόμο-ξέρουμε κι οι δυό μας. Είναι το τέλος.
Πόσο το πήγαμε αυτό το τέλος; Δυο μήνες, τρεις μήνες; Μήτε να ΄μαστε σαν πρώτα μήτε να χωρίζουμε. Δερνόμασταν. Εμείς που αγαπηθήκαμε τόσο… Την έκανα εγώ στην αρχή. Δεν πέρασα ένα βράδυ στο κατάστημα να την πάρω. Εκείνη δεν ήρθε το Σάββατο σπίτι – είμουνα μέσα και την περίμενα. Εγώ δεν πήγα την Κυριακή στο δικό της το σπίτι – εκείνη θα ΄τανε μέσα και θα περίμενε. Το τέλος, λοιπόν.
Πέντε μήνες όλο κι όλο βάσταξε ο δικός μας ο έρωτας. Τόσο, λέω, να ‘ ναι η νόρμα του και για τους άλλους; ΄Η μήπως ο έρωτας δεν είναι για τους φτωχούς; - τα μπερδεύουν όλα πεινασμένοι γι΄αυτό που λέγαμε, την αληθινή τη ζωή – τα περιμένουν όλα μονάχα απ΄ τον έρωτα; ΄Η μήπως ακόμα, έτσι είναι ο κόσμος αυτός ο σημερινός μας – ξεμάθαμε να αγαπούμε, δεν ξέρουμε τι μας φταίει – και διαβολιζόμαστε με τον έρωτα, όσο να τον χαλάσουμε, να δούμε τι έχει από μέσα;
Έτσι τον έμαθα και τον έρωτα. ΄Εμαθα, πως είναι μεγαλύτερος από τον άνθρωπο, είναι, λοιπόν, ακατόρθωτος. Μια φαντασία για κάποιον καιρό και καταλαγιάζει, σκορπίζεται. Και πρέπει, λέω, να ΄ναι πολύ σπάνιο πράγμα – της τύχης ολότελα – τα δυο πλάσματα να μπορούν να μείνουν ενωμένα, έτσι που το θέλαμε εμείς. Ο συμβιβασμός που μπορούν να κάνουν – ορίστε, τον έκανα εγώ – δεν είναι για να σώσουν τον έρωτα, είναι για να ξεφύγουν να παραιτηθούν απ΄ αυτόν. Και πάλι, δε σώζεται τίποτε. ΄Αλλοι μένουν παραιτημένοι, μαζί και χωρίς τον έρωτα. Οι άλλοι χωρίζουν – να μην τον προδώσουν. Κι έτσι κι αλλιώς η πίκρα μένει μονάχα. Για πάντα. Δεν είναι που λείπει το αγαπημένο το πρόσωπο, αυτό που φάνηκε ότι ήταν ο έρωτας. Είναι για τη γνωριμιά του ακατόρθωτου. Γι΄ αυτή την αίσθηση του άφταστου που έχω κι εγώ. Η ΄Ερικα και κείνα τα τραίνα τα μισητά μου που δεν πάνε πουθενά γίναν ένα πράγμα. Είναι ο μεγάλος, ο άπιαστος κόσμος – που δεν υπάρχει. Η φαντασία μας τον άγγιξε μια στιγμή με τον έρωτα. Μια στιγμή μονάχα – και χάθηκε.
Η ΄Ερικα που ΄ταν ο έρωτας έφυγε. Η άλλη η ΄Ερικα είναι μια κοπέλα που δουλεύει χαμάλισσα σ΄ ένα κατάστημα λίγο πιο κάτω από το Ντόμ. Γλυκιά, φτωχή, βολικιά. Είναι μια τίμια κοπέλα – τίμια στο φίφτυ- φίφτυ, τίμια στον έρωτα, τίμια στο χωρισμό. Από μας, τους φτωχούς – και γω πολύ την αγάπησα. ΄Αμα θέλω, μπορώ να πάω, στέκομαι και περιμένω την ώρα που θα σχολάσουν, την παίρνω στο σπίτι, ξαναπηγαίνουμε στο δικό της. Για το φίφτυ-φίφτυ, χωρίς τον έρωτα. Και πάω την Κυριακή το πρωί και στα μανιτάρια της – για τον αέρα τον καθαρό, για να σκοτώνουμε τον καιρό – αφού δεν έχουμε και τι να τον κάνουμε. Και παντρευόμαστε κιόλας – για το γάμο, χωρίς τον έρωτα. Κι έχουμε και δύο μιστούς. Και κάνουμε και δύο παιδιά, από τα δώδεκα που ήθελε. ΄Ετσι δεν είναι; ΄Ετσι δε γίνεται μ΄ όλους;
Ε, λοιπόν, όχι, του κερατά … Μένω με την άλλη – που δεν θα ξανάρθει. Εκείνη την ΄Ερικα που είχε τον τρόμο στα μάτια. Να πικραίνομαι, να μετανιώνω, ν΄ αποδιώχνω το βράδυ την αγαπημένη της θύμηση, να την ονειρεύομαι μέσα στον άπιαστο κόσμο. Ναι, ναι, εγώ το τίποτα των ανθρώπων, ο Κώστας, εκείνος ο ανύπαρκτος.
