Πέμπτη 12 Μαΐου 2011
Τετάρτη 11 Μαΐου 2011
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ και ΤΑΙ ΤΣΙ ΤΣΟΥΑΝ
Τρία 7ήμερα: 3-9, 9-15 και 15-21 Ιουλίου αφιερωμένα στην ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗ, στην ΞΕΚΟΥΡΑΣΗ και την ΑΝΤΙΓΗΡΑΝΣΗ σώματος και νου, στη ΛΗΣΜΟΝΙΑ για λίγες μέρες του συνήθη τρόπου ζωής και σκέψης γιατί…
Όταν οι άνθρωποι δεν ξεχνούν εκείνο που μπορεί εύκολα να ξεχαστεί και ξεχνούν εκείνο που δεν έπρεπε να ξεχνιέται ποτέ, τότε έχουμε μια περίπτωση αληθινής λησμοσύνης.
Ας θυμηθούμε ότι ο καθένας μας χρειάζεται μια ευκαιρία για βαθιά ξεκούραση και επαφή με γνώσεις και τεχνικές που θα τον οδηγήσουν στην αρμονία από την οποία διέπονται οι λεπτές δυνάμεις που υφαίνουν τη ζωή.
Το μέρος που θα μας φιλοξενήσει για ενδέκατη χρονιά είναι μια μαγευτική και ήσυχη παραλία του ανατολικού Πηλίου, όπου σε ένα μικρό ξενοδοχείο περίπου 15 δωματίων, αποκλειστικά για την ομάδα μας, πάνω στο κύμα και με θέα από τα μπαλκόνια των δωματίων του στο Αιγαίο και τη Σκιάθο, θα απολαύσουμε τη θάλασσα, το δάσος, την συντροφικότητα, τη διερεύνηση των γνώσεων μας, τη χαρά που πηγάζει από τη φροντίδα του εσωτερικού μας κήπου.
Τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουμε για να πετύχουμε τα παραπάνω είναι:
1) Πρόγραμμα ασκήσεων και ομιλιών (ανάλυση παρακάτω)
2) Διατροφή : Γευματίζουμε ομαδικά 3 φορές την ημέρα με βιολογικά κατά το δυνατόν τρόφιμα που μαγειρεύονται αποκλειστικά για την ομάδα μας καθώς και το απογευματινό φρούτο. Επίσης ανάλυση της διατροφής σύμφωνα με τον κύκλο των 5 στοιχείων και σύμφωνα με την αλλαγή της ενέργειας κατά εποχή.
3) Βότανα : Προαιρετική χρήση αποτοξινωτικών και εξισορροπητικών βοτάνων που τα πίνουμε σαν αφεψήματα με το πρωινό ή μετά τις ασκήσεις και στόχο έχουν το φρεσκάρισμα του σώματος και του νου.
4) Μασάζ: Μασάζ με αιθέρια έλαια από εκπαιδευμένους ειδικούς συνεργάτες.
5) Βραδινές δραστηριότητες : Βραδιές αφιερωμένες στην ποίηση, στη μουσική, στην αστρονομία (παρατήρηση με τηλεσκόπιο και τη βοήθεια ειδικού συνεργάτη) καθώς
και βραδιά στο δάσος.
Καθημερινό πρόγραμμα
7:00 Ξύπνημα και πρωινή βόλτα στο δάσος. Πρωινές ασκήσεις που περιλαμβάνουν αναπνοές, διαλογισμό και κίνηση. Στα τρία 7ήμερα θα διδαχθούν μεταξύ άλλων και τα παρακάτω:
1ο : Εισαγωγή στην εσωτερική πολεμική τέχνη Ba gua (οκτώ τρίγραμμα). Οι βασικές αρχές, η θέση του σώματος, οι κινήσεις των άκρων, οι αλλαγές και το νόημα στην υγεία και δύναμη του σώματος.
2ο : Οι οκτώ βασικές παλάμες της τέχνης του Ba gua. Το θεμέλιο για την κατανόηση της τέχνης για ενεργειακούς ή μαχητικούς σκοπούς.
3ο : Ανάλυση των βασικών κινήσεων του tai chi chuan. Η εσωτερικότητα της τέχνης σ΄ ένα ανώτερο επίπεδο.
Κατά τη διάρκεια των τριών εβδομάδων θα γίνεται εξάσκηση και σε ένα όπλο για τους παλιούς μαθητές (προαιρετικά) και το Chi Kung τα οκτώ διαμάντια.
9:00 Πρωινό που περιλαμβάνει τσάι 12 βοτάνων,κουάκερ, φρούτα, μέλι, ταχίνι, αυγά ντόπια,παξιμάδια, γιαούρτι, τυρί.
Στη συνέχεια ελεύθερος χρόνος για ξεκούραση , διάβασμα, κολύμπι κλπ.
13:30 Μεσημεριανό φαγητό: σαλάτα ωμή και βραστή, δημητριακά, λαχανικά εποχής, τυρί φέτα και κάθε δεύτερη μέρα ψητό ψάρι.
Ακολουθεί μεσημεριανή ανάπαυση.
18:00 Φρούτο εποχής.
18:30 Στην Ταράτσα του ξενοδοχείου : Πρακτικές που έχουν στόχο την εξισορρόπηση των 5 στοιχείων και τη θεραπευτική αναγέννηση του σώματος.
Στα τρία 7ήμερα θα διδαχθούν τα παρακάτω:
1ο: α)Το θεραπευτικό Chi Kung «18 χέρια του Λόχαν» Α΄ μέρος
β) Ανάλυση των τεσσάρων πρώτων κεφαλαίων του σεμιναρίου της διατροφής.
2ο : α) Το θεραπευτικό Chi Kung «18 χέρια του Λόχαν» B΄ μέρος
β) Ανάλυση των κεφαλαίων 5 έως 8 του σεμιναρίου της διατροφής
3ο: α) Το θεραπευτικό Chi Kung «18 χέρια του Λόχαν» Γ΄ μέρος
β) Ανάλυση των κεφαλαίων 9 έως 12 του σεμιναρίου της διατροφής
Τα «18 χέρια του Λόχαν» είναι ένα Chi Kung από την εποχή του Bodhidharma (600 μ.χ. περίπου), βγαλμένο από ένα αρχαίο χειρόγραφο με τίτλο «Αλλαγή των Μυών και των Τενόντων».
Κατά τη διάρκεια και των τριων εβδομάδων θα γίνει εξάσκηση του Chi Kung των (6) θεραπευτικών ήχων.
21:00 Βραδινό φαγητό (ανάλογο του μεσημεριανού) και στη συνέχεια διάφορες
δραστηριότητες καθώς και η καθιερωμένη από τα προηγούμενα χρόνια βόλτα στο ποτάμι.
Απαραίτητος εξοπλισμός: Αθλητικά παπούτσια, στρωματάκι για τις ασκήσεις, ελαφρά παπούτσια γυμναστικής.
Το πρόγραμμα συντονίζεται από τον Χρήστο Καραγιάννη, δάσκαλο εσωτερικών
πολεμικών Τεχνών της σχολής «Κένταυρος Χείρων», στον οποίο το 2006 η Παγκόσμια
Ομοσπονδία Wu Shu απένειμε τον Χρυσό Αετό ή (3) Dan, και συνεργάτες.
Όταν οι άνθρωποι δεν ξεχνούν εκείνο που μπορεί εύκολα να ξεχαστεί και ξεχνούν εκείνο που δεν έπρεπε να ξεχνιέται ποτέ, τότε έχουμε μια περίπτωση αληθινής λησμοσύνης.
Ας θυμηθούμε ότι ο καθένας μας χρειάζεται μια ευκαιρία για βαθιά ξεκούραση και επαφή με γνώσεις και τεχνικές που θα τον οδηγήσουν στην αρμονία από την οποία διέπονται οι λεπτές δυνάμεις που υφαίνουν τη ζωή.
Το μέρος που θα μας φιλοξενήσει για ενδέκατη χρονιά είναι μια μαγευτική και ήσυχη παραλία του ανατολικού Πηλίου, όπου σε ένα μικρό ξενοδοχείο περίπου 15 δωματίων, αποκλειστικά για την ομάδα μας, πάνω στο κύμα και με θέα από τα μπαλκόνια των δωματίων του στο Αιγαίο και τη Σκιάθο, θα απολαύσουμε τη θάλασσα, το δάσος, την συντροφικότητα, τη διερεύνηση των γνώσεων μας, τη χαρά που πηγάζει από τη φροντίδα του εσωτερικού μας κήπου.
Τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουμε για να πετύχουμε τα παραπάνω είναι:
1) Πρόγραμμα ασκήσεων και ομιλιών (ανάλυση παρακάτω)
2) Διατροφή : Γευματίζουμε ομαδικά 3 φορές την ημέρα με βιολογικά κατά το δυνατόν τρόφιμα που μαγειρεύονται αποκλειστικά για την ομάδα μας καθώς και το απογευματινό φρούτο. Επίσης ανάλυση της διατροφής σύμφωνα με τον κύκλο των 5 στοιχείων και σύμφωνα με την αλλαγή της ενέργειας κατά εποχή.
3) Βότανα : Προαιρετική χρήση αποτοξινωτικών και εξισορροπητικών βοτάνων που τα πίνουμε σαν αφεψήματα με το πρωινό ή μετά τις ασκήσεις και στόχο έχουν το φρεσκάρισμα του σώματος και του νου.
