Έφθασα στο Χόρτο γύρω στις δέκα το βράδυ. Στο μικρό θεατράκι, μακριά από τα αυτοκίνητα και τα ανυπόμονα βλέμματα, ανάμεσα στα δέντρα , κάτω από το ασημένιο φεγγάρι της 31 Ιουλίου μια ιδιαίτερη παράσταση ήταν έτοιμη να αρχίσει, ιδιαίτερη, όπως ξεχωριστός ήταν ο ήρωάς της, διαχρονικός και μαρτυρικός, σύμβολο αξιοπρέπειας και τιμής. ΄Όταν έφθασα στο θέατρο, η κ. Πία Χατζηνίκου όρθια, αλλά μέσα στον κόσμο , σα να διηγιόταν σε μια παρέα φίλων, με αμεσότητα και απλότητα, εξιστορούσε το μύθο που πάνω του ήταν στηριγμένος ο ποιητικός μονόλογος που επρόκειτο να παρακολουθήσουμε: Ο Αχιλλέας από τη Φθιώτιδα, ο γιος του Πηλέα και ο Αίας από τη Σαλαμίνα, ο γιος του Τελαμώνα είναι οι πιο γενναίοι από τους ΄Ελληνες κατά τον Τρωικό Πόλεμο. Ο ΄Ομηρος χαρακτηρίζει τον Αίαντα ως το προπύργιο των Αχαιών. ΄Όταν σκοτώνεται ο Αχιλλέας , ο Αίας διεκδικεί τα όπλα του, αλλά με παρέμβαση των Ατρειδών που είχαν την αρχιστρατηγία, του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου, τα όπλα παραχωρούνται στον Οδυσσέα. Ο Αίας μετά από την προσβολή αυτή αποφασίζει να εκδικηθεί τους Αχαιούς. Η θεά Αθηνά όμως σκοτίζει το νου του και αυτός επιτίθεται και σκοτώνει ό,τι ζώο βρει μπροστά του, νομίζοντας ότι σκοτώνει Αχαιούς. Όταν συνέρχεται από την παραφροσύνη του αυτή , αισθάνεται ντροπή και αποφασίζει να δώσει τέρμα στη ζωή του. Η σύζυγός του Τέκμησσα και ο αδελφός του Τεύκρος προσπαθούν να τον μεταπείσουν. Ο Αίας βιώνοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στην ηθική του και το περιβάλλον του αυτοκτονεί , αρνούμενος να ενταχθεί στον προηγούμενο κόσμο του. Η ιστορία του μεταφέρεται από τον ΄Ομηρο του 800 π.Χ. στο Σοφοκλή του 460-450 π.Χ. και από αυτόν στο Γιάννη Ρίτσο της Λέρου και της Σάμου στα 1967-1969. Ο Γιάννης Ρίτσος μας μεταφέρει στη στιγμή που ο Αίας βρίσκει τα λογικά του και αντιλαμβάνεται τι έχει κάνει.
Αντιγράφοντας από την ιστοσελίδα του Ε.ΚΕ.ΒΙ. :
«Το θέατρο του Ρίτσου είναι ένα θέατρο γλώσσας και ιδεών. Το ανθρώπινο πάθος, είτε τη “γυναικεία” ψυχή αφορά είτε την “ανδρική”, φωτίζεται στοργικά και συνάμα ανελέητα ως έρμαιο μιας υπέρτερης διαπλοκής δυνάμεων, που φέρουν τα ωραία ονόματα Πόθος, Δόξα, Ομορφιά, και συνθέτουν το δίχτυ της Μοίρας μας. Στους “μονολόγους” του Ρίτσου το πάθος δεν εκτίθεται ως άμεσο βίωμα, αλλά ως αναδρομή. Όχημα αυτής της αναδρομής είναι η γλώσσα. Κάτι περισσότερο: η γλώσσα και το παιχνίδι της είναι η μόνη ταυτότητα των ηρώων του. Οι κατά συνθήκη ονομασίες, Αίας, Ορέστης, Ελένη, κτλ. δε σηματοδοτούν ατομικές οντότητες, αλλά κόμπους του Μύθου ή, μ' άλλα λόγια, της ακατάλυτης δύναμης του Απρόσωπου που εξυφαίνει, που πλέκει τη μικρή ζωή του καθενός μας.».
Η Εστία Θεάτρου Βόλου Ερινεώς δημιουργήθηκε γύρω στα 1992 με την πρωτοβουλία και την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιάννη Τράντα. Στόχος της η μελέτη και παρουσίαση ελληνικών κυρίως κειμένων , οικουμενικής διάστασης με διαχρονικές και πανανθρώπινες αξίες. Το χειμώνα του 2008 μας καθήλωσε με την παράστασή της στο Δημοτικό Θέατρο Βόλου «Imagine ή το Τοπίο του Είναι» με αποσπάσματα από έργα των Σεφέρη, Παπαδιαμάντη και Πεντζίκη. Φέτος συμμετέχοντας στο αφιέρωμα για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου παρουσιάζει τον Αίαντα από την ποιητική συλλογή «Τέταρτη Διάσταση». Τέταρτη διάσταση , ένας άλλος τρόπος να αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα, η επίγνωση μιας αλήθειας που προέρχεται μέσα από το χρόνο και το βίωμα , μια διαφορετική οπτική βασισμένη σε ώριμη, αλλά και οδυνηρή γνώση.
Ο Γιάννης Ρίτσος με τον Αίαντα επιχειρεί μια επικίνδυνη κατάδυση στην ψυχή και το υποσυνείδητο του ήρωα αναδεικνύοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στην συνείδησή του και την κοινωνική του υπόσταση. Σημείωσα κάποιους στίχους , ελάχιστους όμως,
όπως τις σκέψεις του ήρωα για τη φιλία : «Τίποτα δεν είναι ο φόβος του εχθρού μπροστά στο φόβο του φίλου που ξέρει τις κρυφές πληγές κι εκεί σημαδεύει»,
για τις τύψεις : «Κοίτα , στον τοίχο, μια μαύρη μύγα, μαύρη, μαύρη, μεγαλώνει, μαυρίζει τη μέρα, μαύρον αέρα ρουθουνίζει – σκέπασέ την με το χέρι σου, σκότωσέ την, δεν μπορώ να την βλέπω»,
για τη μοναξιά «Δεν είχα να κρατηθώ από πουθενά, μήτε απ΄ την ίδια μου τη ζώνη – καθώς την έψαχνα τυφλά, το ΄νιωσα ξάφνου πως είταν κομμένη κι αντί να με κρατήσει, την κρατούσα απ΄ το χέρι»,
για την ομορφιά της φύσης «Σηκώθηκε κοντά μου ένα κοπάδι γλάροι, με στέγασε μια άσπρη τρεμάμενη αψίδα»,
για την αυτογνωσία «Και σας πρόδωσα αλήθεια, μια και τον εαυτό μου έχω προδώσει», αλλά και «Εμένα μου φτάνει αυτό που βρήκα χάνοντας τα πάντα».
Ο δραματικός μονόλογος του Αίαντα μας συγκλόνισε. Ο Γιάννης Τράντας μας μετέδωσε με πειστικότητα και συναίσθημα την απελπισία του ήρωα, «μίσησα για πάντα τ΄ όνομά μου», τη μοναξιά του , την αδυναμία , αλλά και άρνηση ένταξης σε ένα περιβάλλον ξένο προς την ηθική και την γνώση του, την ντροπή και τη θλίψη του για τον πόνο που προκάλεσε , το αδιέξοδο και την απογοήτευση του , αφού η ζωή του δεν έχει πια νόημα. Μαζί του η Ευαγγελία Κατούνια, ως Τέκμησσα , σύζυγος του Αίαντα, ο Ευάγγελος Κακάλιας ως φρουρός και ο Γιώργος Λεβέντης ως Τεύκρος, αδελφός του Αίαντα. Ζωντανή μουσική συνόδευε όλη την παράσταση, άλλοτε ασυγκράτητη κι άλλοτε διακριτική η μουσική του Πέτρου Δουρδουμπάκη, νότες ζεστές ,νότες πιάνου, νότες φλάουτου, νότες που συνδυασμένες με τις λέξεις δημιουργούν ένα μαγικό μανδύα που τυλίγει τον θεατή , τον απομονώνει από το παρόν και τον οδηγεί σ΄ ένα ταξίδι της ψυχής πέρα από το ορατό και αισθητό, στην αλήθεια της τέχνης που είναι η αλήθεια της ζωής. Γιατί, όπως λέει ο ποιητής, «Η καρδιά του ανθρώπου είναι μια νοτισμένη ρίζα μες στο χώμα, υπομονετική, κρυμμένη τόσο βαθιά – μπορεί και πάλι να πετάξει βλαστάρια».
Κυριακή 2 Αυγούστου 2009
Σάββατο 25 Ιουλίου 2009
Τίποτε σ΄ αυτόν τον κόσμο δεν είναι τόσο δύσκολο όσο ο έρωτας ...
Υπάρχουν βιβλία που η λάμψη τους διαρκεί ένα ή δύο χρόνια, ίσως και λιγότερο. Κάποιες φορές κυκλοφορούν σε χιλιάδες αντίτυπα και μετά από χρόνια αναρωτιέται κανείς τι ήταν αυτό που προκάλεσε μια τέτοια αναγνωσιμότητα. Υπάρχουν ευτυχώς βιβλία που ευωδιάζουν χρόνο με το χρόνο όλο και περισσότερο, που το άγγιγμά τους προκαλεί δέος και η προσέγγισή τους γίνεται με ιδιαίτερο σεβασμό . Βιβλία δοκιμασμένα στο χρόνο, βράχια σοφίας και αλήθειας, τα προσεγγίζει κανείς σ΄ ένα επίπεδο, για να αντιληφθεί κάτι από τη σοφία των μεγάλων στοχαστών, να γίνει κοινωνός ενός φωτός που ανατέλλει με σταθερότητα και σκορπίζει τη λάμψη του στον πρόθυμο αναγνώστη , να αγγίξει κάτι από το μεγαλείο τους , να γευτεί την πίκρα και τη γλύκα τους, να χαθεί μέσα στη μαγεία των λέξεων και την απεραντοσύνη του σύμπαντος ενός μεγάλου μελετητή και συγγραφέα, βιβλία που μοσχοβολάνε τριαντάφυλλο και γιασεμί, που συγκινούν με την απελπισία της μοναξιάς και την πληρότητα του έρωτα. Βιβλία που σου επιτρέπουν να μιλήσεις για να συναισθήματα που σου προκαλούν , χωρίς πολλά λόγια γιατί μέσα από τις λέξεις τους έχουν τα πάντα ειπωθεί , ενώ όταν διαβάσεις και την τελευταία λέξη τους διαπιστώνεις με θλίψη και νοσταλγία το τέλος ενός υπέροχου ταξιδιού. Κι όταν κάποτε δεις κάποιο από αυτά τα βιβλία στα χέρια ενός αναγνώστη , αισθάνεσαι ιδιαίτερη περηφάνια στη σκέψη ότι κάποτε το διάβασες κι εσύ. ΄Ένα τέτοιο βιβλίο , σιωπηλό αλλά και θορυβώδες, ερωτικό αλλά και ανέραστο, γεμάτο κύματα επιθυμιών αλλά και αδιέξοδες σχέσεις , είναι «ο ΄Ερωτας στα Χρόνια της Χολέρας» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές. Παγίδες της μοίρας , παγίδες της άγνοιας και της περηφάνιας καθορίζουν το μεγάλο αυτό μυθιστόρημα που ανήγαγε τον έρωτα σε διαχρονική αξία δίνοντας του διάρκεια και πάθος ανεξάρτητα από την ηλικία των ηρώων και τις προκαταλήψεις της εποχής .
