Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

IRVIN YALOM : Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΣΟΠΕΝΑΟΥΕΡ



Το περιεχόμενο της Θεραπείας του Σοπενάουερ είναι ξανά μια ψυχοθεραπευτική περιπέτεια, η οποία όμως δεν εκτυλίσσεται πια στο κλειστό σύστημα της ατομικής ψυχοθεραπείας. Ο συγγραφέας ξεναγεί εδώ τον αναγνώστη σ' ένα νέο θεραπευτικό χώρο. Αν στο Όταν έκλαψε ο Νίτσε μάς άνοιγε ένα παράθυρο στην προ-ψυχαναλυτική Βιέννη, αν Στο ντιβάνι μάς παρουσίαζε την κοινότητα της ατομικής ψυχοθεραπείας στην Αμερική, εδώ μας βάζει πίσω από τον μονόδρομο καθρέφτη να παρακολουθήσουμε τον μικρόκοσμο της ομαδικής ψυχοθεραπείας.
[...] Ο Γιάλομ διόλου δεν μεταμφιέζει τη διδακτική του πρόθεση στη Θεραπεία του Σοπενάουερ :
εδώ έχει συλλάβει και συνθέσει την ιστορία του με στόχο να διδάξει τη θεωρία και τις μεθόδους της ομαδικής ψυχοθεραπείας, αλλά και να συζητήσει τις φιλοσοφικές απαρχές της ψυχαναλυτικής θεωρίας, τη σχέση (και την αντίθεση) μεταξύ φιλοσοφίας και ψυχοθεραπείας, καθώς και ερωτήματα με τα οποία ασχολείται και στα προηγούμενα βιβλία του : Πώς επηρεάζουν τα μείζονα υπαρξιακά προβλήματα τις σχέσεις μας και τις αποφάσεις μας, τι είναι ιαματικό μέσα στη θεραπευτική διαδικασία και ποια είναι τα χαρακτηριστικά του καλού ψυχοθεραπευτή. Στην εξέλιξη της πλοκής - στην οποία το πρόσωπο που αποτελεί το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο τώρα και το χθες είναι ο Φίλιπ Σλέιτ, ένας άνθρωπος με μια βασανισμένη σεξουαλική εμμονή, που πιστεύει ότι γιατρεύτηκε ασπαζόμενος την κοσμοθεωρία του Άρθουρ Σοπενάουερ και διαμορφώνοντας τη ζωή του με βάση εκείνον ως πρότυπο - ο Γιάλομ παρεμβάλλει σύντομα μαθήματα για τη ζωή και το έργο του πεσιμιστή Γερμανού φιλοσόφου (1788-1860).
[...] Μάγος της περιγραφής των χαρακτήρων, ο Γιάλομ διατυπώνει ψυχαναλυτικού τύπου εικασίες για τη διαμόρφωση του ψυχισμού του Σοπενάουερ και παρακολουθεί τη ζωή του με τόση ενσυναίσθηση, ώστε ο αναγνώστης καταλήγει να νιώσει μεγάλη τρυφερότητα για τον μισάνθρωπο φιλόσοφο αλλά και τον άνθρωπο που αποτελεί τη " μετενσάρκωση " του φιλοσόφου στο σήμερα, του παγερού και απάνθρωπου στην απομόνωσή του Φίλιπ Σλέιτ. Η ψυχική περιπέτεια της ομαδικής ψυχοθεραπείας αποτελεί τις πιο ανθρώπινες, τις πιο ευάλωτες, τις πιο απροστάτευτες πτυχές ενός ανθρώπου που ως τώρα δεν προκαλούσε παρά μόνο αντιπάθεια.  Και αντίστροφα ξεσκεπάζει τα πιο σκοτεινά και δυσπροσάρμοστα σημεία της Παμ, μιας γυναίκας γοητευτικής, ευφυούς και λαμπερής, που ο Φίλιπ Σλέιτ έχει στοιχειώσει το παρελθόν της.
[…] Ο τίτλος του βιβλίου είναι αμφίσημος.  Η πρώτη σημασία είναι «ψυχοθεραπεία με τον Σοπενάουερ» - ο Φίλιπ Σλέιτ, ένας άνθρωπος με μια βασανιστική σεξουαλική εμμονή, πιστεύει ότι γιατρεύτηκε ασπαζόμενος την κοσμοθεωρία του Σοπενάουερ και διαμορφώνοντας τη ζωή του με βάση εκείνον ως πρότυπο.  Η δεύτερη σημασία γίνεται φανερή προς το τέλος του βιβλίου, όπου αναφέρονται διεξοδικά οι αμυντικοί τρόποι χάρη στους οποίους ο ίδιος ο Σοπενάουερ κατόρθωνε να αντεπεξέλθει στην ωμή πραγματικότητα της χωρίς ανθρώπινη ζεστασιά ζωής του:  Η φιλοσοφία του δεν ήταν παρά ένας τρόπος αυτοθεραπείας, ο οποίος δεν απέφερε τους καρπούς του παρά στο τέλος της ζωής του.  Τότε η μισανθρωπία του έγινε πιο ήπια και ο μισογυνισμός του, πράγμα που επέστρεψε στο τελευταίο του βιβλίο, το Πάρεργα και Παραλειπόμενα, να γίνει το πιο δημοφιλές φιλοσοφικό ανάγνωσμα εντός και εκτός Γερμανίας, χαρίζοντάς του τη διασημότητα και την αναγνώριση που πάντα λαχταρούσε.
[...] Στη Θεραπεία του Σοπενάουερ , περισσότερο από κάθε άλλο του έργο, ο Γιάλομ παρουσιάζει τον εαυτό του με την ελάχιστη μεταμφίεση. Από την άποψη της διαδικασίας, λοιπόν, η συγγραφή αυτού του βιβλίου είναι μια πράξη διαφάνειας του συγγραφέα.   Πέρα από τη μεταλλακτική δύναμη της ψυχοθεραπείας για τους θεραπευόμενους και τη γοητεία της για τους εκπαιδευόμενους, ο Γιάλομ δείχνει με τη μεγαλύτερη δυνατή παραστατικότητα στον αναγνώστη τη ζωογόνο δύναμή της για τον ίδιο τον θεραπευτή. [...] Η ίδια η πράξη της συγγραφής της Θεραπείας του Σοπενάουερ αφήνει να διαφανεί επίσης πόση δύναμη ζωής προσφέρει η λογοτεχνική δημιουργία στον ίδιο τον συγγραφέα.

 (Από το εισαγωγικό σημείωμα των μεταφραστών Ευαγγελίας Ανδριτσάνου - Γιάννη Ζέρβα)   
            
 Κάθε ανάσα που παίρνουμε απωθεί τον θάνατο που συνεχώς μας πολιορκεί. .. Στο τέλος ο θάνατος πρέπει να θριαμβεύσει, γιατί ορίστηκε για μας από τη γέννησή μας και παίζει  με το θύμα του μόνο για λίγο, πριν το καταβροχθίσει.  Κι όμως, συνεχίζουμε με μεγάλο ενδιαφέρον και με πολλή φροντίδα τη ζωή μας για όσο μεγαλύτερο διάστημα γίνεται, όπως θα φτιάχναμε μια σαπουνόφουσκα, όσο μεγαλύτερη μπορούμε, παρά την απόλυτη βεβαιότητά μας πως στο τέλος θα σκάσει (The World As Will and Representation του ΄Αρθουρ Σοπενάουερ)

Το ταλέντο είναι σαν το σκοπευτή που χτυπάει ένα στόχο, τον οποίο οι άλλοι δεν μπορούν να πετύχουν.  Η μεγαλοφυΐα είναι σαν το σκοπευτή που χτυπάει ένα στόχο, τον οποίο οι άλλοι δεν μπορούν καν να δουν.

Ο άνθρωπος είναι αδύνατο να ζήσει ευτυχισμένος.  Το καλύτερο που μπορεί να κατορθώσει είναι να ζήσει μια ηρωική ζωή.

΄Όταν στο τέλος της ζωής τους, οι περισσότεροι άνθρωποι κοιτάζουν προς τα πίσω, ανακαλύπτουν ότι έζησαν όλη τους τη ζωή εν αναμονή.  Με έκπληξη θα συνειδητοποιήσουν ότι αυτό που άφησαν να τους διαφύγει χωρίς να το εκτιμήσουν και να το απολαύσουν δεν ήταν άλλο από τη ζωή τους.  ΄Ετσι λοιπόν ο άνθρωπος, ξεγελασμένος από την ελπίδα, χορεύει προς την αγκαλιά του θανάτου (Σοπενάουερ, Πάρεργα και Παραλειπόμενα).

Το λουλούδι απάντησε: Ανόητε! Φαντάζεσαι πως ανθίζω για να με δουν; Ανθίζω για δικό μου λογαριασμό, επειδή έτσι μ΄ αρέσει, κι όχι για τους άλλους.  Η δική μου χαρά πηγάζει από το γεγονός ότι υπάρχω και ανθίζω (Σοπενάουερ, Πάρεργα και Παραλειπόμενα).