4) Μασάζ: Μασάζ με αιθέρια έλαια από εκπαιδευμένους ειδικούς συνεργάτες.
5) Βραδινές δραστηριότητες : Βραδιές αφιερωμένες στην ποίηση, στη μουσική, στην αστρονομία (παρατήρηση με τηλεσκόπιο και τη βοήθεια ειδικού συνεργάτη) καθώς
και βραδιά στο δάσος.
Καθημερινό πρόγραμμα
7:00 Ξύπνημα και πρωινή βόλτα στο δάσος. Πρωινές ασκήσεις που περιλαμβάνουν αναπνοές, διαλογισμό και κίνηση. Στα τρία 7ήμερα θα διδαχθούν μεταξύ άλλων και τα παρακάτω:
1ο : Εισαγωγή στην εσωτερική πολεμική τέχνη Ba gua (οκτώ τρίγραμμα). Οι βασικές αρχές, η θέση του σώματος, οι κινήσεις των άκρων, οι αλλαγές και το νόημα στην υγεία και δύναμη του σώματος.
2ο : Οι οκτώ βασικές παλάμες της τέχνης του Ba gua. Το θεμέλιο για την κατανόηση της τέχνης για ενεργειακούς ή μαχητικούς σκοπούς.
3ο : Ανάλυση των βασικών κινήσεων του tai chi chuan. Η εσωτερικότητα της τέχνης σ΄ ένα ανώτερο επίπεδο.
Κατά τη διάρκεια των τριών εβδομάδων θα γίνεται εξάσκηση και σε ένα όπλο για τους παλιούς μαθητές (προαιρετικά) και το Chi Kung τα οκτώ διαμάντια.
9:00 Πρωινό που περιλαμβάνει τσάι 12 βοτάνων,κουάκερ, φρούτα, μέλι, ταχίνι, αυγά ντόπια,παξιμάδια, γιαούρτι, τυρί.
Στη συνέχεια ελεύθερος χρόνος για ξεκούραση , διάβασμα, κολύμπι κλπ.
13:30 Μεσημεριανό φαγητό: σαλάτα ωμή και βραστή, δημητριακά, λαχανικά εποχής, τυρί φέτα και κάθε δεύτερη μέρα ψητό ψάρι.
Ακολουθεί μεσημεριανή ανάπαυση.
18:00 Φρούτο εποχής.
18:30 Στην Ταράτσα του ξενοδοχείου : Πρακτικές που έχουν στόχο την εξισορρόπηση των 5 στοιχείων και τη θεραπευτική αναγέννηση του σώματος.
Στα τρία 7ήμερα θα διδαχθούν τα παρακάτω:
1ο: α)Το θεραπευτικό Chi Kung «18 χέρια του Λόχαν» Α΄ μέρος
β) Ανάλυση των τεσσάρων πρώτων κεφαλαίων του σεμιναρίου της διατροφής.
2ο : α) Το θεραπευτικό Chi Kung «18 χέρια του Λόχαν» B΄ μέρος
β) Ανάλυση των κεφαλαίων 5 έως 8 του σεμιναρίου της διατροφής
3ο: α) Το θεραπευτικό Chi Kung «18 χέρια του Λόχαν» Γ΄ μέρος
β) Ανάλυση των κεφαλαίων 9 έως 12 του σεμιναρίου της διατροφής
Τα «18 χέρια του Λόχαν» είναι ένα Chi Kung από την εποχή του Bodhidharma (600 μ.χ. περίπου), βγαλμένο από ένα αρχαίο χειρόγραφο με τίτλο «Αλλαγή των Μυών και των Τενόντων».
Κατά τη διάρκεια και των τριων εβδομάδων θα γίνει εξάσκηση του Chi Kung των (6) θεραπευτικών ήχων.
21:00 Βραδινό φαγητό (ανάλογο του μεσημεριανού) και στη συνέχεια διάφορες
δραστηριότητες καθώς και η καθιερωμένη από τα προηγούμενα χρόνια βόλτα στο ποτάμι.
Απαραίτητος εξοπλισμός: Αθλητικά παπούτσια, στρωματάκι για τις ασκήσεις, ελαφρά παπούτσια γυμναστικής.
Το πρόγραμμα συντονίζεται από τον Χρήστο Καραγιάννη, δάσκαλο εσωτερικών
πολεμικών Τεχνών της σχολής «Κένταυρος Χείρων», στον οποίο το 2006 η Παγκόσμια
Ομοσπονδία Wu Shu απένειμε τον Χρυσό Αετό ή (3) Dan, και συνεργάτες.
Σάββατο 5 Μαρτίου 2011
Αργοπεθαίνει
Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,
όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο
και τα διαλυτικά σημεία στο " ι " αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια ,
που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα χαμόγελο,
που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,
όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.
Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.
Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.
Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.
Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.
Πάμπλο Νερούντα
(Μετάφραση Βασίλη Χατζηγιάννη )
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,
όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.
Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο
και τα διαλυτικά σημεία στο " ι " αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια ,
που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα χαμόγελο,
που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.
Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,
όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.
Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.
Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.
Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.
Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.
Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.
Πάμπλο Νερούντα
(Μετάφραση Βασίλη Χατζηγιάννη )
Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010
Το άρωμα του ονείρου
Το άρωμα του ονείρου είναι ένα έπος που αρχίζει στα δάση της αρχαίας Βοημίας και δεν τελειώνει παρά απόψε, στις εννιά η ώρα το βράδυ (ώρα Παρισιού). Είναι, ακόμη ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα με ήρωα ένα επιστάτη που έχει χάσει ένα μπλε μπουκάλι. ΄Ένα μπουκάλι πολύ παλιό που έχει χαραγμένη πάνω του την εικόνα ενός θεού με κέρατα τράγου. Αν το υγρό μέσα σ΄ αυτό το μπουκάλι είναι πραγματικά η μυστική ουσία του σύμπαντος, όπως πιστεύουν μερικοί, θα πρέπει να βρεθεί γρήγορα, γιατί εξατμίζεται και έχουν απομείνει μόνο δύο σταγόνες.
"Η ύπαρξη μπορεί να επαναπροσδιοριστεί" αναδύεται μέσα στο νου του Αλομπάρ η σκέψη, καθώς ανακαλύπτει τη μοναδικότητα και τη διαφορετικότητά του μέσα στα πλαίσια μιας φυλής που τον απορρίπτει. Ο άνθρωπος όμως θα προσπαθήσει να καθυποτάξει το θάνατο μόνο με τη διανοητική ευφυΐα. Αλίμονο, πολεμώντας μόνο με τη λογική, χωρίς να βελτιώνεται στο επίπεδο της ψυχής, ποτέ δε θα κατακτήσει την πραγματική αθανασία.". Παράλληλα οι προβληματισμοί αυτοί για τη υγεία και μακροζωία ανοίγουν το δρόμο για τολμηρές σκέψεις, όπως «δεν είναι το μεγάλωμα εκείνο που οδηγεί στο θάνατο, αλλά η πεποίθηση πως το μεγάλωμα οδηγεί στο θάνατο, είναι εκείνη που οδηγεί στο θάνατο… Ο άνθρωπος γερνάει γιατί αφήνει το σώμα του να σκουριάσει…». Ο Αλομπάρ και η Κούδρα επινοούν ένα πρόγραμμα βασισμένο στα τέσσερα στοιχεία: συνδέουν τον αέρα με την αναπνοή, το νερό με το ζεστό μπάνιο, τη φωτιά με το σεξ και τη γη με το φαγητό. Σ΄ αυτά είναι δυνατόν να εισαχθεί κι ένα πέμπτο στοιχείο, η θετική σκέψη, η θέληση δηλαδή για ζωή, που αποτελεί ένα διεγερτικό για τη μακροζωία με σημαντική σπουδαιότητα.
Με αυτές τις τεχνικές οι δύο ήρωες καταλήγουν στο Κ 23, το άρωμα που τους σημαδεύει, ένα άρωμα ολότελα δικό τους, με το οποίο θα μπορούσαν πάντα να βρουν ο ένας τον άλλον αν χανόντουσαν στις αίθουσες του θανάτου, στο ταξίδι τους στην ΄Άλλη ΄Οχθη, καθώς η μακροζωία για χάρη της μακροζωίας δεν είναι αρκετή και το ταξίδι ανάμεσα στις δύο όχθες αρχίζει να απασχολεί το νου των δύο ηρώων: «΄Εχουμε περάσει το κατώφλι του σπιτιού της θεϊκής γνώσης, αλλά χρονοτριβούμε στον προθάλαμο θαυμάζοντας τις ταπετσαρίες του και αποφεύγουμε τις κύριες αίθουσές του. Γιατί αντιστεκόμαστε να εξερευνήσουμε την έπαυλη στην οποία είχαμε το μοναδικό προνόμιο να μας επιτραπεί η είσοδος;». ΄Ένα άρωμα που η δημιουργία του αποτελεί το μονοπάτι για την αιωνιότητα: «Η γύρη του παντζαριού με τη γοητευτική αμφιθυμία της, είναι το άρωμα του παράδοξου, του γιανγκ και συνάμα του γιν, της ζωής και του θανάτου, συνδυασμένων σε μια φυτική απολυτότητα…. Σαν αστακός μ΄ ένα μαργαριτάρι στις δαγκάνες του, το παντζάρι κράτησε το γιασεμί σταθερά, δίχως να το συντρίψει ή να το επισκιάσει. Το παντζάρι ανύψωσε το γιασεμί όπως ένας στιβαρός χορευτής σηκώνει μια μπαλαρίνα και το ζευγάρι βγήκε στη σκηνή με τη συνοδεία των μουσικών τόνων του κίτρου.».
