Πέρα απ΄ τον τόπο με τις οξιές, στην κορφή της χαράδρας που είναι το πιο απάτητο μέρος στα Κιμιντένια, η μεγάλη αρκούδα είχε κάμει ανάμεσα σε δυο βράχους τη φωλιά της. Την έστρωσε με πυκνόφυλλα κλαδιά, και μ΄ άλλα κλαδιά έφραξε τη μπούκα της. Σα γέννησε το μικρό της, στην αρχή του καλοκαιριού, πήγε και ξερίζωσε άγρια θάμνα κ΄ έφραξε ακόμα πιο πολύ τη φωλιά της. ΄Ετσι θαρρεί πώς είναι ασφαλισμένη απ΄ το μάτι τ΄ ανθρώπου.
Το μικρό το αρκούδι τώρα πια μπορεί να καταλαβαίνει πολλά πράματα. Καταλαβαίνει πως το μέλι που του φέρνει η μάνα του, διαγουμίζοντας τις φωλιές των αγριομελισσών, είναι πιο καλό απ΄ τα βαλανίδια και τα σκουλήκια. Καταλαβαίνει πως έξω απ΄ τη φωλιά τους, όπου είναι κλεισμένο απ΄ τον καιρό που γεννήθηκε, πρέπει να ΄ναι ένας παράξενος κόσμος από όμορφα και φοβερά πράματα – από δέντρα, από ποτάμια από σκυλιά και ανθρώπους. ΄Όμως ποτές δεν τα είδε. Και κάθε μέρα τώρα που μεγάλωσε, παρακαλεί τη μεγάλη αρκούδα, τη μάνα του:
«Πάρε με μαζί σου. Πότε θα ΄ρθώ μαζί σου να τα δω;»
«Ακόμα λίγο», του λέει εκείνη. «Ακόμα λίγο να μεγαλώσεις».
Μοναχά σαν έρχουνται σεληνοφώτιστες νύχτες, η μεγάλη αρκούδα ξεθαρρεύεται και βγάζει το μικρό της στην μπούκα της φωλιάς τους. Κάθουνται τότε κει, τυλιγμένοι απ΄ το πράσινο φως, στο ψήλος της μεγάλης χαράδρας, κ΄ η αρκούδα λέει στο μικρό της την ιστορία των προγόνων τους.
Κατοικούσαν, λέει, τους παλιούς χρόνους στα βουνά του Λιβάνου. Ζούσανε ήσυχα εκεί, όταν τους μυρίστηκαν τα κοπάδια οι άνθρωποι κι άρχισαν να τις σκοτώνουν. Κάθε μέρα γινόταν θρήνος, κ΄ η φυλή τους λιγόστευε. Με πικρή καρδιά τότες οι αρκούδες που μέναν είπαν πως «πια τα βουνά του Λιβάνου δεν είναι για μας, πρέπει να ξεπατριστούμε». Αυτό είπαν, αποχαιρέτισαν το γενέθλιο τόπο τους και πήραν το δρόμο για τα δυτικά. ΄Όταν, κατάλαβαν απ΄τη μυρουδιά του αγέρα πως ο χειμώνας έρχεται. Στους καλούς χρόνους του Λιβάνου, σαν ερχόταν τούτο το μήνυμα του καιρού, ξαπλώναν μες στις σκοτεινές φωλιές τους και, ασφαλισμένες, πέφταν στο μακρύ χειμερινό τους ύπνο. Τώρα που ο χειμώνας τις έβρισκε μέσα στο δρόμο της προσφυγιάς, χωρίς φωλιά, παρακάλεσαν το άσπρο χιόνι.
«Προστάτεψέ μας εσύ», του είπαν. «Είμαστε έρημες και χωρίς φωλιά».
Το χιόνι επάκουσε τη δέησή τους, κ΄ έπεσε πολύ κείνη τη χρονιά και τις σκέπασε. Αποκοιμήθηκαν και ξύπνησαν σαν ήρθε η άνοιξη. Πάλι πήραν το δρόμο προς τα χαμηλά, ολοένα πιο μακριά απ΄ τους ανθρώπους του Λιβάνου. Περάσαν τα βουνά του Καζ-Ντάγ, όταν άξαφνα ένα πρωινό, φτάνοντας σε ψηλή κορφή, οι αρκούδες είδανε χαμηλά ν΄ απλώνεται μπροστά τους ένα τείχος από νερό.
«Πώς θα το περάσουμε αυτό;»
Κατεβήκαν χαμηλά στη θάλασσα, σ΄ έρημη ακρογιαλιά, θαμάξανε τα κύματα και πάλι είπαν:
«Πώς θα το περάσουμε αυτό;»
΄Ασπρα πουλιά πετούσαν από πάνω τους. Τα ρώτησαν. Κ΄ οι γλάροι τους αποκριθήκαν:
«΄Όχι! Αυτό το νερό δε θα το περάσετε! Το ταξίδι σας τελείωσε πια!»
Γυρίσαν τότες οι αρκούδες του Λιβάνου στα φαράγγια του Καζ-Νταγ κ΄ εκεί κάμανε τη δεύτερη πατρίδα τους. Λίγον καιρό περάσαν ήσυχα. ΄Όταν, πάλι φάνηκε στο δρόμο τους ο άνθρωπος. ΄Ηταν Τσερκέζοι και Γιουρούκηδες που σκοτώνανε τις μεγάλες αρκούδες για να παίρνουν τα μωρά τους, να τους βάζουν αλυσίδες στη μύτη και να τα μαθαίνουν να χορεύουν.
Θρήνος πάλι τότες πολύς έπεσε στη φυλή τους. ΄Άλλες αρκούδες λέγαν:
«Ελάτε να φύγουμε! Ας φύγουμε κι από δω! Ας πάρουμε πάλι το δρόμο της προσφυγιάς!»
«΄Όχι! Χίλιες φορές όχι!» λέγαν άλλες. «Πώς ν΄ αφήσουμε πάλι τη νέα πατρίδα που κάμαμε; Δεν το μπορούμε πια! Ας γίνει ό,τι θέλει!»
΄Ετσι, πολλές αρκούδες μείνανε στα βουνά του Καζ-Νταγ και χάθηκαν απ΄ το χέρι του ανθρώπου. Οι πιο λίγες, προπάντων όσες είχαν παιδιά μες στην κοιλιά τους, αυτές τραβήξαν κατά τ΄ ανατολικά. Βρήκαν στο δρόμο τους τα Κιμιντένια. Κ΄ έμειναν. (σελ. 220-222)
Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010
Η Ντόρις
… Οι ώρες περνούν. Ο ήλιος χαμηλώνει. Το γεράκι πια δε βιγλίζει, κ΄ η σαλαμάντρα έκλεισε τον κύκλο στην ιστορία του ύψους. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε κάτω από ένα ζεστό βράχο, στα Κιμιντένια, η μητέρα της – η μεγάλη σαλαμάντρα – της είπε: «Μάθε να μην κοιτάζεις ψηλά, να μην ονειρεύεσαι. Να κοιτάζεις πάντα στη γη. Η γη είναι η μοίρα μας». «Γιατί μου το ΄πε;» συλλογίστηκε μόνη της η μικρή σαλαμάντρα. «Οι σαλαμάντρες, λοιπόν, δεν μπορούν να ονειρεύουνται; Είναι πλάσματα που μόνο σέρνουνται, κ΄ έτσι θα μείνουν πάντα;» Ωστόσο, να που ήρθε σήμερα η ώρα της. Κ΄ η μικρή σαλαμάντρα τέλειωσε την ιστορία της ψηλά, πάμφωτη από ήλιο κι από γαλάζιο χρώμα, γράφοντας μια γραμμή που σπάραζε ενώ ανέβαινε κρεμασμένη στο στόμα του γερακιού. Να λοιπόν που και για τα πλάσματα που σέρνουνται υπάρχει κάποτε η ελπίδα, υπάρχει έξω απ΄ τη θέλησή τους, στις δυνάμεις του ύψους. (σελ. 161)
Στη σπηλιά των αγριογουρουνιών
… Εκεί που έσταζε το νερό η πέτρα ήταν μαλακή. Με το έργο τούτο του θόλου, που γινόταν από παμπάλαιο χρόνια, σχηματίστηκε καταγής στο βράχο μια μικρή λακκούβα. ΄Όταν το νερό που έσταζε τη γέμιζε, ξεχείλιζε και χυνόταν αργά κατά την έξοδο της σπηλιάς. Οι στάλες, κοιμισμένες χρόνια πολλά μες στην καρδιά του βουνού, άρχιζαν τώρα φοβισμένες το ταξίδι τους προς το φως, το ταξίδι του τέλους. Προχωρούσαν λίγο. Δίσταζαν. Πάλι λίγο. Δίσταζαν. ΄Ετσι, εξόν απ΄ τη μεγάλη λακκούβα, ο τόπος ήταν γεμάτος από άλλες πιο μικρές, μνήμες του φόβου και του δισταγμού. Από γενιά σε γενιά οι στάλες που έρχουνται ακολουθούν τα σημάδια των προγόνων τους. Μένουν λίγο εκεί, όσο μείνανε κ΄ εκείνοι. Και σαν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, σαν έρθουν οι στάλες που ακολουθούν και γυρεύουν τόπο, οι πρώτες φεύγουν. Από πάνω τους οι σταλαχτίτες, στέρεη φωνή του βουνού, καταβοδώνουν τότε και βλογούν τις στάλες για ό,τι κάμαν στη ζωή τους,, για την τρυφερότητα που δώσανε στη μεγάλη μάνα τους, στα Κιμιντένια: «Στο καλό! Στο καλό!» ΄Ενας τσαλαπετεινός πέρασε, πήρε τη μια στάλα. ΄Ένα αγριογούρουνο πέρασε, πήρε την άλλη. ΄Άλλη ταξίδεψε πιο χαμηλά. Πήγε στη ρίζα μιας βατομουριάς, κοντά στις όχθες του Ποταμιού των Τσακαλιών, κ΄ έγινε βατόμουρα. Να τα μαζέψει ένα κορίτσι και να τα δώσει με το χέρι του στον κυνηγό. Καιμια άλλη στάλα βάδισε στην κοίτη του ποταμιού, έγινεένα με το νερό της βροχής κ΄ έφταξε ως τη θάλασσα. Εκεί τη βρήκε ένα ερωτευμένο χέλι και την πήρε μέσα του…
…Τα χέλια του Ποταμού των Τσακαλιών καταλαβαίνουν πως ήρθε η ώρα για το μεγάλο ερωτικό τους ταξίδι. Γεννηθήκαν μακριά στο βυθό του Ωκεανού, κει που πάν και γονιμοποιούν τα χέλια όλου του κόσμου. Σα γίνανε δυο χρονώ άφησαν το λίκνο τους στο βυθό του Ωκεανού και πήραν το δρόμο των προγόνων τους. Περάσαν όλες τις θάλασσες κι ήρθανε μια χειμωνιάτικη νύχτα στο Ποτάμι των Τσακαλιών. Είχε φεγγάρι πάνω στα Κιμιντένια. ΄Ηταν ησυχία. Μοναχά πού και πού τα τσακάλια ούρλιαζαν στο ρουμάνι. ΄Όμως τα χέλια ήταν ασφαλισμένα μές στο νερό και δε φοβήθηκαν. Μείνανε θαμπωμένα απ΄ την αυστηρή ηρεμία της Αιολικής Γής, απ΄ το έρημο φεγγάρι. «Τι όμορφος που είναι ο τόπος των μητέρων μας», είπαν. «Τι όμορφη που είναι η πατρίδα μας».