Βεβαιώσου ότι οι αντικειμενικές σου κρίσεις δεν είναι στο  μεγαλύτερο μέρος τους συγκαλυμμένες υποκειμενικές γνώμες (νεανική συμβουλή Σοπενάουερ προ ς τον ωριμότερο εαυτό του)

Αν σωπάσω για το μυστικό μου, το κρατώ φυλακισμένο.  Αν το αφήσω να ξεφύγει από τη γλώσσα μου, με κρατάει εκείνο.  Στο δέντρο της σιωπής κρέμονται οι καρποί της γαλήνης (Σοπενχάουερ, Πάρεργα και Παραλειπόμενα)

Σε τι συμπεράσματα έφτασε ο Σοπενχάουερ από τη δική του εσωτερική γνώση του σώματός του; ΄Ότι μέσα μας, και σ΄ ολόκληρη τη φύση, υπάρχει μια ακατάβλητη, αχόρταγη, πρωτόγονη ζωική δύναμη, που την ονόμασε βούληση… Θέλουμε, θέλουμε, θέλουμε.  Για κάθε μία ανάγκη που φτάνει στο συνειδητό, υπάρχουν δέκα ανάγκες που περιμένουν στις πτέρυγες του ασυνείδητου.  Η βούληση  μας καθοδηγεί ακατάπαυστα, γιατί, μόλις μια ανάγκη ικανοποιείται, αντικαθίσταται σε λίγο από μια άλλη, κι έπειτα από άλλη κι άλλη για όλη μας τη ζωή… Επομένως, τι άλλο είναι η ανθρώπινη ζωή παρά ένας ατελείωτος κύκλος επιθυμίας, ικανοποίησης, πλήξης και πάλι επιθυμίας;  … Στους ανθρώπους, γράφει ο Σοπενάουερ όσο αυξάνεται η ευφυΐα, τόσο αυξάνεται και η ένταση της δυστυχίας (σελ. 330-331)

΄Όταν ταξιδεύεις στη θάλασσα και το πλοίο ρίξει άγκυρα σ΄ έναν όρμο, βγαίνεις να βρεις νερό και στο δρόμο μαζεύεις κανένα κοχύλι  και κανένα βολβό.  Πάντα όμως πρέπει να έχεις το νου σου στο καράβι, και πάντα να κοιτάς πίσω, μήπως κάποια στιγμή ο καπετάνιος του καραβιού φωνάξει, κι αν σε καλέσει, εσύ πρέπει να ξεφορτωθείς όσα μάζεψες, μην τυχόν σε κουβαλήσουν στο σκάφος δεμένο σαν τα πρόβατα.
΄Ετσι συμβαίνει και με τη ζωή του ανθρώπου.  Αν αντί για κοχύλια και βολβούς, σου έχει δοθεί γυναικούλα και παιδί, τίποτε δεν σ΄ εμποδίζει να τα έχεις.  Αν όμως σε καλέσει ο καπετάνιος, τρέξε στο πλοίο κι άστα όλα, και μη γυρίσεις να κοιτάξεις πίσω.  Κι αν είσαι γέρος, μην απομακρυνθείς ποτέ από το καράβι, μην τυχόν σε φωνάξουν και δεν είσαι εκεί (χωρίο του Επίκτητου, σελ. 348)

Η ζωή μπορεί να συγκριθεί μ΄ ένα κομμάτι κεντητό ύφασμα, που στο πρώτο μισό ο άνθρωπος το βλέπει από την καλή του μεριά και στο δεύτερο  μισό από την ανάποδη.  Η δεύτερη  μεριά δεν είναι τόσο ωραία, αλλά είναι πιο εποικοδομητική, γιατί βοηθάει τον άνθρωπο να δει πώς συνδέονται μεταξύ τους τα νήματα (Σοπενχάουερ, Πάρεργα και Παραλειπόμενα)

 Μια διατύπωση του Σοπενάουερ που με βοήθησε ήταν η ιδέα ότι η σχετική ευτυχία πηγάζει από τρεις πηγές:  Από αυτό που είσαι, από αυτό που έχεις κι από αυτό που αντιπροσωπεύεις στα μάτια των άλλων.  Εκείνος μας προτρέπει να δίνουμε προσοχή μόνο στο πρώτο και να μη χτίζουμε πάνω στο δεύτερο και το τρίτο, γιατί αυτά τα δύο δεν τα ελέγχουμε (σελ. 380)

Ιδωμένη από τη σκοπιά της νεότητας, η ζωή είναι ένα απείρως μακρύ μέλλον:  από τη σκοπιά των γηρατειών μοιάζει μ΄ ένα πολύ σύντομο παρελθόν.  Ταξιδεύοντας με ένα καράβι, τα αντικείμενα στην ακτή γίνονται όλο και μικρότερα κι όλο και πιο δύσκολα τα αναγνωρίζουμε και τα ξεχωρίζουμε.  ΄Ετσι γίνεται και με τα χρόνια μας που πέρασαν, με όλα τους τα γεγονότα και τις δραστηριότητες (Σοπενάουερ, On the Different Periods of Life)

‘Όταν του περιέγραψα τη ρουτίνα της σεξουαλικής αποπλάνησης που ακολουθούσα κάθε βράδυ και τον ρώτησα αν αυτό τον σόκαρε ή τον αηδίαζε, απάντησε ότι του φαινόταν εξαιρετικά πληκτικό.  Η απάντησή του με ξύπνησε.  Μ΄ έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο αυθαίρετος ήταν ο χαρακτηρισμός που έδινα εγώ σ΄ αυτή την επαναληπτική μου συμπεριφορά θεωρώντας τη συναρπαστική… Κάποτε με ρώτησε τι επιτύμβιο θα μπορούσε να γραφτεί στον τάφο μου.  Ο Τζούλιους πρότεινε το εξής : «πήδαγε αβέρτα»… ΄Ηθελε να με σοκάρει, να με ξυπνήσει (σελ. 409)

Ο Σοπενάουερ μας προτρέπει να ζήσουμε και να βιώσουμε τη ζωή στο τώρα και να μη ζούμε με την «ελπίδα» κάποιου μελλοντικού καλού.  Δυο γενιές αργότερα ο Νίτσε θ΄ άκουγε την πρόσκλησή του και θ΄ ανακήρυσσε την ελπίδα τη μεγαλύτερη μάστιγα του ανθρώπου.  Κατηγόρησε με τη μεγαλύτερη δριμύτητα τον Πλάτωνα, τον Σωκράτη και τον Χριστιανισμό, επειδή έστρεψαν την προσοχή μας μακριά από τη μοναδική ζωή που διαθέτουμε, προς ένα μελλοντικό απατηλό κόσμο (σελ. 414)

Κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να χαλαρώσουν τα δικά τους δεσμά, κι όμως μπορούν να λυτρώσουν τους φίλους τους (Νίτσε)

Στο τέλος της ζωής του κανένας άνθρωπος, αν είναι ειλικρινής κι έχει σώας τας φρένας,  δεν εύχεται ποτέ να μην ξαναζήσει από την αρχή.  Αντί γι΄ αυτό θα προτιμήσει σαφώς την πλήρη ανυπαρξία (The World As Will and Representation του ΄Αρθουρ Σοπενάουερ)

«Είναι εκεί που ο Ζαρατούστρα λέει «Αυτό ήταν η ζωή;  Ε, τότε, άλλη μια φορά» (σελ. 462)


Ο Σοπενάουερ φλερτάρει με μια μορφή αθανασίας (αλλά  δεν την παντρεύεται).  Κατά την άποψή του η εσωτερική μας φύση είναι άφθαρτη, γιατί δεν είμαστε τίποτε άλλο από μια εκδήλωση της ζωικής δύναμης, βούληση, πράγμα καθεαυτό που υπάρχει αιώνια.  ΄Ετσι ο θάνατος δεν είναι πραγματικός αφανισμός.   Όταν τελειώσει η ασήμαντη ζωής μας, θα ενωθούμε ξανά με την πρωτόγονη ζωική δύναμη που υπάρχει πέρα από το χρόνο (σελ. 471-472)

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

IRVIN D. YALOM: ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΠΙΝΟΖΑ



Ποιος ήταν ο Σπινόζα; Αυτή η θαρραλέα μορφή του 17ου αιώνα,  αυτός ο μεγαλοφυής φιλόσοφος που με το έργο του επηρέασε την παγκόσμια σκέψη, και ο οποίος σε ηλικία εικοσιτριών ετών μετατράπηκε σε αποσυνάγωγο για ολόκληρη την εβραϊκή κοινότητα του ΄Αμστερνταμ, καθώς και για την ίδια του την οικογένεια;  Ποια ήταν η εσωτερική του ζωή; Και σε τι οφειλόταν, ακριβώς δύο αιώνες αργότερα, η έλξη που άσκησε στον «φιλόσοφο»  τα ων Ναζί ο Σπινόζα;  Γιατί λεηλάτησαν τη βιβλιοθήκη του, αλλά δεν έκαψαν τα βιβλία του;  Ποιο ήταν το «πρόβλημα Σπινόζα» στο οποίο αναφέρονταν;  Αυτά τα ερωτήματα απασχολούν εδώ και άρα πολλά χρόνια τον ψυχίατρο και μυθιστοριογράφο ΄Ιρβιν Γιάλομ.  Στο συναρπαστικό καινούριο του μυθιστόρημα, Το πρόβλημα Σπινόζα, δεν εξανθρωπίζει μόνο τον φιλόσοφο, αλλά αποκαλύπτει την αφετηρία και το νόημα αυτής της ισχυρής μα αινιγματικής εμμονής.

Εστιάζει το βλέμμα του στον ΄Αλφρεντ Ρόζενμπεργκ, τον Ναζί ιδεολόγο που ευθυνόταν κυρίως για το διανοητικό πρόγραμμα του κόμματός του.  Ο Ρόζενμπεργκ κατατρύχεται από την πνευματική κληρονομιά του ήρωά του, του Γκαίτε, από τη στιγμή που ανακαλύπτει ότι ο ποιητής έτρεφε θαυμασμό για τον Σπινόζα:  ΄Έναν αποσυνάγωγο Εβραίο, που η κοινότητά του τον κατηγόρησε ως αιρετικό και για τον οποίο ο Ρόζενμπεργκ νιώθε σεβασμό και απώθηση μαζί.

Με τους παράλληλους βίους του Σπινόζα και του Ρόζενμπεργκ, ο Γιάλομ ρίχνει ένα διεισδυτικό βλέμμα στους κινδύνους που ελλοχεύουν στην αναζήτηση της σοφίας και στις συμφορές που ακολουθούν όποιον είναι αρκετά θαρραλέος – ή αρκετά ανόητος – ώστε να αποπειραθεί να ζήσει σαν φιλόσοφος. 

 Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

Ας Γελάσω....



Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ : ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣΥΝΗΣ
                                   Διηγήματα – Νουβέλες
Η Λιτανεία των Ασεβών, Το Συναξάρι των Αμαρτωλών

Περιεχόμενα:  Ο άνθρωπος με το κανελί πανωφόρι
                        Το νερό της βροχής
                        Νυχτερινή Ιστορία
                        Από τη ζωή του Μιχάλη Ρούση
                        Λειτουργία σε λα ύφεσις
                         Η μεγάλη βδομάδα του πρεζάκη
                        Μπουχούνστα
                        Ο άνθρωπος με το φλεμόνι
                        Το αρχοντικό
                        Βασιλική
                        Ο εξωμότης Παναγής Μαυρόπουλος
                        Το μπουρίνι (α΄ εκδοχή)


                        Στο τέλος του μεσοπολέμου, ο Καραγάτσης έγραψε ένα παράξενο αφήγημα, που με κράτησε για πολύ καιρό προσηλωμένο στις σελίδες του και μου έδωσε ένα στίγμα, για να βρω ένα τρόπο να οργανώσω τα βήματα της διερεύνησής μου μέσα στον πολυσύνθετο κόσμο των μικρών του ιστοριών. Είναι το διήγημα Ο άνθρωπος με το κανελί πανωφόρι, ένας ρεμβασμός, μια κατανυκτική συνάντηση μ΄ ένα φάσμα, μια παρουσία, στον ύπνο ή τον ξύπνο, μυστηριακό κρυπτογράφημα όπου ένιωσα να ανιχνεύεται η βασική γραμμή που διαπερνά και τονίζει τον διηγηματογραφικό τρόπο και κόσμο του συγγραφέα.  Μέσα σε ένα υποβλητικό κλίμα νησιωτικής νύχτας που γέρνει προς το χάραμα, αναδύεται από τη θάλασσα μπροστά στα έκπληκτα μάτια του νεαρού πεζογράφου η φασματική μορφή του μεγάλου δασκάλου της ελληνικής διηγηματογραφίας, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.  Το αφήγημα ξεδιπλώνει μια απόκοσμη συνομιλία.  Από τη μια ο βλάσφημος οιηματίας που ποθεί να βιώσει το δράμα του κόσμου έξω από κάθε ψευδαίσθηση πίστης, από την άλλη ο αναπαυμένος μέσα στην πίστη αθώος απολογητής της ανθρώπινης ταπεινότητας, της εσωτερικής ησυχίας, της υπομονετικής εγκαρτέρησης, έξω από κάθε κοσμική και ιστορική πλάνη, που αποδέχεται μόνο την αλήθεια του μύθου…. Κι όμως.  Οι ρόλοι σιγά σιγά αρχίζουν να αντιστρέφονται.  Ο οσιακός γέρος γίνεται το απειλητικό, πονηρό φάσμα, κι ο νεαρός αυθάδης είναι ο αγνός και ανύποπτος που ψελλίζει εξορκιστικές φράσεις πασχίζοντας να διαλύσει τον εφιάλτη και να σωθεί από τον πειρασμό, μέχρι που τελικά ξεσπά σε λυγμούς αγαπητικής παράδοσης, ερωτικής λατρείας, καθώς μένει μόνο μέσα στα χέρια του, όταν ο ίσκιος χάνεται με το αυγινό φέγγος, το ποτισμένο από αμαρτία και αγιοσύνη, δυσώδες και μυρωμένο, πανωφόρι του εγκόσμιου ερημίτη. 
Ο εξωμότης αυτός του κόσμου, ο «λιποτάχτης της διαιώνισης» με τις άπειρες απωθήσεις που τις μετουσίωσε σε εκστατικές σελίδες απλοϊκής και ευλαβικής έμπνευσης, δεν μπορεί πια να ανακουφίσει την ανησυχία του νέου σύγχρονου ανθρώπου και συγγραφέα, του ποτισμένου με το αφιόνι της αμφιβολίας, της δίψας για εμπειρίες και κατακτήσεις, του μηδενιστή που ωστόσο θέλει να συνεχίσει να αγαπά και να υπάρχει, χωρίς βεβαιότητες και ιδεατές ονειροφαντασίες, αλλά  με πόνο και συντριβή μπροστά στην ίδια τη ζωή και το θάνατο που ποθεί να τα κοιτάξει ηρωικά και κατάματα.  Μολαταύτα ο νεαρός συγγραφέας νιώθει ακόμη να μαγνητίζεται από τη συγκινητική αγαθότητα και παραίτηση του γέροντα διηγηματογράφου.  Νιώθει να γοητεύεται από την υπερούσια ποίηση της φωνής του….. Ο Παπαδιαμάντης είναι ένας δυστυχισμένος παρίας, ένας καταφρονεμένος και ταπεινός της ζωής, ένας καταντημένος του περιθωρίου… Είναι ο άνθρωπος με το ρυπαρό και βαρύτιμο κανελί πανωφόρι, που περισσότερο ονειρεύτηκε παρά έζησε….Είναι κι αυτός ένας άλλος άνθρωπος με το φλεμόνι, που τον περιγελούν οι πόρνες για την αλλόκοτη σχέση του με τις αδέσποτες γάτες της γειτονιάς – μια μορφή καλοκάγαθης μισανθρωπίας -  είναι η Βασιλική, που για τα μάτια του κόσμου και της ιστορίας ήταν μια καταραμένη προδότρια, ενώ στην πραγματικότητα, αν και πουλημένη, ήταν εκείνη που έσωσε τόσους και τόσους από τα νύχια του Αλή, είναι ο εξωμότης που κι εκείνος πλήρωσε άλλων τις αμαρτίες και θεωρήθηκε ένας τρισάθλιος τουρκεμένος χωρίς μερίδιο σε καμιά δικαίωση, είναι ο πρεζάκης που περιφέρεται χαμένος μέσα στην πένθιμη ατμόσφαιρα των Παθών μιας Μεγαλοβδομάδας μέχρις ότου τον πάρει ένα πλοίο μακριά απ΄ την αστική κόλαση, στη φυγή προς άλλους κόσμους, άγνωστους, ίσως λυτρωτικούς…., είναι η γυναίκα του μικρέμπορου που κοιτάζει δακρυσμένη το νερό της βροχής, καταδικασμένη να ζήσει την ασκήμια της μικροαστικής θηριωδίας,  μέχρι τέλους σιωπηλή, ολομόναχη, απειλημένη, ψυχικά νεκρή, είναι οι κολίγοι του θεσσαλικού κάμπου, οι χωρικοί, οι επαρχιώτες, οι απόκληροι, δέσμιοι της γης τους, της σκοτεινής τους συνείδησης, της αφέλειας, της ενοχής, της ασυνείδητης απόγνωσης που τους οδηγεί σε μια στωική σκληρότητα όλο ανθρωπιά, στον μίζερο ξεπεσμό, την παραδοχή της ανημπόριας, τον τρόμο και την υποταγή στο μοιραίο.   Ο Γέρος της Σκιάθου ενσαρκώνει σαν εικόνα όλους αυτούς που ζουν μια πικρή, ανώνυμη, δυστυχισμένη ζωή, όλα αυτά τα θύματα του εαυτού τους και της ύπαρξης ταυτοχρόνως, τα γεμάτα από τραγικό μεγαλείο…..

                        Ο Καραγάτσης είναι ο μικρός Μιχάλης Ρούσης, ο μετέπειτα φιλόδοξος μουσικός της Λειτουργίας, που ζει κάτω από την καταπιεστική σκιά του πατέρα, απέναντι σ΄ έναν άσωτο και αδύναμη αδελφό, αυτός που εξιδανικεύει τη μητέρα και που καλλιεργεί ένα πελώριο υπερεγώ, που ζει στον κλειστό κύκλο της αστικής οικογένειας, τον προστατευτικό και συνάμα τραυματικό, που βρίσκει διέξοδο στην τέχνη, που θέλει να τολμήσει την πατροκτονία…..να οδηγηθεί επιτέλους έστω και καταματωμένος στην ιστορική δικαίωση, τη νίκη του θανάτου μέσα από τη φήμη και τη διαιώνιση….

                        Ο Καραγάτσης είναι ένας διχασμένος.  Και σαν διχασμένος σκύβει, αρπάζει και φιλάει το κανελί πανωφόρι.  Αυτό το ύφασμα που απορροφά και μεταμορφώνει την αντίφαση της ζωής.   Σε τίμιο κράμα αμαρτίας και αγιοσύνης.  Αυτό ακριβώς που ο ίδιος δεν μπορεί να κάνει,  κομμένος ανάμεσα στα δυό, ζώντας αυτή την αντίφαση σαν ένα δραματικό και βέβηλο κοντράστο,   σαν ένα εξιλαστικό, αλλά και βασανιστικό,  μαρτύριο – λιτανεία ασέβειας, συναξάρι αμαρτίας – ή μπορεί και σαν ένα όνειρο οργιαστικής τρέλας, σε κάποια πόλη θα έλεγες βγαλμένη από έναν υπερρεαλιστικό Γκογκολ, την Μπουχούνστα. Κάτι σαν τα Σόδομα και τα Γόμορρα του παραμυθιού, ενός παραμυθιού όμως που στάζει φαρμάκι ανάμεικτο με πηχτό αίμα, όπου ο φθόνος, η κτηνωδία, η προστυχιά, ο ξεπεσμός, ο φόνος, η ανθρωπιά, η ομορφιά, η φυσική μαγεία, η λαγνεία, κάθε κοσμική ευτέλεια και σαγήνη, κάθε ζωική αποφορά κι ευωδία, ενώνονται σ΄ ένα μοναδικό μπαρόκ παραλήρημα, σπάραγμα δίχως αρχή και δίχως τέλος, ένα λυσσαλέο ξέσπασμα ζωής και θανάτου, που δεν βρίσκει γαλήνη, ένα τερατώδες κρεσέντο φαντασμαγορικής απόγνωσης… 

«Κόκκος άμμου ο άνθρωπος στην απαλάμη του Θεού!»