Η Πρισίλα στο Σηάτλ, η μαντάμ Ντεβαλιέ και η Β΄λυ στη Νέα Ορλεάνη, ο Κλώντ και ο Μαρσέλ στο Παρίσι στροβιλίζονται γύρω από τον Αλομπάρ και την Κούδρα, καθώς η μυρωδιά είναι η αδελφή του φωτός, είναι το αριστερό χέρι του υπέρτατου, δένει το αιώνιο με το πρόσκαιρο, δένει τη μία ΄Οχθη με την ΄Άλλη ΄Οχθη κι έτσι είναι κάτι πολύ ευαίσθητο, εύκαμπτο και ίσως επικίνδυνο. Το άρωμα είναι ένας αγωγός για τις πρώιμες αναμνήσεις μας και ο συνοδός μας καθώς περνάμε στην επόμενη ζωή. Είναι ο ισχυρότερος συνδετικός μας κρίκος με το παρελθόν και ο πιο κοντινός συνταξιδιώτης μας στο μέλλον. Το άρωμα μπορεί κάλλιστα να είναι η υπογραφή της αιωνιότητας.
΄Όλα τα παραπάνω συνοψίζονται για τον Τομ Ρόμπινς, σε ένα λαχανικό, το παντζάρι.
΄Ετσι ξεκινά το ξεχωριστό αυτό βιβλίο του, έτσι το κλείνει, τονίζοντας ότι «τόσο η νοσταλγία όσο και η ελπίδα αποτελούν εμπόδια της αυθεντικής εμπειρίας.». ΄Οσο για την επιθυμία, η Κούδρα μας λέει ότι «η λέξη «επιθυμία» υποδηλώνει κάτι που δεν έχουμε. Αν έχουμε κιόλας τα πάντα, τότε δεν μπορεί να υπάρξει καμιά επιθυμία, αφού δεν έχει απομείνει τίποτα που να το θέλουμε. Για να εξαλείψουμε την ταραχή και την απογοήτευση της επιθυμίας, δεν χρειάζεται τίποτ΄ άλλο παρά να κατανοήσουμε το γεγονός ότι έχουμε όλα όσα θέλουμε και χρειαζόμαστε εδώ και τώρα.». Ενώ ο Αλομπάρ δε διστάζει να φιλοσοφήσει: «΄Όταν ταυτιζόμαστε με τις επιθυμίες μας και τις παίρνουμε πολύ στα σοβαρά, όχι μόνο αυξάνουμε την ευπάθειά μας στην απογοήτευση, αλλά, στην ουσία, δημιουργούμε ένα κλίμα αφιλόξενο για την ελεύθερη και αβίαστη εκπλήρωση αυτών των επιθυμιών.».
Η ΣΠΕΣΙΑΛΙΤΕ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Το παντζάρι είναι το πιο έντονο ζαρζαβατικό. Το ραπανάκι αναμφίβολα, είναι πιο καυστικό, αλλά η κάψα του είναι μια παγερή φωτιά, είναι η καούρα της δυσαρέσκειας, όχι η φλόγα του πάθους. Οι ντομάτες είναι αρκετά εύρωστες κι όμως, τις διαπερνάει ένα υπόγειο ρεύμα ελαφρότητας. Τα παντζάρια έχουν μια θανάσιμη σοβαρότητα. …
Το παντζάρι είναι το μελαγχολικό ζαρζαβατικό, το πιο πρόθυμο να υποφέρει. Δεν μπορείς να βγάλεις αίμα στίβοντας ένα γογγύλι…
Το παντζάρι είναι ο φονιάς που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος. Το παντζάρι είναι ό,τι ακριβώς συμβαίνει στο κεράσι όταν συνουσιάζεται μ΄ ένα καρότο. Το παντζάρι είναι ο αρχαίος πρόγονος του φθινοπωριάτικου φεγγαριού, γενειοφόρο, θαμμένο, αλλά όχι απολιθωμένο, είναι τα βαθυπράσινα πανιά της προσαραγμένης φεγγαρόβαρκας ραμμένα με ίνες αρχέγονου πρωτοπλάσματος, είναι το κορδόνι του χαρταετού που κάποτε συνέδεε τη Σελήνη με τη Γη, τώρα ένα λασπωμένο γατομούστακο που σκάβει απελπισμένα για ρουμπίνια…
Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ
Το παντζάρι είναι το πιο έντονο ζαρζαβατικό. Το κρεμμύδι έχει τόσες σελίδες όσο το Πόλεμος και Ειρήνη και καθεμιά τους είναι αρκετά αψιά για να κάνει ακόμα κι έναν δυνατό άντρα να δακρύσει, αλλά όσες οι φιλντισένιες περγαμηνές του κρεμμυδιού καθώς και ο πράσινος κεντριστικός σελιδοδείκτης του γρήγορα απανθρακώνονται από τα στομαχικά υγρά και τα βακτηρίδια των εντέρων. Μόνο το παντζάρι εγκαταλείπει το σώμα με το ίδιο χρώμα που είχε όταν έμπαινε σ΄ αυτό.
Τα παντζάρια που τρώγονται στο δείπνο, όταν έρθει το πρωί, γεμίζουν τη λεκάνη της τουαλέτας με κοκκινόψαρα που η απόχρωσή τους πιστοποιεί τη χρωματική ασυλία του παντζαριού από τα παντοδύναμα χωνευτικά οξέα και τα αεικίνητα μικρόβια, που μπορούν να μετατρέψουν την πιο κόκκινη πιπεριά, το πιο πορτοκαλί καρότο και το πιο πράσινο κολοκύθι σε μια ενιαία και αηδιαστική καφετιά μάζα.
΄Όταν γεννιόμαστε, είμαστε κοκκινοπρόσωποι, στρογγυλοί, έντονοι και αγνοί. Μέσα μας καίει η πορφυρή φλόγα της παγκόσμιας συνείδησης. Βαθμιαία, όμως, καταβροχθιζόμαστε από γονείς, μασιόμαστε από σχολεία, τρωγόμαστε από συμμαθητές, καταπινόμαστε από κοινωνικούς θεσμούς και ροκανιζόμαστε από τις κακές συνήθειες και την ηλικία. Κι όταν πια μας έχουν μηρυκάσει και χωνέψει αυτά τα έξι στομάχια, βγαίνουμε από μέσα τους σαν μια ενιαία και αηδιαστική καφετιά μάζα.
Το δίδαγμα, λοιπόν του παντζαριού είναι το εξής: Διατηρείστε τη θεϊκή κοκκινίλα σας, την έμφυτη ροζ μαγεία σας, ειδάλλως θα καταλήξετε καφέ. ΄Ετσι και καταλήξετε καφέ, ξέρετε τι σας περιμένει: καφές, καφετζούδες, χαρτορίχτρες, τσαρλατάνοι, ψυχοσωτήρες…
"Η ύπαρξη μπορεί να επαναπροσδιοριστεί" αναδύεται μέσα στο νου του Αλομπάρ η σκέψη, καθώς ανακαλύπτει τη μοναδικότητα και τη διαφορετικότητά του μέσα στα πλαίσια μιας φυλής που τον απορρίπτει. Ο άνθρωπος όμως θα προσπαθήσει να καθυποτάξει το θάνατο μόνο με τη διανοητική ευφυΐα. Αλίμονο, πολεμώντας μόνο με τη λογική, χωρίς να βελτιώνεται στο επίπεδο της ψυχής, ποτέ δε θα κατακτήσει την πραγματική αθανασία.". Παράλληλα οι προβληματισμοί αυτοί για τη υγεία και μακροζωία ανοίγουν το δρόμο για τολμηρές σκέψεις, όπως «δεν είναι το μεγάλωμα εκείνο που οδηγεί στο θάνατο, αλλά η πεποίθηση πως το μεγάλωμα οδηγεί στο θάνατο, είναι εκείνη που οδηγεί στο θάνατο… Ο άνθρωπος γερνάει γιατί αφήνει το σώμα του να σκουριάσει…». Ο Αλομπάρ και η Κούδρα επινοούν ένα πρόγραμμα βασισμένο στα τέσσερα στοιχεία: συνδέουν τον αέρα με την αναπνοή, το νερό με το ζεστό μπάνιο, τη φωτιά με το σεξ και τη γη με το φαγητό. Σ΄ αυτά είναι δυνατόν να εισαχθεί κι ένα πέμπτο στοιχείο, η θετική σκέψη, η θέληση δηλαδή για ζωή, που αποτελεί ένα διεγερτικό για τη μακροζωία με σημαντική σπουδαιότητα.