Μείνανε κεί και ζήσανε μέρες χαρούμενες χρόνους εξ. ΄Όταν, πάλι, ήρθε μια νύχτα. ΤΟ φεγγάρι έλαμπε πάλι ψηλά, τα τσακάλια πάλι ούρλιαζαν, κ΄ ένα νέο κορίτσι που το λέγαν ΄Αρτεμη, παιδί των βουνών του τόπου, ζούσε την πρώτη ιστορία της καρδιάς του, την πρώτη με αίμα, στη σπηλιά των αγριογουρουνιών. Μυστική, από πολύ βαθιά μέσα τους, ήρθε στα χέλια του Ποταμιού των Τσακαλιών η φωνή. Παράξενη φωνή, που τους έλεγε να φύγουν, να κατεβούν χαμηλά το ποτάμι και να βγουν στη θάλασσα. Ξυπνήσαν όλα τα χέλια, άκουσαν την προσταγή της φωνής, κατεβήκαν χαμηλά το ποτάμι και βρήκαν τη θάλασσα. Αλλόκοτο σούσουρο βρήκαν τότε κεί, στις ακρογιαλιές του Αιγαίου. Κοίταξαν καλά μες στο νερό γύρω τους και ξαφνιασμένα είδαν. ΄Όλα τα χέλια των ποταμιών της Ανατολής είχαν μαζευτεί εκεί.
«Πώς εδώ, σύντροφοί μας;»
Τους αποκρίθηκαν:
«Η φωνή μίλησε μέσα μας. Πάμε για το μακρινό ταξίδι».
«Α! Κ΄ εσείς; Κ΄ εμείς για το ίδιο ταξίδι πάμε. Μας μίλησε η φωνή».
Κι ολοένα κουβέντιαζαν χαρούμενα τα χέλια των ποταμιών και κάναν γνωριμίες το ένα με τ΄ άλλο. ΄Ένα μονάχα χέλι, ντυμένο με παράξενο ασημένιο δέρμα, δε σάλευε απ΄ τον τόπο του. Δεν ήθελε γνωριμίες, δεν ήθελε φλυαρίες, γιατί ήθελε να μείνει μονάχο με τη χαρά που το πλημμύριζε. Το είδε, έτσι μόνο, ένα άλλο χέλι με γυαλιστερό δέρμα, που είχε κι αυτό αρχίσει να παίρνει χρώμα ασημένιο, και νόμισε πως είναι περίλυπο.
«Τι έχεις;», του λέει, «κ΄ είσαι έτσι μονάχο; ΄Εχεις κανένα μυστικό που σε βασανίζει;»
«Από πού έρχεσαι εσύ;» ρωτά το μοναχικό χέλι.
«΄Ερχουμε απ΄ το Μαίανδρο. ΄Ετσι το λένε το μεγάλο ποτάμι όπου έζησα».
«΄Ελα κοντά μου», λέει τότε το άλλο χέλι, «εσύ που έρχεσαι από μεγάλο ποτάμι. Ακούμπησε πάνω μου. Ακούς;…»
Το χέλι απ΄ το Μαίανδρο κολλά στο χέλι του Ποταμιού των Τσακαλιών κι ακούει.
«Τι είν΄ αυτό που φωνάζει μέσα σου;» λέει ξαφνιασμένο.
«Είναι η φωνή του βουνού μας», απαντά το φιλέρημο χέλι με το ασημένιο χρώμα. «Την κατέβασε σήμερα το ποτάμι, μια σταγόνα, απ΄ τη σπηλιά των αγριογουρουνιών. Και την πήρα μέσα μου. Τώρα θα ταξιδέψει μαζί μου. Τώρα θα ΄χω μαζί μου τη φωνή του τόπου μου. ΄Ελα μ΄ εμένα».
΄Ετσι έγινε και τα δυο χέλια πορεύτηκαν κοντά κοντά, μαζί με το κοπάδι τους, και φτάξανε στο βάθος του μακρινού Ωκεανού. Πολλούς συντρόφους χάσανε στο δρόμο σε μάχες που κάμανε με άλλα ψάρια. ΄Όμως οι δυο σύντροφοι δεν πάθανε τίποτα, γιατί ο ένας βοηθούσε τον άλλο. Σαν κατέβηκαν στον τόπο που θα γονιμοποιούσαν, στο βυθό, διάλεξαν ένα μέρος στη ρίζα του κοραλλιού και κάμαν τη φωλιά τους. Τ΄ άλλα τα χέλια του κοπαδιού άρχισαν τότεν΄ αλλάζουν το πετσί τους και να ντύνουνται με αργυρό πετσί – τη γαμήλια φορεσιά τους. Μα οι δυο σύντροφοι του κοραλλιού δεν είχαν ανάγκη να περιμένουν. Γιατί αυτοί ήταν έτοιμοι απ΄ την αρχή του ταξιδιού. Ερωτευτήκανε γλυκά και σαν κουράστηκαν μείνανε ήσυχα, περιμένοντας πια τα παιδιά που θα ΄ρχονταν. Το αρσενικό χέλι ακουμπούσε πότε πότε στο σώμα της γυναίκας του, κι όταν άκουγε χτύπους:
«΄Ηρθαν;» ρωτούσε με ανυπομονησία. «Είναι τα παιδιά μας;»
«΄Όχι», του έλεγε εκείνη. «΄Όχι, ακόμα. Αυτό είναι ε κ ε ί ν ο ς ο χτύπος. Είναι η φωνή του τόπου μας».
Μα σαν ήρθαν μέσα της τα παιδιά, οι χτύποι μπερδεύτηκαν. Και τότε πια μήτε αυτή δεν ήξερε να τους ξεχωρίσει. (σελ. 216-218)
…Τα χέλια του Ποταμού των Τσακαλιών καταλαβαίνουν πως ήρθε η ώρα για το μεγάλο ερωτικό τους ταξίδι. Γεννηθήκαν μακριά στο βυθό του Ωκεανού, κει που πάν και γονιμοποιούν τα χέλια όλου του κόσμου. Σα γίνανε δυο χρονώ άφησαν το λίκνο τους στο βυθό του Ωκεανού και πήραν το δρόμο των προγόνων τους. Περάσαν όλες τις θάλασσες κι ήρθανε μια χειμωνιάτικη νύχτα στο Ποτάμι των Τσακαλιών. Είχε φεγγάρι πάνω στα Κιμιντένια. ΄Ηταν ησυχία. Μοναχά πού και πού τα τσακάλια ούρλιαζαν στο ρουμάνι. ΄Όμως τα χέλια ήταν ασφαλισμένα μές στο νερό και δε φοβήθηκαν. Μείνανε θαμπωμένα απ΄ την αυστηρή ηρεμία της Αιολικής Γής, απ΄ το έρημο φεγγάρι. «Τι όμορφος που είναι ο τόπος των μητέρων μας», είπαν. «Τι όμορφη που είναι η πατρίδα μας».
Μείνανε κεί και ζήσανε μέρες χαρούμενες χρόνους εξ. ΄Όταν, πάλι, ήρθε μια νύχτα. ΤΟ φεγγάρι έλαμπε πάλι ψηλά, τα τσακάλια πάλι ούρλιαζαν, κ΄ ένα νέο κορίτσι που το λέγαν ΄Αρτεμη, παιδί των βουνών του τόπου, ζούσε την πρώτη ιστορία της καρδιάς του, την πρώτη με αίμα, στη σπηλιά των αγριογουρουνιών. Μυστική, από πολύ βαθιά μέσα τους, ήρθε στα χέλια του Ποταμιού των Τσακαλιών η φωνή. Παράξενη φωνή, που τους έλεγε να φύγουν, να κατεβούν χαμηλά το ποτάμι και να βγουν στη θάλασσα. Ξυπνήσαν όλα τα χέλια, άκουσαν την προσταγή της φωνής, κατεβήκαν χαμηλά το ποτάμι και βρήκαν τη θάλασσα. Αλλόκοτο σούσουρο βρήκαν τότε κεί, στις ακρογιαλιές του Αιγαίου. Κοίταξαν καλά μες στο νερό γύρω τους και ξαφνιασμένα είδαν. ΄Όλα τα χέλια των ποταμιών της Ανατολής είχαν μαζευτεί εκεί.