΄Ένα απλό βλέμμα ήταν αιτία για έναν ερωτικό κατακλυσμό που για πενήντα και πλέον χρόνια δεν έλεγε να σταματήσει. Από την ημέρα που το βλέμμα αυτό της Φερμίνα Δάσα τον αιχμαλώτισε για πάντα, ο Φλορεντίνο Αρίσα άρχισε τη μυστική ζωή του μοναχικού κυνηγού. Ο έρωτάς του τον οδήγησε στην αλχημεία της ποίησης και στη μουσική . Τα πλούσια συναισθήματα, το πάθος του και ο τρόπος που τα μετουσιώνει αυτά σε πράξη ξεπηδούν μέσα από τις σειρές του μυθιστορήματος, ενώ κάθε λέξη μας μεταφέρει με παραστατικότητα στη σχέση των δύο νέων : τα γράμματα της Φερμίνα Δάσα «προορισμένα να διατηρούν αναμμένα τα κάρβουνα χωρίς να βάζει χέρι στη φωτιά, ενώ ο Φλορεντίνο Αρίσα γινόταν στάχτη σε κάθε γραμμή». ΄Όταν ο πατέρας της ανακαλύπτει την ανίερη σχέση ο Φλορεντίνο δε διστάζει να του πει «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δόξα από το να πεθάνω για τον έρωτα». Κι όμως ο Λορέντσο Δάσα λησμονώντας τη δική του ερωτική ιστορία απομακρύνει την κόρη του από την πόλη του έρωτά της. Ο χρόνος και ο χώρος έπαιξαν το καταστρεπτικό τους παιχνίδι , με αποτέλεσμα όταν η Φερμίνα Δάσα επιστρέφει διαπιστώνει ότι αυτό που υπήρχε ανάμεσά τους δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση. Λίγα χρόνια μετά μπαίνει στη ζωή της ο γιατρός Χουβενάλ Ουρμπίνο, ο οποίος είχε πρόσφατα επιστρέψει από πολύχρονη διαμονή στο Παρίσι και είχε αντιμετωπίσει με επιτυχία την επιδημία της χολέρας στην πόλη τους «΄Ηταν ακόμα πολύ νέος για να ξέρει πως η καρδιά μας αποβάλλει τις άσχημες αναμνήσεις και ωραιοποιεί τις καλές κι ότι χάρη σ΄ αυτό το τέχνασμα καταφέρνουμε να αντέχουμε το παρελθόν». Ερωτεύεται την Φερμίνα Δάσα κεραυνοβόλα. Εκείνη στην αρχή αρνείται , αλλά μετά από πολλές και ποικίλες πιέσεις γίνεται ο γάμος τους. Ο Φλορεντίνο Αρίσα προσπαθεί να επιζήσει μέσα στη λήθη. Η πρώτη του σαρκική επαφή με μια άγνωστη τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο απατηλός έρωτας της Φερμίνα Δάσα μπορούσε να αντικατασταθεί μ΄ ένα γήινο πάθος (σελ. 198). Τότε ήταν που άρχισε να καταγράφει σε ένα τετράδιο τους συνεχόμενους έρωτές του, εκτός από τις περαστικές περιπέτειες που δεν άξιζαν ούτε μια σημείωση. Στα επόμενα πενήντα χρόνια συμπλήρωσε εικοσιπέντε τετράδια με εξακόσιες είκοσι δύο καταχωρήσεις. ΄Όταν η Φερμίνα Δάσα έμεινε έγκυος ο Φλορεντίνο Αρίσα πήρε δύο αποφάσεις : να φτιάξει όνομα και περιουσία για να γίνει αντάξιός της και ότι ο γιατρός Ουρμπίνο έπρεπε να πεθάνει. Για να εκπληρώσει την πρώτη του απόφαση, αφού η δεύτερη δεν εξαρτιόταν από αυτόν, προσέγγισε τον θείο του Λεόν ΧΙΙ , που ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ποταμοπλοΐας Καραϊβικής. Εκείνος πίστευε ότι «οι άνθρωποι δεν γεννιούνται μόνο τη μέρα που τους φέρνει στον κόσμο η μάνα τους, μα η ζωή τους αναγκάζει να ξαναγεννηθούν , μόνοι τους πλέον, μια και δυο και πολλές φορές ακόμα». ΄Ετσι ο Φλορεντίνο Αρίσα μέσα σε τριάντα χρόνια πέρασε απ΄ όλες τις θέσεις της επιχείρησης μ΄ αφοσίωση και αντοχή σε κάθε δοκιμασία. Στην προσωπική του ζωή προωθούσε τις επιχειρήσεις του λαθροκυνηγού: Η χήρα του Νασαρέτ, η Αουσένσια Σανταντέρ, η Σάρα Νοριέγα , η Ολυμπία Σουλέτα. Συμπαραστάτισσα και φίλη η Λεόνα Κασιάνι, η οποία και μέσα από τη θέση της στην εταιρεία αλλά και σαν φίλη τον υποστήριξε και τον προώθησε, δυναμική, σιωπηλή , με μια γλύκα όλο σοφία. Ο συγγραφέας μας διηγείται με λεπτομέρειες κομμάτια από τη ζωή του Φλορεντίνο Αρίσα και στη συνέχεια της Φερμίνα Δάσα, ακούραστος, μεταδίδοντας μας όχι μόνο τις συνθήκες της ζωής τους, αλλά και τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους με διαύγεια και απλότητα. Ο γιατρός Ουρμπίνο πρόσφερε στη Φερμίνα Δάσα μόνο γήινα αγαθά: ασφάλεια, τάξη, ευτυχία, άμεσα νούμερα που αν μπορούσαν να αθροιστούν ίσως να έμοιαζαν με έρωτα: σχεδόν με έρωτα (σελ. 282). ΄Οσο για την ίδια τη Φερμίνα Δάσα πέρασε ένα σφουγγάρι χωρίς δάκρυα πάνω από τη θύμηση του Φλορεντίνο Αρίσα και στο χώρο αυτό άφησε να ανθίσει ένα λιβάδι παπαρούνες. Ο ευτυχισμένος γάμος της κράτησε όσο και το ταξίδι του μέλιτος : «το πρόβλημα στη κοινωνική ζωή είναι να μάθει κανείς να κυριαρχεί πάνω στον τρόμο, το πρόβλημα στη συζυγική ζωή είναι να μάθει να κυριαρχεί πάνω στην ανία». Δεν έριχνε το φταίξιμο στον άντρα της, η ζωή έφταιγε (σελ. 305). Τίποτε σ΄ αυτό τον κόσμο δεν είναι τόσο δύσκολο όσο ο έρωτας. Μετά από τριάντα χρόνια γάμου οι δύο σύζυγοι άρχισαν να αγαπιούνται καλύτερα, χωρίς βιασύνη και υπερβολές (σελ. 309), ενώ ο
Φλορεντίνο Αρίσα και η Φερμίνα Δάσα «ζούσαν σε δύο κόσμους που απομακρύνονταν, αλλά, ενώ εκείνος έκανε κάθε προσπάθεια για να μικρύνει την απόσταση, εκείνη δεν έκανε ούτε ένα βήμα που να μην είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πέρασε πολύς καιρός πριν εκείνος τολμήσει να σκεφτεί πως η αδιαφορία της δεν ήταν παρά μια προστατευτική πανοπλία ενάντια στο φόβο». Όταν το φάντασμα της Μπάρμπαρα Λιντς μπαίνει μέσα στο σπίτι του γιατρού Ουρμπίνο, δεν ήταν μια σεισμική δόνηση της καρδιάς, αλλά ένα ειρηνικό χτύπημα, που απομάκρυνε τη Φερμίνα Δάσα για δύο χρόνια από το συζυγικό σπίτι μέχρι τη στιγμή που ο γιατρός Ουρμπίνο την έφερε πίσω. Τότε ήταν περίπου που μπήκε στη ζωή του Φλορεντίνο Αρίσα η δεκατετράχρονη Αμέρικα Βικούνια και συνειδητοποίησε ότι «μετά από τόσα χρόνια υπολογισμένους έρωτες, η άνοστη γεύση της αθωότητας είχε τη γοητεία μιας ανανεωτικής διαστροφής» (σελ. 375). Ο θάνατος του γιατρού Ουρμπίνο ατύχημα έδωσε ελπίδες στον Φλορεντίνο Αρίσα, ενώ «οι χώροι της μνήμης της Φερμίνα Δάσα , όπου κατόρθωνε να κατευνάσει τις αναμνήσεις του πεθαμένου , γέμιζαν ολοένα και περισσότερο, αλλά μ΄ έναν αδυσώπητο τρόπο, με το λιβάδι από παπαρούνες που βρίσκονταν θαμμένες οι αναμνήσεις του Φλορεντίνο Αρίσα» (σελ. 391). Οι δύο μοναχικοί ηλικιωμένοι αρχίζουν να συναντώνται και στις αντιδράσεις της κόρης της η Φερμίνα Δάσα απαντά «Πάει ένας αιώνας που μου έχεσαν τη ζωή μ΄ αυτόν τον καημένο, γιατί είμασταν πολύ νέοι, και τώρα θέλουν να το ξανακάνουν γιατί είμαστε υπερβολικά γέροι» (σελ. 446). Πενήντα τρία χρόνια μετά το πρώτο βλέμμα της Φερμίνα Δάσα αποφασίζουν να φύγουν μαζί με το πλοίο Καινούρια Πίστη ταξιδεύοντας για όλη τους τη ζωή «΄Ηταν σαν να είχαν περάσει πάνω από το δύσκολο γολγοθά της συζυγικής ζωής κι είχαν φτάσει χωρίς άλλες περιπέτειες στο κέντρο του έρωτα. Περνούσαν σιωπηλά, σαν δυο γέροι ζεματισμένοι από τη ζωή , πέρα από τις παγίδες του πάθους, πέρα από τις άγριες κοροϊδίες των ψευδαισθήσεων και τους αντικαθρεφτισμούς των παθημάτων τους: πέρα από τον έρωτα. Γιατί είχαν ζήσει μαζί αρκετά για να καταλάβουν πως ο έρωτας είναι έρωτας σ΄ οποιαδήποτε εποχή και σ΄ οποιοδήποτε τόπο, αλλά γινόταν πιο έντονος όταν βρισκόταν κοντά στο θάνατο» (σελ. 475).
«Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» : ένα ποίημα για τον έρωτα, ένας ύμνος στην ομορφιά της ζωής που μέσα από την ελπίδα και την πίστη πραγματώνεται , ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα που εκφράζει όχι μόνο τις διαπροσωπικές σχέσεις αλλά μας μεταδίδει εικόνες της εποχής εκείνης στην Κολομβία, στον απόηχο της ισπανικής κυριαρχίας και των συμφορών του Μεσαίωνα.
΄Ένα απλό βλέμμα ήταν αιτία για έναν ερωτικό κατακλυσμό που για πενήντα και πλέον χρόνια δεν έλεγε να σταματήσει. Από την ημέρα που το βλέμμα αυτό της Φερμίνα Δάσα τον αιχμαλώτισε για πάντα, ο Φλορεντίνο Αρίσα άρχισε τη μυστική ζωή του μοναχικού κυνηγού. Ο έρωτάς του τον οδήγησε στην αλχημεία της ποίησης και στη μουσική . Τα πλούσια συναισθήματα, το πάθος του και ο τρόπος που τα μετουσιώνει αυτά σε πράξη ξεπηδούν μέσα από τις σειρές του μυθιστορήματος, ενώ κάθε λέξη μας μεταφέρει με παραστατικότητα στη σχέση των δύο νέων : τα γράμματα της Φερμίνα Δάσα «προορισμένα να διατηρούν αναμμένα τα κάρβουνα χωρίς να βάζει χέρι στη φωτιά, ενώ ο Φλορεντίνο Αρίσα γινόταν στάχτη σε κάθε γραμμή». ΄Όταν ο πατέρας της ανακαλύπτει την ανίερη σχέση ο Φλορεντίνο δε διστάζει να του πει «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δόξα από το να πεθάνω για τον έρωτα». Κι όμως ο Λορέντσο Δάσα λησμονώντας τη δική του ερωτική ιστορία απομακρύνει την κόρη του από την πόλη του έρωτά της. Ο χρόνος και ο χώρος έπαιξαν το καταστρεπτικό τους παιχνίδι , με αποτέλεσμα όταν η Φερμίνα Δάσα επιστρέφει διαπιστώνει ότι αυτό που υπήρχε ανάμεσά τους δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση. Λίγα χρόνια μετά μπαίνει στη ζωή της ο γιατρός Χουβενάλ Ουρμπίνο, ο οποίος είχε πρόσφατα επιστρέψει από πολύχρονη διαμονή στο Παρίσι και είχε αντιμετωπίσει με επιτυχία την επιδημία της χολέρας στην πόλη τους «΄Ηταν ακόμα πολύ νέος για να ξέρει πως η καρδιά μας αποβάλλει τις άσχημες αναμνήσεις και ωραιοποιεί τις καλές κι ότι χάρη σ΄ αυτό το τέχνασμα καταφέρνουμε να αντέχουμε το παρελθόν». Ερωτεύεται την Φερμίνα Δάσα κεραυνοβόλα. Εκείνη στην αρχή αρνείται , αλλά μετά από πολλές και ποικίλες πιέσεις γίνεται ο γάμος τους. Ο Φλορεντίνο Αρίσα προσπαθεί να επιζήσει μέσα στη λήθη. Η πρώτη του σαρκική επαφή με μια άγνωστη τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο απατηλός έρωτας της Φερμίνα Δάσα μπορούσε να αντικατασταθεί μ΄ ένα γήινο πάθος (σελ. 198). Τότε ήταν που άρχισε να καταγράφει σε ένα τετράδιο τους συνεχόμενους έρωτές του, εκτός από τις περαστικές περιπέτειες που δεν άξιζαν ούτε μια σημείωση. Στα επόμενα πενήντα χρόνια συμπλήρωσε εικοσιπέντε τετράδια με εξακόσιες είκοσι δύο καταχωρήσεις. ΄Όταν η Φερμίνα Δάσα έμεινε έγκυος ο Φλορεντίνο Αρίσα πήρε δύο αποφάσεις : να φτιάξει όνομα και περιουσία για να γίνει αντάξιός της και ότι ο γιατρός Ουρμπίνο έπρεπε να πεθάνει. Για να εκπληρώσει την πρώτη του απόφαση, αφού η δεύτερη δεν εξαρτιόταν από αυτόν, προσέγγισε τον θείο του Λεόν ΧΙΙ , που ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ποταμοπλοΐας Καραϊβικής. Εκείνος πίστευε ότι «οι άνθρωποι δεν γεννιούνται μόνο τη μέρα που τους φέρνει στον κόσμο η μάνα τους, μα η ζωή τους αναγκάζει να ξαναγεννηθούν , μόνοι τους πλέον, μια και δυο και πολλές φορές ακόμα». ΄Ετσι ο Φλορεντίνο Αρίσα μέσα σε τριάντα χρόνια πέρασε απ΄ όλες τις θέσεις της επιχείρησης μ΄ αφοσίωση και αντοχή σε κάθε δοκιμασία. Στην προσωπική του ζωή προωθούσε τις επιχειρήσεις του λαθροκυνηγού: Η χήρα του Νασαρέτ, η Αουσένσια Σανταντέρ, η Σάρα Νοριέγα , η Ολυμπία Σουλέτα. Συμπαραστάτισσα και φίλη η Λεόνα Κασιάνι, η οποία και μέσα από τη θέση της στην εταιρεία αλλά και σαν φίλη τον υποστήριξε και τον προώθησε, δυναμική, σιωπηλή , με μια γλύκα όλο σοφία. Ο συγγραφέας μας διηγείται με λεπτομέρειες κομμάτια από τη ζωή του Φλορεντίνο Αρίσα και στη συνέχεια της Φερμίνα Δάσα, ακούραστος, μεταδίδοντας μας όχι μόνο τις συνθήκες της ζωής τους, αλλά και τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους με διαύγεια και απλότητα. Ο γιατρός Ουρμπίνο πρόσφερε στη Φερμίνα Δάσα μόνο γήινα αγαθά: ασφάλεια, τάξη, ευτυχία, άμεσα νούμερα που αν μπορούσαν να αθροιστούν ίσως να έμοιαζαν με έρωτα: σχεδόν με έρωτα (σελ. 282). ΄Οσο για την ίδια τη Φερμίνα Δάσα πέρασε ένα σφουγγάρι χωρίς δάκρυα πάνω από τη θύμηση του Φλορεντίνο Αρίσα και στο χώρο αυτό άφησε να ανθίσει ένα λιβάδι παπαρούνες. Ο ευτυχισμένος γάμος της κράτησε όσο και το ταξίδι του μέλιτος : «το πρόβλημα στη κοινωνική ζωή είναι να μάθει κανείς να κυριαρχεί πάνω στον τρόμο, το πρόβλημα στη συζυγική ζωή είναι να μάθει να κυριαρχεί πάνω στην ανία». Δεν έριχνε το φταίξιμο στον άντρα της, η ζωή έφταιγε (σελ. 305). Τίποτε σ΄ αυτό τον κόσμο δεν είναι τόσο δύσκολο όσο ο έρωτας. Μετά από τριάντα χρόνια γάμου οι δύο σύζυγοι άρχισαν να αγαπιούνται καλύτερα, χωρίς βιασύνη και υπερβολές (σελ. 309), ενώ ο
Φλορεντίνο Αρίσα και η Φερμίνα Δάσα «ζούσαν σε δύο κόσμους που απομακρύνονταν, αλλά, ενώ εκείνος έκανε κάθε προσπάθεια για να μικρύνει την απόσταση, εκείνη δεν έκανε ούτε ένα βήμα που να μην είναι προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πέρασε πολύς καιρός πριν εκείνος τολμήσει να σκεφτεί πως η αδιαφορία της δεν ήταν παρά μια προστατευτική πανοπλία ενάντια στο φόβο». Όταν το φάντασμα της Μπάρμπαρα Λιντς μπαίνει μέσα στο σπίτι του γιατρού Ουρμπίνο, δεν ήταν μια σεισμική δόνηση της καρδιάς, αλλά ένα ειρηνικό χτύπημα, που απομάκρυνε τη Φερμίνα Δάσα για δύο χρόνια από το συζυγικό σπίτι μέχρι τη στιγμή που ο γιατρός Ουρμπίνο την έφερε πίσω. Τότε ήταν περίπου που μπήκε στη ζωή του Φλορεντίνο Αρίσα η δεκατετράχρονη Αμέρικα Βικούνια και συνειδητοποίησε ότι «μετά από τόσα χρόνια υπολογισμένους έρωτες, η άνοστη γεύση της αθωότητας είχε τη γοητεία μιας ανανεωτικής διαστροφής» (σελ. 375). Ο θάνατος του γιατρού Ουρμπίνο ατύχημα έδωσε ελπίδες στον Φλορεντίνο Αρίσα, ενώ «οι χώροι της μνήμης της Φερμίνα Δάσα , όπου κατόρθωνε να κατευνάσει τις αναμνήσεις του πεθαμένου , γέμιζαν ολοένα και περισσότερο, αλλά μ΄ έναν αδυσώπητο τρόπο, με το λιβάδι από παπαρούνες που βρίσκονταν θαμμένες οι αναμνήσεις του Φλορεντίνο Αρίσα» (σελ. 391). Οι δύο μοναχικοί ηλικιωμένοι αρχίζουν να συναντώνται και στις αντιδράσεις της κόρης της η Φερμίνα Δάσα απαντά «Πάει ένας αιώνας που μου έχεσαν τη ζωή μ΄ αυτόν τον καημένο, γιατί είμασταν πολύ νέοι, και τώρα θέλουν να το ξανακάνουν γιατί είμαστε υπερβολικά γέροι» (σελ. 446). Πενήντα τρία χρόνια μετά το πρώτο βλέμμα της Φερμίνα Δάσα αποφασίζουν να φύγουν μαζί με το πλοίο Καινούρια Πίστη ταξιδεύοντας για όλη τους τη ζωή «΄Ηταν σαν να είχαν περάσει πάνω από το δύσκολο γολγοθά της συζυγικής ζωής κι είχαν φτάσει χωρίς άλλες περιπέτειες στο κέντρο του έρωτα. Περνούσαν σιωπηλά, σαν δυο γέροι ζεματισμένοι από τη ζωή , πέρα από τις παγίδες του πάθους, πέρα από τις άγριες κοροϊδίες των ψευδαισθήσεων και τους αντικαθρεφτισμούς των παθημάτων τους: πέρα από τον έρωτα. Γιατί είχαν ζήσει μαζί αρκετά για να καταλάβουν πως ο έρωτας είναι έρωτας σ΄ οποιαδήποτε εποχή και σ΄ οποιοδήποτε τόπο, αλλά γινόταν πιο έντονος όταν βρισκόταν κοντά στο θάνατο» (σελ. 475).
«Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» : ένα ποίημα για τον έρωτα, ένας ύμνος στην ομορφιά της ζωής που μέσα από την ελπίδα και την πίστη πραγματώνεται , ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα που εκφράζει όχι μόνο τις διαπροσωπικές σχέσεις αλλά μας μεταδίδει εικόνες της εποχής εκείνης στην Κολομβία, στον απόηχο της ισπανικής κυριαρχίας και των συμφορών του Μεσαίωνα.
Παρασκευή 24 Ιουλίου 2009
Σκιές στον ποταμό Χάντσον
Το πολυσέλιδο βιβλίο του Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1978, καθηλώνει τον αναγνώστη από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Αναφερόμενο σε Πολωνοεβραίους πρόσφυγες, οι οποίοι μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εγκαταστάθηκαν στην Αμερική, επικεντρώνεται ιδιαίτερα στη θρησκευτική τους παράδοση ανάγοντας τη μάχη του ανθρώπου με τον εαυτό του σε μία διαρκή αντιπαράθεση με το Θεό μέχρι να καταλήξει στη συμφιλίωση με τον Δημιουργό σαν την μόνη επιλογή που μπορεί να καθησυχάσει και ημερώσει το θηρίο που βρίσκεται μέσα στον καθένα. Οι ήρωες του βιβλίου, παρότι είναι πολλοί και διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον, διαγράφονται με σαφήνεια, αναλύονται με μεγάλη λεπτομέρεια, με τρόπο διεισδυτικό και αποκαλυπτικό για τις αδυναμίες που καθορίζουν τον άνθρωπο και τον οδηγούν στις συγκρούσεις, αλλά και για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της ζωής που αναδεικνύουν τις αξίες της , την πίστη, τη δικαιοσύνη, τη συγνώμη, τη διάκριση. Αν ένα λογοτεχνικό κείμενο ξεχωρίζει για τις εικόνες του, τη χρήση της γλώσσας και τα συναισθήματα που προξενεί, το βιβλίο του Σίνγκερ δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ξεχωρίζει για τη λογοτεχνική του αξία. Είναι περισσότερο ένα βιβλίο γεμάτο προβληματισμούς , φιλοσοφικές αναζητήσεις και θρησκευτικές αναφορές. Ο κάθε ήρωας πορεύεται σε ένα δρόμο προσωπικής ολοκλήρωσης μέσα από παλινδρομήσεις, οδύνη, πόνο και πάθη. Οι επιθυμίες και οι προσκολλήσεις , ο φόβος μπροστά στην έκφραση της ελεύθερης βούλησης, αλλά και η αμφισβήτησή της ενίοτε, η ανάγκη αναζήτησης της αλήθειας, καθώς και οι νωπές μνήμες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και το Ολοκαύτωμα , αποτελούν το χώρο μέσα στον οποίο κινούνται με προοπτική τη χάραξη της προσωπικής για τον καθένα πορείας που θα τον γαληνέψει και θα τον συμβιβάσει με την συνείδηση του.
Η ιστορία διαδραματίζεται κυρίως στη Ν. Υόρκη ανάμεσα στο Δεκέμβρη του 1947 και το Νοέμβρη του 1949, φτάνοντας μέχρι την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Ξεκινά με μία συγκέντρωση φίλων στο διαμέρισμα του Μπόρις Μακάβερ και κλείνει κατά τον ίδιο τρόπο, ενώ πολλοί από τους φίλους λείπουν , είτε επειδή έχουν χαθεί είτε επειδή η πνευματική τους αναζήτηση βρίσκεται σε εξέλιξη. Καλεσμένοι στο σπίτι του Μπόρις Μακάβερ είναι οι ήρωες του βιβλίου, που οι ζωές τους διαπλέκονται ανάμεσα στο πεπρωμένο και την ελεύθερη βούληση : η κόρη του ΄Αννα και ο σύζυγός της Στανισλάβ Λούρια, ο ανεψιός του Χέρμαν Μακάβερ, ο καθηγητής Σράγκε, , ο Χερτς Ντόβιντ Γκρέιν, ο γιατρός Σόλομον Μάλγκοριν , και τα αδέλφια Τσάντοκ Χάλπεριν και Φρίντα Ταμάρ. Αργότερα εμφανίζονται στο προσκήνιο της ιστορίας η οικογένεια του Γκρέιν, η σύζυγός του Λέα και τα παιδιά του Ανίτα και Τζάκ, και η Πατρίτσια, σύζυγος του Τζακ, η οδοντίατρος Κλαρκ και ο φίλος του Γκρέιν Μόρις Γκόμπινερ, σημαντικά πρόσωπα για την εξέλιξη της ιστορίας, ορισμένα από τα οποία παίζουν καθοριστικό ρόλο στις αναζητήσεις των βασικών ηρώων. Ο καθένας εξίσου μοναδικός και εξίσου κομμάτι μιας ολότητας, την οποία επηρεάζει αλλά και δέχεται την επίδρασή της. ΄Ετσι οι δυαδικές σχέσεις Γκρέιν - Λέα, Γκρέιν -΄Αννα, ΄Αννα – Στανισλάβ, οι σχέσεις του Γκρέιν με τα παιδιά του, Μπόρις - ΄Αννα , Γκρέιν - ΄Εστερ και όσες ακόμη μου διαφεύγουν , διαγράφονται με εξαντλητικές λεπτομέρειες. Το Εβραϊκό Ζήτημα κυριαρχεί στις συζητήσεις των φίλων εκείνο το βράδυ, αλλά και πολλά άλλα βράδια που ακολουθούν. Η διχογνωμία έγκειται στην άποψη του Μπόρις Μακάβερ, ο οποίος υποστηρίζει ότι η εβραϊκότητα υπάρχει και θα εξακολουθήσει να υπάρχει , παρά το ενδεχόμενο της αφομοίωσης και έρχεται σε αντιπαράθεση με την άποψη ότι η εβραϊκότητα ήταν ένα βραχύ επεισόδιο της εβραϊκής ιστορίας . Ο κομμουνισμός αποτελεί ένα ακόμη θέμα συζήτησης και προβληματισμού, δεδομένου ότι μέσα στην ομάδα υπάρχουν φανατικοί υποστηρικτές του , όπως ο Χέρμαν, αλλά και σφοδροί πολέμιοι, όπως ο Λούρια. Μέσα σ΄ ατή την ομήγυρη εξελίσσεται η σχέση ανάμεσα στην ΄Αννα και τον Γκρέιν, η οποία θα είναι κυρίαρχη σε όλο το βιβλίο, και σαν ερωτική σχέση, αλλά και σαν μέσο εξέλιξης όλων των προσώπων. Ο Γκρέιν από την πρώτη στιγμή αντιδρά με τις σκέψεις : «δεν σκοπεύω να καταστρέψω καμιά οικογένεια. Υπάρχει Θεός» (σελ. 33), «Δεν θέλω να κτίσω την ευτυχία μου πάνω στη δυστυχία κάποιου άλλου» (σελ. 47), «Τι γυρεύω από αυτό ζευγάρι; Γιατί εισβάλλω στις ζωές ξένων; (σελ. 53), ενδίδει στο τέλος , αλλά «δεν τολμά να στραφεί στο Θεό ακριβώς τη στιγμή που παρέβαινε έναν από τους ιερότερους νόμους του». ΄Ηταν ένας εγκληματίας χωρίς αισθήματα μεταμέλειας (σελ. 79). «Μολονότι δεν μπορούσε να ζήσει με τον Θεό, ο Γκρέιν δεν είχε ιδέα πώς θα μπορούσε να ζήσει χωρίς Αυτόν» (σελ. 127). « Είχε ενεργήσει ενάντια στις πιο βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις του» (σελ. 198) «Αντιλαμβανόμενος σαφώς πως η αμαρτία που είχε σπείρει είχε βγάλει ρίζες , είχε απλωθεί και βλαστήσει, μπουμπουκιάσει και ανθίσει για να δώσει ένα άνθος δυστυχίας και αθλιότητας»(σελ. 257) Στο τέλος του πρώτου μέρους ο Γκρέιν προβλέπει σε κάποιο επίπεδο το μέλλον του : «Στο κάτω κάτω πάντα ήθελα να γίνω ερημίτης. Θα πάω κάπου και κανείς δεν θα μάθει που θα απομείνουν τα κόκκαλα μου. Θα κάνω τους τελευταίους λογαριασμούς μου με το Θεό». Και λίγο πριν από το τέλος του βιβλίου , αποκαλύπτει στην ΄Αννα ότι δεν βρήκε στον εαυτό του , δεν βρήκε τίποτε (σελ. 558) .
Ο Ισαάκ Σίνγκερ στο βιβλίου θίγει μέσα από τα λόγια των ηρώων του ζητήματα όπως η πίστη «Η πίστη από μόνη της δεν δίνει την ικανότητα στον άνθρωπο να αποφασίζει. Χρειάζεται ακόμη οργάνωση … Δεν μπορείς να υποτάξεις τα ένστικτα αν δεν καταβάλλει προσπάθεια. Και για να το επιτύχεις πρέπει να έχεις ένα σχέδιο επίθεσης γιατί ο εχθρός είναι πλήρως κινητοποιημένος» (σελ. 55-56), η συμπόνια «Η τρομοκρατία μπορεί να λάβει κάθε δυνατή μορφή, αλλά η χειρότερη μορφή της είναι η συμπόνια. ΄Όταν αγαπάς κάποιον και νιώθεις ταυτόχρονα συμπόνια γι΄ αυτόν , αυτό μπορεί να σε οδηγήσει στα πιο βάναυσα πράγματα» (σελ. 60), καθώς και θέματα που άπτονται του μεγαλείου του Θείου και της Φύσης : « Ο Θεός χρειάζεται την ανθρωπότητα για να Τον βοηθήσει ώστε να φέρει σε αίσιο πέρας το κοσμικό δράμα» (σελ. 119), « Τι ευτυχία , που υπάρχει ο ουρανός και μπορεί κανείς τουλάχιστον να δει φευγαλέα τα φώτα του! Χωρίς αυτά , τα ανθρώπινα όντα θα βυθίζονταν τελείως στην ασημαντότητα» (σελ. 127), «Μερικά πλάσματα δεν σπαταλούν άσκοπα την ενέργειά τους, ιδίως όταν αυτό δεν τα εξυπηρετεί. Μόνο εμείς οι άνθρωποι νομίζουμε ότι φέρουμε στους ώμους μας ολόκληρο το Σύμπαν» (σελ. 437), «Αφού παίρνουμε πράγματα από αυτό τον κόσμο, πρέπει να δίνουμε κι εμείς ένα αντάλλαγμα» (σελ. 468), «Οι άνθρωποι πρέπει να ζουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην οικοδομούν την ευτυχία τους πάνω στις ατυχίες των άλλων» (σελ. 502), «Αν ανάμεσα σ΄ εκατομμύρια αγκάθια μπορεί ν΄ ανθίσει ένα και μόνο λουλούδι, αυτό είναι δείγμα ότι μπορούν ν΄ ανθίσουν και πολλά άλλα λουλούδια» (σελ. 581), «Δεν μπορεί να υπάρξει επαφή ανάμεσα σ΄ ένα ζώο δεμένο κι ένα ζώο που περιπλανιέται ελεύθερο», «Γιατί άραγε μας έδωσε ο Θεός τα συναισθήματα, αν πρέπει διαρκώς να τα ελέγχουμε;» (σελ. 115) , «Γιατί να αγαπάς ένα μόριο αφρού , όταν αποκάτω του φουρτουνιάζει μια παντοδύναμη θάλασσα; Η ασημαντότητα μπορεί να αγαπά μόνο αυτό που είναι ασήμαντο» (σελ. 122). «Ποιος διαπότισε την ανθρωπότητα με οργή, θηριωδία, δίψα για εξουσία; … Γιατί απαιτεί ο Θεός να παθαίνουν από ασιτία πεντάχρονα παιδιά; … Δεν μπορώ να πιστέψω ούτε στο Θεό ούτε στον άνθρωπο» (σελ. 490 και 503).