Με αυτές τις τεχνικές οι δύο ήρωες καταλήγουν στο Κ 23, το άρωμα που τους σημαδεύει, ένα άρωμα ολότελα δικό τους, με το οποίο θα μπορούσαν πάντα να βρουν ο ένας τον άλλον αν χανόντουσαν στις αίθουσες του θανάτου, στο ταξίδι τους στην ΄Άλλη ΄Οχθη, καθώς η μακροζωία για χάρη της μακροζωίας δεν είναι αρκετή και το ταξίδι ανάμεσα στις δύο όχθες αρχίζει να απασχολεί το νου των δύο ηρώων: «΄Εχουμε περάσει το κατώφλι του σπιτιού της θεϊκής γνώσης, αλλά χρονοτριβούμε στον προθάλαμο θαυμάζοντας τις ταπετσαρίες του και αποφεύγουμε τις κύριες αίθουσές του. Γιατί αντιστεκόμαστε να εξερευνήσουμε την έπαυλη στην οποία είχαμε το μοναδικό προνόμιο να μας επιτραπεί η είσοδος;». ΄Ένα άρωμα που η δημιουργία του αποτελεί το μονοπάτι για την αιωνιότητα: «Η γύρη του παντζαριού με τη γοητευτική αμφιθυμία της, είναι το άρωμα του παράδοξου, του γιανγκ και συνάμα του γιν, της ζωής και του θανάτου, συνδυασμένων σε μια φυτική απολυτότητα…. Σαν αστακός μ΄ ένα μαργαριτάρι στις δαγκάνες του, το παντζάρι κράτησε το γιασεμί σταθερά, δίχως να το συντρίψει ή να το επισκιάσει. Το παντζάρι ανύψωσε το γιασεμί όπως ένας στιβαρός χορευτής σηκώνει μια μπαλαρίνα και το ζευγάρι βγήκε στη σκηνή με τη συνοδεία των μουσικών τόνων του κίτρου.».
Η Πρισίλα στο Σηάτλ, η μαντάμ Ντεβαλιέ και η Β΄λυ στη Νέα Ορλεάνη, ο Κλώντ και ο Μαρσέλ στο Παρίσι στροβιλίζονται γύρω από τον Αλομπάρ και την Κούδρα, καθώς η μυρωδιά είναι η αδελφή του φωτός, είναι το αριστερό χέρι του υπέρτατου, δένει το αιώνιο με το πρόσκαιρο, δένει τη μία ΄Οχθη με την ΄Άλλη ΄Οχθη κι έτσι είναι κάτι πολύ ευαίσθητο, εύκαμπτο και ίσως επικίνδυνο. Το άρωμα είναι ένας αγωγός για τις πρώιμες αναμνήσεις μας και ο συνοδός μας καθώς περνάμε στην επόμενη ζωή. Είναι ο ισχυρότερος συνδετικός μας κρίκος με το παρελθόν και ο πιο κοντινός συνταξιδιώτης μας στο μέλλον. Το άρωμα μπορεί κάλλιστα να είναι η υπογραφή της αιωνιότητας.
΄Όλα τα παραπάνω συνοψίζονται για τον Τομ Ρόμπινς, σε ένα λαχανικό, το παντζάρι.
΄Ετσι ξεκινά το ξεχωριστό αυτό βιβλίο του, έτσι το κλείνει, τονίζοντας ότι «τόσο η νοσταλγία όσο και η ελπίδα αποτελούν εμπόδια της αυθεντικής εμπειρίας.». ΄Οσο για την επιθυμία, η Κούδρα μας λέει ότι «η λέξη «επιθυμία» υποδηλώνει κάτι που δεν έχουμε. Αν έχουμε κιόλας τα πάντα, τότε δεν μπορεί να υπάρξει καμιά επιθυμία, αφού δεν έχει απομείνει τίποτα που να το θέλουμε. Για να εξαλείψουμε την ταραχή και την απογοήτευση της επιθυμίας, δεν χρειάζεται τίποτ΄ άλλο παρά να κατανοήσουμε το γεγονός ότι έχουμε όλα όσα θέλουμε και χρειαζόμαστε εδώ και τώρα.». Ενώ ο Αλομπάρ δε διστάζει να φιλοσοφήσει: «΄Όταν ταυτιζόμαστε με τις επιθυμίες μας και τις παίρνουμε πολύ στα σοβαρά, όχι μόνο αυξάνουμε την ευπάθειά μας στην απογοήτευση, αλλά, στην ουσία, δημιουργούμε ένα κλίμα αφιλόξενο για την ελεύθερη και αβίαστη εκπλήρωση αυτών των επιθυμιών.».
Η ΣΠΕΣΙΑΛΙΤΕ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Το παντζάρι είναι το πιο έντονο ζαρζαβατικό. Το ραπανάκι αναμφίβολα, είναι πιο καυστικό, αλλά η κάψα του είναι μια παγερή φωτιά, είναι η καούρα της δυσαρέσκειας, όχι η φλόγα του πάθους. Οι ντομάτες είναι αρκετά εύρωστες κι όμως, τις διαπερνάει ένα υπόγειο ρεύμα ελαφρότητας. Τα παντζάρια έχουν μια θανάσιμη σοβαρότητα. …
Το παντζάρι είναι το μελαγχολικό ζαρζαβατικό, το πιο πρόθυμο να υποφέρει. Δεν μπορείς να βγάλεις αίμα στίβοντας ένα γογγύλι…
Το παντζάρι είναι ο φονιάς που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος. Το παντζάρι είναι ό,τι ακριβώς συμβαίνει στο κεράσι όταν συνουσιάζεται μ΄ ένα καρότο. Το παντζάρι είναι ο αρχαίος πρόγονος του φθινοπωριάτικου φεγγαριού, γενειοφόρο, θαμμένο, αλλά όχι απολιθωμένο, είναι τα βαθυπράσινα πανιά της προσαραγμένης φεγγαρόβαρκας ραμμένα με ίνες αρχέγονου πρωτοπλάσματος, είναι το κορδόνι του χαρταετού που κάποτε συνέδεε τη Σελήνη με τη Γη, τώρα ένα λασπωμένο γατομούστακο που σκάβει απελπισμένα για ρουμπίνια…
Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ
Το παντζάρι είναι το πιο έντονο ζαρζαβατικό. Το κρεμμύδι έχει τόσες σελίδες όσο το Πόλεμος και Ειρήνη και καθεμιά τους είναι αρκετά αψιά για να κάνει ακόμα κι έναν δυνατό άντρα να δακρύσει, αλλά όσες οι φιλντισένιες περγαμηνές του κρεμμυδιού καθώς και ο πράσινος κεντριστικός σελιδοδείκτης του γρήγορα απανθρακώνονται από τα στομαχικά υγρά και τα βακτηρίδια των εντέρων. Μόνο το παντζάρι εγκαταλείπει το σώμα με το ίδιο χρώμα που είχε όταν έμπαινε σ΄ αυτό.
Τα παντζάρια που τρώγονται στο δείπνο, όταν έρθει το πρωί, γεμίζουν τη λεκάνη της τουαλέτας με κοκκινόψαρα που η απόχρωσή τους πιστοποιεί τη χρωματική ασυλία του παντζαριού από τα παντοδύναμα χωνευτικά οξέα και τα αεικίνητα μικρόβια, που μπορούν να μετατρέψουν την πιο κόκκινη πιπεριά, το πιο πορτοκαλί καρότο και το πιο πράσινο κολοκύθι σε μια ενιαία και αηδιαστική καφετιά μάζα.
΄Όταν γεννιόμαστε, είμαστε κοκκινοπρόσωποι, στρογγυλοί, έντονοι και αγνοί. Μέσα μας καίει η πορφυρή φλόγα της παγκόσμιας συνείδησης. Βαθμιαία, όμως, καταβροχθιζόμαστε από γονείς, μασιόμαστε από σχολεία, τρωγόμαστε από συμμαθητές, καταπινόμαστε από κοινωνικούς θεσμούς και ροκανιζόμαστε από τις κακές συνήθειες και την ηλικία. Κι όταν πια μας έχουν μηρυκάσει και χωνέψει αυτά τα έξι στομάχια, βγαίνουμε από μέσα τους σαν μια ενιαία και αηδιαστική καφετιά μάζα.
Το δίδαγμα, λοιπόν του παντζαριού είναι το εξής: Διατηρείστε τη θεϊκή κοκκινίλα σας, την έμφυτη ροζ μαγεία σας, ειδάλλως θα καταλήξετε καφέ. ΄Ετσι και καταλήξετε καφέ, ξέρετε τι σας περιμένει: καφές, καφετζούδες, χαρτορίχτρες, τσαρλατάνοι, ψυχοσωτήρες…
Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010
H "Αιολική Γη" με μαγεύει ...