Από την ΕΙΣΑΓΩΓΗ του Στρατή Πασχάλη

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Γιάννης Καλπούζος: ΣΕΡΡΑ Η Ψυχή του Πόντου




Στις 24 Απριλίου 1915 οι οθωμανικές δυνάμεις απελαύνουν εκατοντάδες επιφανείς Αρμένιους από την Κωνσταντινούπολη πυροδοτώντας έτσι σειρά διωγμών που συνεχίσθηκαν τα επόμενα χρόνια.  Η μέρα αυτή ονομάζεται Ημέρα Μνήμης και αποτελεί το πρώτο σχέδιο μαζικής εξόντωσης ενός έθνους που έλαβε χώρα στον 20ο αιώνα, τον προάγγελο του εβραϊκού ολοκαυτώματος.
Βασικοί πρωτεργάτες, η ζοφερή τριανδρία των πασάδων Τζεμάλ, Εμβέρ και Ταλαάτ.

Ενόψει του εκτοπισμού των Αρμενίων από την Τραπεζούντα τον Ιούνιο του 1915, ένα κορίτσι που μοιάζει να το ζωγράφισε ο ίδιος ο Θεός καταφεύγει στο σπίτι ενός αγνώστου.  Στην Ορντού ένα άλλο κορίτσι εύπορης ελληνικής οικογένειας ετοιμάζεται για τον γάμο της και πασχίζει να οραματισθεί το μέλλον μ΄ έναν άντρα τον οποίο ελάχιστα γνωρίζει.
Ο χαρισματικός, θρήσκος και θεματοφύλακας των ηθών της εποχής Γαληνός Φιλονίδης διχάζεται ανάμεσα σε δυο γυναίκες, δοκιμάζεται μπροστά στις ιδέες του,  έρχεται αντιμέτωπος με την αγριότητα και το μίσος, συντρίβεται και θέτει σαν στόχο της ζωής του να εκδικηθεί εκείνον που του προκάλεσε τον μέγα πόνο.
Στο παρασκήνιο της μυθοπλασίας ιχνογραφείται ο Πόντος μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών, η ομογενοποίηση των φυλών με συνδετικό κρίκο μα και άλλοθι την θρησκεία, ο φόβος, η μισαλλοδοξία και ο εθνικισμός που ενσπείρουν οι Νεότουρκοι και σ τη συνέχεια οι Κεμαλιστές, η καθημερινή ζωή στα πρώτα χρόνια της Σοβιετικής ΄Ενωσης, οι διώξεις των Ελλήνων επί Στάλιν, τα στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία και οι στέπες του Καζακστάν με αφόρητους καύσωνες το καλοκαίρι και σφοδρό ψύχος τον χειμώνα, οι πόθοι, τα πάθη και τα δεινά των Ποντίων.
Κι όλα, μέσα από το πολυσχιδές ταξίδι που γράφει η ζωή και το ταξίδι που γράφεται για τη ζωή, να φαντάζουν φλόγες και κινήσεις του ποντιακού χορού σέρρα, του χορού της φωτιάς.


-         Το νερό στο ποτάμι κυλά δίχως να σε ρωτά.  ΄Ετσι κι η ζωή.  Ωστόσο, ημπορείς να κάμεις βάρκα, γέφυρα, φράγμα.  Κι άμα τίποτε από τούτα δεν αξιωθείς, πάσχισε να βλέπεις τη ζωή σου πώς ταξιδεύει στον κόσμο κι ας σε σέρνει το ρεύμα.  Δεν είναι καθόλου ασήμαντο να καταφέρνεις να στοχάζεσαι πάνω στην ίδια την ύπαρξή σου. (σελ. 66)

          - ΄Αμα στη χαραματιά που άνοιξες στην πόρτα της ψυχής σου χωρά να διαβεί βελόνι, αύριο θα χωρά το χέρι που θα την ανοίξει διάπλατα.  Και θα ΄ναι για καλό ή για κακό.  Μα ποιος ημπορεί να το γνωρίζει αποξαρχής;  Και μήπως η ψυχή δεν ανοίγει μονάχη της χαραματιές; (σελ. 79)

- ΄Όταν η προσωπική μας ζωή βάλλεται και αποχρωματίζεται, θαρρούμε ότι ξεβάφει κι όλος ο κόσμος.  Απεναντίας όταν μας κατακλύζει ευφορία, σμικρύνονται στα μάτια μας τα δεινά του κόσμου (σελ. 88).

- ΄Όταν μιλάς στον κίνδυνο,  μην απορείς γιατί σου αποκρίνεται (σελ. 95)

- Δεν υπάρχει σήμερα χωρίς χθες και αντίστροφα.  Κι αν ξεχνάς εσύ το παρελθόν σου και δε χρησιμοποιείς τις πέτρες του, το θυμούνται άλλοι, ξεδιαλέγοντας ή παραχαράζοντάς το, και κτίζουν καταπώς τους βολεύει.  Και πια μονάχα τούτο το κτίσμα φανερώνεται στα μάτια του κόσμου, μα μ΄ έναν τρόπο και στα δικά σου (σελ. 98)…. Εφόσον η καλή πράξη οδηγεί κοντά στο Θεό, εγώ πρέπει να σ΄ ευχαριστήσω.  Γιατί μου έδωκες την ευκαιρία να την κάμω.

- Λογαριάζει ο άνθρωπος  και σχεδιάζει καταπώς θα προσδοκούσε να κυλήσει η ζωή κι όχι ανιχνεύοντας τις πατημασιές του χτες και του σήμερα, που αχνά ή ολοφάνερα μαρτυρούν τί θα συμβεί αύριο.  Αλλά κι αν διαβλέψει κανείς τον έναν κίνδυνο και προφυλαχτεί, σάμπως δε στοχάστηκε σωστά και δε μέτρησε με προσοχή όλα τ΄ αχνάρια;  ΄Όχι πάντα, γιατί ενίοτε τα φέρνει έτσι η ζωή και δεν ξέρεις πόθεν και πώς να φυλαχτείς (σελ. 109)

-         ΄Αμα εισχωρεί σε ό,τι ονοματίζει κανείς έρωτα το δίστρατο ή το ζύγισμα της μιας και  της άλλης απόφασης, αναμφίβολα λείπει το μέγα πάθος.  Σα να γράφεις ποίημα δίχως ή με ολίγη ποίηση.  ΄Η μήπως δεν ευσταθεί τούτο; (σελ. 121)

-         Η λογική πάντα κατακτάται από το συναίσθημα.  ΄Όμως, ενεργώντας   
            χθόνια  και παραπλανητικά, αποφασίζει ενίοτε ή πολλάκις, κόντρα σ΄ αυτό κι
            ας παραμένει υπό κατοχή (σελ. 167).

-         Σκορπάει ο Θεός στον ουρανό τους βόλους του, τεντώνει το χέρι και πότε πιάνει πλανήτη δίχως φως, πότε μετεωρίτη και πότε ήλιο λαμπερό.  Μονάχα που δανείζεται κάθε φορά το δικό μου ή το δικό σου χέρι (σελ. 194)

-         ΄Αμα γνωρίζεις πόσα σκαλοπάτια κατέβηκαν ορισμένοι άνθρωποι από την αξιοπρέπεια  και την ευημερία στην καταισχύνη και στην εξαθλίωση, αλλιώς μετράς το κάθε βήμα σου, αλλιώς στοχάζεσαι τα της ζωής σου κι αλλιώς, πιο λεύτερη βγαίνει η ανάσα σου (σελ. 199)


-         Κι όταν λες δε συμμετέχω, είναι παρούσα η απουσία σου.  Ανεξαρτήτως εάν θα αποβεί σε καλό ή σε κακό (σελ. 221)

-         Κάθε άνθρωπος, είτε το κατέχει είτε όχι, κουβαλά απάνω του ιστορία χιλιετιών.  Γνωρίζοντάς την, ανακαλύπτει, συγχρόνως και τον εαυτό του (σελ. 251)


-         Η αποκάλυψη της οδυνηρής αλήθειας συνεπάγεται τον σχηματισμό μιας διαφορετικής εικόνας  για το πρόσωπο του εξομολογουμένου.  Ενίοτε στρέφεται κι εναντίον του ιδίου εκ των έσω και μεταβάλλει το χαρακτήρα του.  Αντιθέτως το ψέμα ή η απόκρυψη της αλήθειας πολλάκις προστατεύουν προς κάθε κατεύθυνση (σελ. 281).

-         ΄Άλλο είναι να διαβάζεις εκ των υστέρων την ιστορία κι άλλο να τη βιώνεις όταν γράφεται και καλείσαι  να επιλέξεις ποιο μονοπάτι θα τραβήξεις δίχως να γνωρίζεις τίποτε για το αύριο (σελ. 289).