Ο θάνατος του Στανισλάβ Λούρια, τα προβλήματα υγείας του Μπόρις Μακάβερ και η μαστεκτομή της Λέα ανατρέπουν τις καταστάσεις που δείχνουν να έχουν διαμορφωθεί. ΄Όλα όσα θεωρούνταν δευτερεύουσας σημασίας , αναδεικνύονται σε ουσιαστικά. Οι ήρωες του βιβλίου περνώντας μέσα από πόνο, δοκιμασίες και παλινδρομήσεις κερδίζουν την αποδοχή ή έστω την ανοχή του κοινωνικού τους περίγυρου, ενώ το πεπρωμένο και το αναπόφευκτο πετούν πάνω από τον ποταμό Χάντσον όχι σαν τιμωρία , γιατί ο Θεός είναι γεμάτος αγάπη και καλοσύνη, αλλά σαν αποτέλεσμα της άγνοιας , της προσκόλλησης σε επιθυμίες και του πάθους.
Η ιστορία διαδραματίζεται κυρίως στη Ν. Υόρκη ανάμεσα στο Δεκέμβρη του 1947 και το Νοέμβρη του 1949, φτάνοντας μέχρι την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Ξεκινά με μία συγκέντρωση φίλων στο διαμέρισμα του Μπόρις Μακάβερ και κλείνει κατά τον ίδιο τρόπο, ενώ πολλοί από τους φίλους λείπουν , είτε επειδή έχουν χαθεί είτε επειδή η πνευματική τους αναζήτηση βρίσκεται σε εξέλιξη. Καλεσμένοι στο σπίτι του Μπόρις Μακάβερ είναι οι ήρωες του βιβλίου, που οι ζωές τους διαπλέκονται ανάμεσα στο πεπρωμένο και την ελεύθερη βούληση : η κόρη του ΄Αννα και ο σύζυγός της Στανισλάβ Λούρια, ο ανεψιός του Χέρμαν Μακάβερ, ο καθηγητής Σράγκε, , ο Χερτς Ντόβιντ Γκρέιν, ο γιατρός Σόλομον Μάλγκοριν , και τα αδέλφια Τσάντοκ Χάλπεριν και Φρίντα Ταμάρ. Αργότερα εμφανίζονται στο προσκήνιο της ιστορίας η οικογένεια του Γκρέιν, η σύζυγός του Λέα και τα παιδιά του Ανίτα και Τζάκ, και η Πατρίτσια, σύζυγος του Τζακ, η οδοντίατρος Κλαρκ και ο φίλος του Γκρέιν Μόρις Γκόμπινερ, σημαντικά πρόσωπα για την εξέλιξη της ιστορίας, ορισμένα από τα οποία παίζουν καθοριστικό ρόλο στις αναζητήσεις των βασικών ηρώων. Ο καθένας εξίσου μοναδικός και εξίσου κομμάτι μιας ολότητας, την οποία επηρεάζει αλλά και δέχεται την επίδρασή της. ΄Ετσι οι δυαδικές σχέσεις Γκρέιν - Λέα, Γκρέιν -΄Αννα, ΄Αννα – Στανισλάβ, οι σχέσεις του Γκρέιν με τα παιδιά του, Μπόρις - ΄Αννα , Γκρέιν - ΄Εστερ και όσες ακόμη μου διαφεύγουν , διαγράφονται με εξαντλητικές λεπτομέρειες. Το Εβραϊκό Ζήτημα κυριαρχεί στις συζητήσεις των φίλων εκείνο το βράδυ, αλλά και πολλά άλλα βράδια που ακολουθούν. Η διχογνωμία έγκειται στην άποψη του Μπόρις Μακάβερ, ο οποίος υποστηρίζει ότι η εβραϊκότητα υπάρχει και θα εξακολουθήσει να υπάρχει , παρά το ενδεχόμενο της αφομοίωσης και έρχεται σε αντιπαράθεση με την άποψη ότι η εβραϊκότητα ήταν ένα βραχύ επεισόδιο της εβραϊκής ιστορίας . Ο κομμουνισμός αποτελεί ένα ακόμη θέμα συζήτησης και προβληματισμού, δεδομένου ότι μέσα στην ομάδα υπάρχουν φανατικοί υποστηρικτές του , όπως ο Χέρμαν, αλλά και σφοδροί πολέμιοι, όπως ο Λούρια. Μέσα σ΄ ατή την ομήγυρη εξελίσσεται η σχέση ανάμεσα στην ΄Αννα και τον Γκρέιν, η οποία θα είναι κυρίαρχη σε όλο το βιβλίο, και σαν ερωτική σχέση, αλλά και σαν μέσο εξέλιξης όλων των προσώπων. Ο Γκρέιν από την πρώτη στιγμή αντιδρά με τις σκέψεις : «δεν σκοπεύω να καταστρέψω καμιά οικογένεια. Υπάρχει Θεός» (σελ. 33), «Δεν θέλω να κτίσω την ευτυχία μου πάνω στη δυστυχία κάποιου άλλου» (σελ. 47), «Τι γυρεύω από αυτό ζευγάρι; Γιατί εισβάλλω στις ζωές ξένων; (σελ. 53), ενδίδει στο τέλος , αλλά «δεν τολμά να στραφεί στο Θεό ακριβώς τη στιγμή που παρέβαινε έναν από τους ιερότερους νόμους του». ΄Ηταν ένας εγκληματίας χωρίς αισθήματα μεταμέλειας (σελ. 79). «Μολονότι δεν μπορούσε να ζήσει με τον Θεό, ο Γκρέιν δεν είχε ιδέα πώς θα μπορούσε να ζήσει χωρίς Αυτόν» (σελ. 127). « Είχε ενεργήσει ενάντια στις πιο βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις του» (σελ. 198) «Αντιλαμβανόμενος σαφώς πως η αμαρτία που είχε σπείρει είχε βγάλει ρίζες , είχε απλωθεί και βλαστήσει, μπουμπουκιάσει και ανθίσει για να δώσει ένα άνθος δυστυχίας και αθλιότητας»(σελ. 257) Στο τέλος του πρώτου μέρους ο Γκρέιν προβλέπει σε κάποιο επίπεδο το μέλλον του : «Στο κάτω κάτω πάντα ήθελα να γίνω ερημίτης. Θα πάω κάπου και κανείς δεν θα μάθει που θα απομείνουν τα κόκκαλα μου. Θα κάνω τους τελευταίους λογαριασμούς μου με το Θεό». Και λίγο πριν από το τέλος του βιβλίου , αποκαλύπτει στην ΄Αννα ότι δεν βρήκε στον εαυτό του , δεν βρήκε τίποτε (σελ. 558) .
Ο Ισαάκ Σίνγκερ στο βιβλίου θίγει μέσα από τα λόγια των ηρώων του ζητήματα όπως η πίστη «Η πίστη από μόνη της δεν δίνει την ικανότητα στον άνθρωπο να αποφασίζει. Χρειάζεται ακόμη οργάνωση … Δεν μπορείς να υποτάξεις τα ένστικτα αν δεν καταβάλλει προσπάθεια. Και για να το επιτύχεις πρέπει να έχεις ένα σχέδιο επίθεσης γιατί ο εχθρός είναι πλήρως κινητοποιημένος» (σελ. 55-56), η συμπόνια «Η τρομοκρατία μπορεί να λάβει κάθε δυνατή μορφή, αλλά η χειρότερη μορφή της είναι η συμπόνια. ΄Όταν αγαπάς κάποιον και νιώθεις ταυτόχρονα συμπόνια γι΄ αυτόν , αυτό μπορεί να σε οδηγήσει στα πιο βάναυσα πράγματα» (σελ. 60), καθώς και θέματα που άπτονται του μεγαλείου του Θείου και της Φύσης : « Ο Θεός χρειάζεται την ανθρωπότητα για να Τον βοηθήσει ώστε να φέρει σε αίσιο πέρας το κοσμικό δράμα» (σελ. 119), « Τι ευτυχία , που υπάρχει ο ουρανός και μπορεί κανείς τουλάχιστον να δει φευγαλέα τα φώτα του! Χωρίς αυτά , τα ανθρώπινα όντα θα βυθίζονταν τελείως στην ασημαντότητα» (σελ. 127), «Μερικά πλάσματα δεν σπαταλούν άσκοπα την ενέργειά τους, ιδίως όταν αυτό δεν τα εξυπηρετεί. Μόνο εμείς οι άνθρωποι νομίζουμε ότι φέρουμε στους ώμους μας ολόκληρο το Σύμπαν» (σελ. 437), «Αφού παίρνουμε πράγματα από αυτό τον κόσμο, πρέπει να δίνουμε κι εμείς ένα αντάλλαγμα» (σελ. 468), «Οι άνθρωποι πρέπει να ζουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην οικοδομούν την ευτυχία τους πάνω στις ατυχίες των άλλων» (σελ. 502), «Αν ανάμεσα σ΄ εκατομμύρια αγκάθια μπορεί ν΄ ανθίσει ένα και μόνο λουλούδι, αυτό είναι δείγμα ότι μπορούν ν΄ ανθίσουν και πολλά άλλα λουλούδια» (σελ. 581), «Δεν μπορεί να υπάρξει επαφή ανάμεσα σ΄ ένα ζώο δεμένο κι ένα ζώο που περιπλανιέται ελεύθερο», «Γιατί άραγε μας έδωσε ο Θεός τα συναισθήματα, αν πρέπει διαρκώς να τα ελέγχουμε;» (σελ. 115) , «Γιατί να αγαπάς ένα μόριο αφρού , όταν αποκάτω του φουρτουνιάζει μια παντοδύναμη θάλασσα; Η ασημαντότητα μπορεί να αγαπά μόνο αυτό που είναι ασήμαντο» (σελ. 122). «Ποιος διαπότισε την ανθρωπότητα με οργή, θηριωδία, δίψα για εξουσία; … Γιατί απαιτεί ο Θεός να παθαίνουν από ασιτία πεντάχρονα παιδιά; … Δεν μπορώ να πιστέψω ούτε στο Θεό ούτε στον άνθρωπο» (σελ. 490 και 503).
Ο θάνατος του Στανισλάβ Λούρια, τα προβλήματα υγείας του Μπόρις Μακάβερ και η μαστεκτομή της Λέα ανατρέπουν τις καταστάσεις που δείχνουν να έχουν διαμορφωθεί. ΄Όλα όσα θεωρούνταν δευτερεύουσας σημασίας , αναδεικνύονται σε ουσιαστικά. Οι ήρωες του βιβλίου περνώντας μέσα από πόνο, δοκιμασίες και παλινδρομήσεις κερδίζουν την αποδοχή ή έστω την ανοχή του κοινωνικού τους περίγυρου, ενώ το πεπρωμένο και το αναπόφευκτο πετούν πάνω από τον ποταμό Χάντσον όχι σαν τιμωρία , γιατί ο Θεός είναι γεμάτος αγάπη και καλοσύνη, αλλά σαν αποτέλεσμα της άγνοιας , της προσκόλλησης σε επιθυμίες και του πάθους.
Δεν κοιμάται κανένας απόψε ...
Μετά την Τριλογία του Καΐρου που είχα διαβάσει πριν από πολλά χρόνια, έκανα τη σκέψη να προσεγγίσω ξανά τον μεγάλο άραβα νομπελίστα συγγραφέα Ναγκίμπ Μαχφούζ μέσα από ένα βιβλίο που ο τίτλος του έδειχνε ανάλαφρος «Φλυαρία πάνω στο Νείλο» με την πεποίθηση ότι το βιβλίο αυτό θα ήταν πραγματικά μια «φλυαρία» , γεμάτη περιέργεια να διαβάσω ένα βιβλίο του μεγάλου στοχαστή που δεν θα ήθελε να μεταδώσει σκέψεις και προβληματισμούς ούτε να διεισδύσει μέσα στην ψυχή του ανθρώπου και να αποκαλύψει τα μυστικά της . Ευτυχώς διαψεύστηκα!
Η γοητεία της γραφής, η ποίηση του λόγου, ο νους που διαχέεται μέσα στο κενό που δεν είναι κενό, αλλά γεμάτο αναπάντητα ερωτήματα και αντιφατικά συναισθήματα, η άρνηση της πραγματικότητας αλλά ταυτόχρονα και η πικρή αντίληψη της αλήθειας, με λίγα λόγια το βιβλίο αυτό με μάγεψε.
Χώρος του βιβλίου το ποταμόπλοιο που «ξεπροβάλλει σαν ένα γνωστό και αγαπημένο πρόσωπο, ασάλευτο πάνω στην ήρεμη γκριζωπή επιφάνεια του Νείλου»
Βασικός ήρωας ο Ανίς Ζάκι, ο οποίος ζει σε παράλληλους χρόνους, με απόσταση από το χώρο και το χρόνο ενώ η προσγείωσή του γίνεται επώδυνα και βίαια. Οι σπουδές (ιατρική, φυσικές επιστήμες και νομική) που δεν ολοκληρώθηκαν και τα αγαπημένα πρόσωπα (σύζυγος και κόρη) που δεν ξεχάστηκαν, αλλά επανέρχονται συχνά , παρόλο που «θάφτηκαν κάτω από στοίβες πάγου μέσα στην καρδιά». Λίγο αργότερα «δεν έμεινε άλλος πόνος στην καρδιά από τότε που έθαψε στο χώμα ό,τι πιο πολύτιμο είχε» (σελ. 33), και «όσο για τον πόνο , αυτός θρονιάστηκε στη δική του καρδιά, μια για πάντα» (σελ. 57)
Φύλακας ο αμ ΄Αμπντου, «σαν ένα παλιό και σπάνιο αντικείμενο που έρχεται από μακριά… Ολόκληρη η ύπαρξή του εκπέμπει μια γοητεία που δεν μπορεί κανείς να της αντισταθεί, ένα αληθινό σύμβολο αντίστασης κατά της φθοράς και του θανάτου» (σελ. 21). Γι΄ αυτόν το πολυτιμότερο πράγμα στο κόσμο είναι η υγεία, και η προσευχή είναι η μόνη που μπορεί να κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο μετά τον έρωτα. Είναι «το ίδιο το ποταμόπλοιο, τα σχοινιά και οι δεξαμενές του, τα φυτά, το φαγητό, η γυναίκα και η προσευχή, όλα αυτά σε ένα πρόσωπο», «δυνατός, αλλά και αδύναμος, υπαρκτός αλλά και ανύπαρκτος, θρήσκος αλλά και ιμάμης στο μικρό τέμενος που έχτισε ο ίδιος αλλά και ο «προμηθευτής» της παρέας» (σελ. 61)
Καλεσμένοι στο ποταμόπλοιο μια παρέα φίλων : η Λάιλα Ζιντάν, την οποία μας την παρουσιάζει ο συγγραφέας στη σελίδα 28 με ευφάνταστες εικόνες μοναδικής ομορφιάς, ο Άχμαντ Νάσρ, ο Μουστάφα Ράσεντ, ο ΄Αλι ελ Σάιεντ, ο Χάλεντ Αζούζ, η Σανέγια Κάμελ, ο Ράγκαμπ ελ Κάντι, ο θεός του έρωτα και ο προμηθευτής του ποταμόπλοιου σε γυναίκες και η Σανάα Ρούντι. Μέσα από τις συστάσεις στην Σανάα γνωρίζουμε κι εμείς την παρέα που συγκεντρώνεται τα βράδια στο ποταμόπλοιο «για να τους ταξιδέψει στους ωκεανούς της φαντασίας» συζητώντας, πίνοντας, καπνίζοντας, κάνοντας ανάκατα σχόλια, ανταλλάσσοντας σκέψεις σε μια προσπάθεια φυγής από τον κόσμο τους καθώς «η ζωή δεν ενδιαφέρεται γι΄ αυτούς και συνεπώς κι εκείνοι δεν ενδιαφέρονται για τη ζωή» , δραπετεύοντας από την πραγματικότητα μέσα από τον εθισμό στα ναρκωτικά και την ψευδαίσθηση που δημιουργούν τα όνειρα (σελ. 123). Αυτό που τους ενώνει είναι η φάλαινα (σελ. 54) και ο ναργιλές . Στην παρέα μπαίνει και η ανερχόμενη δημοσιογράφος Σαμάρα Μπάχγκατ. Παρόλο που η ατμόσφαιρα στο ποταμόπλοιο δεν προδιαθέτει για σοβαρές συζητήσεις εκτός από την αοριστολογία ή τη φλυαρία πάνω σε γελοία ή ασήμαντα θέματα, η Σαμάρα δηλώνει πως πιστεύει στη σοβαρότητα.