Θα ήταν δύσκολο και ανακριβές να χαρακτηρίσει κανείς την Αιολική Γη τυπικό μυθιστόρημα. Πρόκειται μάλλον για εκτενή τοιχογραφία ιστοριών και θρύλων, που συγγενεύει με το παραμύθι και που ερωτοτροπεί με το χρονικό. ΄Όχι τόσο επειδή ο αναγνώστης μεταφέρεται σε περιοχές όπου άλλοτε ανθούσε το ανύπαρκτο εκεί σήμερα ελληνικό στοιχείο και επικοινωνεί με συνήθειες και έθιμα αλλοτινών καιρών, όσο επειδή τα πρόσωπα, τα περιστατικά και οι πάσης φύσεως αφηγήσεις που παρεμβάλλονται στον κύριο κορμό της πλοκής υπακούουν σε άγραφους κώδικες συμπεριφοράς, σε αρχές και αξίες που σταδιακώς παύουν να ισχύουν – αν και δεν έχουν οριστικά λησμονηθεί στην καθημερινή διαβίωση της σύγχρονης κοινωνίας. Η Αιολική Γη περιγράφει η ζωή σ΄ ένα τσιφλίκι της Μικράς Ασίας, κάτω από τα βουνά Κιμιντένια, στις αρχές του εικοστού αιώνα, μέχρι την έναρξη του πολέμου, το καλοκαίρι του 1914. Τα περισσότερα πρόσωπα του έργου ανταποκρίνονται σε αρχέτυπα, όπως τα έχει καθορίσει η μακροχρόνια παράδοση και η κοινή συνείδηση: οι σεβάσμιες μορφές του παππού και της γιαγιάς, με ό,τι συνεπάγεται η σοφία των χρόνων που τους βαραίνει, αλλά και η πολύχρονη αγάπη και αμοιβαία αφοσίωση και στοργή που τους συνδέει, ο ληστής Αντώνης Παγίδας, φόβος και τρόμος της περιοχής, που ξέρει όμως να γίνεται δίκαιος, έντιμος και απροσδόκητα τρυφερός, οσάκις αντιμετωπίζει αδύναμες ανθρώπινες στιγμές, ο κυνηγός με τα κίτρινα άστρα στο μαντίλι του, πρότυπο υπακοής, παλικαριάς και πίστης στα αφεντικά του, ο σαλεμένος από τον έρωτα σαμαράς που ψάχνει να βρει το «αεικίνητο» για να εντυπωσιάσει την αταίριαστη γι΄ αυτόν γυναίκα που αγάπησε ή, ακόμη, ο φτωχός καμηλιέρης που έχασε και ψάχνει να βρει το καμήλι με το άσπρο κεφάλι, σπάνιο είδος που δεν υπάρχει, δείγμα κι αυτός του ανθρώπου που αφοσιώνεται εφ΄ όρου ζωής στο κυνήγι μιας χίμαιρας, ο γερο-Ιωσήφ, τέλος, περίπτωση άτυχου νησιώτη που ήρθε να εργαστεί στη Μικρασία και δεν κατάφερε να προκόψει, ο οποίος δένεται με τη γη και με τα δέντρα που έμαθε να μπολιάζει. Χωρίς δική του οικογένεια, χωρίς βιος και χωρίς μέλλον, λόγω της ηλικίας του, είναι ο μόνος που αρνείται να εγκαταλείψει το υποστατικό, παρά το βέβαιο τέλος που του επιφυλάσσει η επέλαση των Τούρκων.
Ανάμεσα σε τέτοια πρόσωπα και με τέτοιες ιστορίες μεγαλώνουν και ανακαλύπτουν τον κόσμο και τους ανθρώπους τα μικρά κορίτσια της οικογένειας και ο μικρότερος αδερφός τους, ο αφηγητής του βιβλίου, μέσα από τα μάτια και τα συναισθήματα του οποίου παρακολουθούμε να εκτυλίσσονται και να ερμηνεύονται τα γεγονότα. Δεν είναι, όμως, μόνον οι ανθρώπινες φιγούρες που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο. Εξίσου σημαντικό και πρωτεύονται ρόλο παίζει το ίδιο το φυσικό περιβάλλον: η γη, τα δέντρα, τα βουνά, η θάλασσα, τα ζώα – αγριογούρουνα και χελώνες, άλογα και καμήλες, τσακάλια και αητοί, σκουλήκια και αρκούδες. Η προαιώνια συνύπαρξη του ανθρώπου και των λοιπών έμβιων όντων συγκροτεί τους συνεχείς, αλληλένδετους κρίκους μιας αδιατάρακτης οικολογικής αλυσίδας, την οποία κάποτε ο Βενέζης, δεν διστάζει να περιγράψει, δίνοντας ανθρώπινη φωνή και ανθρώπινες ιδιότητες στα άψυχα …
Το να περιγράφεις πώς ανακαλύπτει σιγά σιγά τον κόσμο η αθώα παιδική ψυχή και πώς δέχεται και αντιμετωπίζει τα θεμελιώδη ερωτηματικά που έχουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συνειδητοποιήσει οι μεγάλοι και έχουν συμφιλιωθεί μαζί τους ( το σκοτεινό ρίγος του ερωτικού ενστίκτου, το φόβο του θανάτου, τον παραλογισμό του πολέμου) είναι για ένα συγγραφέα δουλειά πολύ περισσότερο δύσκολη απ΄ ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Ο Βενέζης έχει καταφέρει με ιδιαίτερη μαστοριά να ισορροπήσει την αφήγησή του, από τη μια μεριά ανάμεσα στην παιδική έκσταση και απορία και από την άλλη στον σκληρό κόσμο των μεγάλων. Ο τρυφερός τόνος που διατρέχει όλες τις σελίδες του βιβλίου δεν κάνει παραχωρήσεις στη γλυκερότητα. … ΄Όλα τα πρόσωπα που κυκλοφορούν στα βιβλία του, πρωτεύοντες και δευτερεύοντες ήρωες, φαίνονται υποταγμένα στις αναπόφευκτες βουλές της μοίρας. Δέχονται την όποια μοίρα τους, δεν αντιδρούν δυναμικά, μοιάζουν να είναι βουτηγμένοι στη μακαριότητα της ανατολικής σοφίας που δεν μπορεί και δεν θέλει να αλλάξει την τάξη του κόσμου. Τα αόρατα νήματα που ορίζουν όχι μόνο την ανθρώπινη ζωή, αλλά και την τύχη όλων των πλασμάτων που ζουν πάνω στη γη, οδηγούν κάποτε σε απροσδόκητες και αναπάντεχες μεταξύ τους διασυνδέσεις. Η πολυπλοκότητα και το αναπόφευκτο του πεπρωμένου περιγράφονται πολύ χαρακτηριστικά στο ένατο Κεφάλαιο του Δεύτερου μέρους του βιβλίου. Ο κυνηγός που φορά το μαντήλι με τα κίτρινα άστρα πηγαίνει, κρυφά απ΄ όλους, να σκοτώσει την αρκούδα για να πάρει το μικρό της και να το χαρίσει στην ξενόφερτη κυρά του, την Ντόρις. Αυτή ακριβώς η αποκοτιά και η ανυπακοή του θα σημάνει την αρχή του τέλους της ευτυχισμένης ζωής στα Κιμιντένια.
Πρόλογος του Δημήτρη Δασκαλόπουλου στην τεσσαρακοστή όγδοη έκδοση της «Αιολική Γης»
Ανάμεσα σε τέτοια πρόσωπα και με τέτοιες ιστορίες μεγαλώνουν και ανακαλύπτουν τον κόσμο και τους ανθρώπους τα μικρά κορίτσια της οικογένειας και ο μικρότερος αδερφός τους, ο αφηγητής του βιβλίου, μέσα από τα μάτια και τα συναισθήματα του οποίου παρακολουθούμε να εκτυλίσσονται και να ερμηνεύονται τα γεγονότα. Δεν είναι, όμως, μόνον οι ανθρώπινες φιγούρες που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο. Εξίσου σημαντικό και πρωτεύονται ρόλο παίζει το ίδιο το φυσικό περιβάλλον: η γη, τα δέντρα, τα βουνά, η θάλασσα, τα ζώα – αγριογούρουνα και χελώνες, άλογα και καμήλες, τσακάλια και αητοί, σκουλήκια και αρκούδες. Η προαιώνια συνύπαρξη του ανθρώπου και των λοιπών έμβιων όντων συγκροτεί τους συνεχείς, αλληλένδετους κρίκους μιας αδιατάρακτης οικολογικής αλυσίδας, την οποία κάποτε ο Βενέζης, δεν διστάζει να περιγράψει, δίνοντας ανθρώπινη φωνή και ανθρώπινες ιδιότητες στα άψυχα …
Το να περιγράφεις πώς ανακαλύπτει σιγά σιγά τον κόσμο η αθώα παιδική ψυχή και πώς δέχεται και αντιμετωπίζει τα θεμελιώδη ερωτηματικά που έχουν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συνειδητοποιήσει οι μεγάλοι και έχουν συμφιλιωθεί μαζί τους ( το σκοτεινό ρίγος του ερωτικού ενστίκτου, το φόβο του θανάτου, τον παραλογισμό του πολέμου) είναι για ένα συγγραφέα δουλειά πολύ περισσότερο δύσκολη απ΄ ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Ο Βενέζης έχει καταφέρει με ιδιαίτερη μαστοριά να ισορροπήσει την αφήγησή του, από τη μια μεριά ανάμεσα στην παιδική έκσταση και απορία και από την άλλη στον σκληρό κόσμο των μεγάλων. Ο τρυφερός τόνος που διατρέχει όλες τις σελίδες του βιβλίου δεν κάνει παραχωρήσεις στη γλυκερότητα. … ΄Όλα τα πρόσωπα που κυκλοφορούν στα βιβλία του, πρωτεύοντες και δευτερεύοντες ήρωες, φαίνονται υποταγμένα στις αναπόφευκτες βουλές της μοίρας. Δέχονται την όποια μοίρα τους, δεν αντιδρούν δυναμικά, μοιάζουν να είναι βουτηγμένοι στη μακαριότητα της ανατολικής σοφίας που δεν μπορεί και δεν θέλει να αλλάξει την τάξη του κόσμου. Τα αόρατα νήματα που ορίζουν όχι μόνο την ανθρώπινη ζωή, αλλά και την τύχη όλων των πλασμάτων που ζουν πάνω στη γη, οδηγούν κάποτε σε απροσδόκητες και αναπάντεχες μεταξύ τους διασυνδέσεις. Η πολυπλοκότητα και το αναπόφευκτο του πεπρωμένου περιγράφονται πολύ χαρακτηριστικά στο ένατο Κεφάλαιο του Δεύτερου μέρους του βιβλίου. Ο κυνηγός που φορά το μαντήλι με τα κίτρινα άστρα πηγαίνει, κρυφά απ΄ όλους, να σκοτώσει την αρκούδα για να πάρει το μικρό της και να το χαρίσει στην ξενόφερτη κυρά του, την Ντόρις. Αυτή ακριβώς η αποκοτιά και η ανυπακοή του θα σημάνει την αρχή του τέλους της ευτυχισμένης ζωής στα Κιμιντένια.
