Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

Για τη Σοφή Αιγυπτία του Μιχαήλ Ψελλού

Το βιβλίο «Υπατία η Αλεξανδρινή» της Maria Dzielska είναι μια ιστορική μελέτη που περιλαμβάνει την απήχηση της ιστορίας της Υπατίας στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία κατά τους 18ο και 19ο αιώνες με τη δημιουργία μιας θρυλικής φυσιογνωμίας όπου η αλήθεια και η φαντασία ξετυλίγονται μέσα στο χρόνο , το χώρο και την αντίληψη του συγγραφέα, τις πηγές από τις οποίες αντλήθηκαν οι πληροφορίες που αφορούν τη ζωή και το θάνατό της με παράλληλη αποτύπωση της διδασκαλίας της και τα συμπεράσματα της συγγραφέως σχετικά το έργο και την προσωπικότητα της φιλοσόφου. ΄Ένα βιβλίο επιστημονικό και ταυτόχρονα προσιτό στον αναγνώστη, ευανάγνωστο και ενδιαφέρον, αφήνει το μύθο να διεισδύει στην ιστορία και αντίστροφα και αναζητά την πραγματικότητα για τη μεγάλη φιλόσοφο της ελληνιστικής εποχής που το μαρτυρικό τέλος της υπόγραψαν ο θρησκευτικός φανατισμός και η μισαλλοδοξία που οδήγησαν την Ευρώπη στο Μεσαίωνα.
Η Υπατία εμφανίσθηκε στην Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία τον 18ο αιώνα. Ο Βολταίρος περίγραψε το θάνατο της Υπατίας «σαν μια κτηνώδη δολοφονία που διεπράχθη από τα κουρεμένα σκυλιά του Κυρίλλου». Αλλά και ο Γκίμπον τον χαρακτήρισε ως «αλεξανδρινό έγκλημα», υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η άνοδος του χριστιανισμού υπήρξε η σημαντικότερη αιτία για την πτώση του αρχαίου πολιτισμού. Σύμφωνα με τον Γκίμπον η Υπατία συμβόλιζε τη λογική και την πνευματική ανάπτυξη , ενώ ο Κύριλλος και ο Χριστιανισμός τον δογματισμό και την βαρβαρική αποχαλίνωση. Στα μέσα του 18ου αιώνα ο Σαρλ Λεκόντ ντε Λίλ, Γάλλος ποιητής, απεικόνισε την Υπατία ως «το πνεύμα του Πλάτωνα με το κορμί της Αφροδίτης». Την ίδια περίοδο στην Αγγλία ο Τσάρλς Κίνσλι γράφει ένα μυθιστόρημα με ισχυρή αντικαθολική γεύση, υποστηρίζοντας ότι η Υπατία είχε βαπτισθεί χριστιανή, αλλά τελικά δολοφονήθηκε από υπηρέτες της εκκλησίας ή μοναχούς. Για τον Κίνσλι η προσωπικότητα της Υπατίας αποτέλεσε το σύμβολο ενός πολιτισμού που χάθηκε, το τελευταίο θύμα της πάλης για τη σωτηρία του τέλειου ελληνικού κόσμου της αρμονίας , του θείου και της ύλης, της ψυχής και του σώματος.
Αργότερα στο 19ο και 20ο αιώνα στην Αμερική, την Ιταλία και τη Γερμανία η Υπατία αποτέλεσε την έμπνευση για τη συγγραφή ποιημάτων και μυθιστορημάτων. Για τον Τζ. Ντρέιπερ η Ευρώπη ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι από το θάνατο της Υπατίας μέχρι την Αναγέννηση , για τον Μάριο Λούτσι «με τον θάνατο της Υπατίας τέλειωσε το όνειρο της ελληνικής λογικής, με αυτόν τον τρόπο, πάνω στο πάτωμα του Χριστού», ενώ για τον Κάρλο Πασκάλ ο θάνατός της αντιμετωπίζεται σαν αντιφεμινιστική πράξη. Δύο λογοτεχνικά φεμινιστικά περιοδικά κυκλοφορούν με το όνομά της, στην Αθήνα και στην Αμερική.