Δύο χρόνια πέρασαν από τότε. Ξαναγύρισα στο φίφτυ-φίφτυ του Σαββατόβραδου. Και ξαναγύρισα κουβαλώντας μέσα μου αυτήν, τις μέρες, τις ώρες που είχαμε ζήσει μαζί – ένα μέτρο να μου τη σκοτώνει πια και τη μικρή τη χαρά του. Δεν έχω την ΄Ερικα –μου την έφαγε ο έρωτας. Και δεν έχω και το φίφτυ-φίφτυ – μου το ΄φαγε η ΄Ερικα. …
(απόσπασμα από το διήγημα "Ασήμαντες Αφορμές" που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή "Σπουδές", εκδόσεις Το Ροδακιό, Αθήνα 2000).
Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010
ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΣΤ΄ ΑΣΤΕΡΙΑ
Το Σάββατο το βράδυ, στις 3 Ιουλίου, γύρω στις εννιάμισυ, βρεθήκαμε όλοι, αναγνώστες και συγγραφείς, φίλοι του βιβλίου και εραστές της λογοτεχνίας, στο κτήμα του Θωμά Κοροβίνη στα Πλατανίδια Πηλίου για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Εκεί, κάτω από τ΄ αστέρια, με τη συνοδεία διακριτικής ζωντανής μουσικής, διαβάσαμε και ακούσαμε κείμενα της ελληνικής πεζογραφίας (ένα σύντομο διήγημα ή ένα μικρό απόσπασμα από κάποιο μυθιστόρημα, διάρκειας πέντε λεπτών περίπου), με θέμα την αγάπη και τον έρωτα, το καλύτερο φάρμακο ενάντια στη μοναξιά και τη λύπη.
Με χορηγούς επικοινωνίας το Δημοτικό Ραδιόφωνο Βόλου, την εφημερίδα Θεσσαλία, το περιοδικό WISH και το τηλεοπτικό κανάλι TRT, με τη φροντίδα του βιβλιοπωλείου Χάρτα, των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και του ΔΗ.ΚΙ. Βόλου και με τις δημοσιογράφους Ελένη Σταμούλη και Ροσάνα Πώποτα να συντονίζουν τις αναγνώσεις και τη μουσική, απολαύσαμε μια ενδιαφέρουσα βραδιά.
Το πρόγραμμα περιλάμβανε έξι ενότητες. Ανάμεσα στις ενότητες τα μουσικά ταξίδια. Υπήρχαν διάφορες αποκλίσεις σχετικά με τη σειρά των αναγνώσεων, κάποιες άλλες, ελάχιστες ευτυχώς, παραλείφθηκαν, όπως θα μπορούσε κανείς να αναμένει σε μια εκδήλωση με τόσες πολλές συμμετοχές, αλλά σε γενικές γραμμές διαβάστηκαν αποσπάσματα από τα παρακάτω διηγήματα και μυθιστορήματα:
Α.
1. Θωμάς Κοροβίνης, Θράσος Καστανάκης, «Ο Χατζή Μανουήλ»
2. Βάσω Παπαγεωργίου, Άλκη Ζέη «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα»
3. Φωτεινή Καϊμάκη, Παύλος Νιρβάνας, «Το αγριολούλουδο»
4. Γιώτα Ασημακοπούλου, Ισίδωρος Ζουργός, «Αηδονόπιτα»
5. Γιώργος Θεοχάρης, Γρηγόριος Παλαιολόγος, «Προς νέαν, πρότασις σεμνοπρεπής γάμου»
Β.