Πρόλογος του Δημήτρη Δασκαλόπουλου στην τεσσαρακοστή όγδοη έκδοση της «Αιολική Γης»
Στο Αιγαίο, ενώ η Συμφωνία τελειώνει
…Τα άστρα όλα έχουν βγει. Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα παιδικά όνειρά μας. Το κύμα χτυπά τη μάσκα του καϊκιού μας και τα κοιμίζει. Κοιμηθείτε, όνειρά μας. Στην ξένη χώρα που πάμε, πρόσφυγες, τι άραγες να μας περιμένει, τι μέρες να είναι ν΄ ανατείλουν;
Η Λένα αποκοιμήθηκε. ΄Ηθελε πολύ τον τόπο με το κοκκινόχωμα. Εκεί θα ζούσε με τον άντρα που θα ΄παιρνε, και θα ΄κανε πολλά παιδιά, και θα είχαν κουνέλια και περιστέρια κι άλλα πολλά. ΄Όχι, η Λένα δε μελετούσε ταξίδια σε θάλασσες, δεν ήθελε να τη χωρίσουν απ΄ τα Κιμιντένια. Δεν το ήθελε.
Η Αγάπη έχει στυλώσει αφηρημένα τα μάτια της στα άστρα. Πόσο πολύ τα μελέτησε τον τελευταίο καιρό, πόσο πολύ μέτρησε τις αποστάσεις τους με τους αριθμούς! ΄Όμως τώρα που τα κοιτάζει, φεύγοντας απ΄ τη γενέθλια γη για δύσκολους δρόμους, τώρα μόνο το ανακαλύπτει: βλέπει πως αυτό ήταν το λάθος της, το ανεπανόρθωτο λάθος. Τα άστρα της ξέφυγαν. ΄Όταν εμείς ζούσαμε τις χίμαιρές μας στα φαράγγια της Ανατολής, όταν δημιουργούσαμε παντοτινούς συντρόφους που έμελλε πια να μας ακολουθούν σ΄ όλες τις πικρές μέρες του μέλλοντος, εκείνη ήθελε να κατεβάσει, τόσο μικρή, τον ουρανό στη γη.
Καημένη Αγάπη… Καημένη Αγάπη…
Είναι κάπου, σ΄ ένα υποστατικό της Ανατολής, κάτω απ΄ τα βουνά που τα λένε Κιμιντένια, ένα δωμάτιο «Κίτρινο». Τα σπαθιά, που είναι κρεμασμένα κει μέσα, τις νύχτες ξυπνούνε. Από κει κάποτε πέρασε ένας άνθρωπος. Πορευόταν τους δρόμους της Ανατολής γυρεύοντας ένα καμήλι με άσπορο κεφάλι. Το μοναδικό καμήλι με άσπρο κεφάλι που κάποτε πέρασε απ΄ τη ζωή του και χάθηκε. Οι άνθρωποι τον περιπαίζανε, μα αυτός δεν τους άκουγε. Επειδή δεν μπορούσε να το πιστέψει, επειδή δεν ήθελε να το πιστέψει πως το καμήλι με το άσπρο κεφάλι χάθηκε, πως πια δε θα υπάρξει στη ζωή του.
Απ΄ το ίδιο μέρος πέρασε κ΄ ένας άλλος άνθρωπος. Τραβούσε για τη μακρινή την Ιερουσαλήμ, κυνηγώντας να πιάσει τους ήχους, να κάμει τους ήχους να μη σωπαίνουν μέσα σ΄ ένα ρολόι με χρυσούς σάτυρους. «Ξέρεις πού είναι οι ΄Αγιοι Τόποι, πού είναι η Ιερουσαλήμ;» του λέγαν οι συμπονετικοί άνθρωποι. «Θα πρέπει να περάσεις την Ανατολή ολάκερη…» «Θα περάσω την Ανατολή ολάκερη…», τους αποκρινόταν βαθιά, γαλήνια και πειστική η φωνή του πάθους.
Εκεί, κάτω απ΄ τα βουνά που τα λένε Κιμιντένια, είναι μια σπηλιά όπου πάνε τ΄ αγριογούρουνα που γέρασαν, για να πεθάνουν. Μια σαλαμάντρα, μια μικρή χελώνα, μια κρεμασμένη νυχτερίδα περιμένουν το θάνατο. Δεν προλάβαμε, ΄Αρτεμη, να κρεμάσουμε στο λαιμό μας το ψιλό κόκκαλο του πουλιού, πλάι στο χρυσό σταυρό μας. ΄Ετσι θα μας αγαπούσαν όλοι. Μα δεν προλάβαμε.
΄Όμως, παραπέρα, πέρα απ΄ το Ποτάμι των Τσακαλιών, είναι η φωλιά του αητού. Εκεί μια καλοκαιρινή μέρα ήρθε η καταιγίδα. Ας είναι βλογημένη. ΄Ολες πια οι καταιγίδες που είναι να ΄ρθουν θα θυμίζουν εκείνη. Ας είναι ευλογημένη.
Και πιο πάνω ακόμα, πέρα απ΄ τη χώρα με τις οξιές, πέρα απ΄ τη χώρα με τις αγριοβαλανιδιές, στο φρύδι της μεγάλης χαράδρας, μια ντουφεκιά που πέφτει βρίσκει τη μεγάλη αρκούδα του Λιβάνου. ΄Εχει ένα μωρό, ένα αρκουδάκι με μαύρη τρίχα. Η μεγάλη αρκούδα θα πεθάνει. Κ΄ ένας κυνηγός, που έχει στο κεφάλι του μαντίλα με άσπρα άστρα, κι αυτός θα πεθάνει. «Γιατί;» λένε οι τσαλαπετεινοί και τ΄ αγριοπερίστερα. «Για την αγάπη», αποκρίνουνται οι βαλανιδιές.
΄Αρτεμη, εσύ κι εγώ δε θα ΄μαστε, ΄Αρτεμη, στην ξένη χώρα έρημοι. Από δω και πέρα σ΄ όλες τις μέρες, ως την άκρη του τέλους, δε θα ΄μαστε έρημοι.
Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα όνειρά μας.
Η γιαγιά μας κουράστηκε. Θέλει να γείρει το κεφάλι της στα στήθια του παππού, που έχει καρφωμένα πίσω τα μάτια του μπας και ξεχωρίσει τίποτα απ΄ τη στεριά, τίποτα απ΄ τα Κιμιντένια. Μα πια δε φαίνεται τίποτα. Η νύχτα ρούφηξε μέσα της τα σχήματα και τους όγκους.
Η γιαγιά γέρνει το κεφάλι της να το ακουμπήσει στα στήθια που την προστατέψανε όλες τις μέρες της ζωής της. Κάτι την μποδίζει και εν μπορεί να βρει το κεφάλι ησυχία: Σαν ένας βόλος να είναι κάτω απ΄ το πουκάμισο του γέροντα.
- Τι είναι αυτό εδώ; ρωτά σχεδόν αδιάφορα.
Ο παππούς φέρνει το χέρι του. Το χώνει κάτω απ΄ το ρούχο, βρίσκει το μικρό ξένο σώμα που ακουμπά στο κορμί του και που ακούει τους χτύπους της καρδιάς του.
- Τι είναι;
- Δεν είναι τίποτα, λέει δειλά ο παππούς, σαν παιδί που έφταιξε. Δεν είναι τίποτα. Λίγο χώμα είναι.
Ναι, λίγο χώμα απ΄ τη γη τους. Για να φυτέψουν ένα βασιλικό, της λέει, στο ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται.
Αργά τα δάχτυλα του γέροντα ανοίγουν το μαντήλι όπου είναι φυλαγμένο το χώμα. Ψάχνουν κει μέσα, ψάχνουν και τα δάχτυλα της γιαγιάς, σα να το χαϊδεύουν. Τα μάτια τους, δακρυσμένα, στέκουν εκεί.
- Δεν είναι τίποτα λέω. Λίγο χώμα.
Γη, Αιολική Γη. Γη του τόπου μου.
Η Λένα αποκοιμήθηκε. ΄Ηθελε πολύ τον τόπο με το κοκκινόχωμα. Εκεί θα ζούσε με τον άντρα που θα ΄παιρνε, και θα ΄κανε πολλά παιδιά, και θα είχαν κουνέλια και περιστέρια κι άλλα πολλά. ΄Όχι, η Λένα δε μελετούσε ταξίδια σε θάλασσες, δεν ήθελε να τη χωρίσουν απ΄ τα Κιμιντένια. Δεν το ήθελε.
Η Αγάπη έχει στυλώσει αφηρημένα τα μάτια της στα άστρα. Πόσο πολύ τα μελέτησε τον τελευταίο καιρό, πόσο πολύ μέτρησε τις αποστάσεις τους με τους αριθμούς! ΄Όμως τώρα που τα κοιτάζει, φεύγοντας απ΄ τη γενέθλια γη για δύσκολους δρόμους, τώρα μόνο το ανακαλύπτει: βλέπει πως αυτό ήταν το λάθος της, το ανεπανόρθωτο λάθος. Τα άστρα της ξέφυγαν. ΄Όταν εμείς ζούσαμε τις χίμαιρές μας στα φαράγγια της Ανατολής, όταν δημιουργούσαμε παντοτινούς συντρόφους που έμελλε πια να μας ακολουθούν σ΄ όλες τις πικρές μέρες του μέλλοντος, εκείνη ήθελε να κατεβάσει, τόσο μικρή, τον ουρανό στη γη.