«Πώς εδώ, σύντροφοί μας;»
Τους αποκρίθηκαν:
«Η φωνή μίλησε μέσα μας. Πάμε για το μακρινό ταξίδι».
«Α! Κ΄ εσείς; Κ΄ εμείς για το ίδιο ταξίδι πάμε. Μας μίλησε η φωνή».
Κι ολοένα κουβέντιαζαν χαρούμενα τα χέλια των ποταμιών και κάναν γνωριμίες το ένα με τ΄ άλλο. ΄Ένα μονάχα χέλι, ντυμένο με παράξενο ασημένιο δέρμα, δε σάλευε απ΄ τον τόπο του. Δεν ήθελε γνωριμίες, δεν ήθελε φλυαρίες, γιατί ήθελε να μείνει μονάχο με τη χαρά που το πλημμύριζε. Το είδε, έτσι μόνο, ένα άλλο χέλι με γυαλιστερό δέρμα, που είχε κι αυτό αρχίσει να παίρνει χρώμα ασημένιο, και νόμισε πως είναι περίλυπο.
«Τι έχεις;», του λέει, «κ΄ είσαι έτσι μονάχο; ΄Εχεις κανένα μυστικό που σε βασανίζει;»
«Από πού έρχεσαι εσύ;» ρωτά το μοναχικό χέλι.
«΄Ερχουμε απ΄ το Μαίανδρο. ΄Ετσι το λένε το μεγάλο ποτάμι όπου έζησα».
«΄Ελα κοντά μου», λέει τότε το άλλο χέλι, «εσύ που έρχεσαι από μεγάλο ποτάμι. Ακούμπησε πάνω μου. Ακούς;…»
Το χέλι απ΄ το Μαίανδρο κολλά στο χέλι του Ποταμιού των Τσακαλιών κι ακούει.
«Τι είν΄ αυτό που φωνάζει μέσα σου;» λέει ξαφνιασμένο.
«Είναι η φωνή του βουνού μας», απαντά το φιλέρημο χέλι με το ασημένιο χρώμα. «Την κατέβασε σήμερα το ποτάμι, μια σταγόνα, απ΄ τη σπηλιά των αγριογουρουνιών. Και την πήρα μέσα μου. Τώρα θα ταξιδέψει μαζί μου. Τώρα θα ΄χω μαζί μου τη φωνή του τόπου μου. ΄Ελα μ΄ εμένα».
΄Ετσι έγινε και τα δυο χέλια πορεύτηκαν κοντά κοντά, μαζί με το κοπάδι τους, και φτάξανε στο βάθος του μακρινού Ωκεανού. Πολλούς συντρόφους χάσανε στο δρόμο σε μάχες που κάμανε με άλλα ψάρια. ΄Όμως οι δυο σύντροφοι δεν πάθανε τίποτα, γιατί ο ένας βοηθούσε τον άλλο. Σαν κατέβηκαν στον τόπο που θα γονιμοποιούσαν, στο βυθό, διάλεξαν ένα μέρος στη ρίζα του κοραλλιού και κάμαν τη φωλιά τους. Τ΄ άλλα τα χέλια του κοπαδιού άρχισαν τότεν΄ αλλάζουν το πετσί τους και να ντύνουνται με αργυρό πετσί – τη γαμήλια φορεσιά τους. Μα οι δυο σύντροφοι του κοραλλιού δεν είχαν ανάγκη να περιμένουν. Γιατί αυτοί ήταν έτοιμοι απ΄ την αρχή του ταξιδιού. Ερωτευτήκανε γλυκά και σαν κουράστηκαν μείνανε ήσυχα, περιμένοντας πια τα παιδιά που θα ΄ρχονταν. Το αρσενικό χέλι ακουμπούσε πότε πότε στο σώμα της γυναίκας του, κι όταν άκουγε χτύπους:
«΄Ηρθαν;» ρωτούσε με ανυπομονησία. «Είναι τα παιδιά μας;»
«΄Όχι», του έλεγε εκείνη. «΄Όχι, ακόμα. Αυτό είναι ε κ ε ί ν ο ς ο χτύπος. Είναι η φωνή του τόπου μας».
Μα σαν ήρθαν μέσα της τα παιδιά, οι χτύποι μπερδεύτηκαν. Και τότε πια μήτε αυτή δεν ήξερε να τους ξεχωρίσει. (σελ. 216-218)
Μια χειμωνιάτικη νύχτα στη Σκωτία
… Γεννήθηκε καχεκτικό, αδύναμο παιδί, κ΄ εδώ και είκοσι χρόνια τον είχε βρει η παράλυση που τον κράτησε από τότε δεμένο στην πολυθρόνα του. ΄Όμως μες στο άρρωστο αυτό κορμί σπαρταρούσε μια δύναμη, που, θρεμμένη απ΄ την ακινησία, έγινε με τον καιρό σαν το κύμα του Ωκεανού. ΄Ηταν το αίμα της ράτσας και των προγόνων του που έβραζε μέσα του, η αγάπη για την περιπέτεια, για το ταξίδι, για τη δύσκολη στιγμή της ζωής. Μη έχοντας άλλη διέξοδο η ακατάβλητη τούτη δύναμη χύθηκε μες στα βιβλία. Σε βιβλία ταξιδιών, σε κουρσάρικες ιστορίες, σε απομνημονεύματα για περιηγήσεις ξένων τόπων, σε ημερολόγια εξερευνητών. Ο παράλυτος άρχοντας έμαθε σιγά σιγά να ζει τις ξένες ιστορίες σα δικές του, γιατί ήταν ετοιμασμένος να τις αισθάνεται στην αληθινή τους ποιότητα: στην ποιότητα του πάθους. ΄Ετσι το αδύναμο αυτό σκαρί, το καρφωμένο σε μια πολυθρόνα στη Σκωτία, συνεννοούτανε περίφημα με τον Μαγελάνο, με τον Μάρκο Πόλο, με τον Μπέριγκ, με τον Βάσκο ντε Γκάμα. ΄Εκανε με τη φαντασία του τα ταξίδια όλων των ωκεανών, όλες τις πειρατείες, όλες τις ανακαλύψεις των μυθικών νησιών. ΄Εζησε όλες τις κουρσάρικες περιπέτειες της Αυτοκρατορίας, πέρασε τις Ινδίες, την Ερυθρή Θάλασσα, κατέβηκε πιο χαμηλά. Είχε φτάξει στα στενά του Γιβραλτάρ, κόντευε να τελειώσει το ταξίδι του γυρισμού, όταν ο πειρασμός τον τράβηξε: μπήκε στη Μεσόγειο. ΄Υστερα απ΄ όσα είχε ζήσει, ύστερα απ΄ τη μοίρα των ωκεανών, η θάλασσα τούτη του ήταν σα λίμνη, σαν παιχνίδι. ΄Ελεγε ν΄ ανασάνει λίγο τον αγέρα της και να βγει πάλι έξω απ΄ τα στενά, χωρίς να πολυσκοτιστεί μαζί της. ΄Όμως στη Μεσόγειο φυσούνε ανακατεμένοι άνεμοι, ρέματα δυνατά. Αυτά τον τράβηξαν χαμηλότερα. Ακόμα πιο χαμηλά. Πιο χαμηλά. ΄Ωσπου τον φέραν στη χώρα του Αιγαίου, στη χώρα του μύθου.
Αναγνώστη, εσύ που ρωτάς τι πάρε δώσε έχουν τα φανταστικά ταξίδια ενός παράλυτου άρχοντα της Σκωτίας με την ιστορία της Αιολικής Γης, με την απλή τούτη ιστορία που λέει για έναν τόπο που τον βρέχει το Αιγαίο, θα καταλάβεις τώρα τον ιστό που σιγά σιγά τυλίγει τον ξένο. Ο άνθρωπος ήρθε στην Ελλάδα. Και καθώς μπήκε στον τόπο των Θεών και των Σατύρων, στη Γυμνή και Γαλάζια Χώρα δεν το μπορεί πια να φύγει. Ταξίδεψε όλους τους ωκεανούς και μπόρεσε να φύγει απ΄ όλους τους τόπους όπου είχε φτάξει. Γιατί όλοι είχαν κάτι που δεν ήταν τελειωμένο, που δεν ήταν πλήρες. ΄Όμως η Ελλάδα δεν αφήνει χώρο για επιθυμία και για χίμαιρα. Η Ελλάδα είναι η Χίμαιρα. (σελ. 148-149)
Αναγνώστη, εσύ που ρωτάς τι πάρε δώσε έχουν τα φανταστικά ταξίδια ενός παράλυτου άρχοντα της Σκωτίας με την ιστορία της Αιολικής Γης, με την απλή τούτη ιστορία που λέει για έναν τόπο που τον βρέχει το Αιγαίο, θα καταλάβεις τώρα τον ιστό που σιγά σιγά τυλίγει τον ξένο. Ο άνθρωπος ήρθε στην Ελλάδα. Και καθώς μπήκε στον τόπο των Θεών και των Σατύρων, στη Γυμνή και Γαλάζια Χώρα δεν το μπορεί πια να φύγει. Ταξίδεψε όλους τους ωκεανούς και μπόρεσε να φύγει απ΄ όλους τους τόπους όπου είχε φτάξει. Γιατί όλοι είχαν κάτι που δεν ήταν τελειωμένο, που δεν ήταν πλήρες. ΄Όμως η Ελλάδα δεν αφήνει χώρο για επιθυμία και για χίμαιρα. Η Ελλάδα είναι η Χίμαιρα. (σελ. 148-149)
Ο μπαρμπα-Ιωσήφ
…Οι πρόγονοι της αρκούδας είχαν έρθει σε μακρινούς χρόνους απ΄ τα μέρη του Καυκάσου. Σ΄ εκείνα τα μέρη είναι μόνο βουνά απάτητα που πάντα τα κατοικούνε σύννεφα. Γι΄ αυτό, τον ήλιο απάνω εκεί τον βλέπουν οι καρυδιές. Ο κόσμος γύρω τους είναι θολός και σκοτεινός. Μια μέρα πέρασε ένα αγριοπούλι απ΄ τα βουνά του Καυκάσου. Ερχόταν απ΄ τα δυτικά, από βασίλεια μακρινά, κ΄ είπε στις καρυδιές το νέο.