Η Maria Dzielska διαπίστωσε ότι ελάχιστες άμεσες μαρτυρίες έχουν διασωθεί και για τον λόγο αυτό σημαντική πηγή για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η ομάδα των μαθητών και τη φύση της διδασκαλίας της Υπατίας είναι η αλληλογραφία της φιλοσόφου με τον Συνέσιο τον Κυρηναίο. Από την αλληλογραφία αυτή πληροφορούμαστε ότι οι μαθητές της ανήκαν σε ανώτερες κοινωνικές τάξεις , ήταν εύποροι, λάτρεις της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας. Η μυστικότητα αποτελούσε βασικό στοιχείο του κύκλου της Υπατίας και οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στα βιώματα τα οποία οι μαθητές μοιράζονταν . ΄Όπως γράφει η συγγραφέας «η ιδιάζουσα κατάσταση στην οποία έφθαναν με τη σταθερή πνευματική απασχόληση , την κάθαρση της ψυχής με την περισυλλογή, την εκστατική ακινησία και την απώλεια επαφής με την πραγματικότητα είναι αδύνατον να περιγραφεί». Ο Συνέσιος μάλιστα δοξάζει τη μακάρια σιωπή των χώρων πάνω από τους οποίους βασιλεύει ο Θεός. Η διδασκαλία της Υπατίας είχε σαν στόχο την «ένωση με το θείο», γεγονός που προϋπέθετε τεράστια γνωστική προσπάθεια και ηθική τελειότητα. Η ίδια η φιλόσοφος ήταν παρθένος μέχρι το τέλος της ζωής της, φερόταν πάντοτε κόσμια, περνούσε απαιτητικά στην καθημερινότητά της, έδειχνε μετριοπάθεια και αυτοσυγκράτηση σε όλες τις περιπτώσεις και δίδασκε οντολογία, ηθική, μαθηματικά και αστρονομία. Η αρετή για την οποία διακρινόταν ήταν η σωφροσύνη. Συμπαθούσε τον Χριστιανισμό και με την ανεξιθρησκία της και την πλήρη αντίληψη των μεταφυσικών ερωτημάτων βοηθούσε τους μαθητές της να επιτύχουν πνευματική και θρησκευτική πληρότητα. ΄Ετσι οι άνθρωποι του Πατριάρχη Κύριλλου , μη βρίσκοντας την ευκαιρία να της επιτεθούν με την κατηγορία ότι ήταν παγανίστρια, την κατηγόρησαν για μαγεία.
Οι πηγές οι οποίες επιτρέπουν στον ερευνητή να γνωρίσει την εποχή και να αντλήσει πληροφορίες για τη ζωή και το έργο της Υπατίας είναι σύμφωνα με τη συγγραφέα η Εκκλησιαστική Ιστορία του σύγχρονού της Σωκράτη του Σχολαστικού , που οι γνώσεις του ενδεχομένως να προέρχονται από αυτόπτες μάρτυρες, η Εκκλησιαστική Ιστορία του επίσης σύγχρονού της Φιλόστοργου από την Καππαδοκία, η Χρονογραφία του χρονικογράφου Ιωάννη Μαλάλα από την Αντιόχεια, το βυζαντινό λεξικό του 10ου αιώνα του Σουίδα, που αντλεί τις πληροφορίες του από τον Ησύχιο της Μιλήσου που έζησε τον 6ο αιώνα και από τον Ισιδώρου βίο του πλατωνικού φιλοσόφου Δαμασκίου. Τέλος αναμφισβήτητη αξία έχουν τα γραπτά του Συνέσιου του Κυρηναίου.
Διαβάζοντας και την τελευταία σελίδα του βιβλίου της Maria Dzielska, έχω την αίσθηση ότι είναι ξεκαθαρισμένα μέσα μου ο μύθος και η ιστορία και ο θαυμασμός μου για την μεγάλη ελληνίδα φιλόσοφο με κατευθύνει να ρουφώ τις λέξεις και να αποτυπώνω μέσα μου τις μεγάλες αξίες που με συνέπεια υπηρέτησε και με την ίδια τη ζωή της οδήγησε στην αθανασία. Η Υπατία στάθηκε στο κατώφλι των φιλοσοφικο-θρησκευτικών εξελίξεων του 5ου αιώνα, στη μεταβατική εκείνη περίοδο κατά την οποία το παλιό παραχωρούσε τη θέση του στο καινούριο. Τα μαθηματικά όμως και η ελληνική φιλοσοφία δεν έσβησαν μαζί με την Υπατία, αλλά επέζησαν και αποτέλεσαν μερικούς αιώνες αργότερα σημεία αναφοράς των επιστημόνων και φιλοσόφων της Ευρώπης.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2009