1. Γιάννης Ατζάκας, Ρέα Γαλανάκη, «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα»
2. Ασημένια Σαράφη, Ανδρ. Εμπειρίκος, «Ο Μέγας Ανατολικός»
3. Δημήτριος Βασιλός, Στρατής Τσίρκας, «Η χαμένη άνοιξη»
4. Αλέκος Δούρας, Μ. Καραγάτσης, «Το χαμένο νησί»
5. Μαίρη Γαβαλά, Μάρω Βαμβουνάκη, «Τα πράγματα που ζουν απ΄ το χαμό»
Γ.
1. Θωμάς Ψύρρας, Παύλος Νιρβάνας, «Ερωτικαί εκδικήσεις»
2. Νατάσα Καρακατσάνη, Λένα Διβάνη, «Τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω»
3. Κυριάκος Παπαγεωργίου, Οδυσσέας Ελύτης, «Σαπφώ»
4. Κώστια Κοντολέων, Μιχάλης Γκανάς, «Γυναικών – Μικρές και πολύ μικρές ιστορίες»
5. Ολυμπία Ντούμα, Αγγέλα Καστρινάκη, «΄Ερωτας στον καιρό της ειρωνείας»
Δ.
1. Μάνος Κοντολέων, Παντελής Καλιότσος, «Ποιους θα δαγκώσω άμα λυσσάξω»
2. Γιώτα Κούγιαλη, Μάρω Βαμβουνάκη, «Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο»
3. Δημήτρης Σφακιανάκης, Ιωάννης Κονδυλάκης, «Η πρώτη αγάπη»
4. Δημήτρης Κίτσιος, Παναγιώτης Μπαλτάκος, «Ερμοκοπίδες»
5. Μάκης Καραγιάννης, Ρέα Γαλανάκη, «Θα υπογράφω Λούι»
Ε΄
1. Γιάννης Μακριδάκης, Γαλάτεια Καζαντζάκη, «΄Αρρωστη πολιτεία»
2. Φιλοθέη Κολίτση, Ρέα Γαλανάκη, «Ελένη ή ο Κανένας»
3. Ειρήνη Σκουλή, Κώστας Ταχτσής, «Το τρίτο στεφάνι»
4. Χρήστος Ναούμ, Μ. Καραγάτσης, «Η μεγάλη χίμαιρα»
5. Ρίτα Βαρανάκη, Μάρω Βαμβουνάκη, «Το τραγούδι της μάσκας»
ΣΤ΄
1. Κώστας Ακρίβος, Νίκος Κοκάντζης, «Τζιοκόντα»
2. Μένια Συρούκη, Τάσος Χατζητάτσης, «Ακροτελεύτιοι εσπερινοί»
3. Νώντας Παπαγεωργίου, Θανάσης Βαλτινός, «Στοιχεία για τη δεκαετία του ΄60» (από το βιβλίο ΒΟΛΟΣ-ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ)
4. Γιώργος Μακρής, Νίκος Τσιφόρος, «Ελληνική Μυθολογία»
Δεν ξέρω γιατί έλειπε η ποίηση από μια τέτοια βραδιά, ίσως γιατί η ποίηση είναι από μόνη της ερωτική, ίσως γιατί ο πεζός λόγος την ενσωματώνει όταν πρόκειται να υμνήσει τον έρωτα. ΄Ηταν ξεχωριστή εμπειρία το μοίρασμα κειμένων της ελληνικής πεζογραφίας μέσα από την ζωντανή ακρόαση, αλλά και την προσωπική πινελιά του καθενός από τους αναγνώστες που συνεισέφεραν τις προτιμήσεις τους, το ύφος και το συναίσθημά τους. Και του χρόνου…
Με χορηγούς επικοινωνίας το Δημοτικό Ραδιόφωνο Βόλου, την εφημερίδα Θεσσαλία, το περιοδικό WISH και το τηλεοπτικό κανάλι TRT, με τη φροντίδα του βιβλιοπωλείου Χάρτα, των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ και του ΔΗ.ΚΙ. Βόλου και με τις δημοσιογράφους Ελένη Σταμούλη και Ροσάνα Πώποτα να συντονίζουν τις αναγνώσεις και τη μουσική, απολαύσαμε μια ενδιαφέρουσα βραδιά.
Το πρόγραμμα περιλάμβανε έξι ενότητες. Ανάμεσα στις ενότητες τα μουσικά ταξίδια. Υπήρχαν διάφορες αποκλίσεις σχετικά με τη σειρά των αναγνώσεων, κάποιες άλλες, ελάχιστες ευτυχώς, παραλείφθηκαν, όπως θα μπορούσε κανείς να αναμένει σε μια εκδήλωση με τόσες πολλές συμμετοχές, αλλά σε γενικές γραμμές διαβάστηκαν αποσπάσματα από τα παρακάτω διηγήματα και μυθιστορήματα:
Α.