«Κεί κάτω κατά τα δυτικά», είπε, «βρίσκεται μια χώρα που είναι πάντα φωτεινή. Τη λένε χώρα του Αιγαίου. Εκεί είναι τα Κιμιντένια».
Αυτά ακούγοντας δυο μεγάλες καρυδιές μπήκαν σε πολύν καημό.
«Πόσος καιρός μας μένει;» λέγαν. «Είναι κρίμα να πεθάνουμε χωρίς να δούμε τη φωτεινή χώρα».
Τις άκουσε το μεγάλο ποτάμι της Ανατολής και τις λυπήθηκε.
«Εγώ», λέει στις καρυδιές, «έχω πολλούς γιους και πολλές κόρες. Κει που τελειώνουν τα δικά μου τα νερά, αρχίζουν τα νερά των παιδιών μου και των παιδιών των παιδιών μου. Το πιο μικρό φτάνει ίσαμε τη φωτεινή χώρα, εκεί ζει. Μπορώ να σας ταξιδέψω».
΄Ετσι έγινε, και το μεγάλο ποτάμι πήρε τις δυο καρυδιές μες στα νερά του και τις κατέβασε χαμηλά. ΄Υστερα τις πέρασε στ΄ άλλα ποτάμια, στα παιδιά του και στα παιδιά των παιδιών του. Και το πιο μικρό, το «Τσακάλ-Ντερέ» - το Ποτάμι των Τσακαλιών – που είναι κάτω απ΄ τα Κιμιντένια, αυτό τις έφερε στον τόπο μας. Οι δυο καρυδιές στην αρχή μαγεύτηκαν, αλλά ύστερα άρχισε να τις βασανίζει η νοσταλγία. Θυμόντανε πολύ την πατρίδα τους, τ΄ απάτητα βουνά του Καυκάσου και τα σύννεφα που πάντα τα κατοικούσαν. Χρειάστηκε καιρός ίσαμε που να συνηθίσουν στη χώρα της θάλασσας. Φέραν ένα νέο παιδί στη γη: τη δική μας καρυδιά. Αυτή γεννήθηκε στα Κιμιντένια, γι΄ αυτό μοναχά σαν παραμύθι άκουγε να της λένε για τη μακρινή πατρίδα των προγόνων της. ΄Ετσι αυτή δε δοκίμασε τον καημό της ξενιτιάς, ποτές δεν υπόφερε από νοσταλγία. ΄Εζησε χρόνους πολλούς, είδε κι άκουσε όλες τις θύελλες που έρχουνται απ΄ τα Κιμιντένια, προστάτεψε κάτω απ΄ τον ίσκιο της, κοριτσάκι σαν ήρθαν, τη μητέρα μου, ύστερα εμάς όλους. ΄Εδωσε σ΄ όλους μας απ΄ τον καρπό της. Και τώρα πια που γέρασε πάει να κοιμηθεί…(σελ. 66-67)
«Κεί κάτω κατά τα δυτικά», είπε, «βρίσκεται μια χώρα που είναι πάντα φωτεινή. Τη λένε χώρα του Αιγαίου. Εκεί είναι τα Κιμιντένια».
Αυτά ακούγοντας δυο μεγάλες καρυδιές μπήκαν σε πολύν καημό.
«Πόσος καιρός μας μένει;» λέγαν. «Είναι κρίμα να πεθάνουμε χωρίς να δούμε τη φωτεινή χώρα».
Τις άκουσε το μεγάλο ποτάμι της Ανατολής και τις λυπήθηκε.
«Εγώ», λέει στις καρυδιές, «έχω πολλούς γιους και πολλές κόρες. Κει που τελειώνουν τα δικά μου τα νερά, αρχίζουν τα νερά των παιδιών μου και των παιδιών των παιδιών μου. Το πιο μικρό φτάνει ίσαμε τη φωτεινή χώρα, εκεί ζει. Μπορώ να σας ταξιδέψω».
΄Ετσι έγινε, και το μεγάλο ποτάμι πήρε τις δυο καρυδιές μες στα νερά του και τις κατέβασε χαμηλά. ΄Υστερα τις πέρασε στ΄ άλλα ποτάμια, στα παιδιά του και στα παιδιά των παιδιών του. Και το πιο μικρό, το «Τσακάλ-Ντερέ» - το Ποτάμι των Τσακαλιών – που είναι κάτω απ΄ τα Κιμιντένια, αυτό τις έφερε στον τόπο μας. Οι δυο καρυδιές στην αρχή μαγεύτηκαν, αλλά ύστερα άρχισε να τις βασανίζει η νοσταλγία. Θυμόντανε πολύ την πατρίδα τους, τ΄ απάτητα βουνά του Καυκάσου και τα σύννεφα που πάντα τα κατοικούσαν. Χρειάστηκε καιρός ίσαμε που να συνηθίσουν στη χώρα της θάλασσας. Φέραν ένα νέο παιδί στη γη: τη δική μας καρυδιά. Αυτή γεννήθηκε στα Κιμιντένια, γι΄ αυτό μοναχά σαν παραμύθι άκουγε να της λένε για τη μακρινή πατρίδα των προγόνων της. ΄Ετσι αυτή δε δοκίμασε τον καημό της ξενιτιάς, ποτές δεν υπόφερε από νοσταλγία. ΄Εζησε χρόνους πολλούς, είδε κι άκουσε όλες τις θύελλες που έρχουνται απ΄ τα Κιμιντένια, προστάτεψε κάτω απ΄ τον ίσκιο της, κοριτσάκι σαν ήρθαν, τη μητέρα μου, ύστερα εμάς όλους. ΄Εδωσε σ΄ όλους μας απ΄ τον καρπό της. Και τώρα πια που γέρασε πάει να κοιμηθεί…(σελ. 66-67)
Περιστατικά μιας πλημμύρας και του φοβερού ληστή που λεγόταν Λαζό-εφφές
… Ησυχία πολλή ήταν. Ψηλά, στην αυστηρή θεότητα του τόπου, στα Κιμιντένια, ένα μεγάλο δέντρο δίψασε. Σαλεύει τις ρίζες του αργά, προς τα δεξιά, προς τα ζερβά, τις τεντώνει γυρεύοντας να πιεί. Τα σκουλήκια ξυπνούν απ΄ τον ύπνο τους. «Τι είναι;» λέει το ένα. «Τίποτα», αποκρίνεται το άλλο. «Το δέντρο δίψασε». Γυρίζουν απ΄ την άλλη να κοιμηθούν, όταν ξυπνά το χώμα. «Τι γίνεται δω;» ρωτά κ΄ εκείνο. Μόλις όμως δει τις ρίζες στον απελπισμένο τους αγώνα, καταλαβαίνει και χαμογελά στοργικά. «Θα σου φέρω νερό», λέει στο δέντρο. Σαλεύει το χώμα, φέρνει νερό απ΄ τη μυστική κρύπτη όπου φυλάγεται για τη δύσκολη ώρα, και το δέντρο πίνει. Την ίδια στιγμή, στην επιφάνεια, μια μεγάλη πέτρα σάλεψε απ΄ την ταραχή της γης, έχασε την αταραξία της, κύλησε λίγο.
Αυτά γίνονταν ψηλά, και τα Κιμιντένια άκουγαν ατάραχα. Ατάραχα άκουγαν ό,τι γινόταν χαμηλά, κάτω απ΄ τη σκέπη τους, ανάμεσα στους ανθρώπους…
…Τότες το ξανθό παλικάρι, ο Λαζό-εφφές, πήρε ένα σκοπό: «Από μακριά, απ΄ τα βάθη της Ασίας, από ψηλά γυμνά βουνά κατεβαίνει το κοπάδι οι λύκοι. Κινούνε προς τα χαμηλά, για την πεδιάδα, για τα μέρη της θάλασσας, να φάνε. Περνάνε από χώρα σε χώρα και τη ρημάζουνε, μα να χορτάσουν δεν μπορούν. Τα δέντρα και τ΄ αγρίμια όλα τους λένε: «Τραβάτε χαμηλά! Τραβάτε χαμηλά για τη θάλασσα!» Κ΄ οι λύκοι όλο φεύγουν. Περνούνε την Αρμυρή ΄Ερημο, ψυχή δε βρίσκεται κεί. Μονάχα ένα παραστρατημένο πουλί βρίσκουν και το ρωτούν να μάθουν: «Πού είναι η θάλασσα;» «Τραβάτε χαμηλά! Τραβάτε χαμηλά!» τους λέει τρομαγμένο το πουλί και χάνεται. Η θάλασσα! Τι να ΄ναι, άραγες, αυτός ο τόπος του νερού όπου όλα τρέχουν να φτάξουν, τα ζωντανά και τα πουλιά κ΄ οι άνθρωποι που πείνασαν στα γυμνά βουνά; Περάσαν οι λύκοι την Αρμυρή ΄Ερημο και μπήκαν σε μεγάλο δάσος. Εκεί, στην κουφάλα ενός δέντρου όπου είχε αποτραβηχτεί για να πεθάνει, βρήκαν ένα γέρικο ελάφι. Του λένε: «Πες μας εσύ, που τόσο στη ζωή σου έτρεξες, πές μας για τη θάλασσα. Αργεί ακόμα να φανεί;» Και το ελάφι, που έζησε πολύ στα δάση, μονάχα στα δάση έζησε, κ΄ είδε όλα τα ελάφια της φυλής του να γεννιούνται και να πεθαίνουν κάτω απ΄ τα μεγάλα δέντρα, τους αποκρίθηκε: «Ποτές σας δε θα φτάξετε στη θάλασσα! Ποτές σας δε θα φτάξετε!». Τότε, με άγριο βογγητό, οι λύκοι γείρανε στη γη κι άρχισαν να κλαίνε τη μοίρα τους, να κλαίνε την ερημιά τους, επειδή πια το ξέρανε πως ποτές δε θα φτάξουνε στη θάλασσα, πως η θάλασσα δεν είναι για τους λύκους».