Δημήτρης Βαρβαρήγος: Υπατία

Κάθε βιβλίο είναι μια πόρτα, διαβάζοντάς το την ανοίγεις και βρίσκεσαι στο άγνωστο. Μπορεί να σε περιμένει ένα αδιέξοδο, μπορεί όμως να βρεθείς μπροστά σ΄ ένα κήπο μυρωδάτο, γεμάτο πολύχρωμα λουλούδια με φανταστικές ευωδιές, τόσο γοητευτικά που δεν ξέρεις ποιο να πρωτομυρίζεις, ποιο να πρωτοθαυμάσεις, ποιο να πρωτοαγγίξεις για να μετέχεις στη μοναδικότητα των αποχρώσεων και στην απόλαυση των αρωμάτων. Περιπατώντας ανάμεσα στο βουητό των μελισσών και το ανάλαφρο φτερούγισμα των πεταλούδων αφήνεσαι με εμπιστοσύνη στους αρμονικούς ήχους ενός μαέστρου που κατευθύνει με τρόπο ονειρεμένο μια ουράνια ορχήστρα. Με τις σκέψεις αυτές κάθε βιβλίο έχει ιδιαίτερη αξία, μπορεί να κρύβει για τον ανοιχτομάτη αναγνώστη, για τον αναγνώστη που ρέει μαζί με τις λέξεις μέσα στη γλώσσα , την προοπτική ενός ορίζοντα που όσο τον πλησιάζει τόσο αυτός ξεμακραίνει αποκαλύπτοντας απροσδόκητες εμπειρίες και μαγευτικές δημιουργίες.
Μια τέτοια πόρτα άνοιξε για μένα διαβάζοντας την Υπατία του Δημήτρη Βαρβαρήγου, ένα μυθιστόρημα αφιερωμένο στη μεγάλη νεοπλατωνική φιλόσοφο και συγκεκριμένα στα τελευταία χρόνια της ζωής της. Μια πόρτα που με οδήγησε στο βιβλίο της Μαρίας Dzielska «Υπατία η Αλεξανδρινή» και στο βιβλίο του Λουσιάνο Κάνφορα «Η χαμένη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας».
Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος αναπτύσσει με σεβασμό και συνέπεια τις απόψεις της Υπατίας για τη πίστη και τη γνώση, για την προσωπική ελευθερία και την ηθική, για το θάνατο και τον έρωτα : «Ο άνθρωπος , λέει η Υπατία , οφείλει να πραγματοποιεί στη ζωή του τα όνειρα, τις ελπίδες και ιδιαίτερα την πίστη του, ανάλογα με τις νοητικές του δυνάμεις και τις ικανότητές του». Λίγο πιοκάτω «Η αληθινή ευδαιμονία δεν βρίσκεται στην υλική ευημερία. Ο άνθρωπος που θα καταφέρει να καθοδηγεί τα συναισθήματα και να συγκρατεί τις επιθυμίες του, μοιραία θα συναντήσει το υπερκόσμιο», αποκαλύπτοντας τη μεταφυσική διάσταση της διδασκαλίας της Υπατίας. Για τον έρωτα μας λέει : «΄Ο,τι μπορεί να εμπνεύσει δημιουργικά, προέρχεται από τον έρωτα» , αν και η ίδια ζούσε ζωή ασκητική και ήταν παρθένα. Λίγες σελίδες πριν από το τέλος : «Η