-         Ακόμα και μια πέτρα μπορεί να γίνει δάσκαλός σου.  Αρκεί να σκύψεις και να την αφουγκραστείς (σελ. 318).
-         Λέγουν ότι μες στην ψυχή μάχεται το φως με το σκοτάδι.  ΄Όμως σε κάποιους ποτέ δε γίνηκε τέτοιο πάλεμα.  Λέγουν πως στο λογισμό του ανθρώπου χορεύουν μυριάδες σκέψεις, ανακατώνονται μεταξύ τους, ξεμπλέκονται και ξανοίγονται για καθεμιά στράτες πολλές, μα όχι σε όλους (σελ. 329)

-         Μέσα μας κοιμούνται άγρια θηρία κι ίσως βοηθήσουν οι συνθήκες και το ήμερο της ψυχής να μην ξυπνήσουν ποτέ.  ΄Ισως (σελ. 334)


-         Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα.  Ο σκοπός και τα μέσα αγιάζονται από το αποτέλεσμα.  ΄Όμως ποιος κρίνει και πώς κρίνεται το αποτέλεσμα; (σελ. 342)
-         ΄Αλλους ο πόνος τους γιομίζει με μίσος κι άλλους τους κάμνει πιο σοφούς.  ΄Όμως και μέχρι να φτάσει κανείς στη σοφία, δε σημαίνει ότι δε βούτηξε πρωτύτερα στα πηγάδια του μίσους (σελ. 352)

         ΝΕΟΙ ΤΟΠΟΙ , ΜΙΣΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

-         Συνήθως γι΄ αλλού ξεκινάμε κι αλλού καταλήγουμε.  Στοχεύουμε στο όνειρο και μπορεί να σημαδέψουμε τον εφιάλτη.  Το απροσδόκητο και το αναπάντεχο καραδοκεί παντού και πάντα.  Ξεφυτρώνουν ή ξεπηδούν αιφνιδίως κι όσα πασχίζει κανείς να καταπνίξει μέσα του ή θαρρεί ότι κρύβεται πίσω τους και ανατρέπουν την προσχεδιασμένη πορεία (σελ. 387)

-         Το κεντρί της μέλισσας αποκολλάται απ΄ το σώμα της μέλισσας με το τσίμπημα, με αποτέλεσμα να πεθαίνει και η ίδια.  Απεναντίας το κεντρί της σφήκας δύναται να επιτύχει πολλαπλά τσιμπήματα.  Η διαφορά με τους ανθρώπους είναι ότι μπορούν να είναι και μέλισσες και σφήκες (σελ. 419)

-         ΄Ολοι λέγουν την αλήθεια, πλην όσοι ψεύδονται συνειδητά.  Γιατί καταπώς νογά ο καθένας τον κόσμο, νογά και την αλήθεια (σελ. 425)

-         ‘ Όταν λες κοιτάζω μπροστά, πρόσεξε μήπως θωρείς σε καθρέφτη (σελ. 436)

-         Αν έχεις ένα δικαστή που μπορεί να σταθεί κοντύτερα από όλους στο ύψος του Θεού, να ξεύρεις ότι τούτος θα σε κοιτάζει και θα σε δικάζει με το βλέμμα των παιδιών σου (σελ. 479).

        ΓΑΛΗΝΗ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

-         Λόγια και πράξεις πολλών, από όσους έλαχε ν΄ ανταμώσεις στη ζωή σου,  καρτερούν να τ΄ ανακαλύψεις  και να τους δώσεις την προσοχή που τους αξίζει.  Γιατί δρασκελιά τη δρασκελιά κρύβεται στο παρελθόν η γνώση που παραμέλησες  ----- Το πρόβλημα είναι πώς σώζεται κανείς από το θηρίο του και τα θηρία των αλλονών.  Εγώ έναν μονάχα τρόπο βρήκα.  Ν΄ ακολουθώ τις Θείες Γραφές.  Ν΄ αποδιώχνω τον θυμό και το μίσος, να κάμνω το καλό, να μη βλάπτω τον διπλανό μου, να βοηθάω τον πεινασμένο και τον αδικημένο.  Κι όταν τα καταφέρνω όλα τούτα, απλώνεται μέσα μου ηρεμία και φως.  Αγαλλιάζεται η ψυχή μου.  Ξεύρεις γιατί; Γιατί έτσι πλησιάζεις στο φως του Θεού (σελ. 543 Φεϊζέλ Κιουλκάν)

-         Το σκοτάδι υπάρχει είτε το θέλεις είτε όχι.  Σε σένα εναπόκειται αν θ΄ ανάψεις το φως.  Κι ας είναι ηλεκτρικό ή άλλης λογής…..Κάποτε εισέβαλαν ληστές στο σπίτι ενός σοφού. ΄Επιασαν από το πανέρι ένα ροδάκινο, το ακούμπησαν στο τραπέζι και του έθεσαν το εξής δίλημμα:  ΄Αμα καταφέρεις να το μικρύνεις, δίχως να το ζουλήξεις ή να το κόψεις, δε θα σε βλάψουμε.  Αλλιώς θα χάσεις τη ζωή σου.  Ο σοφός πήγε στο μποστάνι του κι έφερε ένα καρπούζι.  Το ροδάκινο δίπλα του φάνταζε πολύ μικρότερο.  Προσπαθώ να πω ότι πολλές φορές διογκώνουμε την αξία μιας ιδέας ή μιας ενέργειάς μας (σελ. 587)

-         Η γνώση ωσάν μούστος σου πρωτοδίνεται κι ωσότου γενεί καλό κρασί μετριέται με το χρόνο, τις συνθήκες και τη φροντίδα σου.  Ημπορεί κοντολογίς να γίνει και ξύδι (σελ. 614).

-         Ο Φεϊζέλ Κιουλκάν ήταν εκατό τοις εκατό Τούρκος και άνθρωπος.  Ο Κριτόδημος εκατό τοις εκατό ΄Ελληνας, κακοήθης και αχρείος.  Ρώσος και Τούρκος ο Χαμζά Χαφίζ.  Ρωμιός και άνθρωπος ο ΄Ομηρος Σεμενιάδης, ο νονός και θετός πατέρας μου, για χάρη του οποίου πήρες και το όνομά σου.  Ρώσος, τομάρι και κάθαρμα ο Ρούρικ.  Ιταλός και άνθρωπος ο Βερονέζι.  Λαζός, άθλιος, απόβρασμα και μακελάρης ο Τοπάλ Οσμάν.  Απ΄ τους μεν και τους δε, διαλέγω τους ανθρώπους ανεξαρτήτως φυλής (σελ. 627).




Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

Στο σκοτάδι μπορείς να φανταστείς τα πάντα.



ROBERT MENASSE:  Η ΄Εξωση από την Κόλαση
Μτφρ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος
Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ


Γιατί ο Βίκτορ Αμπαβανέλ, διάσημος αυστριακός ιστορικός, είκοσι πέντε χρόνια μετά την αποφοίτησή του από το λύκειο, αποφασίζει να καταγγείλει δημόσια το ναζιστικό παρελθόν των παλιών του καθηγητών;  Και τι τον συνδέει με τον Μενασέ μπεν Ισραέλ, μαράνο (βίαια εκχριστιανισμένο εβραίο) που γεννιέται στη Λισαβόνα το 1604, υφίσταται τις ταπεινώσεις και τις απειλές της κοινωνίας της εποχής του, όπου επικρατεί ο θρησκευτικός φανατισμός και το μίσος κατά των Ιουδαίων, καταφεύγει στην Ολλανδία, ανακτά την εβραϊκή του ταυτότητα και γίνεται διάσημος ραβίνος και δάσκαλος του Σπινόζα;
Μ΄ ένα επιδέξιο παιχνίδι αντικατοπτρισμών, ο Ρόμπερτ Μενάσε υφαίνει μια αριστουργηματική αφήγηση με συνεχή φλας μπακ, που συνδέουν τη μοίρα τα ων μαράνων με τα ταμπού της σύγχρονης Αυστρίας.
Οι αναλογίες ανάμεσα στους δύο ήρωες είναι πολλές και ορισμένες φορές ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι αποτελούν ένα και το αυτό πρόσωπο.  Ο άνθρωπος του 17ου αιώνα φαίνεται να μετενσαρκώνεται σ΄ εκείνον του 20ου, έστω κι αν οι ιστορίες, οι ρυθμοί και το ύφος διαφέρουν: και οι δύο ήρωες γίνονται προδότες, υιοθετώντας τους κώδικες και τη συμπεριφορά των διωκτών τους.  Και οι δύο νιώθουν φόβο μπροστά στη βία των ισχυρών, και προσπαθούν να παραμείνουν αόρατοι για να αποφύγουν την οργή των άλλων.
Ωστόσο, μας λέει ο συγγραφέας, παρά τις ομοιότητες, η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ποτέ.  Οι δύο ήρωες διαφοροποιούνται, τελικά, από τον τρόπο με τον οποίο σπάζουν τη σιωπή τους, ενώ και ο Μενάσε διαφοροποιεί τους αφηγηματικούς του τρόπους:  χρησιμοποιεί τους κώδικες της κωμωδίας όταν μιλά για τον Βίκτορ, αλλά δεν το κάνει ποτέ όταν εξιστορεί τη ζωή του Μενασέ.  ΄Εστω κι αν υπάρχει πνευματική, ανθρώπινη, διανοητική συγγένεια, αυτή σταματά στα μύχια σύνορα του προσώπου, στην ικανότητά του να μιλά, να φωνάζει ή να αφηγείται ιστορίες, προκειμένου να αντισταθεί στα οδυνηρά συμβάντα της ιστορίας.