΄Ηταν ένα παράξενο τραγούδι του ξεπατρισμού και της ερημιάς, πλημμυρισμένο από καημό κι από πάθος που δεν ικανοποιήθηκε, αυτό το τραγούδι των λύκων. ΄Ένα πικρό πέπλο σκέπασε τα μάτια των ληστών όσο το τραγούδι ξετυλιγόταν, η καρδιά τους χτύπησε, χτύπησε, ίσαμε που σύχασε. Και τότε η λύπη ήρθε και κάθισε απάνω της. Οι σκληρές γραμμές χαθήκαν απ΄ τα πρόσωπα, τα χέρια με τις φουσκωμένες φλέβες πέσανε, σιγά σιγά πορευόταν κ΄ έφτανε μέσα τους η ώρα του ανθρώπου. (σελ. 46-47)
Αυτά γίνονταν ψηλά, και τα Κιμιντένια άκουγαν ατάραχα. Ατάραχα άκουγαν ό,τι γινόταν χαμηλά, κάτω απ΄ τη σκέπη τους, ανάμεσα στους ανθρώπους…
…Τότες το ξανθό παλικάρι, ο Λαζό-εφφές, πήρε ένα σκοπό: «Από μακριά, απ΄ τα βάθη της Ασίας, από ψηλά γυμνά βουνά κατεβαίνει το κοπάδι οι λύκοι. Κινούνε προς τα χαμηλά, για την πεδιάδα, για τα μέρη της θάλασσας, να φάνε. Περνάνε από χώρα σε χώρα και τη ρημάζουνε, μα να χορτάσουν δεν μπορούν. Τα δέντρα και τ΄ αγρίμια όλα τους λένε: «Τραβάτε χαμηλά! Τραβάτε χαμηλά για τη θάλασσα!» Κ΄ οι λύκοι όλο φεύγουν. Περνούνε την Αρμυρή ΄Ερημο, ψυχή δε βρίσκεται κεί. Μονάχα ένα παραστρατημένο πουλί βρίσκουν και το ρωτούν να μάθουν: «Πού είναι η θάλασσα;» «Τραβάτε χαμηλά! Τραβάτε χαμηλά!» τους λέει τρομαγμένο το πουλί και χάνεται. Η θάλασσα! Τι να ΄ναι, άραγες, αυτός ο τόπος του νερού όπου όλα τρέχουν να φτάξουν, τα ζωντανά και τα πουλιά κ΄ οι άνθρωποι που πείνασαν στα γυμνά βουνά; Περάσαν οι λύκοι την Αρμυρή ΄Ερημο και μπήκαν σε μεγάλο δάσος. Εκεί, στην κουφάλα ενός δέντρου όπου είχε αποτραβηχτεί για να πεθάνει, βρήκαν ένα γέρικο ελάφι. Του λένε: «Πες μας εσύ, που τόσο στη ζωή σου έτρεξες, πές μας για τη θάλασσα. Αργεί ακόμα να φανεί;» Και το ελάφι, που έζησε πολύ στα δάση, μονάχα στα δάση έζησε, κ΄ είδε όλα τα ελάφια της φυλής του να γεννιούνται και να πεθαίνουν κάτω απ΄ τα μεγάλα δέντρα, τους αποκρίθηκε: «Ποτές σας δε θα φτάξετε στη θάλασσα! Ποτές σας δε θα φτάξετε!». Τότε, με άγριο βογγητό, οι λύκοι γείρανε στη γη κι άρχισαν να κλαίνε τη μοίρα τους, να κλαίνε την ερημιά τους, επειδή πια το ξέρανε πως ποτές δε θα φτάξουνε στη θάλασσα, πως η θάλασσα δεν είναι για τους λύκους».
΄Ηταν ένα παράξενο τραγούδι του ξεπατρισμού και της ερημιάς, πλημμυρισμένο από καημό κι από πάθος που δεν ικανοποιήθηκε, αυτό το τραγούδι των λύκων. ΄Ένα πικρό πέπλο σκέπασε τα μάτια των ληστών όσο το τραγούδι ξετυλιγόταν, η καρδιά τους χτύπησε, χτύπησε, ίσαμε που σύχασε. Και τότε η λύπη ήρθε και κάθισε απάνω της. Οι σκληρές γραμμές χαθήκαν απ΄ τα πρόσωπα, τα χέρια με τις φουσκωμένες φλέβες πέσανε, σιγά σιγά πορευόταν κ΄ έφτανε μέσα τους η ώρα του ανθρώπου. (σελ. 46-47)
Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010
Η Ζωή εν Τάφω
΄Ένα βιβλίο για τον πόλεμο, ένα βιβλίο που δονείται από την ομορφιά της ζωής, καθώς ο αναγνώστης βιώνει την αποτρόπαιη πραγματικότητα του πολέμου, βυθίζεται στη ζεστασιά της γλώσσας, λαχταράει την ειρήνη. Γυρίζουμε τις σελίδες με δέος, ποιητικός λόγος που υμνεί τη ζωή, την αγάπη, την αδελφοσύνη των λαών. Μαγεία αναδύεται μέσα από τις γραμμές καθώς ο Μυριβήλης ξετυλίγει το κουβάρι των στιγμών στο μέτωπο του πολέμου, καθώς οι ήρωες ξεπηδάνε μέσα από την πένα του, ο Μιχάλης (η Μ΄χαγήλους), ο Μπήλιος, ο Γιγάντης, ο Ζαφειρίου, ο ο Αλιμπέρης, ήρωες που φοβούνται, αλλά τολμούν, ήρωες που λαχταρούν να ζήσουν, αλλά χάνονται, ήρωες γραφικοί, ήρωες ανδρείοι, ήρωες ανθρώπινοι, οι δικοί μας άνθρωποι. To έργο αυτό του Μυριβήλη είναι μια μύηση στην ιδέα της πανανθρώπινης ενότητας. Αλλά καθώς οι λέξεις μοιάζουν λιγοστές για να περιγράψουν τις εντυπώσεις από το συγκλονιστικό αυτό βιβλίο, ας μιλήσει ο ίδιος ο συγγραφέας κι ας βιώσει ο κάθε αναγνώστης τη γλυκύτητα και το όνειρο, την ελπίδα και την συγκίνηση, τη θλίψη και την προσδοκία, την παράδοση στην ομορφιά και την αγάπη!
΄Ένα τέλος που είναι μια αρχή
Κάθεσαι κάπου με τον άνθρωπό σου. Κάθεσαι μαζί του μέσα σε μια καμαρούλα που δεν είναι κανείς άλλος από τους δυο σας έξω από μερικά καλά βιβλία, ένα-δυο ζουγραφιές στους τοίχους, μια λάμπα που περιμένει τη νύχτα με χτυποκάρδι, ένα καλαμάρι (τι σπουδαίο πράμα ένα καλαμάρι!) κι οι καρέκλες ένα γύρω γεμάτες υπομονή. Κανένας από τους δυο σας δε μιλά. Καθένας είναι παραδομένος στους λογισμούς του. Μπορεί και να μη συλλογιέται συνειδητά τίποτε. Τότες είναι η πιο σπουδαία στιγμή, γιατί η Ψυχή σου, λεύτερη σα χελιδόνι, ξεφεύγει κι ανταμώνει την απέραντη ψυχή του κόσμου και χάνεται και χωνεύει μέσα της αδελφικά. ΄Όμως τις πιο πολλές φορές η Ψυχή σου μιλάει με την Σιωπή της. Ωστόσο, για πρόσεξε πόσο α π α ρ α ί τ η τ ο ς σου είναι ο άλλος, ο εκλεχτός, που κάθεται δίπλα σου αμίλητος, ή λέει κάπου κάπου καμιά κουβέντα που είναι η φτωχή απολογία του λογικού του για τη γλυκόφωνη σιωπή! Κάθεται σιωπηλός κι αυτός, ανυποψίαστος ακροατής μπροστά στην άφωνη μοναχοκουβέντα σου. Και μόλις κάνει να σηκωθεί να φύγει από κοντά σου, εσύ – πάει πια – σου είναι των αδυνάτων αδύνατο να συναγρικηθείς σιωπηλά μέσα στα βάθη του εαυτού σου.