εσωτερική μοναχικότητα του ανθρώπου είναι η αληθινή φροντίδα της ψυχής. ΄Όταν βυθίζεσαι στη σιωπή του εαυτού σου και ώρες ολόκληρες δεν ανταμώνεις κανένα παρά μόνο τις σκέψεις σου, τότε αυτή η περισυλλογή είναι μεγαλείο». Την παρουσιάζει σαν μια γυναίκα με κύρος και πολιτική άποψη, σεβαστή από τους άρχοντες της πόλης, αλλά για τους λόγους αυτούς στο στόχαστρο της εκκλησίας, η οποία με Πατριάρχη τον Κύριλλο ήθελε να παρέμβει στην πολιτική ζωή της χώρας και να διεκδικήσει την ουσιαστική διακυβέρνηση επηρεάζοντας τον έπαρχο. ΄Αλλωστε και η στάση του αυτοκράτορα Θεοδόσιου του Β΄ , η αμφιταλαντευόμενη και διστακτική αναφορικά με την υποστήριξή του προς τη χριστιανική κοινότητα διαφαίνεται με επάρκεια μέσα στις σελίδες του βιβλίου.
΄Όταν γράφει ο συγγραφέας ένα ιστορικό μυθιστόρημα ή μια βιογραφία , ίσως δεν είναι απαραίτητο πάντα να ανταποκρίνεται στα γεγονότα, ιδιαίτερα μάλιστα όταν πρόκειται για ένα πρόσωπο που η ιστορία του έχει περάσει στη σφαίρα του θρύλου. ΄Εχει δικαίωμα να κατασκευάζει κάποια περιστατικά, να παραποιεί κάποια άλλα, να επινοεί συναντήσεις και διαλόγους, κι όλα αυτά μέσα στο πνεύμα της εποχής και του προσώπου το οποίο αφορά το μυθιστόρημα. Ο Βαρβαρήγος στο μεγαλύτερο μέρος σεβάστηκε την ιστορία και την αποτύπωσε με μεγάλη ακρίβεια. Αναφέρεται εκτεταμένα στη φιλοσοφία της Υπατίας και στις αστρονομικές παρατηρήσεις της, με περιορισμένη όμως αναφορά στην αγάπη της για τα μαθηματικά και στα μαθηματικά συγγράμματά της. Παράλληλα αλλοίωσε το κομμάτι εκείνο της ζωής της Υπατίας που αφορά την παρθενία και την ασκητική ζωή της, δημιουργώντας την προοπτική ειδυλλίου ανάμεσα στη φιλόσοφο και τον αυτοκρατορικό έπαρχο Ορέστη , γεγονός που φορτίζει συναισθηματικά την ατμόσφαιρα δίνοντας μια ρομαντική απόχρωση στην αυστηρότητα της καθημερινής ζωής της Υπατίας. ΄Ετσι το βιβλίο ξεφεύγει από την πιστή αποτύπωση της ιστορίας που ενδεχομένως να ενδιαφέρει κάποιον πιο προσεκτικό μελετητή και απευθύνεται σε κάθε αναγνώστη που επιθυμεί να δημιουργήσει μια ικανοποιητική εικόνα για τη γυναίκα αυτή που υπήρξε θύμα του θρησκευτικού φανατισμού και για πολλούς σήμανε το τέλος του ελληνιστικού κόσμου και την είσοδο της Ευρώπης στο Μεσαίωνα.