ΒΙΚΤΟΡ
Η κυριολεξία:  Το δαχτυλίδι είναι, ας πούμε, το δαχτυλίδι; Ναι; Λάθος!  Τόσο λάθος που, από αυτή τη διαφορά ανάμεσα σε δαχτυλίδι και δαχτυλίδι, από αυτή την άβυσσο ανάμεσα στην κυριολεξία και την πραγματικότητα, ξεπήδησε η περιφρόνηση που επί τόσα χρόνια έμελλε να νιώθει η Χίλντεγκουντ για τον Βίκτορ… Γιατί ο κόσμος δεν λειτουργούσε κατά γράμμα;  Είχε μια μητρική γλώσσα, βελτιωνόταν εκεί σε μια ξένη γλώσσα, η οποία ήταν μάλιστα η πατρική του γλώσσα, κι ωστόσο δυνάμωνε μέσα του η αίσθηση ότι του έλειπαν οι λέξεις.  Δεν πα ΄να ήξερε εκατό γλώσσες;  Την πραγματικότητα, τη ζωή την ίδια, δεν θα την κατείχε ποτέ, η πραγματικότητα περιείχε τόσα πράγματα, υπήρχαν κώδικες που δεν τους καταλάβαινε, σημασίες οι οποίες δεν ταυτίζονταν με τις σημασίες των λέξεων (σελ. 199)
ΜΑΝΕ
Οι χριστιανοί τα παίρνουν όλα κατά λέξη, αυτό είναι το πρόβλημα με τους χριστιανούς.  Διαβάζουνε ότι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στο Χριστό είναι σαν τα ξερά κλαδιά που τα καίμε, και καίνε ανθρώπους σαν να ήτανε ξερόκλαδα.  ΄Ανθρωποι που τα παίρνουν όλα κατά λέξη, ακόμη κι αν αυτό έχει τέτοιες συνέπειες, πρέπει να είναι πολύ αναίσθητοι.  Χρειάζονται, λοιπόν, άλλα συναισθήματα.  Αυτό είναι το πάθος.  Είναι το συναίσθημα των χριστιανών.  Ας πούμε, ο ωραίος ουρανός πάνω από τον κόσμο του χάρτινου συναισθήματος των βιβλίων.  Χωρίς να εννοούν και να νιώθουν το ανθρώπινο.  Να πιστεύεις στο Θεό, στο κάλλος της δημιουργίας, στη δημιουργικότητα γενικά, στον εαυτό σου ως άνθρωπο, και την ίδια στιγμή να καις, να καταστρέφεις ανθρώπους, να αισθάνεσαι βαθιά και να μην έχεις συμπόνοια – αυτό το μπορεί μόνο όποιος πιστεύει αποκλειστικά στο γράμμα και έχει μάθει να ακολουθεί το γράμμα (σελ. 219).
Οι μετανάστες εβραίοι από την Ισπανία.
Δεν υπήρχε πρόσβαση στη θάλασσα.  Κι όπου υπήρχε πρόσβαση στη θάλασσα, δεν υπήρχαν καράβια.  Κι αν υπήρχαν καράβια, δεν ήταν για υπερπόντια ταξίδια.  Υπήρχαν ψαράδες που τα μάτια τους είχαν γίνει κόκκινα και κίτρινα από τη λαχτάρα για τα λεφτά των απελπισμένων που τους ζητούσαν να τους «βγάλουν έξω».  Που αγόραζαν ένα ταξίδι τοπ οποίο έφτανε ως εκεί που άντεχαν να πάνε οι ψαρόβαρκες.  Οι ψαρόβαρκες επέστρεφαν, και οι πρόσφυγες είχαν πάρει το τελευταίο τους μάθημα:  δεν τους έλειπε μόνο η πίστη στον Ιησού Χριστό, τους έλειπαν επίσης, και προπάντων τα βράγχια (σελ. 224).
Ουριέλ ντα Κόστα
Στην Πορτογαλία και στην Ισπανία οδηγούσαν στο Δικαστήριο χριστιανούς επειδή τους υποπτεύονταν ότι εφάρμοζαν κρυφά τους εβραϊκούς διατροφικούς νόμους, ενώ στο εβραϊκό ΄Αμστερνταμ καταγγέλλονταν εβραίοι ως ύποπτοι ότι, στα κρυφά, δεν εφάρμοζαν αυτούς τους νόμους (σελ. 406).
Βίκτορ
Ο Βίκτορ ζούσε σε διαρκή φόβο.  Δεν ήταν πια ο φόβος της σωματικής βίας, αλλά ο φόβος για την τρομοκρατία του αποκλεισμού.  Του αποσυνάγωγου.  Θεατρικά στιλέτα έχυναν αληθινό αίμα.  Η τυφλότητα των βλεμμάτων απειλούσε να σκοτώσει (σελ. 411).

Βάλτερ Βίλχελμ Φρίντριχ Μάιερ :  Η Θεμελίωση του Γερμανικού Βϊου από την Εβραϊκή Φυλή Σημ :  Οι Γερμανοί είναι επομένως εβραίοι.  Οι Ολλανδοί είναι εβραίοι …(σελ. 422)

«ώσπου ο Μπαρούχ, ο πάντα
αδάκρυτος
να στρώσει λιμάροντας γύρω σου το
γωνιώδες
ακατανόητο,
το δάκρυ που βλέπει»
  Paul Celan

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

ΧΑΡΟΥΚΙ ΜΟΥΡΑΚΑΜΙ: Ο ΚΑΦΚΑ ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ

Μερικές φορές το πεπρωμένο είναι σαν μια μικρή αμμοθύελλα που αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση. Κι εσύ μπορείς να αλλάξεις κατεύθυνση, αλλά η αμμοθύελλα σε κυνηγάει. Στρίβεις ξανά, η αμμοθύελλα όμως σε ακολουθεί και συνεχίζεις ακατάπαυστα, σαν να χορεύεις ένα δυσοίωνο χορό με τον θάνατο λίγο πριν ξημερώσει. Γιατί; Επειδή αυτή η αμμοθύελλα δεν ήρθε από κάπου μακριά, δεν είναι κάτι που δεν έχει σχέση με σένα. Αυτή η αμμοθύελλα είσαι εσύ. Βρίσκεται μέσα σου. ΄Ετσι δεν έχεις παρά να της παραδοθείς, να μπεις μέσα της, να κλείσεις τα μάτια σου και να βουλώσεις τα αυτιά σου, για να μην περάσει μέσα σου η άμμος, και βήμα βήμα να τη διασχίσεις. Δεν υπάρχει ήλιος εκεί, ούτε φεγγάρι ούτε πυξίδα, καμιά αίσθηση του χρόνου. Μόνο η υπέροχη λευκή άμμος που στροβιλίζεται και υψώνεται ψηλά στον ουρανό σαν σκόνη από κονιορτοποιημένα οστά. Μια τέτοια αμμοθύελλα πρέπει να φανταστείς. Και πρέπει στ΄ αλήθεια να περάσεις μέσα από αυτή την άγρια, μεταφυσική, συμβολική αμμοθύελλα. Ανεξάρτητα από το πόσο μεταφυσική ή συμβολική είναι, εσύ μην κάνεις το λάθος και την παραβλέψεις: θα σε χαρακώσει βαθιά, σαν χίλια ξυραφάκια. Εκεί πολλοί θα ματώσουν, αλλά θα ματώσεις κι εσύ. Καυτό κόκκινο αίμα. Το αίμα ετούτο θα βάψει τα χέρια σου, αίμα δικό σου και των άλλων. Και μόλις η θύελλα κοπάσει, δε θα θυμάσαι πώς κατάφερες να τη διασχίσεις, πώς κατάφερες να επιζήσεις. Στην πραγματικότητα, δεν θα γνωρίζεις πως η θύελλα κόπασε. ΄Ένα όμως είναι βέβαιο. ΄Όταν βγεις από εκεί μέσα, δε θα είσαι το ίδιο άτομο με εκείνο που μπήκε. Περί αυτού πρόκειται.

Μια σκοτεινή, πανταχού παρούσα λίμνη.
Πιθανόν να ήταν πάντοτε εκεί, κρυμμένη κάπου. ΄Όταν όμως έρχεται η ώρα, αναδύεται αθόρυβα και παγώνει κάθε κύτταρο του σώματός σου. Βυθίζεσαι μέσα σ΄ αυτό το βασανιστικό κατακλυσμό και αγωνίζεσαι να πάρεις ανάσα. Κολλάς σ΄ ένα άνοιγμα κάπου στο ταβάνι, αγωνίζεσαι, αλλά ο αέρας που κατορθώνεις να ανασάνεις είναι καυτός και καίει το λαιμό σου. Νερό και δίψα, πάγος και λάβα: αυτά τα αντίθετα στοιχεία συνδυάζονται για να σε βασανίσουν. Ο κόσμος είναι απέραντος, αλλά το μέρος που είναι για σένα – και δε χρειάζεται να είναι πολύ μεγάλο – δεν υπάρχει πουθενά. Αναζητάς μια φωνή, αλλά τι είναι αυτό που σου απαντάει; Η σιωπή. Το μόνο που ακούς ξανά και ξανά και ξανά είναι τη φωνή αυτού του οιωνού. Υπάρχουν φορές που ετούτη η προφητική φωνή θέλει να ξεκλειδώσει το μυστικό που κρύβεται μέσα στον εγκέφαλό σου. Η καρδιά σου είναι σαν ένα μεγάλο ποτάμι ύστερα από μια μεγάλη βροχερή περίοδο, ένα ποτάμι που οι όχθες του ξεχειλίζουν. ΄Ολοι οι οδοδείκτες που κάποτε ορθώνονταν στο χώμα έχουν εξαφανιστεί, μούσκεψαν και παρασύρθηκαν από τα νερά. Η βροχή συνεχίζει να μαστιγώνει την επιφάνεια του νερού. Κάθε φορά που βλέπεις τέτοια πλημμύρα στις ειδήσεις, λες στον εαυτό σου:   Αυτή είναι.  Αυτή είναι η καρδιά μου (σελ. 19)                                                                                          

Φαντάσου ένα τραίνο που κινείται πάνω στις ράγες. Το φορτίο σε κάποιο βαγόνι εξαφανίζεται. ΄Ένα βαγόνι που μένει άδειο εσωτερικά – αυτό είναι απώλεια. Όταν ολόκληρο το βαγόνι εξαφανιστεί, είναι έλλειψη. Υπάρχει επομένως σημαντική διαφορά ανάμεσα στην απώλεια μνήμης και στην έλλειψη μνήμης (σελ. 103).