Καμιά φορά, ύστερ΄ από μια τέτοια συντροφική σιωπή σηκώνεσαι να φύγεις και χαμογελάς στο φίλο σου, που μαζί-μαζί δεν είπατε τόση ώρα τίποτα. ΄Όμως την ίδια ώρα, νιώθετε την ψυχή σας πιο δυνατή, πιο λεύτερη και πιο μεστή. Γιατί ένα σωρό αλήθειες την άγγισαν αλαφρά, σαν ρόδινες πεταλούδες, με τα φτερά τους (σελ. 14).
Η λογική είναι το πιο αδύνατο μετερίζι μπροστά στις έξαλλες και ακατανίκητες ενέργειες της ψυχής και της φαντασίας (σελ. 25)
Να βρέχει και νάσαι μέσα σ΄ ένα σπιτάκι. Να τρίζουν τα κούτσουρα της ελιάς στο παραγώνι. Να βλέπεις τη βροχή πίσ΄ από τα τζάμια. Και κοντά σου νάναι η αγάπη. Κι ένα βάζο φρέσκα λουλούδια. Κι ένα βιβλίο.) Τ΄ είν΄ αυτό; Τα μάγουλά μου είναι ογρά. Απ΄ τη βροχή; (σελ. 34)
΄Ανοιξα μεγάλα τα μάτια, να κοιτάξω δυνατά και περιληπτικά όλη τη Φύση την κρουστή, να πιω μονορούφι όλο της το νόημα, σαν άνθρωπος που πρόκειται να στραβωθεί σε λίγο για πάντα (σελ. 45)
Ο λόφος με τις παπαρούνες
Είναι και μια μέρα χαρούμενη μέσα στις άσκημες μέρες της πορείας. Μια μέρα γαλάζια και κόκκινη, με ανοιξιάτικον ουρανό, γεμάτη μαβιά μάτια, κόκκινα αγριολούλουδα και αργά μελαγχολικά τραγούδια.
΄Ηταν ένας λόφος άλικος από τις παπαρούνες. Ξεκουραζόταν ένα Ρούσικο Σύνταγμα, που τραβούσε κι αυτό για το μέτωπο. Εκεί μας σταματήσανε κι εμάς. Είχε μπόλικο νερό και πρασινάδα δίπλα. Στήσαμε πυραμίδες τα όπλα και φάγαμε κοντά τους. Μας σίμωσαν κάτι μεγαλόσωμα παλικάρια με τριανταφυλλιά μάγουλα, με χοντρές μπότες και μπλούζες παιδιάτικες δίχως κουμπιά. Τα πηλίκιά τους είχαν κεραμίδι στενούτσικο……….
Φάγαμε μαζί, κουβεντιάσαμε ώρες δίχως να καταλαβαίνει γρι ο ένας από τη γλώσσα του αλλουνού. ΄Όμως συνεννοηθήκαμε περίφημα. Η αγάπη κι η όχτρα έχουνε διεθνή γλώσσα.
…………………………………………..
Σαν κάμαμε τις τετράδες να φύγουμε, οι Ρούσοι βάλανε παπαρούνες μέσα στις μπούκες των ντουφεκιώ μας. ΄Ητανε σα μια παράξενη λιτανεία με ατσαλένιες λαμπάδες, που στην κορφή τους άναβε η πιο χαρούμενη φλόγα.
….Πόση αγάπη υπάρχει μέσα στον κόσμο! ΄Αφθονη σαν ποτάμι που χύνεται μέσα σ΄ έναν κάμπο. Ανθισμένη σαν ένας λόφος κόκκινος από τις παπαρούνες, που σε φωνάζουνε να τις κόψεις. Δεν έχεις παρά να σκύψεις να τις κόψεις.
Για τη μνήμη
Μάλωνα συχνά με τον αδερφό μου, τον έδερνα ταχτικά. Η μνήμη μου αρμενίζει σ΄ ένα ήρεμο πέλαγο από γλυκιές ακαθόριστες εντύπωσες αλλοτινές, μισοξεχασμένες. Χρώματα κινούνται, πρόσωπα σχεδιάζουνται, μυρωδιές, τραγούδια, σχήματα. Μικρές χαρές καραβίζουν, ξεθωριασμένα λουλουδάκια πατημένα στο χοντρό συναξάρι του χρόνου. Μικρές θλίψες που τι δε θάδινε κανένας να τις ξαναδοκιμάσει. Ονείρατα και φαντασίες και περιστατικά, ακόμα νοσταλγίες από διαβάσματα. Είναι τα γλυκοθύμητα υπόλοιπα μιας παιδιάστικης ζωής, που έσβησε κι άφησε μονάχα το λαφρύ κι ασύλληπτο μύρο της να πλανιέται πάνω από την τελματωμένη ψυχή. Τ΄ ανεσκαλίζεις και μοσκοβολάνε σαν μαραμένα βασιλικά (σελ. 131).
Για το Θάνατο
Η παρουσία του Θανάτου είναι παντού. Αγγίζει όλα, τα τυλίγει όλα μέσα στην πικρή ουσία του, τους δίνει μιαν ιδιαίτερη όψη και μια σημασία συμβολική. Η γέψη του είναι αδιάκοπα στα χείλια μας. Είμαστε όλοι υποτακτικοί του. Ζούμε στο βασίλειό του από παραχώρεσή του, κάθε στιγμή μπορεί να φυσήξει μέσα στις μονιές μας το κρύο χνώτο του(σελ. 138).
Για τα συρματοπλέγματα του πολέμου
Είναι ο αγριόβατος που φύτρωσε από τον πόλεμο και τύλιξε την οικουμένη. Είναι ένα σιδερένιο φιδόχορτο, ένα περικοκλάδι δίχως φύλλα, όλο νύχια και δόντια. Ποτίζεται με ζεστό αίμα, θεριεύει κι απλώνει τις κουλούρες του. Βλασταίνει και κλαδίζει μόνο μέσα σ τη νύχτα, πιάνεται παντούθε με τις ακατέλυτες κληματίδες του. Τύλιξε τη Γη κι είναι «ο ακάνθινος στέφανος του μαρτυρίου της». ΄Οπου φυτρώσει το συρματόπλεγμα μαραίνουνται τα λουλούδια, φυλλορροούν τα δέντρα, μαραζώνουν οι ανθισμένες μηλιές, οι ροδιές κιτρινίζουν. Είναι τ΄ αγκάθι που ριζοβόλησε, κυρίεψε και χέρσωσε τα χωράφια και τις καρδιές (σελ. 140).
Η μυστική παπαρούνα
΄Ηταν ένα λουλούδι εκεί. Συλλογίσου. ΄Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου ξεφανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα πούναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ΄ άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σα μικρή βελουδένια φούχτα. Αν μπορούσε να τη χαρεί κανείς μέσα στο φως του ήλιου, θάβλεπε πως ήταν άλικη, μ΄ έναν μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαύρες βλεφαρίδες στη μέση. Είναι θραψερό λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί του είναι ντούρο και χνουδάτο. ΄Εχει κι ένα κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ΄ αργήσει ν΄ ανοίξει κι αυτός. Και θάναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής. Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ. Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ΄ αυτό μου αποκαλύφτηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι και τ΄ ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. ΄Ετσι λέω θάναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπιν σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δακτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμυδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Είπα σιγά – σιγά: Καληνύχτα … καληνύχτα και νάσαι βλογημένη (σελ. 185).
Για τη ζωή
Ωχ, είναι καλά νάσαι εικοσιδυό χρονώ, να γύρισες ζωντανός από το χαράκωμα, νάσαι ερωτευμένος και νάχεις μέσα σου την Ελλάδα. Η ζωή είναι αχόρταστα όμορφη. Μπορώ να ζυγιάσω και να φωνάξω τώρα υπεύθυνα την αμέτρητην αξία της. Μπορώ να τη γευτώ στάλα-στάλα σαν σοφός κρασοπατέρας. Αιστάνουμαι κατάβαθα πόσο ακριβή μου είναι η κάθε στιγμή που περνάει πάνωθέ μου. Θέλω ναν τη σταματήσω και να της το πω στ΄ αυτί: Τράβα στο καλό και συ, μα ξέρε το. Σε κατάλαβα που πέρασες. Σ΄ ένιωσα, σε χάρηκα και σ΄ ευχαριστώ!
Είμαι ξαφνικά γεμάτος χαρά και συγκίνηση. Είναι ένα παράξενο συναίστημα. ΄Ολη μου την ύπαρξη την νιώθω σαν ένα όργανο ευγενικό και ηχερό. Τρομαχτικά ευαίσθητο. Εϊναι τεντωμένες πάνω του χιλιάδες, χιλιάδες λεπτεπίλεπτες χορδές χρυσές. Σαν τρίχες χρυσές. Αυτό το όργανο τρέμει μουσικά. Πάλλεται και βουϊζει γλυκά σαν να τραγουδούν μέσα του λαός πολύχρωμα έντομα, μικρούλια σαν μόρια σκόνης που παίζουν ηχερά τις φτερούγες και βγαίνουν άπειρες, άπειρες μικρές φωνούλες… Εγώ ΄μια αυτό το όργανο το πολύ λεπτό, το πολύ ευαίσθητο. Και απαντά στο κάλεσμα της ζωής, που βουϊζει σιγαλινά, γλυκά και παραπονετικά με τις χίλιες χιλιάδες τις ξανθές χορδές του. Είμαι ένας μερακλής της ζωής και μου αξίζει που τη ζω! Μα το Θεό, μου αξίζει που τη ζω… Ποτές μου πριν έμπω στο χαράκωμα δεν είχα υποψιαστεί την πραγματικήν αξία της ζωής. ΄Όμως τώρα και μπρος τη χαίρουμαι στιγμή προς στιγμή. ΄Εγινα ο τσιγκούνης που την ξοδεύει μια-μια πεντάρα. Γιατί ο καιρός είναι μετρημένος αυστηρά, σαν του στρατιώτη που παίρνει άδεια για το χωριό του. Είμαι μια σαΐτα που τινάχτηκε από τη χορδή του δοξαριού σου, Ζωή, και τρέχει πάνω στην καμπύλη του πεσιμού της. Είμαι μια στάλα νερό που πήδηξε μέσα στο φως από τ΄ αφρισμένο ρουθούνι του κυμάτου και ξαναπέφτει μέσα στον καταποτήρα της άβυσσος. Τώρα είμαι άξιος να σταθώ και να σε απολάψω, Ζωή. Από τη στιγμή που άρχισες να σαλεύεις και να φιδοσέρνεσαι σαν ερπετό μες από τη σκοτεινιά της ανυπαρξίας, ως την τελευταία σου στιγμή που θα σβήσεις. Ας ήμουν εγώ το βλέφαρό σου που θα πέσει να κλείσει για πάντα! Ας ήμουν η στερνή στάλα της στεγνωμένης κλεψύδρας σου. Η μικρή σου τελεία ας ήμουν. Κι ας ήμουν, έστω, ένα ταπεινό χουχλιδάκι σε μιαν ακρογιαλιά της Ελλάδας ανεκατωμένο με τον άμμο, ένα χουχλίδι που θα πίνει μόνον ήλιο και θα το μετατοπίζουν τα δροσερά κύματα (σελ. 208).