Καημένη Αγάπη… Καημένη Αγάπη…
Είναι κάπου, σ΄ ένα υποστατικό της Ανατολής, κάτω απ΄ τα βουνά που τα λένε Κιμιντένια, ένα δωμάτιο «Κίτρινο». Τα σπαθιά, που είναι κρεμασμένα κει μέσα, τις νύχτες ξυπνούνε. Από κει κάποτε πέρασε ένας άνθρωπος. Πορευόταν τους δρόμους της Ανατολής γυρεύοντας ένα καμήλι με άσπορο κεφάλι. Το μοναδικό καμήλι με άσπρο κεφάλι που κάποτε πέρασε απ΄ τη ζωή του και χάθηκε. Οι άνθρωποι τον περιπαίζανε, μα αυτός δεν τους άκουγε. Επειδή δεν μπορούσε να το πιστέψει, επειδή δεν ήθελε να το πιστέψει πως το καμήλι με το άσπρο κεφάλι χάθηκε, πως πια δε θα υπάρξει στη ζωή του.
Απ΄ το ίδιο μέρος πέρασε κ΄ ένας άλλος άνθρωπος. Τραβούσε για τη μακρινή την Ιερουσαλήμ, κυνηγώντας να πιάσει τους ήχους, να κάμει τους ήχους να μη σωπαίνουν μέσα σ΄ ένα ρολόι με χρυσούς σάτυρους. «Ξέρεις πού είναι οι ΄Αγιοι Τόποι, πού είναι η Ιερουσαλήμ;» του λέγαν οι συμπονετικοί άνθρωποι. «Θα πρέπει να περάσεις την Ανατολή ολάκερη…» «Θα περάσω την Ανατολή ολάκερη…», τους αποκρινόταν βαθιά, γαλήνια και πειστική η φωνή του πάθους.
Εκεί, κάτω απ΄ τα βουνά που τα λένε Κιμιντένια, είναι μια σπηλιά όπου πάνε τ΄ αγριογούρουνα που γέρασαν, για να πεθάνουν. Μια σαλαμάντρα, μια μικρή χελώνα, μια κρεμασμένη νυχτερίδα περιμένουν το θάνατο. Δεν προλάβαμε, ΄Αρτεμη, να κρεμάσουμε στο λαιμό μας το ψιλό κόκκαλο του πουλιού, πλάι στο χρυσό σταυρό μας. ΄Ετσι θα μας αγαπούσαν όλοι. Μα δεν προλάβαμε.
΄Όμως, παραπέρα, πέρα απ΄ το Ποτάμι των Τσακαλιών, είναι η φωλιά του αητού. Εκεί μια καλοκαιρινή μέρα ήρθε η καταιγίδα. Ας είναι βλογημένη. ΄Ολες πια οι καταιγίδες που είναι να ΄ρθουν θα θυμίζουν εκείνη. Ας είναι ευλογημένη.
Και πιο πάνω ακόμα, πέρα απ΄ τη χώρα με τις οξιές, πέρα απ΄ τη χώρα με τις αγριοβαλανιδιές, στο φρύδι της μεγάλης χαράδρας, μια ντουφεκιά που πέφτει βρίσκει τη μεγάλη αρκούδα του Λιβάνου. ΄Εχει ένα μωρό, ένα αρκουδάκι με μαύρη τρίχα. Η μεγάλη αρκούδα θα πεθάνει. Κ΄ ένας κυνηγός, που έχει στο κεφάλι του μαντίλα με άσπρα άστρα, κι αυτός θα πεθάνει. «Γιατί;» λένε οι τσαλαπετεινοί και τ΄ αγριοπερίστερα. «Για την αγάπη», αποκρίνουνται οι βαλανιδιές.
΄Αρτεμη, εσύ κι εγώ δε θα ΄μαστε, ΄Αρτεμη, στην ξένη χώρα έρημοι. Από δω και πέρα σ΄ όλες τις μέρες, ως την άκρη του τέλους, δε θα ΄μαστε έρημοι.
Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα όνειρά μας.
Η γιαγιά μας κουράστηκε. Θέλει να γείρει το κεφάλι της στα στήθια του παππού, που έχει καρφωμένα πίσω τα μάτια του μπας και ξεχωρίσει τίποτα απ΄ τη στεριά, τίποτα απ΄ τα Κιμιντένια. Μα πια δε φαίνεται τίποτα. Η νύχτα ρούφηξε μέσα της τα σχήματα και τους όγκους.
Η γιαγιά γέρνει το κεφάλι της να το ακουμπήσει στα στήθια που την προστατέψανε όλες τις μέρες της ζωής της. Κάτι την μποδίζει και εν μπορεί να βρει το κεφάλι ησυχία: Σαν ένας βόλος να είναι κάτω απ΄ το πουκάμισο του γέροντα.
- Τι είναι αυτό εδώ; ρωτά σχεδόν αδιάφορα.
Ο παππούς φέρνει το χέρι του. Το χώνει κάτω απ΄ το ρούχο, βρίσκει το μικρό ξένο σώμα που ακουμπά στο κορμί του και που ακούει τους χτύπους της καρδιάς του.
- Τι είναι;
- Δεν είναι τίποτα, λέει δειλά ο παππούς, σαν παιδί που έφταιξε. Δεν είναι τίποτα. Λίγο χώμα είναι.
Ναι, λίγο χώμα απ΄ τη γη τους. Για να φυτέψουν ένα βασιλικό, της λέει, στο ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται.
Αργά τα δάχτυλα του γέροντα ανοίγουν το μαντήλι όπου είναι φυλαγμένο το χώμα. Ψάχνουν κει μέσα, ψάχνουν και τα δάχτυλα της γιαγιάς, σα να το χαϊδεύουν. Τα μάτια τους, δακρυσμένα, στέκουν εκεί.
- Δεν είναι τίποτα λέω. Λίγο χώμα.
Γη, Αιολική Γη. Γη του τόπου μου.
1914
Τα Κιμιντένια κουράστηκαν φέτος. Πολύ κουράστηκαν. Ανυπόμονα περιμένουν τη νύχτα να ΄ρθει. Οι οξιές το βλέπουν πρώτες, ύστερα το βλέπουν οι βαλανιδιές.
Λένε στη νύχτα:
«΄Ελα πια. ΄Ελα κι η μάνα μας τα Κιμιντένια κουράστηκαν. ΄Ελα να τα ξεκουράσεις».
«Τι να σας κάμω;» τους λέει η νύχτα. «Είναι ακόμα καλοκαίρι. Οι μέρες είναι πολύ μεγάλες. Ο ήλιος αργεί να βασιλέψει».
Τότε οι οξιές παρακαλούν τα σύννεφα.
Τους λένε:
«Ο ήλιος αργεί να βασιλέψει. Ας πάει ένας σύντροφός σας να τον σκεπάσει. Βοηθείστε τη μάνα μας, τα Κιμιντένια, να ξεκουραστεί νωρίς».
΄Ένα μαύρο σύννεφο σηκώνεται στον καταγάλανο ουρανό, πορεύεται απ΄ τ΄ ανατολικά, τραβά κατά τη δύση, και κρύβει τον ήλιο. ΄Ένα θεόρατο μαύρο σύννεφο. Κ΄ η Αιολική γη απότομα σκοτεινιάζει. Οι τσαλαπατεινοί και τ΄ αγριοπερίστερα, που παίζαν στο γαλάζιο φως, άξαφνα βρίσκουνται τυλιγμένα στη σκιά που έρχεται απ΄ το ύψος. Οδηγημένα απ΄ το ένστιχτό τους αρχίζουν να τρέχουν τρομαγμένα για να τρυπώσουν στις φωλιές τους.
Τρέχουν φωνάζοντας:
«Η θύελλα! Η θύελλα έρχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Το ακούν οι πράσινες σαύρες, το ακούνε τα τσακάλια του ρουμανιού, ο φόβος περνά απ΄ τα μάτια τους. ΄Όλα φωνάζουν σπαραχτικά:
«Η θύελλα έρχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Μια μικρή χελώνα, που περιμένει αναποδογυρισμένη το θάνατο στη σπηλιά των αγριογουρουνιών, ακούει τη φωνή των πουλιών και των αγριμιών. Συμμαζώνεται τρομαγμένη μες στο καβούκι της και, μ΄ όλον που περιμένει το θάνατο, μ΄ όλον που αυτή μονάχα το θάνατο περιμένει, ωστόσο ανατριχιάζει σαν όλα τα πλάσματα της γης.
«Η θύελλα έρχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Μάταια οι οξιές αγωνίζουνται να παλέψουν τον πανικό, μάταια λένε:
«Μην κάνετε έτσι! Δεν έρχεται η θύελλα! Εμείς παρακαλέσαμε το σύννεφο να σκεπάσει τον ήλιο!»
Ας λένε. Κανένας δεν τους ακούει. Γιατί στα Κιμιντένια βαθύ και ακατάλυτο βασιλεύει το ένστικτο. Κι αυτό έδωσε στα πλάσματα τη σοφία να ξέρουν πως πέρα απ΄ ό,τι με τη θέλησή τους άρχισε, πέρα απ΄ τις επιθυμίες κι από τις πράξεις, υπάρχει η σκοτεινή δύναμη που παίρνει στα χέρια της και δίνει αυτή πια κίνηση, με τον τρόπο που θέλει και στο δρόμο που θέλει, σε επιθυμίες και πράξεις.