Κυριακή 26 Απριλίου 2009

Οι αλήθειες των άλλων

«Κι αν φτωχική τη βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε. Η Ιθάκη σου έδωσε τ΄ ωραίο ταξίδι!».

Διαβάζοντας το νέο βιβλίο του Νίκου Θέμελη «Οι αλήθειες των άλλων» ήλθαν στο νου μου οι παραπάνω στίχοι του Καβάφη. ΄Ισως γιατί στο σύνολό του το βιβλίο μου άφησε μια αίσθηση ατέλειας, ανολοκλήρωτης πρότασης, μιας προσπάθειας που , ενώ ξεκίνησε με ενθουσιασμό και ειλικρινή διάθεση να κάνει τομές στα στερεότυπα, προχωρώντας βυθίστηκε σε συμβιβασμούς και αδυναμία διαχείρισης της αλήθειας.

«Οι αλήθειες των άλλων», από τα παράλια της Μικράς Ασίας στη Μυτιλήνη, από εκεί στην Αθήνα, στη Κομοτηνή, πίσω στην Αθήνα, αλλά και στο Λονδίνο, με διάχυτη την επιθυμία του συγγραφέα να αποτυπώσει τη διαφορετικότητα του ανθρώπου, να την κατανοήσει και να μας μεταφέρει το μήνυμα της αποδοχής της. Φαινόμενα κοινωνικού ρατσισμού περιγράφονται με ένταση και αντανακλούν τη δυστυχία στην οποία βυθίζονται τα μεμονωμένα άτομα ή οι ομάδες που η κοινωνία αρνείται να ενσωματώσει . Ο ομοφυλόφιλος Ισμαήλ, που πληρώνει με το θάνατό του τον ηθικό ρατσισμό, αλλά και η πρωτοποριακή για την εποχή της Ρούσα απομονώνεται όχι μόνο από το κοινωνικό σύνολο, αλλά και από την ίδια την οικογένειά της. Ο φυλετικός ρατσισμός, Έλληνες Τούρκοι, ο θρησκευτικός Χριστιανοί Μουσουλμάνοι, ο φανατισμός της Ευγενίας που προσηλωμένη με εμπάθεια στις πολιτικές πεποιθήσεις της εκδηλώθηκε με ρατσιστική συμπεριφορά σε βάρος των κομμουνιστών. Έλλειψη θέλησης για διαλλακτικότητα, προβλήματα στην επικοινωνία, Οι ήρωες του βιβλίου δεν γνωρίζουν δυστυχώς τις δικές τους αλήθειες, για τις οποίες καλούνται να αγωνισθούν, πώς λοιπόν θα ήταν δυνατόν να αναγνωρίσουν τις αλήθειες των άλλων; ΄Όταν καταδίδει η Ευγενία, γιατί το κάνει; Επειδή φοβάται; Επειδή έχει διαφορετική άποψη; Επειδή αντιπαθεί τον Αντώνη; Πώς θα κατανοήσουμε τους άλλους αν πρώτα δεν προσεγγίσουμε τον εαυτό μας;

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος είναι ένα το χρονικό της διαμονής του Μανόλη και του παππού του στο Αϊβαλί τη χρονιά του 1923 μέχρι τότε που ο παππούς αποφασίζει να αυτοκτονήσει για να αποδεσμεύσει τον εγγονό του και να του επιτρέψει να φύγει και να ανταμώσει τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας στη Μυτιλήνη, διαπιστώνοντας ότι «η αληθινή πατρίδα μας μίσεψε για άλλα μέρη. ΄Εφυγαν οι δικοί μας και την πήρανε μαζί τους. Μόνο που εγώ άργησα να το χαμπαρίσω» (σελ. 159). Ο Μανόλης πρέπει να πάρει μαζί του και τέσσερα μπαούλα, πολιτιστική κληρονομιά του μικρασιατικού –χριστιανικού λαού. Λέει γι΄ αυτά ο παππούς : «Σε αυτά βρίσκεται η ιστορία μας, τα πιστεύω μας, η γλώσσα μας … ο πολιτισμός μας, τα σπάργανα μέσα στα οποία αντρώθηκε η εθνική συνείδησή μας» (σελ. 138) Μέσα σε ένα από αυτά τα μπαούλα ανακαλύπτει ο Μανόλης το χειρόγραφο γύρω από το οποίο ξετυλίγεται ο μύθος του Νίκου Θέμελη, που θέλει τον τελευταίο αυτοκράτορα Κων/νο Παλαιολόγο να φεύγει με βάρκα μυστικά για το ΄Αγιο ΄Ορος, αντίθετα από την ιστορική εκδοχή ότι σκοτώθηκε πάνω στη μάχη κατά την άλωση της Κων/πολης από τους Τούρκους. Στις σελίδες 23 μέχρι 27 η αφήγηση που περιγράφει τη γειτονιά του Μανόλη, την οικογένειά του και τον πόλεμο, αλλά και στη σελίδα 35 η περιγραφή της γιαγιάς είναι αποσπάσματα με γλώσσα πλούσια και αρωματική, με μυρουδιές θαλασσινές κι ανοιξιάτικες, με συναισθήματα νοσταλγίας αλλά και λησμονιάς. Ιδιαίτερη συγκίνηση προκαλεί η σχέση του Μανόλη με τον Ισμαήλ, τον ομοφυλόφιλο μουσουλμάνο, που κατέφυγε στο Αιβαλί σαν πρόσφυγας από την πατρίδα του τη Μυτιλήνη.