Για τη νοσταλγία
Ποιος είδε ομορφότερα ηλιοβασιλέματα από μένα; ΄Ηταν Λεσβιακά ηλιοβασιλέματα και τάβλεπα να διαβαίνουν αργά-αργά μέσα στα μάτια σου. Εκεί βαθιά έτρεμε η ψυχή σου η ερωτεμένη, με την αγωνία μιας καρφιτσωμένης πεταλούδας…΄Ωρες ώρες κάθουμαι και αναρωτιέμαι: Πώς μπόρεσα τόσον καιρό και ζω δίχως την ελληνική θάλασσα;… Η θάλασσα…μια θαυμαστή λέξη που μυρίζει, φωνάζει και φυσάει. Σφαλνώ τα μάτια και τη λέω έτσι απανωτά με πολλά «σ». Τη λέω σιγανά και αφουγκράζομαι τη φωνή μου. Ακούγω τότες όλα τα κύματά της τα καλοκαιρινά, σαν ξεσέρνουνται σουσουριστά στα στρωτά μας αμμογιάλια και στα γλειμμένα βότσαλα. Αχαί και τραγουδά αυτή η λέξη. Είναι σαν το κοχύλι που βάζεις στ΄ αυτί στο άνοιγμά του κι ακούς τις φωνές του πελάγου νάρχουνται απ΄ αλάργα (σελ. 235).
Η αισιοδοξία
Ποτές μου δεν ένιωσα νάμαι από τους καταδικασμένους του πολέμου. Ούτε κι από τις μάχες του 12-13 βγήκα ποτές «έκπληχτος» που ζω. Πώς γίνεται να πιστέψω πως είναι μπορετό να πάψω – για πάντα, για πάντα - να γράφω, να κολυμπώ, να τραγουδώ, να τρέχω, ν΄ αγαπώ, να πονώ και να μισώ; Είναι φορές, ακόμη και στις πιο μαύρες ώρες, που μούρχεται να ξεφωνίζω κάτω από το κύμα της χαράς που με συνεπαίρνει και με σηκώνει στην κορφή της ζωής (σελ. 381).
Για το φιλότιμο
Είναι κάτι που το λέμε ελληνικά «φιλότιμο» και κανένας ακόμη δεν ξέρει αρκετά την τρομερή δύναμή του. Αυτό, σαν τη φιλοσοφική λίθο, αλλάζει την ουσία των μετάλλων, κάνει την αλχημεία των ψυχών. (σελ. 400).
.
΄Ένα τέλος που είναι μια αρχή
Κάθεσαι κάπου με τον άνθρωπό σου. Κάθεσαι μαζί του μέσα σε μια καμαρούλα που δεν είναι κανείς άλλος από τους δυο σας έξω από μερικά καλά βιβλία, ένα-δυο ζουγραφιές στους τοίχους, μια λάμπα που περιμένει τη νύχτα με χτυποκάρδι, ένα καλαμάρι (τι σπουδαίο πράμα ένα καλαμάρι!) κι οι καρέκλες ένα γύρω γεμάτες υπομονή. Κανένας από τους δυο σας δε μιλά. Καθένας είναι παραδομένος στους λογισμούς του. Μπορεί και να μη συλλογιέται συνειδητά τίποτε. Τότες είναι η πιο σπουδαία στιγμή, γιατί η Ψυχή σου, λεύτερη σα χελιδόνι, ξεφεύγει κι ανταμώνει την απέραντη ψυχή του κόσμου και χάνεται και χωνεύει μέσα της αδελφικά. ΄Όμως τις πιο πολλές φορές η Ψυχή σου μιλάει με την Σιωπή της. Ωστόσο, για πρόσεξε πόσο α π α ρ α ί τ η τ ο ς σου είναι ο άλλος, ο εκλεχτός, που κάθεται δίπλα σου αμίλητος, ή λέει κάπου κάπου καμιά κουβέντα που είναι η φτωχή απολογία του λογικού του για τη γλυκόφωνη σιωπή! Κάθεται σιωπηλός κι αυτός, ανυποψίαστος ακροατής μπροστά στην άφωνη μοναχοκουβέντα σου. Και μόλις κάνει να σηκωθεί να φύγει από κοντά σου, εσύ – πάει πια – σου είναι των αδυνάτων αδύνατο να συναγρικηθείς σιωπηλά μέσα στα βάθη του εαυτού σου.
Καμιά φορά, ύστερ΄ από μια τέτοια συντροφική σιωπή σηκώνεσαι να φύγεις και χαμογελάς στο φίλο σου, που μαζί-μαζί δεν είπατε τόση ώρα τίποτα. ΄Όμως την ίδια ώρα, νιώθετε την ψυχή σας πιο δυνατή, πιο λεύτερη και πιο μεστή. Γιατί ένα σωρό αλήθειες την άγγισαν αλαφρά, σαν ρόδινες πεταλούδες, με τα φτερά τους (σελ. 14).
Η λογική είναι το πιο αδύνατο μετερίζι μπροστά στις έξαλλες και ακατανίκητες ενέργειες της ψυχής και της φαντασίας (σελ. 25)
Να βρέχει και νάσαι μέσα σ΄ ένα σπιτάκι. Να τρίζουν τα κούτσουρα της ελιάς στο παραγώνι. Να βλέπεις τη βροχή πίσ΄ από τα τζάμια. Και κοντά σου νάναι η αγάπη. Κι ένα βάζο φρέσκα λουλούδια. Κι ένα βιβλίο.) Τ΄ είν΄ αυτό; Τα μάγουλά μου είναι ογρά. Απ΄ τη βροχή; (σελ. 34)
΄Ανοιξα μεγάλα τα μάτια, να κοιτάξω δυνατά και περιληπτικά όλη τη Φύση την κρουστή, να πιω μονορούφι όλο της το νόημα, σαν άνθρωπος που πρόκειται να στραβωθεί σε λίγο για πάντα (σελ. 45)
Ο λόφος με τις παπαρούνες
Είναι και μια μέρα χαρούμενη μέσα στις άσκημες μέρες της πορείας. Μια μέρα γαλάζια και κόκκινη, με ανοιξιάτικον ουρανό, γεμάτη μαβιά μάτια, κόκκινα αγριολούλουδα και αργά μελαγχολικά τραγούδια.
΄Ηταν ένας λόφος άλικος από τις παπαρούνες. Ξεκουραζόταν ένα Ρούσικο Σύνταγμα, που τραβούσε κι αυτό για το μέτωπο. Εκεί μας σταματήσανε κι εμάς. Είχε μπόλικο νερό και πρασινάδα δίπλα. Στήσαμε πυραμίδες τα όπλα και φάγαμε κοντά τους. Μας σίμωσαν κάτι μεγαλόσωμα παλικάρια με τριανταφυλλιά μάγουλα, με χοντρές μπότες και μπλούζες παιδιάτικες δίχως κουμπιά. Τα πηλίκιά τους είχαν κεραμίδι στενούτσικο……….
Φάγαμε μαζί, κουβεντιάσαμε ώρες δίχως να καταλαβαίνει γρι ο ένας από τη γλώσσα του αλλουνού. ΄Όμως συνεννοηθήκαμε περίφημα. Η αγάπη κι η όχτρα έχουνε διεθνή γλώσσα.
…………………………………………..
Σαν κάμαμε τις τετράδες να φύγουμε, οι Ρούσοι βάλανε παπαρούνες μέσα στις μπούκες των ντουφεκιώ μας. ΄Ητανε σα μια παράξενη λιτανεία με ατσαλένιες λαμπάδες, που στην κορφή τους άναβε η πιο χαρούμενη φλόγα.
….Πόση αγάπη υπάρχει μέσα στον κόσμο! ΄Αφθονη σαν ποτάμι που χύνεται μέσα σ΄ έναν κάμπο. Ανθισμένη σαν ένας λόφος κόκκινος από τις παπαρούνες, που σε φωνάζουνε να τις κόψεις. Δεν έχεις παρά να σκύψεις να τις κόψεις.