Οι σκέψεις του Ανίς περιφέρονται μέσα στις γραμμές και τις λέξεις χαρίζοντάς μας ξεχωριστές εικόνες και απλές αλήθειες με διαχρονικά νοήματα : «Πώς εμφανίσθηκε η ζωή στα φύκια , μέσα στις σπηλιές των βράχων της θάλασσας για πρώτη φορά;» (σελ. 15), «Πώς μπορεί να υποθάλπει η φωτιά κάτω από τα φτερά της μια τόσο καταστροφική δύναμη;», «Γιατί χωρίστηκε η Σελήνη από τη Γη;», «΄Εχουμε ζωή, αλλά , υπερβάλλοντας στην προσπάθειά μας να την κατανοήσουμε, χάσαμε το νόημά της», «Κανείς και τίποτε δε γνωρίζει το μυστικό της δύναμης της φωτιάς εκτός από το Δέλτα …΄Υστερα έπεσαν τα μυστήρια κι οι σπόροι των θαυμάτων έπεσαν στο χώμα και κανένας δεν είδε τίποτ΄ απ΄ όλ΄ αυτά εκτός από το Δέλτα» (σελ. 84-85), «Η αναμονή είναι ένα εξαντλητικό συναίσθημα , και τίποτ΄ άλλο δεν μπορεί να το θεραπεύσει εκτός από το βάλσαμο της αιωνιότητας» (σελ. 97), «΄Αραγε έσπασαν οι αλυσίδες που μας ενώνουν με την ακτή;» (σελ. 125), «Τι απήχηση έχουν άραγε οι φωνές μας στ΄ αφτιά των εντόμων και των ερπετών του αγρού;» (σελ. 154).
Ο θάνατος ενός αγνώστου από το άγνωστο που έφυγε για το άγνωστο δημιουργεί αναταραχές και θύελλες στην παρέα , στη συνέχεια διάσπαση και εχθρότητα ,οδηγώντας τους από την αδράνεια στην εκρηκτική βιαιότητα, ενώ το Σύμπαν σείεται και είναι έτοιμο να καταρρεύσει : «Δεν κοιμάται κανένας απόψε παρά μόνον οι νεκροί» (σελ. 164), «Δεν έχουμε βγει από την κόλαση» και «Χάσαμε τον παράδεισο» (σελ. 175-177), κι ο έρωτας πορεύεται μέσα στη νύχτα δίχως ελπίδα, «απλώνοντας τη ματιά του προς ένα δρόμο χωρίς τέλος…»
Ο Ναγκίμπ Μαχφούζ πλάθει με την μαγική του πένα μια ιστορία που δεν λυτρώνει ούτε καν ανακουφίζει , εκφράζει όμως τους προβληματισμούς του για τα ανθρώπινα αδιέξοδα και τα ανεκπλήρωτα όνειρα , ενώ αφήνει τους ήρωές του να αποφασίσουν χωρίς την παρέμβασή του για τη ζωή τους . ΄Αλλωστε η σοβαρότητα και η γελοιότητα είναι δυο λέξεις για το ίδιο πράγμα (σελ. 133) και η δύναμη που σαρκάζει το Τίποτα είναι πιο ισχυρή από εκείνη που σαρκάζει το Οτιδήποτε (σελ. 149) .
Η γοητεία της γραφής, η ποίηση του λόγου, ο νους που διαχέεται μέσα στο κενό που δεν είναι κενό, αλλά γεμάτο αναπάντητα ερωτήματα και αντιφατικά συναισθήματα, η άρνηση της πραγματικότητας αλλά ταυτόχρονα και η πικρή αντίληψη της αλήθειας, με λίγα λόγια το βιβλίο αυτό με μάγεψε.
Χώρος του βιβλίου το ποταμόπλοιο που «ξεπροβάλλει σαν ένα γνωστό και αγαπημένο πρόσωπο, ασάλευτο πάνω στην ήρεμη γκριζωπή επιφάνεια του Νείλου»
Βασικός ήρωας ο Ανίς Ζάκι, ο οποίος ζει σε παράλληλους χρόνους, με απόσταση από το χώρο και το χρόνο ενώ η προσγείωσή του γίνεται επώδυνα και βίαια. Οι σπουδές (ιατρική, φυσικές επιστήμες και νομική) που δεν ολοκληρώθηκαν και τα αγαπημένα πρόσωπα (σύζυγος και κόρη) που δεν ξεχάστηκαν, αλλά επανέρχονται συχνά , παρόλο που «θάφτηκαν κάτω από στοίβες πάγου μέσα στην καρδιά». Λίγο αργότερα «δεν έμεινε άλλος πόνος στην καρδιά από τότε που έθαψε στο χώμα ό,τι πιο πολύτιμο είχε» (σελ. 33), και «όσο για τον πόνο , αυτός θρονιάστηκε στη δική του καρδιά, μια για πάντα» (σελ. 57)
Φύλακας ο αμ ΄Αμπντου, «σαν ένα παλιό και σπάνιο αντικείμενο που έρχεται από μακριά… Ολόκληρη η ύπαρξή του εκπέμπει μια γοητεία που δεν μπορεί κανείς να της αντισταθεί, ένα αληθινό σύμβολο αντίστασης κατά της φθοράς και του θανάτου» (σελ. 21). Γι΄ αυτόν το πολυτιμότερο πράγμα στο κόσμο είναι η υγεία, και η προσευχή είναι η μόνη που μπορεί να κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο μετά τον έρωτα. Είναι «το ίδιο το ποταμόπλοιο, τα σχοινιά και οι δεξαμενές του, τα φυτά, το φαγητό, η γυναίκα και η προσευχή, όλα αυτά σε ένα πρόσωπο», «δυνατός, αλλά και αδύναμος, υπαρκτός αλλά και ανύπαρκτος, θρήσκος αλλά και ιμάμης στο μικρό τέμενος που έχτισε ο ίδιος αλλά και ο «προμηθευτής» της παρέας» (σελ. 61)
Καλεσμένοι στο ποταμόπλοιο μια παρέα φίλων : η Λάιλα Ζιντάν, την οποία μας την παρουσιάζει ο συγγραφέας στη σελίδα 28 με ευφάνταστες εικόνες μοναδικής ομορφιάς, ο Άχμαντ Νάσρ, ο Μουστάφα Ράσεντ, ο ΄Αλι ελ Σάιεντ, ο Χάλεντ Αζούζ, η Σανέγια Κάμελ, ο Ράγκαμπ ελ Κάντι, ο θεός του έρωτα και ο προμηθευτής του ποταμόπλοιου σε γυναίκες και η Σανάα Ρούντι. Μέσα από τις συστάσεις στην Σανάα γνωρίζουμε κι εμείς την παρέα που συγκεντρώνεται τα βράδια στο ποταμόπλοιο «για να τους ταξιδέψει στους ωκεανούς της φαντασίας» συζητώντας, πίνοντας, καπνίζοντας, κάνοντας ανάκατα σχόλια, ανταλλάσσοντας σκέψεις σε μια προσπάθεια φυγής από τον κόσμο τους καθώς «η ζωή δεν ενδιαφέρεται γι΄ αυτούς και συνεπώς κι εκείνοι δεν ενδιαφέρονται για τη ζωή» , δραπετεύοντας από την πραγματικότητα μέσα από τον εθισμό στα ναρκωτικά και την ψευδαίσθηση που δημιουργούν τα όνειρα (σελ. 123). Αυτό που τους ενώνει είναι η φάλαινα (σελ. 54) και ο ναργιλές . Στην παρέα μπαίνει και η ανερχόμενη δημοσιογράφος Σαμάρα Μπάχγκατ. Παρόλο που η ατμόσφαιρα στο ποταμόπλοιο δεν προδιαθέτει για σοβαρές συζητήσεις εκτός από την αοριστολογία ή τη φλυαρία πάνω σε γελοία ή ασήμαντα θέματα, η Σαμάρα δηλώνει πως πιστεύει στη σοβαρότητα.
Οι σκέψεις του Ανίς περιφέρονται μέσα στις γραμμές και τις λέξεις χαρίζοντάς μας ξεχωριστές εικόνες και απλές αλήθειες με διαχρονικά νοήματα : «Πώς εμφανίσθηκε η ζωή στα φύκια , μέσα στις σπηλιές των βράχων της θάλασσας για πρώτη φορά;» (σελ. 15), «Πώς μπορεί να υποθάλπει η φωτιά κάτω από τα φτερά της μια τόσο καταστροφική δύναμη;», «Γιατί χωρίστηκε η Σελήνη από τη Γη;», «΄Εχουμε ζωή, αλλά , υπερβάλλοντας στην προσπάθειά μας να την κατανοήσουμε, χάσαμε το νόημά της», «Κανείς και τίποτε δε γνωρίζει το μυστικό της δύναμης της φωτιάς εκτός από το Δέλτα …΄Υστερα έπεσαν τα μυστήρια κι οι σπόροι των θαυμάτων έπεσαν στο χώμα και κανένας δεν είδε τίποτ΄ απ΄ όλ΄ αυτά εκτός από το Δέλτα» (σελ. 84-85), «Η αναμονή είναι ένα εξαντλητικό συναίσθημα , και τίποτ΄ άλλο δεν μπορεί να το θεραπεύσει εκτός από το βάλσαμο της αιωνιότητας» (σελ. 97), «΄Αραγε έσπασαν οι αλυσίδες που μας ενώνουν με την ακτή;» (σελ. 125), «Τι απήχηση έχουν άραγε οι φωνές μας στ΄ αφτιά των εντόμων και των ερπετών του αγρού;» (σελ. 154).
Ο θάνατος ενός αγνώστου από το άγνωστο που έφυγε για το άγνωστο δημιουργεί αναταραχές και θύελλες στην παρέα , στη συνέχεια διάσπαση και εχθρότητα ,οδηγώντας τους από την αδράνεια στην εκρηκτική βιαιότητα, ενώ το Σύμπαν σείεται και είναι έτοιμο να καταρρεύσει : «Δεν κοιμάται κανένας απόψε παρά μόνον οι νεκροί» (σελ. 164), «Δεν έχουμε βγει από την κόλαση» και «Χάσαμε τον παράδεισο» (σελ. 175-177), κι ο έρωτας πορεύεται μέσα στη νύχτα δίχως ελπίδα, «απλώνοντας τη ματιά του προς ένα δρόμο χωρίς τέλος…»
Ο Ναγκίμπ Μαχφούζ πλάθει με την μαγική του πένα μια ιστορία που δεν λυτρώνει ούτε καν ανακουφίζει , εκφράζει όμως τους προβληματισμούς του για τα ανθρώπινα αδιέξοδα και τα ανεκπλήρωτα όνειρα , ενώ αφήνει τους ήρωές του να αποφασίσουν χωρίς την παρέμβασή του για τη ζωή τους . ΄Αλλωστε η σοβαρότητα και η γελοιότητα είναι δυο λέξεις για το ίδιο πράγμα (σελ. 133) και η δύναμη που σαρκάζει το Τίποτα είναι πιο ισχυρή από εκείνη που σαρκάζει το Οτιδήποτε (σελ. 149) .
Πέμπτη 23 Ιουλίου 2009
Ποιος είναι ο τόπος σου και πόσα βάσανα υπόμεινε η ψυχή σου ...
Εδώ και ένα χρόνο περίπου ξεφύλλισα για πρώτη φορά το «από Δρυ Παλιά κι από Πέτρα», με περιέργεια , κυρίως όμως με δυσπιστία. Δεν το αγόρασα. Η ιδέα να παρατίθενται αποσπάσματα της Οδύσσειας σε ένα σύγχρονο μυθιστόρημα μου έδινε την εντύπωση ότι ένας ιερός χώρος βεβηλωνόταν , μια σχέση σύμβολο , μια σχέση διαχρονική , σχέση – αρχέτυπο, συμβιβαζόταν στα μέτρα του 20ου αιώνα, μια φωνή ποιητική που ηχεί μέχρι τις μέρες μας με πάθος αλλά και ελπίδα έχανε το μεγαλειώδες της νόημα καθώς κομματιαζόταν σε δίστιχα ή τρίστιχα προκειμένου να ταιριάξουν με το κείμενο . Τελικά οι αντιστάσεις μου κάμφθηκαν στο χρόνο πάνω. Κι έτσι το «πληθωρικό μυθιστόρημα» της Νοέλ Μπάξερ με τον τίτλο «από Δρυ Παλιά κι από Πέτρα» κόσμησε τη βιβλιοθήκη μου προσφέροντάς μου πολλές στιγμές γαλήνης, ομορφιάς, συγκίνησης και τρυφερότητας. Με ικανοποίηση διαπίστωσα ότι η παράθεση αποσπασμάτων από την Οδύσσεια αναβάθμιζε το σύγχρονο αυτό μυθιστόρημα ενώ το ιερό γινόταν τόπος προσκύνησης από ανθρώπους οι οποίοι είχαν την πρόθεση να μοιραστούν με τη συγγραφέα συναισθήματα, ελπίδες, πίστη και όνειρα.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου μια αίσθηση ζεστασιάς, απαλότητας και γλυκύτητας με συνεπήρε, με γέμισε οικειότητα και συμπάθεια για τους χαρακτήρες της ιστορίας. Σύντομα είχα την ψευδαίσθηση, ζούσα την ψευδαίσθηση σαν να ήμουν σε μια αυλή και κεντούσα Γύρω μου η Πηνελόπη, η Ζόι, η Τίνα, η κόρη του ΄Εκτορα και για λίγο έρχεται και η δική της κόρη. Μαζί μας η μαμά Καλφαντζή, η Αγγελιώ, η Ευρύκλεια, η Κατίνα, η Φραγκώ, η Οντέτ, η Αϊσέ ένα μπουκέτο από γυναίκες που αγαπούν, στηρίζουν., οραματίζονται, δουλεύουν, τραγουδούν, ζωγραφίζουν, διαβάζουν, δασκαλεύουν. Μαζί μας ο μπαμπάς Καλφατζής, ο Χαραλάμπης, ο Τζόνι, ο Φρέντι, ο Ιορδάνης, ο Παρασκευάς,. ο Φίλιππος, ο Φώτης, ο ΄Εκτορας, ο Μπιλ Μπελ, ο Βρασίδας, ο ΄Αγης, άντρες δάσκαλοι, άντρες στρατιώτες, άντρες εραστές, άντρες σύντροφοι, άντρες πατέρες, αδελφοί και γιοί.