Το δεύτερο μέρος είναι η ζωή του Μανόλη αφού έφυγε από το ΑΙβαλί , η σχέση του με τη Ρούσα, ο γάμος του με την Ευγενία, οι δυο του γιοί, ο Ιωακείμ και ο Αντώνης, η κοινωνική απομόνωσή του στην Κομοτηνή εξαιτίας του χειρόγραφου που υποστηρίζει σαν τη μοναδική αλήθεια και μάλιστα σε μια επέτειο της 25ης Μαρτίου στο σχολείο όπου υπηρετεί ως καθηγητής, η επιστροφή στην Αθήνα, η σχέση του με τον κομμουνιστή Αυγέρη, η δολοφονία της Ευγενίας και τέλος η υποχώρηση και ο συμβιβασμός όταν συμβουλεύει τον εγγονό του να εργασθεί στο Πανεπιστήμιο, αφού πρώτα παραιτηθεί από την θεωρία του που αμφισβητεί την αδιάκοπη συνέχεια του ελληνισμού και η οποία έρχεται σε αντίθεση με την επίσημη άποψη των ελλήνων ιστορικών. Σ΄ αυτό το δεύτερο μέρος τα ιστορικά γεγονότα είναι πολλά , πυκνά και συμπτυγμένα. Ενώ δηλαδή το πρώτο μέρος εκτυλίσσεται στη διάρκεια ενός περίπου χρόνου, ίσως και λιγότερο, το δεύτερο μέρος φτάνει μέχρι το 1960 περίπου, απλώνοντας τη ζωή του Μανόλη επί τριάντα πέντε περίπου χρόνια. Η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων γίνεται σαν πέρασμα, χωρίς βάθος, χωρίς συναίσθημα, με αδιαφορία θα τολμούσα να πω.

Αλλά για επανέλθω στον αρχικό στίχο του Καβάφη, μπορεί το βιβλίο να μην με ικανοποίησε στο σύνολό του, μου άνοιξε όμως κάποια παράθυρα στην Ιστορία , για τα οποία είμαι ευγνώμων στη γραφή του Νίκου Θέμελη: έτσι ονόματα σαν του Βενιαμίν του Λέσβιου και του Θεόφιλου Καϊρη, τα οποία είταν άγνωστα σε μένα , μου αποκάλυψαν πτυχές της ελληνικής διανόησης και πνευματικής ζωής που αγνοούσα. Και εδώ υπάρχει ένας προβληματισμός βέβαια, γιατί η ιστορία μας σιωπά μπροστά στο έργο αυτών των επιστημόνων , ίσως και κάποιων άλλων . Την ιστορία της Γενναδείου Βιβλιοθήκης βρήκα ενδιαφέρουσα. Και κυρίως το θέμα που αφορά την ιδιαιτερότητα της ελληνικής ταυτότητας και την ενιαία ιστορική διαδρομή του ελληνισμού. Απορώ πώς ένα τόσο σοβαρό επιστημονικό θέμα, που έχει προβληματίσει έλληνες και ξένους ιστορικούς, για το οποίο έχουν γραφεί πάμπολλα βιβλία, το καταπιάνεται ο Νίκος Θέμελης ανάλαφρα και επιφανειακά.

Στην τελική έχω την αίσθηση ότι η αποδοχή της διαφορετικότητας των άλλων , η δυνατότητα να είναι καθένας ο εαυτός του χωρίς φόβο και απαξίωση είναι ήδη ένας μακρύς δρόμος, ανηφορικός, αλλά και με πισωγυρίσματα, που αν καταφέρουμε να τον πορευθούμε , βρίσκουμε στην πορεία πρώτα τον εαυτό μας.

Παρασκευή 24 Απριλίου 2009

EAN

Εάν δεν μπορώ ν' ανέβω στον Παράδεισο
-προφανώς αυτοί οι κύκλοι είναι πολύ ψηλοί για μένα-
θα ήθελα να περάσω το χρονο μου σε μια από τις ζώνες του Καθαρτηρίου
κερδίζοντας τη λύτρωση από τα φαντάσματα του νου,
που τη δύναμή του,
μολονότι δεν την εμπιστεύθηκα πλήρως ποτέ,
τη θυμούμαι πολύ καλά.

Την αγωνία μπροστά στο παράθυρό της σ' έναν άδειο δρόμο,
ή την ιδεαλιστική έκκληση για μια τέλεια αγάπη,
πνευματική, σχεδόν υπερκόσμια.