Για τη μνήμη
Μάλωνα συχνά με τον αδερφό μου, τον έδερνα ταχτικά. Η μνήμη μου αρμενίζει σ΄ ένα ήρεμο πέλαγο από γλυκιές ακαθόριστες εντύπωσες αλλοτινές, μισοξεχασμένες. Χρώματα κινούνται, πρόσωπα σχεδιάζουνται, μυρωδιές, τραγούδια, σχήματα. Μικρές χαρές καραβίζουν, ξεθωριασμένα λουλουδάκια πατημένα στο χοντρό συναξάρι του χρόνου. Μικρές θλίψες που τι δε θάδινε κανένας να τις ξαναδοκιμάσει. Ονείρατα και φαντασίες και περιστατικά, ακόμα νοσταλγίες από διαβάσματα. Είναι τα γλυκοθύμητα υπόλοιπα μιας παιδιάστικης ζωής, που έσβησε κι άφησε μονάχα το λαφρύ κι ασύλληπτο μύρο της να πλανιέται πάνω από την τελματωμένη ψυχή. Τ΄ ανεσκαλίζεις και μοσκοβολάνε σαν μαραμένα βασιλικά (σελ. 131).
Για το Θάνατο
Η παρουσία του Θανάτου είναι παντού. Αγγίζει όλα, τα τυλίγει όλα μέσα στην πικρή ουσία του, τους δίνει μιαν ιδιαίτερη όψη και μια σημασία συμβολική. Η γέψη του είναι αδιάκοπα στα χείλια μας. Είμαστε όλοι υποτακτικοί του. Ζούμε στο βασίλειό του από παραχώρεσή του, κάθε στιγμή μπορεί να φυσήξει μέσα στις μονιές μας το κρύο χνώτο του(σελ. 138).
Για τα συρματοπλέγματα του πολέμου
Είναι ο αγριόβατος που φύτρωσε από τον πόλεμο και τύλιξε την οικουμένη. Είναι ένα σιδερένιο φιδόχορτο, ένα περικοκλάδι δίχως φύλλα, όλο νύχια και δόντια. Ποτίζεται με ζεστό αίμα, θεριεύει κι απλώνει τις κουλούρες του. Βλασταίνει και κλαδίζει μόνο μέσα σ τη νύχτα, πιάνεται παντούθε με τις ακατέλυτες κληματίδες του. Τύλιξε τη Γη κι είναι «ο ακάνθινος στέφανος του μαρτυρίου της». ΄Οπου φυτρώσει το συρματόπλεγμα μαραίνουνται τα λουλούδια, φυλλορροούν τα δέντρα, μαραζώνουν οι ανθισμένες μηλιές, οι ροδιές κιτρινίζουν. Είναι τ΄ αγκάθι που ριζοβόλησε, κυρίεψε και χέρσωσε τα χωράφια και τις καρδιές (σελ. 140).
Η μυστική παπαρούνα
΄Ηταν ένα λουλούδι εκεί. Συλλογίσου. ΄Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου ξεφανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα πούναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ΄ άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σα μικρή βελουδένια φούχτα. Αν μπορούσε να τη χαρεί κανείς μέσα στο φως του ήλιου, θάβλεπε πως ήταν άλικη, μ΄ έναν μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαύρες βλεφαρίδες στη μέση. Είναι θραψερό λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί του είναι ντούρο και χνουδάτο. ΄Εχει κι ένα κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ΄ αργήσει ν΄ ανοίξει κι αυτός. Και θάναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής. Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ. Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ΄ αυτό μου αποκαλύφτηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι και τ΄ ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. ΄Ετσι λέω θάναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπιν σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δακτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμυδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Είπα σιγά – σιγά: Καληνύχτα … καληνύχτα και νάσαι βλογημένη (σελ. 185).
Για τη ζωή
Ωχ, είναι καλά νάσαι εικοσιδυό χρονώ, να γύρισες ζωντανός από το χαράκωμα, νάσαι ερωτευμένος και νάχεις μέσα σου την Ελλάδα. Η ζωή είναι αχόρταστα όμορφη. Μπορώ να ζυγιάσω και να φωνάξω τώρα υπεύθυνα την αμέτρητην αξία της. Μπορώ να τη γευτώ στάλα-στάλα σαν σοφός κρασοπατέρας. Αιστάνουμαι κατάβαθα πόσο ακριβή μου είναι η κάθε στιγμή που περνάει πάνωθέ μου. Θέλω ναν τη σταματήσω και να της το πω στ΄ αυτί: Τράβα στο καλό και συ, μα ξέρε το. Σε κατάλαβα που πέρασες. Σ΄ ένιωσα, σε χάρηκα και σ΄ ευχαριστώ!
Είμαι ξαφνικά γεμάτος χαρά και συγκίνηση. Είναι ένα παράξενο συναίστημα. ΄Ολη μου την ύπαρξη την νιώθω σαν ένα όργανο ευγενικό και ηχερό. Τρομαχτικά ευαίσθητο. Εϊναι τεντωμένες πάνω του χιλιάδες, χιλιάδες λεπτεπίλεπτες χορδές χρυσές. Σαν τρίχες χρυσές. Αυτό το όργανο τρέμει μουσικά. Πάλλεται και βουϊζει γλυκά σαν να τραγουδούν μέσα του λαός πολύχρωμα έντομα, μικρούλια σαν μόρια σκόνης που παίζουν ηχερά τις φτερούγες και βγαίνουν άπειρες, άπειρες μικρές φωνούλες… Εγώ ΄μια αυτό το όργανο το πολύ λεπτό, το πολύ ευαίσθητο. Και απαντά στο κάλεσμα της ζωής, που βουϊζει σιγαλινά, γλυκά και παραπονετικά με τις χίλιες χιλιάδες τις ξανθές χορδές του. Είμαι ένας μερακλής της ζωής και μου αξίζει που τη ζω! Μα το Θεό, μου αξίζει που τη ζω… Ποτές μου πριν έμπω στο χαράκωμα δεν είχα υποψιαστεί την πραγματικήν αξία της ζωής. ΄Όμως τώρα και μπρος τη χαίρουμαι στιγμή προς στιγμή. ΄Εγινα ο τσιγκούνης που την ξοδεύει μια-μια πεντάρα. Γιατί ο καιρός είναι μετρημένος αυστηρά, σαν του στρατιώτη που παίρνει άδεια για το χωριό του. Είμαι μια σαΐτα που τινάχτηκε από τη χορδή του δοξαριού σου, Ζωή, και τρέχει πάνω στην καμπύλη του πεσιμού της. Είμαι μια στάλα νερό που πήδηξε μέσα στο φως από τ΄ αφρισμένο ρουθούνι του κυμάτου και ξαναπέφτει μέσα στον καταποτήρα της άβυσσος. Τώρα είμαι άξιος να σταθώ και να σε απολάψω, Ζωή. Από τη στιγμή που άρχισες να σαλεύεις και να φιδοσέρνεσαι σαν ερπετό μες από τη σκοτεινιά της ανυπαρξίας, ως την τελευταία σου στιγμή που θα σβήσεις. Ας ήμουν εγώ το βλέφαρό σου που θα πέσει να κλείσει για πάντα! Ας ήμουν η στερνή στάλα της στεγνωμένης κλεψύδρας σου. Η μικρή σου τελεία ας ήμουν. Κι ας ήμουν, έστω, ένα ταπεινό χουχλιδάκι σε μιαν ακρογιαλιά της Ελλάδας ανεκατωμένο με τον άμμο, ένα χουχλίδι που θα πίνει μόνον ήλιο και θα το μετατοπίζουν τα δροσερά κύματα (σελ. 208).
Για τη νοσταλγία
Ποιος είδε ομορφότερα ηλιοβασιλέματα από μένα; ΄Ηταν Λεσβιακά ηλιοβασιλέματα και τάβλεπα να διαβαίνουν αργά-αργά μέσα στα μάτια σου. Εκεί βαθιά έτρεμε η ψυχή σου η ερωτεμένη, με την αγωνία μιας καρφιτσωμένης πεταλούδας…΄Ωρες ώρες κάθουμαι και αναρωτιέμαι: Πώς μπόρεσα τόσον καιρό και ζω δίχως την ελληνική θάλασσα;… Η θάλασσα…μια θαυμαστή λέξη που μυρίζει, φωνάζει και φυσάει. Σφαλνώ τα μάτια και τη λέω έτσι απανωτά με πολλά «σ». Τη λέω σιγανά και αφουγκράζομαι τη φωνή μου. Ακούγω τότες όλα τα κύματά της τα καλοκαιρινά, σαν ξεσέρνουνται σουσουριστά στα στρωτά μας αμμογιάλια και στα γλειμμένα βότσαλα. Αχαί και τραγουδά αυτή η λέξη. Είναι σαν το κοχύλι που βάζεις στ΄ αυτί στο άνοιγμά του κι ακούς τις φωνές του πελάγου νάρχουνται απ΄ αλάργα (σελ. 235).
Η αισιοδοξία
Ποτές μου δεν ένιωσα νάμαι από τους καταδικασμένους του πολέμου. Ούτε κι από τις μάχες του 12-13 βγήκα ποτές «έκπληχτος» που ζω. Πώς γίνεται να πιστέψω πως είναι μπορετό να πάψω – για πάντα, για πάντα - να γράφω, να κολυμπώ, να τραγουδώ, να τρέχω, ν΄ αγαπώ, να πονώ και να μισώ; Είναι φορές, ακόμη και στις πιο μαύρες ώρες, που μούρχεται να ξεφωνίζω κάτω από το κύμα της χαράς που με συνεπαίρνει και με σηκώνει στην κορφή της ζωής (σελ. 381).
Για το φιλότιμο
Είναι κάτι που το λέμε ελληνικά «φιλότιμο» και κανένας ακόμη δεν ξέρει αρκετά την τρομερή δύναμή του. Αυτό, σαν τη φιλοσοφική λίθο, αλλάζει την ουσία των μετάλλων, κάνει την αλχημεία των ψυχών. (σελ. 400).
.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