Ο χώρος, ο χρόνος και οι χαρακτήρες ξετυλίγονται σταδιακά μπροστά μας, σταδιακά ολοκληρώνονται, και κατά καιρούς, όποτε αλλάζει ο χρόνος ή ο χώρος, η συγγραφέας ανακεφαλαιώνει τα γεγονότα με σύντομο και περιεκτικό τρόπο, χωρίς να δίνει την αίσθηση της κουραστικής επανάληψης, αλλά μάλλον την διάθεση να ξεκουράσει τον αναγνώστη από την ανάγκη απομνημόνευσης προσώπων και γεγονότων.
Η Κύπρος περιγράφεται σαν «ένα ακριβό μονόπετρο δακτυλίδι», ο Καλφαντζής «ένας γίγαντας καλοσύνης, ψηλός, μέχρι το ταβάνι. Θεόρατος και θεόσταλτος, έτοιμος να προστατέψει και να προφυλάξει», που σε μια άλλη εποχή θα μπορούσε να ήταν «ένας πολύ γενναίος πολεμιστής ή ένας αξιολάτρευτος παραμυθάς» . Η μαμά Καλφατζή «ένα άνθος, μια γλυκιά μυρωδιά, φωτεινή στα χρώματα, απαλή στο χάδι», η Κατίνα «μια ατέλειωτη , νόστιμη ήπειρος καλοσύνης και αυτοδίδακτης θρεπτικής σοφίας». Και το σπίτι, το πρώτο σπίτι της Πηνελόπης , το θυμάται άραγε ; «το κουβαλάς μαζί σου», θα πει η βάγια Ευρύκλεια. Η ανατολή μέσα στη θάλασσα, που άμα τη δεις, ξεχνάς τη στεριά, γίνεσαι θαλασσινός για πάντα (σελ. 48). Από την Κύπρο στη Σμύρνη σε αναζήτηση της ρίζας της, η Πηνελόπη ενηλικιώνεται συνειδητοποιώντας ότι η ευτυχία δεν είναι μια συνεχής κατάσταση (σελ. 70). Επιστρέφοντας στην Κύπρο τίποτε δεν είχε αλλάξει κι όλα είχαν αλλάξει. Ο χαμός της Ευρύκλειας είναι μια απώλεια που με συγκλόνισε . Η μάνα που φεύγει και χάνει για πάντα το παιδί της: «Θα μου λείψεις Πηνελόπη. Φεύγω και σε χάνω» . Από την Κύπρο του 1903 στη Σμύρνη του 1915, όπου η Πηνελόπη ενώνει τη ζωή της με αυτή του βρετανού Τζόνι Σάρει. Στη Σμύρνη επιστρέφει μόνο η Ζόι το 1952 αναζητώντας τη χαμένη πατρίδα της
Μη ρωτάς το γένος μου κι ο τόπος μου ποιος είναι
Μη μου γεμίσει την καρδιά καημούς η θύμησή τους
Το 1922 όλοι οι Βρετανοί έπρεπε να είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή για αναχώρηση. Η οικογένεια Σάρει καταλήγει στην Κύπρο : «ποτέ δεν έγινε η Κύπρος σπίτι μας, όσο κι αν μας δέχτηκε με στοργή. Παραμείναμε άστεγοι και απάτριδες». Τον Αύγουστο του 1922 χαράχτηκε στη Σμύρνη μια μεγάλη, παχιά , διαχωριστική γραμμή που χώρισε το χθες από το σήμερα. Κι όμως τίποτε δεν ξεχάσθηκε. Στην Αθήνα το 1926 , ήταν σα να βρέθηκαν μπροστά σε μια ανοικτή πύλη. Ο Τζόνι και η Πηνελόπη την διάβηκαν και προχώρησαν. Η Αθήνα, μια θηλυκή πόλη (σελ. 306), που τους παρείχε μια εξαιρετική φιλοξενία. Με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η οικογένεια ξεκληρίζεται για άλλη μια φορά και αναζητά την τύχη της στη μακρινή εξωτική Ινδία. Η Αρουντάτη μια αξέχαστη, αγαπημένη ανάμνηση της Ζόι στην αξέχαστη , αγαπημένη ανάμνηση της Ινδίας (σελ. 468). ΄Εξι χρόνια μετά επιστρέφουν στην Αθήνα, χωρίς τον Τζόνι, αλλά και χωρίς τον Μπιλ Μπελ.
Οι γενιές διαδέχονται η μία την άλλη , οι απόψεις αλλάζουν, η αναζήτηση της χαμένης πατρίδας δεν είναι πια στόχος για τους νεότερους που δεν κουβαλούν πια κλειδί μαζί τους, αλλά το όραμά τους. ΄Ένα κλειδί που δεν σκουριάζει, ούτε κινδυνεύει να μείνει χωρίς πόρτα. Κι όμως η μικρή κόρη του ΄Εκτορα παραπονιέται που δεν έχει πατρίδα, μ-ί-α πατρίδα. Για την θεία της τη Ζόι «η γλώσσα που ονειρεύεσαι είναι η πατρίδα σου». Με απελπισία η μικρή διαπιστώνει ότι ούτε κι αυτό είναι αλήθεια γιατί η πατρίδα της γιαγιάς Πηνελόπης βρίσκεται στην Τουρκία, κι όμως εκείνη δεν ξέρει τούρκικα. Γιατί πατρίδα είναι αυτή που σου λέει η καρδιά σου.
Κι έτσι «μια μέρα κι εσύ θα ανακαλύψεις το μπαούλο. Μέσα του έχω τακτοποιήσει για σένα θησαυρούς, λάφυρα πολλών μεγάλων ταξιδιών. Πάνω πάνω έστρωσα προσεκτικά μια ζωγραφιά που χάθηκε και σου ακούμπησα να βρεις το παλιό κλειδί». Γιατί μήτε από δρυ γεννήθηκες παλιά μήτε από πέτρα.
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου μια αίσθηση ζεστασιάς, απαλότητας και γλυκύτητας με συνεπήρε, με γέμισε οικειότητα και συμπάθεια για τους χαρακτήρες της ιστορίας. Σύντομα είχα την ψευδαίσθηση, ζούσα την ψευδαίσθηση σαν να ήμουν σε μια αυλή και κεντούσα Γύρω μου η Πηνελόπη, η Ζόι, η Τίνα, η κόρη του ΄Εκτορα και για λίγο έρχεται και η δική της κόρη. Μαζί μας η μαμά Καλφαντζή, η Αγγελιώ, η Ευρύκλεια, η Κατίνα, η Φραγκώ, η Οντέτ, η Αϊσέ ένα μπουκέτο από γυναίκες που αγαπούν, στηρίζουν., οραματίζονται, δουλεύουν, τραγουδούν, ζωγραφίζουν, διαβάζουν, δασκαλεύουν. Μαζί μας ο μπαμπάς Καλφατζής, ο Χαραλάμπης, ο Τζόνι, ο Φρέντι, ο Ιορδάνης, ο Παρασκευάς,. ο Φίλιππος, ο Φώτης, ο ΄Εκτορας, ο Μπιλ Μπελ, ο Βρασίδας, ο ΄Αγης, άντρες δάσκαλοι, άντρες στρατιώτες, άντρες εραστές, άντρες σύντροφοι, άντρες πατέρες, αδελφοί και γιοί.
Ο χώρος, ο χρόνος και οι χαρακτήρες ξετυλίγονται σταδιακά μπροστά μας, σταδιακά ολοκληρώνονται, και κατά καιρούς, όποτε αλλάζει ο χρόνος ή ο χώρος, η συγγραφέας ανακεφαλαιώνει τα γεγονότα με σύντομο και περιεκτικό τρόπο, χωρίς να δίνει την αίσθηση της κουραστικής επανάληψης, αλλά μάλλον την διάθεση να ξεκουράσει τον αναγνώστη από την ανάγκη απομνημόνευσης προσώπων και γεγονότων.
Η Κύπρος περιγράφεται σαν «ένα ακριβό μονόπετρο δακτυλίδι», ο Καλφαντζής «ένας γίγαντας καλοσύνης, ψηλός, μέχρι το ταβάνι. Θεόρατος και θεόσταλτος, έτοιμος να προστατέψει και να προφυλάξει», που σε μια άλλη εποχή θα μπορούσε να ήταν «ένας πολύ γενναίος πολεμιστής ή ένας αξιολάτρευτος παραμυθάς» . Η μαμά Καλφατζή «ένα άνθος, μια γλυκιά μυρωδιά, φωτεινή στα χρώματα, απαλή στο χάδι», η Κατίνα «μια ατέλειωτη , νόστιμη ήπειρος καλοσύνης και αυτοδίδακτης θρεπτικής σοφίας». Και το σπίτι, το πρώτο σπίτι της Πηνελόπης , το θυμάται άραγε ; «το κουβαλάς μαζί σου», θα πει η βάγια Ευρύκλεια. Η ανατολή μέσα στη θάλασσα, που άμα τη δεις, ξεχνάς τη στεριά, γίνεσαι θαλασσινός για πάντα (σελ. 48). Από την Κύπρο στη Σμύρνη σε αναζήτηση της ρίζας της, η Πηνελόπη ενηλικιώνεται συνειδητοποιώντας ότι η ευτυχία δεν είναι μια συνεχής κατάσταση (σελ. 70). Επιστρέφοντας στην Κύπρο τίποτε δεν είχε αλλάξει κι όλα είχαν αλλάξει. Ο χαμός της Ευρύκλειας είναι μια απώλεια που με συγκλόνισε . Η μάνα που φεύγει και χάνει για πάντα το παιδί της: «Θα μου λείψεις Πηνελόπη. Φεύγω και σε χάνω» . Από την Κύπρο του 1903 στη Σμύρνη του 1915, όπου η Πηνελόπη ενώνει τη ζωή της με αυτή του βρετανού Τζόνι Σάρει. Στη Σμύρνη επιστρέφει μόνο η Ζόι το 1952 αναζητώντας τη χαμένη πατρίδα της
Μη ρωτάς το γένος μου κι ο τόπος μου ποιος είναι
Μη μου γεμίσει την καρδιά καημούς η θύμησή τους
Το 1922 όλοι οι Βρετανοί έπρεπε να είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή για αναχώρηση. Η οικογένεια Σάρει καταλήγει στην Κύπρο : «ποτέ δεν έγινε η Κύπρος σπίτι μας, όσο κι αν μας δέχτηκε με στοργή. Παραμείναμε άστεγοι και απάτριδες». Τον Αύγουστο του 1922 χαράχτηκε στη Σμύρνη μια μεγάλη, παχιά , διαχωριστική γραμμή που χώρισε το χθες από το σήμερα. Κι όμως τίποτε δεν ξεχάσθηκε. Στην Αθήνα το 1926 , ήταν σα να βρέθηκαν μπροστά σε μια ανοικτή πύλη. Ο Τζόνι και η Πηνελόπη την διάβηκαν και προχώρησαν. Η Αθήνα, μια θηλυκή πόλη (σελ. 306), που τους παρείχε μια εξαιρετική φιλοξενία. Με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η οικογένεια ξεκληρίζεται για άλλη μια φορά και αναζητά την τύχη της στη μακρινή εξωτική Ινδία. Η Αρουντάτη μια αξέχαστη, αγαπημένη ανάμνηση της Ζόι στην αξέχαστη , αγαπημένη ανάμνηση της Ινδίας (σελ. 468). ΄Εξι χρόνια μετά επιστρέφουν στην Αθήνα, χωρίς τον Τζόνι, αλλά και χωρίς τον Μπιλ Μπελ.
Οι γενιές διαδέχονται η μία την άλλη , οι απόψεις αλλάζουν, η αναζήτηση της χαμένης πατρίδας δεν είναι πια στόχος για τους νεότερους που δεν κουβαλούν πια κλειδί μαζί τους, αλλά το όραμά τους. ΄Ένα κλειδί που δεν σκουριάζει, ούτε κινδυνεύει να μείνει χωρίς πόρτα. Κι όμως η μικρή κόρη του ΄Εκτορα παραπονιέται που δεν έχει πατρίδα, μ-ί-α πατρίδα. Για την θεία της τη Ζόι «η γλώσσα που ονειρεύεσαι είναι η πατρίδα σου». Με απελπισία η μικρή διαπιστώνει ότι ούτε κι αυτό είναι αλήθεια γιατί η πατρίδα της γιαγιάς Πηνελόπης βρίσκεται στην Τουρκία, κι όμως εκείνη δεν ξέρει τούρκικα. Γιατί πατρίδα είναι αυτή που σου λέει η καρδιά σου.
Κι έτσι «μια μέρα κι εσύ θα ανακαλύψεις το μπαούλο. Μέσα του έχω τακτοποιήσει για σένα θησαυρούς, λάφυρα πολλών μεγάλων ταξιδιών. Πάνω πάνω έστρωσα προσεκτικά μια ζωγραφιά που χάθηκε και σου ακούμπησα να βρεις το παλιό κλειδί». Γιατί μήτε από δρυ γεννήθηκες παλιά μήτε από πέτρα.
Σάββατο 6 Ιουνίου 2009
Λάμνοντας πάνω νερά
Δύο φορές είχε αναβληθεί η χθεσινή εκδήλωση μέσα στη χρονιά που πέρασε. Όπως είπε στον χαιρετισμό του ο Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας , Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κ. Δημήτριος Κιρτάτας τίποτε δεν θα μπορούσε να εμποδίσει την πραγματοποίησή της , ούτε οι καταλήψεις των δρόμων ούτε οι καταλήψεις των Πανεπιστημίων . Ο Δημήτρης Μαρωνίτης, ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μας καθήλωσε την Τετάρτη με τον χειμαρρώδη και ακούραστο λόγο του στην αίθουσα Σαράτση του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. ΄Όταν έφθασα εκεί λίγο πριν από τις επτά, καμιά δεκαριά φοιτητές περίμεναν να παρακολουθήσουν την εκδήλωση. Αισθάνθηκα μια παγωνιά για την υποδοχή που ετοίμασε ο Βόλος στο μεγάλο μελετητή της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας. Ευτυχώς όμως μισή ώρα αργότερα η αίθουσα γέμισε και ο κόσμος συνέχισε να έρχεται σ΄ όλη τη διάρκεια της παρουσίασης.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης ξεκίνησε την ομιλία του με μία εξομολόγηση. Επειδή την ίδια μέρα και ώρα σε άλλο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου γινόταν μια εκδήλωσε κατά του καπνίσματος, ο πανεπιστημιακός δάσκαλος μας εκμυστηρεύτηκε την δική του εμπειρία κατά την προσπάθειά του για τη διακοπή του καπνίσματος. ΄Ετσι αφού ξεπέρασε την αρχική αμηχανία του, την οποία φαντάζονται δικαιολογεί η βαθιά γνώση, συνέχισε με το θέμα της εκδήλωσης.