Θα έπρεπε να κλαίω τώρα ή να γελώ; Κι όμως το
σώμα μου
φέρει αυτά τα θραύσματα της έξαρσης και της ακρισίας.
Θα ήθελα ακόμα και τώρα να δω καθαρά,
να μην πω ψέματα σε κανέναν, ούτε στον εαυτό μου,
και να επικαλεστώ, υποθέτοντας ότι υπήρχαν εκεί,
τις καλές μου προθέσεις.


ΤΣΕΣΛΑΦ ΜΙΛΟΣ
(Πολωνός ποιητής, βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1980)

Επειδή κάποιοι λένε ότι ο δρόμος για την Κόλαση
είναι στρωμένος με καλές προθέσεις

Τετάρτη 22 Απριλίου 2009

Το μοιρολόι της Παναγίας

Σήμερον μαύρος ουρανός,σήμερον μαύρη μέρα,
σήμερον εσταυρώσανε, τον πάντων βασιλέα.
Σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερον έβαλαν βουλήνοι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά οι τρισκαταραμένοι.
Σαν κλέφη τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τις αυλές εκεί τον τυραγνάνε.
Κι' η Παναγιά η δέσποινα κ' οι άλλες οι γυναίκες
έπιασαν το στρατί στρατί, στρατί το μονοπάτι.
Το μονοπάτι τς' έβγαλε μεσ' στου ληστή την πόρτα.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει.
Τηρά και δεξιώτερα βλέπει τον Άγιο Γιάννη-
Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιού μου
μην είδες τον υιγιόκα μου και σένα δάσκαλό σου;-
Δεν έχω γλώσσα να σου πω γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμο,για να σού τονε δείξω.
Βλέπεις εκείνον τον γυμνό, τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτημένο;
Οπούναι τα ματάκια του ραμμένα με μετάξι,
κι οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είναι ο γυιόκας σου και μένα δάσκαλός μου.


΄Οπως μας το παρέδωσε ο Φώτης Κόντογλου στο κείμενό του με τίτλο "Σήμερον κρεμάται" (περιλαμβάνεται στο βιβλίο ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΣ - Η δοκιμασία του λογικού, Εκδόσεις Αρμός )

Οι πόνοι της Παναγίας

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάζεις.
Ξαίρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράζεις.

Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό,
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω, την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ' απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ,
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι...

Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ' αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τα' ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις,
θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είν' αλήθεια πιο χρυσή, σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Από την ίδια συλλογή

Η μάνα του Χριστού

Πως οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει.

Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τηνε θρέφαν
κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!

Α! πώς είχα σα μάνα κ΄εγώ λαχταρήσει
(ήταν όνειρο κ΄ ΄εμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ΄άλλα σου αδέρφια να σ΄είχα γεννήσει
κι΄ από δόξες αλάργα κι αλάργ΄ από μίση!

Ένα κόκκινο σπίτι σ΄ αυλή με πηγάδι...
και μιά δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι...
νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

Κι άμ΄ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεματα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
ν΄ ανασενει βαθιά τ΄ όλο κέδρον αγέρι.

Κι αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ίσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,
η ακριβή σου να βγαίνει νερό να σου χύσει,
ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν΄αρχίσει.

Κι ο κατάχρονος θάνατος θα΄τανε μέλι
και πολλή φύτρα θ΄άφηνες τέκνα κι αγγόνια
καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,
τ΄αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στα μάτια τη μαύρη ομπόλια,
γιά να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει...
Ξεφαντώνουν τ΄αηδόνια στα γύρω περβόλια,
λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνου στην άνοιξη, γιέ μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν εχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη γιέ μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθώς κλαίει, σαν της πέρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυό σου τα μάτια μεγάλα:
τρέχουν αίμα τα στήθια, που βύζαξες γάλα.

Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου
στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας νά μπεις!
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)
δεν ηξέραν ακόμα ούτε ποιό τ΄όνομά σου!

Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη...
Δολερά ξεσηκώσανε τ΄άγνωμα πλήθη
κι όσο ο γήλιος να πέσει και νά΄ρθει το δείλι,
το σταυρό σου καρφώσαν οι οχτροί σου κ΄οι φίλοι.

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι΄ακόμα,
σα ρωτήσανε:"Ποίος ο Χριστός;" τ είπες "Να με"!
Αχ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ΄ έμαθ΄ακόμα!

Από το Φως που Καίει του Κ. Βάρναλη