«΄Όχι! ΄Όχι! Η θύελλα είναι! Η θύελλα έρχεται!»
Τότε σαλεύουν αργά τα Κιμιντένια. Τινάζουν από πάνω τους τον ύπνο που έρχεται να τα ξεκουράσει, σηκώνουνται, κοιτάνε δεξιά ζερβά. Βλέπουν κατά τα δυτικά το μαύρο σύννεφο. Στρέφουν τα μάτια τους στον ουρανό ψηλά. Ξέρουν πως σε λίγο θα βγούνε τ΄ άστρα. Μπορεί και το μαύρο σύννεφο που το φώναξαν οι οξιές να σκορπίσει και να φύγει, μόλις ο ήλιος βασιλέψει. Σίγουρα θα φύγει. Κι όμως, τώρα πια και τα Κιμιντένια είναι σίγουρα. Γιατί ζήσαν πολύ στη ζωή τους και μάθαν πολύ πιο πολλά απ΄ όσα ξέρουν οι οξιές, οι τσαλαπετεινοί, τ΄ αγριογούρουνα και τα τσακάλια.
Ξέρουν πια και τα Κιμιντένια πως η θύελλα έρχεται. Ωστόσο, επειδή έτσι πάντα γίνεται, ίσαμε την τελευταία στιγμή να ελπίζουμε γι΄ αυτό που είμαστε σίγουροι πως είναι πια ανεπανόρθωτο, τα Κιμιντένια στρέφουν στα βουνά κατά τα δυτικά, στα βουνά κατά τ΄ ανατολικά. Ρωτάνε το Καζ-Νταγ, τα βουνά τα πέρα απ΄ το Αιγαίο, τα πέρα απ΄ τον Ελλήσποντο, τα πέρα απ΄ το Δούναβη, θεό των ποταμών.
Ρωτάνε να βεβαιωθούν: «Είναι αλήθεια, αδελφοί μου, πως έρχεται;»
Και τα βουνά όλα, απ΄ τη μακρινή Βοσνία, απ΄ το μακρινό Δούναβη, όλα αποκρίνουνται λυπημένα:
«Είναι αλήθεια, αδελφέ μας! ΄Ερχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Τελευταίοι οι άνθρωποι, τελευταίοι απ΄ όλα τα πλάσματα που ζουν στα Κιμιντένια γιατί απ΄ όλα είναι οι έσχατοι, παίρνουν το μήνυμα. ΄Ερχεται πυκνή βουή το κύμα, ταξιδεύει, χτυπιέται και δέρνεται, ολοένα φουσκώνει κι ολοένα μανιάζει:
«΄Ερχεται! Η θύελλα έρχεται! ΄Ερχεται ο πόλεμος!»
Κ΄ ενώ τα άστρα πάνω απ΄ την Αιολική γη κοιτάνε ατάραχα, οι καρδιές των ανθρώπων λουφασμένες ανοίγουν για να ΄μπει ο Φόβος – οι καρδιές των δυστυχισμένων ανθρώπων. (σελ. 267-269)
Λένε στη νύχτα:
«΄Ελα πια. ΄Ελα κι η μάνα μας τα Κιμιντένια κουράστηκαν. ΄Ελα να τα ξεκουράσεις».
«Τι να σας κάμω;» τους λέει η νύχτα. «Είναι ακόμα καλοκαίρι. Οι μέρες είναι πολύ μεγάλες. Ο ήλιος αργεί να βασιλέψει».
Τότε οι οξιές παρακαλούν τα σύννεφα.
Τους λένε:
«Ο ήλιος αργεί να βασιλέψει. Ας πάει ένας σύντροφός σας να τον σκεπάσει. Βοηθείστε τη μάνα μας, τα Κιμιντένια, να ξεκουραστεί νωρίς».
΄Ένα μαύρο σύννεφο σηκώνεται στον καταγάλανο ουρανό, πορεύεται απ΄ τ΄ ανατολικά, τραβά κατά τη δύση, και κρύβει τον ήλιο. ΄Ένα θεόρατο μαύρο σύννεφο. Κ΄ η Αιολική γη απότομα σκοτεινιάζει. Οι τσαλαπατεινοί και τ΄ αγριοπερίστερα, που παίζαν στο γαλάζιο φως, άξαφνα βρίσκουνται τυλιγμένα στη σκιά που έρχεται απ΄ το ύψος. Οδηγημένα απ΄ το ένστιχτό τους αρχίζουν να τρέχουν τρομαγμένα για να τρυπώσουν στις φωλιές τους.
Τρέχουν φωνάζοντας:
«Η θύελλα! Η θύελλα έρχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Το ακούν οι πράσινες σαύρες, το ακούνε τα τσακάλια του ρουμανιού, ο φόβος περνά απ΄ τα μάτια τους. ΄Όλα φωνάζουν σπαραχτικά:
«Η θύελλα έρχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Μια μικρή χελώνα, που περιμένει αναποδογυρισμένη το θάνατο στη σπηλιά των αγριογουρουνιών, ακούει τη φωνή των πουλιών και των αγριμιών. Συμμαζώνεται τρομαγμένη μες στο καβούκι της και, μ΄ όλον που περιμένει το θάνατο, μ΄ όλον που αυτή μονάχα το θάνατο περιμένει, ωστόσο ανατριχιάζει σαν όλα τα πλάσματα της γης.
«Η θύελλα έρχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Μάταια οι οξιές αγωνίζουνται να παλέψουν τον πανικό, μάταια λένε:
«Μην κάνετε έτσι! Δεν έρχεται η θύελλα! Εμείς παρακαλέσαμε το σύννεφο να σκεπάσει τον ήλιο!»
Ας λένε. Κανένας δεν τους ακούει. Γιατί στα Κιμιντένια βαθύ και ακατάλυτο βασιλεύει το ένστικτο. Κι αυτό έδωσε στα πλάσματα τη σοφία να ξέρουν πως πέρα απ΄ ό,τι με τη θέλησή τους άρχισε, πέρα απ΄ τις επιθυμίες κι από τις πράξεις, υπάρχει η σκοτεινή δύναμη που παίρνει στα χέρια της και δίνει αυτή πια κίνηση, με τον τρόπο που θέλει και στο δρόμο που θέλει, σε επιθυμίες και πράξεις.
«΄Όχι! ΄Όχι! Η θύελλα είναι! Η θύελλα έρχεται!»
Τότε σαλεύουν αργά τα Κιμιντένια. Τινάζουν από πάνω τους τον ύπνο που έρχεται να τα ξεκουράσει, σηκώνουνται, κοιτάνε δεξιά ζερβά. Βλέπουν κατά τα δυτικά το μαύρο σύννεφο. Στρέφουν τα μάτια τους στον ουρανό ψηλά. Ξέρουν πως σε λίγο θα βγούνε τ΄ άστρα. Μπορεί και το μαύρο σύννεφο που το φώναξαν οι οξιές να σκορπίσει και να φύγει, μόλις ο ήλιος βασιλέψει. Σίγουρα θα φύγει. Κι όμως, τώρα πια και τα Κιμιντένια είναι σίγουρα. Γιατί ζήσαν πολύ στη ζωή τους και μάθαν πολύ πιο πολλά απ΄ όσα ξέρουν οι οξιές, οι τσαλαπετεινοί, τ΄ αγριογούρουνα και τα τσακάλια.
Ξέρουν πια και τα Κιμιντένια πως η θύελλα έρχεται. Ωστόσο, επειδή έτσι πάντα γίνεται, ίσαμε την τελευταία στιγμή να ελπίζουμε γι΄ αυτό που είμαστε σίγουροι πως είναι πια ανεπανόρθωτο, τα Κιμιντένια στρέφουν στα βουνά κατά τα δυτικά, στα βουνά κατά τ΄ ανατολικά. Ρωτάνε το Καζ-Νταγ, τα βουνά τα πέρα απ΄ το Αιγαίο, τα πέρα απ΄ τον Ελλήσποντο, τα πέρα απ΄ το Δούναβη, θεό των ποταμών.
Ρωτάνε να βεβαιωθούν: «Είναι αλήθεια, αδελφοί μου, πως έρχεται;»
Και τα βουνά όλα, απ΄ τη μακρινή Βοσνία, απ΄ το μακρινό Δούναβη, όλα αποκρίνουνται λυπημένα:
«Είναι αλήθεια, αδελφέ μας! ΄Ερχεται! Η θύελλα έρχεται!»
Τελευταίοι οι άνθρωποι, τελευταίοι απ΄ όλα τα πλάσματα που ζουν στα Κιμιντένια γιατί απ΄ όλα είναι οι έσχατοι, παίρνουν το μήνυμα. ΄Ερχεται πυκνή βουή το κύμα, ταξιδεύει, χτυπιέται και δέρνεται, ολοένα φουσκώνει κι ολοένα μανιάζει:
«΄Ερχεται! Η θύελλα έρχεται! ΄Ερχεται ο πόλεμος!»
Κ΄ ενώ τα άστρα πάνω απ΄ την Αιολική γη κοιτάνε ατάραχα, οι καρδιές των ανθρώπων λουφασμένες ανοίγουν για να ΄μπει ο Φόβος – οι καρδιές των δυστυχισμένων ανθρώπων. (σελ. 267-269)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