Τίτλος της «Από την Οδύσσεια στην Ιλιάδα: πάνω νερά», ένας τίτλος που όπως
μας εξομολογήθηκε ο ίδιος ο καθηγητής ήταν «κλεμμένος» από το ποίημα του Σεφέρη Θερινό Ηλιοστάσι, Θ΄ , απόσπασμα του οποίου μας απήγγειλε:
Μιλούσες για πράγματα που δεν τά ΄βλεπαν
κι αυτοὶ γελούσαν.
Ὅμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
πάνω νερά·
να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
στα τυφλά, πεισματάρης
και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σαν το πολύροζο λιόδεντρο -
άφησε κι ας γελούν.
Στην περίπτωση αυτή ο υπότιτλος ανακλά τον επίτιτλο και ο επίτιτλος ανακλάται στον υπότιτλο, πάει να πει ότι διαβάζονται και στην σειρά που γράφονται και αντίστροφα. Υπάρχουν δύο απόψεις για τον ποιητή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι πρόκειται για τον ίδιο ποιητή , ο οποίος έγραψε την Ιλιάδα στα νιάτα του και η Οδύσσεια είναι ωριμότερη δημιουργία του. Κάποιοι άλλοι ισχυρίζονται ότι ο ποιητής της Οδύσσειας μαθήτευσε κοντά στον ποιητή της Ιλιάδας . Ο καθηγητής Δημ. Μαρωνίτης μυήθηκε πρώτα στο έργο του μαθητή και στη συνέχεια αναζήτησε το δάσκαλο. Τα ομηρικά έπη παραδόθηκαν στο χρόνο και αν ενθυμούμαι καλά τα λόγια του καταγράφηκαν πρώτα σε αλεξανδρινούς παπύρους και στη συνέχεια γύρω στον 11ο αιώνα στο Βυζάντιο.
Μετά από αυτή την εισαγωγή ο Δημήτρης Μαρωνίτης μας εξέθεσε το μανιφέστο του σχετικά με την μετάφραση . Δυστυχώς δεν μπόρεσα να συγκρατήσω και τους πέντε προβληματισμούς του, ενθυμούμαι πάντως κάποιους από αυτούς: αν δηλαδή η μετάφραση θα πρέπει να είναι πιστή ή άπιστη, σε ελεύθερη απόδοση, αν θα πρέπει να ακολουθεί το μέτρο του αυθεντικού έργου ή όχι, διατηρώντας πάντως ένα εσωτερικό ρυθμό και αν θα τηρεί τους κανόνες της ποίησης με ομοιοκαταληξία ή αν θα ακολουθεί τις επιταγές της σύγχρονης ποίησης σε ελεύθερο στίχο. Η λέξη «κείμενο» προέρχεται από το ρήμα «κείμαι» που σημαίνει ότι τα κλασικά κείμενα βρίσκονται σε κατάσταση νεκροφάνειας, ληθαργούν, και ο μεταφραστής , αλλά και ο αναγνώστης τα οδηγούν στην αφύπνιση. Η μετάφραση, μας είπε τέλος ο καθηγητής είναι μια πράξη φιλοξενίας, όπου ο ξενιστής και ο ξενιζόμενος συνυπάρχουν σε μια σχέση αλληλεπίδρασης.
Συνεχίζοντας ο μεγάλος δάσκαλος επιχείρησε μια σύγκριση ανάμεσα στα δύο έπη από την οποία συγκράτησα τα παρακάτω . Η Οδύσσεια μπορεί κανείς να πει ότι είχε ευτυχισμένο τέλος, από τη στιγμή που ο ήρωας και η οικογένειά του συναντώνται και σμίγουν, ενώ η Ιλιάδα είναι ένα έργο απαισιόδοξο, που τελειώνει με το θάνατο του ΄Εκτορα και με ισάριθμες απώλειες από τα δύο στρατόπεδα , των Αχαιών και των Τρώων. Ο ήρωας της Οδύσσειας εμφανίζεται στην 4η ραψωδία του έπους και υμνείται από τον ποιητή, ενώ ο ήρωας της Ιλιάδας Αχιλλέας μετά την εμφάνισή του στην πρώτη ραψωδία επανεμφανίζεται στην 18η ραψωδία και θεωρείται υπεύθυνος για όλα τα δεινά που συμβαίνουν τους Αχαιούς. Η Οδύσσεια είναι ένα έπος που δημιουργεί συγκίνηση και προσέγγιση προς τον ήρωά της, ενώ η Ιλιάδα είναι ένα έπος ακατάδεχτο.
Μιλώντας για την Ιλιάδα ο δάσκαλος αναφέρθηκε στην περιγραφή των μαχών , ότι δηλαδή μπορεί κανείς να παρατηρήσει κινηματογραφική πλοκή σ΄ αυτές. Πρώτα υπάρχει το μακρινό πλάνο, οι πολεμιστές συγκεντρώνονται, έπειτα το κοντινό, συμπλέκονται και τέλος το πλάνο εξ επαφής, συμπίπτουν. Μας μίλησε για τις παρομοιώσεις της Ιλιάδας, για την εξέλιξη της μετάφρασης. Βρίσκεται, μας είπε, στη μέση του δρόμου, οι δώδεκα ραψωδίες πρόκειται να εκδοθούν μέσα στους επόμενους μήνες.
Κι έπειτα γεμάτος συγκίνηση άρχισε την απαγγελία τμήματος της τέταρτης ραψωδίας. Ακούγοντάς τον καταλάβαμε νομίζω όλοι αυτό που μας είχε πει, πόσο δύσκολο είναι να περιγράψει κανείς τον παραλογισμό του πολέμου. Οι λέξεις έρρεαν, οι εικόνες διαδέχονταν η μία την άλλη, ο Φόβος που φόβιζε, ο Φόβος που φοβόταν και η ΄Ερις συναντήθηκαν μπροστά στα μάτια μας γεμίζοντάς μας φρίκη , ενώ η παρουσία της Αθηνάς υπήρξε απρόσφορη . Κι ότι ο ποιητής δεν γέρνει με το μέρος κανενός , ισάριθμοι οι νεκροί και από τα δύο στρατόπεδα.
Τελειώνοντας στη μικρή συζήτηση που ακολούθησε ο Δημήτρης Μαρωνίτης ανέτρεξε στον Ηρόδοτο ενθυμούμενος ότι με αφετηρία τον Ηρόδοτο προχώρησε στο πιο ώριμο έργο την Οδύσσεια και λάμνοντας πάνω νερά διαπίστωσε ότι το πιο ανατρεπτικό όλων των κλασσικών έργων ήταν η Ιλιάδα. Η συγκίνησή του ήταν έκδηλη καθώς άκουγε τις ερωτήσεις των ακροατών, μας ευχαρίστησε όλους για την παρουσία μας, μας συγκίνησε λέγοντας ότι στα μάτια μας είδε μια τρυφεράδα , μια «φιλότητα». Κι όταν κατέβηκε από το βήμα , δέχθηκε τις χειραψίες σχεδόν όλων, παλιών μαθητών του και σημερινών φιλολόγων, αναγνωστών , φίλων, με την υπόσχεση ότι είναι στη διάθεσή μας να έλθει να μας διαβάσει την Ιλιάδα, όπως έκανε άλλωστε στη διάρκεια του χειμώνα στο Μουσείο Μπενάκη
Μέσα στους επόμενους μήνες, σύντομα ελπίζω, θα κυκλοφορήσει ο πρώτος τόμος της Ιλιάδας και τον περιμένουμε με ανυπομονησία, καθώς η πρώτη αυτή επαφή «μας άνοιξε την όρεξη». Μιας Ιλιάδας που η προσέγγισή της μέσα από τη μετάφραση του Δημ. Μαρωνίτη στην ανταγωνιστική εποχή που ζούμε, στην εποχή των ΜΜΕ , της κατανάλωσης και της κατάθλιψης, ίσως μας οδηγήσει σε μονοπάτια αναζήτησης του ωραίου και του καλού, του ίδιου του εαυτού μας.
Ο Δημήτρης Μαρωνίτης ξεκίνησε την ομιλία του με μία εξομολόγηση. Επειδή την ίδια μέρα και ώρα σε άλλο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου γινόταν μια εκδήλωσε κατά του καπνίσματος, ο πανεπιστημιακός δάσκαλος μας εκμυστηρεύτηκε την δική του εμπειρία κατά την προσπάθειά του για τη διακοπή του καπνίσματος. ΄Ετσι αφού ξεπέρασε την αρχική αμηχανία του, την οποία φαντάζονται δικαιολογεί η βαθιά γνώση, συνέχισε με το θέμα της εκδήλωσης.
Τίτλος της «Από την Οδύσσεια στην Ιλιάδα: πάνω νερά», ένας τίτλος που όπως
μας εξομολογήθηκε ο ίδιος ο καθηγητής ήταν «κλεμμένος» από το ποίημα του Σεφέρη Θερινό Ηλιοστάσι, Θ΄ , απόσπασμα του οποίου μας απήγγειλε:
Μιλούσες για πράγματα που δεν τά ΄βλεπαν
κι αυτοὶ γελούσαν.
Ὅμως να λάμνεις στο σκοτεινό ποταμό
πάνω νερά·
να πηγαίνεις στον αγνοημένο δρόμο
στα τυφλά, πεισματάρης
και να γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σαν το πολύροζο λιόδεντρο -
άφησε κι ας γελούν.
Στην περίπτωση αυτή ο υπότιτλος ανακλά τον επίτιτλο και ο επίτιτλος ανακλάται στον υπότιτλο, πάει να πει ότι διαβάζονται και στην σειρά που γράφονται και αντίστροφα. Υπάρχουν δύο απόψεις για τον ποιητή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι πρόκειται για τον ίδιο ποιητή , ο οποίος έγραψε την Ιλιάδα στα νιάτα του και η Οδύσσεια είναι ωριμότερη δημιουργία του. Κάποιοι άλλοι ισχυρίζονται ότι ο ποιητής της Οδύσσειας μαθήτευσε κοντά στον ποιητή της Ιλιάδας . Ο καθηγητής Δημ. Μαρωνίτης μυήθηκε πρώτα στο έργο του μαθητή και στη συνέχεια αναζήτησε το δάσκαλο. Τα ομηρικά έπη παραδόθηκαν στο χρόνο και αν ενθυμούμαι καλά τα λόγια του καταγράφηκαν πρώτα σε αλεξανδρινούς παπύρους και στη συνέχεια γύρω στον 11ο αιώνα στο Βυζάντιο.
Μετά από αυτή την εισαγωγή ο Δημήτρης Μαρωνίτης μας εξέθεσε το μανιφέστο του σχετικά με την μετάφραση . Δυστυχώς δεν μπόρεσα να συγκρατήσω και τους πέντε προβληματισμούς του, ενθυμούμαι πάντως κάποιους από αυτούς: αν δηλαδή η μετάφραση θα πρέπει να είναι πιστή ή άπιστη, σε ελεύθερη απόδοση, αν θα πρέπει να ακολουθεί το μέτρο του αυθεντικού έργου ή όχι, διατηρώντας πάντως ένα εσωτερικό ρυθμό και αν θα τηρεί τους κανόνες της ποίησης με ομοιοκαταληξία ή αν θα ακολουθεί τις επιταγές της σύγχρονης ποίησης σε ελεύθερο στίχο. Η λέξη «κείμενο» προέρχεται από το ρήμα «κείμαι» που σημαίνει ότι τα κλασικά κείμενα βρίσκονται σε κατάσταση νεκροφάνειας, ληθαργούν, και ο μεταφραστής , αλλά και ο αναγνώστης τα οδηγούν στην αφύπνιση. Η μετάφραση, μας είπε τέλος ο καθηγητής είναι μια πράξη φιλοξενίας, όπου ο ξενιστής και ο ξενιζόμενος συνυπάρχουν σε μια σχέση αλληλεπίδρασης.
Συνεχίζοντας ο μεγάλος δάσκαλος επιχείρησε μια σύγκριση ανάμεσα στα δύο έπη από την οποία συγκράτησα τα παρακάτω . Η Οδύσσεια μπορεί κανείς να πει ότι είχε ευτυχισμένο τέλος, από τη στιγμή που ο ήρωας και η οικογένειά του συναντώνται και σμίγουν, ενώ η Ιλιάδα είναι ένα έργο απαισιόδοξο, που τελειώνει με το θάνατο του ΄Εκτορα και με ισάριθμες απώλειες από τα δύο στρατόπεδα , των Αχαιών και των Τρώων. Ο ήρωας της Οδύσσειας εμφανίζεται στην 4η ραψωδία του έπους και υμνείται από τον ποιητή, ενώ ο ήρωας της Ιλιάδας Αχιλλέας μετά την εμφάνισή του στην πρώτη ραψωδία επανεμφανίζεται στην 18η ραψωδία και θεωρείται υπεύθυνος για όλα τα δεινά που συμβαίνουν τους Αχαιούς. Η Οδύσσεια είναι ένα έπος που δημιουργεί συγκίνηση και προσέγγιση προς τον ήρωά της, ενώ η Ιλιάδα είναι ένα έπος ακατάδεχτο.
Μιλώντας για την Ιλιάδα ο δάσκαλος αναφέρθηκε στην περιγραφή των μαχών , ότι δηλαδή μπορεί κανείς να παρατηρήσει κινηματογραφική πλοκή σ΄ αυτές. Πρώτα υπάρχει το μακρινό πλάνο, οι πολεμιστές συγκεντρώνονται, έπειτα το κοντινό, συμπλέκονται και τέλος το πλάνο εξ επαφής, συμπίπτουν. Μας μίλησε για τις παρομοιώσεις της Ιλιάδας, για την εξέλιξη της μετάφρασης. Βρίσκεται, μας είπε, στη μέση του δρόμου, οι δώδεκα ραψωδίες πρόκειται να εκδοθούν μέσα στους επόμενους μήνες.
Κι έπειτα γεμάτος συγκίνηση άρχισε την απαγγελία τμήματος της τέταρτης ραψωδίας. Ακούγοντάς τον καταλάβαμε νομίζω όλοι αυτό που μας είχε πει, πόσο δύσκολο είναι να περιγράψει κανείς τον παραλογισμό του πολέμου. Οι λέξεις έρρεαν, οι εικόνες διαδέχονταν η μία την άλλη, ο Φόβος που φόβιζε, ο Φόβος που φοβόταν και η ΄Ερις συναντήθηκαν μπροστά στα μάτια μας γεμίζοντάς μας φρίκη , ενώ η παρουσία της Αθηνάς υπήρξε απρόσφορη . Κι ότι ο ποιητής δεν γέρνει με το μέρος κανενός , ισάριθμοι οι νεκροί και από τα δύο στρατόπεδα.