 Σε λίγη ώρα τα όρια της συνείδησής του άρχισαν να φτερουγίζουν σαν τις πεταλούδες. Πέρα από αυτά τα όρια απλωνόταν μια σκοτεινή άβυσσος. Κάπου κάπου η συνείδησή του πετούσε πέρα από αυτό το όριο και μετεωριζόταν πάνω από ετούτη την ιλιγγιώδη μαύρη χαράδρα. Ο Νακάτα όμως δε φοβόταν το σκοτάδι ούτε το βάθος. Και γιατί να το φοβηθεί; Αυτός ο απύθμενος σκοτεινός κόσμος, αυτή η βαριά σιωπή και το χάος, ήταν παλιός του φίλος, ένα ήδη δικό του κομμάτι. Ο Νακάτα το καταλάβαινε πολύ καλά. Σ΄ εκείνον τον κόσμο δεν υπήρχε γραφή, δεν υπήρχαν μέρες της εβδομάδας, κανένας τρομακτικός κυβερνήτης, δεν υπήρχε όπερα ούτε BMW. Δεν υπήρχαν ψαλίδια ούτε ψηλά καπέλα. Ούτε και τα νόστιμα χέλια όμως, τα λαχταριστά κουλουράκια με πελτέ φασολιών. ΄Όλα υπάρχουν εκεί, αλλά όχι ξεχωριστά τμήματα. Και εφόσον δεν υπάρχουν τμήματα, δεν χρειάζεται να αντικαταστήσεις το ένα με το άλλο. Δεν υπάρχει λόγος να αφαιρέσεις τίποτα ή να προσθέσεις κάτι. Δε χρειάζεται να σκεφθείς κάτι δύσκολο, απλώς αφήνεσαι και βυθίζεσαι μέσα του (σελ. 139)

Τα περισσότερα γεγονότα ξεχνιούνται με το πέρασμα του χρόνου. Ακόμα και ο ίδιος ο πόλεμος, ο αδυσώπητος αγώνας που δώσαμε για να κρατηθούμε στη ζωή, τώρα μοιάζει με μακρινή ανάμνηση. Είμαστε τόσο παγιδευμένοι στην καθημερινότητά μας, ώστε τα γεγονότα του παρελθόντος, όπως τα άστρα που έχουν σβήσει, δεν ακολουθούν πλέον την τροχιά της σκέψης μας. Είναι τόσο πολλά αυτά που είμαστε αναγκασμένοι να σκεφτόμαστε καθημερινά, τόσο πολλά όσα πρέπει να μάθουμε… ΄Οσος χρόνος κι αν περάσει όμως, ανεξάρτητα του τι μεσολαβεί, υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν μπορούμε να τα πετάξουμε στη λήθη, μνήμες που αρνούνται να σβηστούν. Παραμένουν πάντα μέσα μας, σαν λυδία λίθος και για μένα ό,τι συνέβη στο δάσος εκείνη την ημέρα είναι ένα από αυτά (σελ. 158).

Ανθρακωρύχος και Παπαρούνες του Σόσεκι Νατσούμε (σελ. 170)

Είναι όλα θέμα φαντασίας. Η ευθύνη μας αρχίζει μαζί με την ικανότητά μας να φανταζόμαστε. ΄Όπως είπε και ο Γέιτς: Στα όνειρα αρχίζει η ευθύνη. Αν το αντιστρέψεις, θα μπορούσες να πεις ότι αν δεν υπάρχει η ικανότητα της φαντασίας, δεν υπάρχει ευθύνη (σελ. 211)

Φοβάσαι τη φαντασία. Και ακόμη περισσότερο τα όνειρα. Φοβάσαι την ευθύνη που αρχίζει από τα όνειρα. ΄Όταν είσαι ξύπνιος, μπορείς να καταπιέσεις τη φαντασία. Δεν μπορείς όμως να καταπιέσεις τα όνειρα (σελ. 221)  

ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΩ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΙΣ ΤΗ ΣΙΩΠΗ

Υπάρχουν πολλοί ήχοι εδώ: το τιτίβισμα των πουλιών, οι θόρυβοι από όλα τα είδη των εντόμων, το κελάρυσμα του ρυακιού, το θρόισμα των φύλλων. Η βροχή πέφτει, κάτι γρατζουνάει τη στέγη του σπιτιού και μερικές φορές ακούω απερίγραπτους ήχους που δεν μπορώ να εξηγήσω. Δεν ήξερα πως ο κόσμος είναι γεμάτος με τόσο πολλούς όμορφους, φυσικούς ήχους (σελ. 241)

- Ψάχνεις κάτι, αλλά ταυτόχρονα τρέχεις να το αποφύγεις με όλη σου τη δύναμη (΄Οσιμα)
- Από την εμπειρία μου, όταν κάποιος προσπαθεί πάρα πολύ να κερδίσει κάτι, δεν το καταφέρνει ποτέ. Και όποιος τρέχει για να αποφύγει κάτι, αυτό συνήθως τον προλαβαίνει.
- ΄Ο, τι κι αν είναι αυτό που ψάχνεις, δεν θα έρθει με τη μορφή που το περιμένεις (σελ. 245)

Υπάρχει μονάχα ένα είδος ευτυχίας, αλλά η δυστυχία εισβάλλει με πολλές μορφές και μεγέθη. Είναι αυτό που είπε ο Τολστόι: η ευτυχία είναι μια αλληγορία, η δυστυχία είναι μια ιστορία (σελ. 251)

Στη ζωή κάθε ανθρώπου υπάρχουν μερικά σημεία χωρίς επιστροφή. Και σε ορισμένες ελάχιστες περιπτώσεις, δε γίνεται να προχωρήσεις πέρα από αυτά τα σημεία. Αν μας συμβεί κάτι τέτοιο, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποδεχτούμε αδιαμαρτύρητα το γεγονός. ΄Ετσι επιβιώνουμε (΄Οσιμα σελ. 258).

Αυτοί που με αηδιάζουν περισσότερο από όλα είναι οι άνθρωποι χωρίς φαντασία. Το είδος που ο Τ.Σ ΄Ελιοτ αποκαλεί «κούφιοι άνθρωποι». Εκείνοι που μπαλώνουν την έλλειψη φαντασίας με άψυχα κομματάκια από άχυρο, μη έχοντας συνείδηση του τι κάνουν. ΄Ασπλαχνοι, σου πετούν πολλές κούφιες λέξεις, προσπαθώντας να σε αναγκάσουν να κάνεις ό,τι δεν θέλεις (σελ. 288).

Η ειρωνεία καθιστά τον άνθρωπο βαθύτερο, τον βοηθάει να ωριμάσει. Σ΄ ένα άλλο υψηλότερο επίπεδο, αυτός είναι ο δρόμος για τη λύτρωση, εκεί όπου μπορεί να βρεθεί ένα πιο οικουμενικό είδος ελπίδας. Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί απολαμβάνουν να διαβάζουν τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες ακόμα και σήμερα, γι΄ αυτό θεωρούνται αρχετυπικά κλασσικές. ΄Όλα στη ζωή είναι μια μεταφορά. Οι άνθρωποι δεν συνηθίζουν να σκοτώνουν τον πατέρα τους και να πλαγιάζουν με τη μητέρα τους, σωστά; Μ΄ άλλα λόγια, αποδεχόμαστε την ειρωνεία μέσα από τον μηχανισμό που ονομάζεται μεταφορά. Και μέσω αυτής ωριμάζουμε και γινόμαστε βαθύτερες ανθρώπινες υπάρξεις (΄Οσιμα σελ. 316)

Μια θεωρία είναι ένα πεδίο μάχης μέσα στο μυαλό σου (σελ. 321)

 Ιστορίες του Φεγγαρόφωτου και της Βροχής του Ακινάρι Ουέντα (σελ. 356).

Είσαι ερωτευμένος μ΄ ένα κορίτσι που δεν υπάρχει πια, ζηλεύεις ένα αγόρι που έχει φύγει για πάντα. Ακόμη κι έτσι το συναίσθημα που νιώθεις είναι πιο πραγματικό και πιο οδυνηρό απ΄ ό,τι έχεις νιώσει ποτέ. Και δεν υπάρχει τρόπος να απαλλαγείς. Καμιά πιθανότητα να δραπετεύσεις. Καμιά πιθανότητα να βρεις διαφυγή. Περιπλανιέσαι στο λαβύρινθο του χρόνου και το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι πως δεν έχεις καμιά επιθυμία να βγεις από ΄κει (σελ. 381).

- ΄Όταν ήμουν δεκαπέντε, το μόνο που ήθελα ήταν να δραπετεύσω σε έναν άλλο κόσμο, έναν τόπο όπου δεν θα μπορούσε να με φτάσει κανείς. ΄Έναν τόπο έξω από το χρόνο (μις Σαέκι).
- Ναι, αλλά δεν υπάρχει τέτοιος τόπος σε αυτόν τον κόσμο.
- Ακριβώς, Κι αυτός είναι ο λόγος που συνεχίζω να ζω εδώ, σ΄ ετούτο τον κόσμο, όπου τα πράγματα φθείρονται συνεχώς, όπου ην καρδιά είναι ευμετάβλητη κι ο χρόνος κυλάει ασταμάτητα (σελ. 390).

Η δύναμη που θέλω να αποκτήσω δεν είναι του τύπου κερδίζεις ή χάνεις. Δε θέλω ένα τοίχο ο οποίος θα αποκρούει την επίθεση που θα δέχεται απέξω. Εκείνο που θέλω είναι το είδος της δύναμης το οποίο θα μπορέσει να απορροφήσει αυτή την εξωτερική δύναμη χωρίς να λυγίσει. Τη δύναμη που αντέχει σιωπηλά, που αντέχει το άδικο, την ατυχία, τη θλίψη, τα λάθη τις παρεξηγήσεις (σελ. 489).

Είμαι ο Κάφκα στην ακτή, της λες. Ο εραστής σου και ο γιος σου. Το αγόρι πο το έλεγαν Κρόου. Εμείς οι δυο δε μπορούμε να ελευθερωθούμε. Είμαστε παγιδευμένοι σε μια δίνη που μας έλκει πέρα από το χρόνο. Σε κάποιο σημείο μας χτύπησε κεραυνός, αλλά όχι το είδος του κεραυνού που μπορείς να ακούσεις ή να δεις (σελ. 493).

Πες ότι ένας άνεμος φυσάει. Μπορεί να είναι ένας δυνατός, βίαιος άνεμος ή ένα απλό αεράκι. Κάποια στιγμή όμως όλοι οι άνεμοι πεθαίνουν και σβήνουν. Ο αέρας δεν έχει μορφή. Δεν είναι παρά μια απλή κίνηση. Πρέπει να τον ακούσεις προσεκτικά κι έπειτα θα καταλάβεις τη μεταφορά…απλώς μην κλείσεις τα αυτιά σου. Αφουγκράσου. Φαντάσου πως είσαι ένα κοχύλι (σελ. 518).