1. Θωμάς Κοροβίνης, Θράσος Καστανάκης, «Ο Χατζή Μανουήλ»
2. Βάσω Παπαγεωργίου, Άλκη Ζέη «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα»
3. Φωτεινή Καϊμάκη, Παύλος Νιρβάνας, «Το αγριολούλουδο»
4. Γιώτα Ασημακοπούλου, Ισίδωρος Ζουργός, «Αηδονόπιτα»
5. Γιώργος Θεοχάρης, Γρηγόριος Παλαιολόγος, «Προς νέαν, πρότασις σεμνοπρεπής γάμου»
Β.
1. Γιάννης Ατζάκας, Ρέα Γαλανάκη, «Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα»
2. Ασημένια Σαράφη, Ανδρ. Εμπειρίκος, «Ο Μέγας Ανατολικός»
3. Δημήτριος Βασιλός, Στρατής Τσίρκας, «Η χαμένη άνοιξη»
4. Αλέκος Δούρας, Μ. Καραγάτσης, «Το χαμένο νησί»
5. Μαίρη Γαβαλά, Μάρω Βαμβουνάκη, «Τα πράγματα που ζουν απ΄ το χαμό»
Γ.
1. Θωμάς Ψύρρας, Παύλος Νιρβάνας, «Ερωτικαί εκδικήσεις»
2. Νατάσα Καρακατσάνη, Λένα Διβάνη, «Τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω»
3. Κυριάκος Παπαγεωργίου, Οδυσσέας Ελύτης, «Σαπφώ»
4. Κώστια Κοντολέων, Μιχάλης Γκανάς, «Γυναικών – Μικρές και πολύ μικρές ιστορίες»
5. Ολυμπία Ντούμα, Αγγέλα Καστρινάκη, «΄Ερωτας στον καιρό της ειρωνείας»
Δ.
1. Μάνος Κοντολέων, Παντελής Καλιότσος, «Ποιους θα δαγκώσω άμα λυσσάξω»
2. Γιώτα Κούγιαλη, Μάρω Βαμβουνάκη, «Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο»
3. Δημήτρης Σφακιανάκης, Ιωάννης Κονδυλάκης, «Η πρώτη αγάπη»
4. Δημήτρης Κίτσιος, Παναγιώτης Μπαλτάκος, «Ερμοκοπίδες»
5. Μάκης Καραγιάννης, Ρέα Γαλανάκη, «Θα υπογράφω Λούι»
Ε΄
1. Γιάννης Μακριδάκης, Γαλάτεια Καζαντζάκη, «΄Αρρωστη πολιτεία»
2. Φιλοθέη Κολίτση, Ρέα Γαλανάκη, «Ελένη ή ο Κανένας»
3. Ειρήνη Σκουλή, Κώστας Ταχτσής, «Το τρίτο στεφάνι»
4. Χρήστος Ναούμ, Μ. Καραγάτσης, «Η μεγάλη χίμαιρα»
5. Ρίτα Βαρανάκη, Μάρω Βαμβουνάκη, «Το τραγούδι της μάσκας»
ΣΤ΄
1. Κώστας Ακρίβος, Νίκος Κοκάντζης, «Τζιοκόντα»
2. Μένια Συρούκη, Τάσος Χατζητάτσης, «Ακροτελεύτιοι εσπερινοί»
3. Νώντας Παπαγεωργίου, Θανάσης Βαλτινός, «Στοιχεία για τη δεκαετία του ΄60» (από το βιβλίο ΒΟΛΟΣ-ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ)
4. Γιώργος Μακρής, Νίκος Τσιφόρος, «Ελληνική Μυθολογία»
Δεν ξέρω γιατί έλειπε η ποίηση από μια τέτοια βραδιά, ίσως γιατί η ποίηση είναι από μόνη της ερωτική, ίσως γιατί ο πεζός λόγος την ενσωματώνει όταν πρόκειται να υμνήσει τον έρωτα. ΄Ηταν ξεχωριστή εμπειρία το μοίρασμα κειμένων της ελληνικής πεζογραφίας μέσα από την ζωντανή ακρόαση, αλλά και την προσωπική πινελιά του καθενός από τους αναγνώστες που συνεισέφεραν τις προτιμήσεις τους, το ύφος και το συναίσθημά τους. Και του χρόνου…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