Τελειώνοντας στη μικρή συζήτηση που ακολούθησε ο Δημήτρης Μαρωνίτης ανέτρεξε στον Ηρόδοτο ενθυμούμενος ότι με αφετηρία τον Ηρόδοτο προχώρησε στο πιο ώριμο έργο την Οδύσσεια και λάμνοντας πάνω νερά διαπίστωσε ότι το πιο ανατρεπτικό όλων των κλασσικών έργων ήταν η Ιλιάδα. Η συγκίνησή του ήταν έκδηλη καθώς άκουγε τις ερωτήσεις των ακροατών, μας ευχαρίστησε όλους για την παρουσία μας, μας συγκίνησε λέγοντας ότι στα μάτια μας είδε μια τρυφεράδα , μια «φιλότητα». Κι όταν κατέβηκε από το βήμα , δέχθηκε τις χειραψίες σχεδόν όλων, παλιών μαθητών του και σημερινών φιλολόγων, αναγνωστών , φίλων, με την υπόσχεση ότι είναι στη διάθεσή μας να έλθει να μας διαβάσει την Ιλιάδα, όπως έκανε άλλωστε στη διάρκεια του χειμώνα στο Μουσείο Μπενάκη
Μέσα στους επόμενους μήνες, σύντομα ελπίζω, θα κυκλοφορήσει ο πρώτος τόμος της Ιλιάδας και τον περιμένουμε με ανυπομονησία, καθώς η πρώτη αυτή επαφή «μας άνοιξε την όρεξη». Μιας Ιλιάδας που η προσέγγισή της μέσα από τη μετάφραση του Δημ. Μαρωνίτη στην ανταγωνιστική εποχή που ζούμε, στην εποχή των ΜΜΕ , της κατανάλωσης και της κατάθλιψης, ίσως μας οδηγήσει σε μονοπάτια αναζήτησης του ωραίου και του καλού, του ίδιου του εαυτού μας.
Γιάννης Ρίτσος: Ωραίος σαν ΄Ελληνας
Να με θυμόσαστε – είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρίς ψωμί , χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
για να σας φέρω ψωμί, νερό και τριαντάφυλλα. Την ομορφιά
ποτές μου δεν την πρόδωσα. ΄Ολο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.
Μ΄ αυτούς τους στίχους ξεκίνησε η εκδήλωση – αφιέρωμα του Δήμου Βόλου για το μεγάλο ποιητή της Ρωμιοσύνης. Η φωνή του Βασίλη Μητσάκη, κρυστάλλινη, ποιητική, δόνησε τα κύτταρά μας, κυριεύοντας το νου και το συναίσθημα και μας παρέσυρε σε μια θάλασσα ήχων και φωτός.
Και μη φοβάσαι.
Το έργο σου θα μείνει μες στο φως
Γιατί μέσα στο φως και με το φως
Έχτισες τις ημέρες σου.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Δημοτικό Θέατρο Βόλου την 1η Ιουνίου 2009 με τίτλο «Γιάννης Ρίτσος: ΄Ενας Επώνυμος Άγιος, Ωραίος σαν Έλληνας». Πήγα από νωρίς , ένα εικοσάλεπτο πριν τις εννιά, μόνη, όπως συνηθίζω τελευταία. Σύντομα το θέατρο γέμισε ασφυκτικά.
Η ηθοποιός Μαρίνα Δεδούση διαβάζοντας αποσπάσματα από το «Μαρτυρολόγιο του βίου του ποιητή» ,μας ταξίδεψε από τη Μονεμβασιά στο Γύθειο, στην Αθήνα, σε σανατόρια, στον ΄Αη Στράτη, στη Σάμο, στη Γυάρο, πίσω στην Αθήνα, κάνοντας μας κοινωνούς μιας ζωής γεμάτης αρρώστια, ανατροπές , πόλεμο, εξορία, κάψιμο βιβλίων αλλά και ελπίδα, πίστη, ανυπόταχτο πνεύμα, στίχους, διεθνή αναγνώριση, αγάπη.
Ο Βασίλης Αγροκώστας συγκλόνισε το θέατρο με τη φωνή του, από τον Επιτάφιο και το «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες» στο «Γιε μου , σπλάχνο των σπλάχνων μου», από τη Ρωμιοσύνη και το «αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό» στο Καπνισμένο Τσουκάλι και το «Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί να ΄ναι κι από αίμα». Η φωνή του Βασίλη Αγροκώστα τιμά το Βόλο, μας γεμίζει όλους περηφάνια. Γιατί εκτός από αυτή την ξεχωριστή φωνή που διαθέτει, είναι και ένας ξεχωριστός δάσκαλος για τα παιδιά μας στο Μουσικό Σχολείο Βόλου, ενθαρρύνοντας τα να αγαπήσουν και να τραγουδήσουν βυζαντινή και παραδοσιακή μουσική.
Το πιάνο της Κασσιανής Αμυγδαλίτση , διακριτικό και γεμάτο σεβασμό για τη μουσική που εδώ και δεκαετίες έχει σφραγίσει το έργο του ποιητή
Η Αμαλία Γκιζά με τη σονάτα του σεληνόφωτος, να μας βυθίζει με τη φωνή της μέσα στο στίχο, έτσι όπως την κοίταζα να απαγγέλει σαν να μου φάνηκε ότι ασήμιζαν τα μαλλιά της σ΄ ένα φως που θα μπορούσε να είναι το φως του φεγγαριού
΄Αφησέ με να ‘ ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι – δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. ΄Αφησέ με να ΄ρθω μαζί σου.
΄Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ΄ ακούσω. Σώπα.
Και πάλι ο Βασίλης Μητσάκης με το Ατελές Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων:
«…Και δεν είναι μονάχα οι Μάρτυρες που αγιάσαν με τις ίδιες τους τις πράξεις … αλλά και οι άλλου, οι ανώνυμοι, οι αφανείς, οι ταπεινόφρονες, …και μου είναι ανάγκη να τους εικονίσω, να τους τοποθετήσω στο εικονοστάσιο των ταπεινών ανωνύμων Αγίων μαζί με τη μητέρα μου, τη θεία ΄Ολγα … το Βαγγέλη, την Ανθούλα, να καίω ακοίμητη μπροστά τους την καντήλα του λαδιού, να τους ονοματίζω μ΄ ευλάβεια έναν έναν στην προσευχή μου … Κι αν μ΄ αξιώσει, όπως λένε, ο Θεός, κι η ζωή μου χαρίσει λίγους ακόμα χρόνους , λέω να συνεχίσω (όχι να συμπληρώσω και να ολοκληρώσω) , να συνεχίσω το Εικονοστάσιό μου των Ανωνύμων Αγίων…»
Η Ρούλα Κακλαμανάκη, γνωστή ποιήτρια και συγγραφέας, μας θύμισε ότι μπορεί ο Ρίτσος σήμερα να είναι απών, ταυτόχρονα όμως είναι και παρών με το έργο του και την πνευματική του κληρονομιά.
«Ένα ψηλό παράθυρο είναι το τραγούδι. Βλέπει στο δρόμο, βλέπει και στον ουρανό. Απ` αυτό το παράθυρο κοιτάμε τον κόσμο».
Στο τέλος ο Βασίλης Αγροκώστας , μετά το θερμό χειροκρότημα της λήξης της εκδήλωσης , μας αποχαιρέτησε με ένα ακόμη ποίημα του Γιάννη Ρίτσου μελοποιημένο από το Μάριο Τόκα , ένα ποίημα που φανερώνει μια άλλη διάσταση της ποίησης του μεγάλου ποιητή: ότι πέρα από τους στίχους τους αφιερωμένους στη λευτεριά, την ισότητα και τη δικαιοσύνη, έγραφε με την ίδια έμπνευση και ερωτικούς στίχους.
Προφητικά ο μεγάλος Κωστής Παλαμάς τον έχρισε διάδοχό του με τα λόγια «Παραμερίζουμε, ποιητή, για να περάσεις».
Δεν κλαίω γι΄ αυτά που μου ΄χεις πάρει
Για αυτά που μου ΄χεις αρνηθεί
Μου ΄χεις χαρίσει ένα φεγγάρι
Γαλάζιο, ανείπωτο, βαθύ
Αν μπορούσα να μιλήσω για το αφιέρωμα αυτό με δυο λόγια, το μόνο που θα έλεγα είναι ότι αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση που ήμουν εκεί.
χωρίς ψωμί , χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
για να σας φέρω ψωμί, νερό και τριαντάφυλλα. Την ομορφιά
ποτές μου δεν την πρόδωσα. ΄Ολο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.
Μ΄ αυτούς τους στίχους ξεκίνησε η εκδήλωση – αφιέρωμα του Δήμου Βόλου για το μεγάλο ποιητή της Ρωμιοσύνης. Η φωνή του Βασίλη Μητσάκη, κρυστάλλινη, ποιητική, δόνησε τα κύτταρά μας, κυριεύοντας το νου και το συναίσθημα και μας παρέσυρε σε μια θάλασσα ήχων και φωτός.
Και μη φοβάσαι.
Το έργο σου θα μείνει μες στο φως
Γιατί μέσα στο φως και με το φως
Έχτισες τις ημέρες σου.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Δημοτικό Θέατρο Βόλου την 1η Ιουνίου 2009 με τίτλο «Γιάννης Ρίτσος: ΄Ενας Επώνυμος Άγιος, Ωραίος σαν Έλληνας». Πήγα από νωρίς , ένα εικοσάλεπτο πριν τις εννιά, μόνη, όπως συνηθίζω τελευταία. Σύντομα το θέατρο γέμισε ασφυκτικά.
Η ηθοποιός Μαρίνα Δεδούση διαβάζοντας αποσπάσματα από το «Μαρτυρολόγιο του βίου του ποιητή» ,μας ταξίδεψε από τη Μονεμβασιά στο Γύθειο, στην Αθήνα, σε σανατόρια, στον ΄Αη Στράτη, στη Σάμο, στη Γυάρο, πίσω στην Αθήνα, κάνοντας μας κοινωνούς μιας ζωής γεμάτης αρρώστια, ανατροπές , πόλεμο, εξορία, κάψιμο βιβλίων αλλά και ελπίδα, πίστη, ανυπόταχτο πνεύμα, στίχους, διεθνή αναγνώριση, αγάπη.
Ο Βασίλης Αγροκώστας συγκλόνισε το θέατρο με τη φωνή του, από τον Επιτάφιο και το «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες» στο «Γιε μου , σπλάχνο των σπλάχνων μου», από τη Ρωμιοσύνη και το «αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό» στο Καπνισμένο Τσουκάλι και το «Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί να ΄ναι κι από αίμα». Η φωνή του Βασίλη Αγροκώστα τιμά το Βόλο, μας γεμίζει όλους περηφάνια. Γιατί εκτός από αυτή την ξεχωριστή φωνή που διαθέτει, είναι και ένας ξεχωριστός δάσκαλος για τα παιδιά μας στο Μουσικό Σχολείο Βόλου, ενθαρρύνοντας τα να αγαπήσουν και να τραγουδήσουν βυζαντινή και παραδοσιακή μουσική.
Το πιάνο της Κασσιανής Αμυγδαλίτση , διακριτικό και γεμάτο σεβασμό για τη μουσική που εδώ και δεκαετίες έχει σφραγίσει το έργο του ποιητή
Η Αμαλία Γκιζά με τη σονάτα του σεληνόφωτος, να μας βυθίζει με τη φωνή της μέσα στο στίχο, έτσι όπως την κοίταζα να απαγγέλει σαν να μου φάνηκε ότι ασήμιζαν τα μαλλιά της σ΄ ένα φως που θα μπορούσε να είναι το φως του φεγγαριού
΄Αφησέ με να ‘ ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι – δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. ΄Αφησέ με να ΄ρθω μαζί σου.
΄Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ΄ ακούσω. Σώπα.
Και πάλι ο Βασίλης Μητσάκης με το Ατελές Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων:
«…Και δεν είναι μονάχα οι Μάρτυρες που αγιάσαν με τις ίδιες τους τις πράξεις … αλλά και οι άλλου, οι ανώνυμοι, οι αφανείς, οι ταπεινόφρονες, …και μου είναι ανάγκη να τους εικονίσω, να τους τοποθετήσω στο εικονοστάσιο των ταπεινών ανωνύμων Αγίων μαζί με τη μητέρα μου, τη θεία ΄Ολγα … το Βαγγέλη, την Ανθούλα, να καίω ακοίμητη μπροστά τους την καντήλα του λαδιού, να τους ονοματίζω μ΄ ευλάβεια έναν έναν στην προσευχή μου … Κι αν μ΄ αξιώσει, όπως λένε, ο Θεός, κι η ζωή μου χαρίσει λίγους ακόμα χρόνους , λέω να συνεχίσω (όχι να συμπληρώσω και να ολοκληρώσω) , να συνεχίσω το Εικονοστάσιό μου των Ανωνύμων Αγίων…»
Η Ρούλα Κακλαμανάκη, γνωστή ποιήτρια και συγγραφέας, μας θύμισε ότι μπορεί ο Ρίτσος σήμερα να είναι απών, ταυτόχρονα όμως είναι και παρών με το έργο του και την πνευματική του κληρονομιά.
«Ένα ψηλό παράθυρο είναι το τραγούδι. Βλέπει στο δρόμο, βλέπει και στον ουρανό. Απ` αυτό το παράθυρο κοιτάμε τον κόσμο».
Στο τέλος ο Βασίλης Αγροκώστας , μετά το θερμό χειροκρότημα της λήξης της εκδήλωσης , μας αποχαιρέτησε με ένα ακόμη ποίημα του Γιάννη Ρίτσου μελοποιημένο από το Μάριο Τόκα , ένα ποίημα που φανερώνει μια άλλη διάσταση της ποίησης του μεγάλου ποιητή: ότι πέρα από τους στίχους τους αφιερωμένους στη λευτεριά, την ισότητα και τη δικαιοσύνη, έγραφε με την ίδια έμπνευση και ερωτικούς στίχους.
Προφητικά ο μεγάλος Κωστής Παλαμάς τον έχρισε διάδοχό του με τα λόγια «Παραμερίζουμε, ποιητή, για να περάσεις».
Δεν κλαίω γι΄ αυτά που μου ΄χεις πάρει
Για αυτά που μου ΄χεις αρνηθεί
Μου ΄χεις χαρίσει ένα φεγγάρι
Γαλάζιο, ανείπωτο, βαθύ
Αν μπορούσα να μιλήσω για το αφιέρωμα αυτό με δυο λόγια, το μόνο που θα έλεγα είναι ότι αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση που ήμουν εκεί.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