 Ξαπλώνεις στο κρεβάτι και σβήνεις το φως, ελπίζοντας πως θα σε επισκεφθεί σε τούτο το δωμάτιο. Δεν είναι απαραίτητο να έρθει η πραγματική μις Σαέκι – ακόμα και η δεκαπεντάχρονη σου αρκεί. Δεν έχει σημασία ποια μορφή θα πάρει – ζωντανό πνεύμα ή φαντασίωση – αλλά πρέπει να τη δεις, πρέπει να την έχεις δίπλα σου, Το μυαλό σου είναι τόσο γεμάτο από εκείνη, έτοιμο να εκραγεί, το σώμα σου είναι έτοιμο να τιναχτεί στον αέρα, να γίνει κομμάτια. Κι όμως, όσο κι αν λαχταράς να έρθει εδώ, όσο κι αν περιμένεις, εκείνη δεν εμφανίζεται. Το μόνο που ακούς είναι το σιγανό φύσημα του ανέμου, τα πουλιά που γουργουρίζουν μέσα στη νύχτα. Κρατάς την αναπνοή σου, τα μάτια σου καρφωμένα στο σκοτάδι. Ακούς τον άνεμο, προσπαθείς να τον αποκωδικοποιήσεις, παλεύεις να συλλάβεις κάποιο ίχνος από το τι θα μπορούσε να σημαίνει. Το μόνο που υπάρχει γύρω σου και σε κυκλώνει είναι οι διαφορετικές αποχρώσεις του σκότους. Στο τέλος, παραιτείσαι, κλείνεις τα μάτια και αφήνεσαι να σε πάρει ο ύπνος (σελ. 545).

-Οι αναμνήσεις σε ζεσταίνουν εσωτερικά, αλλά και σε διαλύουν επίσης.
-Το μόνο που καταλαβαίνω είναι το παρόν (Νακάτα)
-Εγώ ακριβώς το αντίθετο (μις Σαέκι) σελ. 599

Το δάσος είναι κατά βάθος δικό μου κομμάτι. Η διαδρομή που διανύω είναι μέσα μου. ΄Όπως το αίμα που κυλάει στις φλέβες, εκείνο που αντικρίζω είναι ο εσωτερικός εαυτός μου, κι αυτό που μοιάζει απειλητικό δεν είναι παρά ο απόηχος του φόβου στην καρδιά μου. Το δίχτυ της αράχνης που απλώνεται τεντωμένο είναι το δίχτυ που υπάρχει μέσα μου. Τα πουλιά που κρώζουν πάνω μου, είναι τα πουλιά που εγώ έθρεψα στο μυαλό μου. Αυτές οι εικόνες ξεφύτρωσαν μέσα στο μυαλό μου και ρίζωσαν εκεί (σελ. 611).

 Βαδίζω πλάι στην ακτή της συνείδησης. Κύματα της συνείδησης ορμούν και αποσύρονται αφήνοντας κάτι γραμμένο εκεί, αλλά αμέσως μετά καινούρια κύματα εισβάλλουν και τα σβήνουν. Προσπαθώ να διαβάσω στα γρήγορα τι είναι γραμμένο εκεί, ανάμεσα στο ένα κύμα και στο άλλο, αλλά είναι δύσκολο. Πριν προλάβω να το διαβάσω, το επόμενο κύμα το σβήνει. Το μόνο που απομένει είναι αινιγματικά αποσπάσματα (σελ. 612)

Με το πέρασμα της ώρας απαλλάσσομαι από τον εαυτό μου. Η ψυχή μου αποβάλλει τα σκληρά της ενδύματα, γίνεται μια μαύρη κουρούνα και κάθεται ψηλά στο κλαδί ενός πεύκου στον κήπο και κοιτάζει το τετράχρονο αγόρι στη βεράντα. Μεταλλάσσομαι σε μια μαύρη κουρούνα που αναπτύσσει τις θεωρίες της. - Δεν έπρεπε να σε εγκαταλείψει τότε κι εσύ δεν έπρεπε να εγκαταλειφθείς. Τα περασμένα όμως είναι σαν το σπασμένο γυαλί. Δεν γίνεται να το ξανακολλήσεις, σωστά; - Η μητέρα σου ένιωθε μέσα της τρομερά φοβισμένη και θυμωμένη. ΄Όπως είσαι τώρα εσύ. Αυτός ήταν ο λόγος που αναγκάσθηκε να σε εγκαταλείψει. - Παρότι με αγαπούσε; - Παρότι σε αγαπούσε, αναγκάσθηκε να σε εγκαταλείψει. Πρέπει να καταλάβεις πώς ένιωθε τότε και να το αποδεχτείς. Να καταλάβεις τον υπέρμετρο φόβο και θυμό που βίωνε και να τον νιώσεις σαν να ήταν δικός σου – μόνο έτσι δε θα τον κληρονομήσεις ούτε θα τον επαναλάβεις. Το κυριότερο είναι το εξής: να τη συγχωρέσεις. Είναι ο μόνος τρόπος να σωθείς (σελ.613)

Η σιωπή γινόταν βαθιά, τόσο που αν αφουγκραζόσουν προσεκτικά, μπορούσες να συλλάβεις τον ήχο της Γης να περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της (σελ. 633)

-Εσύ έχεις αναμνήσεις; (Κάφκα)
- ΄Όχι, δεν έχω. Σε ένα τόπο όπου ο χρόνος δεν είναι σημαντικός, δεν είναι ούτε και η μνήμη. Ο χρόνος έχει απορροφηθεί μέσα μου και δεν μπορώ να ξεχωρίσω το ένα πράγμα από το άλλο (μις Σαέκι)
- Οπότε η μνήμη δεν είναι ιδιαίτερα σημαντική εδώ.
- Η μνήμη δεν είναι τόσο σημαντική εδώ. Η βιβλιοθήκη είναι που χειρίζεται τις αναμνήσεις (σελ. 672)

- Έκαψα όλες τις αναμνήσεις μου. ΄Εγιναν καπνός και χάθηκαν στον αέρα. ΄Ετσι, δε θα μπορώ να θυμάμαι για πολύ ακόμα διάφορα πράγματα – συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου που πέρασα μαζί σου… Θέλω να με θυμάσαι. Αν με θυμάσαι εσύ, δε με νοιάζει αν με ξεχάσουν όλοι οι άλλοι (μις Σαέκι)
- Είναι τόσο σημαντικές οι αναμνήσεις;
- Σε μερικές περιπτώσεις είναι ό,τι πιο σημαντικό υπάρχει
- Εσύ όμως έκαψες τις δικές σου
- Δε μου χρειάζονταν πια (σελ. 675)

Κλείνω τα μάτια μου. Βρίσκομαι στην παραλία και είναι καλοκαίρι. Είμαι ξαπλωμένος σε μια σεζλόνγκ. Νιώθω τον σκληρό καμβά πάνω στο δέρμα μου. Ανασαίνω τη θαλασσινή αύρα και την παλίρροια. Ακόμη και με τα μάτια μου κλειστά, ο ήλιος με τυφλώνει. Ακούω τον ήχο των κυμάτων να σκάνε στην ακτή. Ο ήχος αυτός πότε υποχωρεί και πότε πλησιάζει, σαν να είναι ο χρόνος εκείνος που τα αναστατώνει. Κάπου κοντά, κάποιος με ζωγραφίζει σε ένα πίνακα. Και δίπλα του κάθεται μια νέα κοπέλα με ένα κοντομάνικο γαλάζιο φόρεμα, κοιτάζοντας προς την δική μου κατεύθυνση. ΄Εχει μακριά μαλλιά, ένα ψάθινο καπέλο με λευκή κορδέλα και φτυαρίζει την άμμο. ΄Εχει σταθερά, μακριά δάχτυλα – δάχτυλα πιανίστριας. Τα απαλά σαν από πορσελάνη χέρια της αστράφτουν στο φως του ήλιου. ΄Ένα φυσικό παιχνιδιάρικο χαμόγελο στα χείλη της. Είμαι ερωτευμένος μαζί της. Κι εκείνη είναι ερωτευμένη μαζί μου. Αυτή είναι η ανάμνηση (σελ. 676)

- Κάφκα, θα με συγχωρέσεις;
- ΄Εχω το δικαίωμα να το κάνω;
- Αν ο θυμός και ο φόβος δεν σε εμποδίζουν.
- Μις Σαέκι, αν πραγματικά έχω το δικαίωμα να το κάνω, τότε ναι, σε συγχωρώ. Μητέρα, λες σε συγχωρώ.
Και μόλις ακούγονται αυτά τα λόγια, ο πάγος στην καρδιά σου λιώνει (σελ. 678).

Ο καθένας μας χάνει κάτι πολύτιμο. Χαμένες ευκαιρίες, χαμένες δυνατότητες, συναισθήματα που δεν θα ξανανιώσουμε ποτέ. ΄Όλα αυτά είναι μέρος της ζωής. Μέσα στο κεφάλι μας όμως – τουλάχιστον εκεί το φαντάζομαι εγώ – υπάρχει ένας μικρός χώρος όπου αποθηκεύουμε τις αναμνήσεις. ΄Ένα δωμάτιο σαν τα ράφια αυτής της βιβλιοθήκης. Και προκειμένου να κατανοήσουμε τη λειτουργία της δικής μας καρδιάς, πρέπει να συντάσσουμε συνεχώς καινούριες λίστες. Πρέπει όμως πότε πότε να τον ξεσκονίζουμε, να τον αερίζουμε, να αλλάζουμε το νερό στα βάζα με τα λουλούδια. Με άλλα λόγια, είσαι ο μόνιμος ένοικος της δικής σου προσωπικής βιβλιοθήκης (σελ. 710)