Ο κόσμος λειτουργεί με βάση την αρχή ότι τα πάντα είναι ενέργεια, συνδέονται μεταξύ τους και υπόκεινται σε αλλαγές. ΄Οποια κατάσταση κι αν υπάρχει, είναι βέβαιο ότι θα μεταβληθεί. Η διαπίστωση αυτή, καθώς και οι πρόσφατες ανακαλύψεις της βιολογίας, σύμφωνα με τις οποίες κάθε μόριο του ανθρώπινου οργανισμού περιέχει εν δυνάμει όλο το γεννητικό υλικό που απαιτείται για τη δημιουργία του οργανισμού αυτού, που σημαίνει ότι όπως στο μικρότερο έτσι και στο μεγαλύτερο, όπως στο έξω έτσι και στο μέσα, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτό που συμβαίνει στο σύμπαν έχει αντίκτυπο σε αυτό που συμβαίνει στον άνθρωπο. Πηγαίνοντας τη σκέψη μας λίγο πιο πέρα, αναρωτιόμαστε μήπως αυτό που θεωρούμε χάος στη γη, τύχη ή συμπτώσεις, οφείλεται τελικά στην περιορισμένη αντίληψη μας για τον κόσμο που μας περιβάλλει, μια αντίληψη η οποία αποκαλύπτεται σε μας μέσα από τις πέντε αισθήσεις μας .
Για να κατανοήσουμε τα παραπάνω, την αντίληψη δηλαδή του ανθρώπου μέσα στον τρισδιάστατο κόσμο , μπορούμε να προσεγγίσουμε ένα κόσμο δυσδιάστατο, για παράδειγμα τα ψάρια στη θάλασσα. Αν υποθέσουμε ότι μια σφαίρα, που έχει τρεις διαστάσεις βουλιάζει μέσα στη θάλασσα και στη συνέχεια επιπλέει σ΄ αυτήν , το γεγονός αυτό για τους κατοίκους της θάλασσας είναι ακατανόητο διότι το μόνο που αντιλαμβάνονται είναι ένα τμήμα της σφαίρας που βυθίζεται μέσα στη θάλασσα. Αν η κίνηση της σφαίρας έχει μεταβολές, όπως για παράδειγμα φυσάει αέρας και μετακινείται, τότε τα ψάρια έχουν την αίσθηση ότι στον κόσμο τους κυριαρχεί χάος.
Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ένα περιορισμένο κομμάτι απ’ ό,τι υπάρχει γύρω του και αυτό το κομμάτι ονομάζει πραγματικότητα έχοντας την αίσθηση ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Ζει μέσα στο σπήλαιο κινούμενος στο κόσμο των τεσσάρων διαστάσεων (τρεις για τον χώρο και μία για τον χρόνο) και αυτό που αντιλαμβάνεται σαν πραγματικότητα είναι οι σκιές. Αν συνειδητοποιήσει ότι αυτό που ονομάζει χάος ή σύμπτωση μπορεί να οφείλεται στην τάξη μιας άλλης διάστασης ή είναι μέρος ενός συμπαντικού σχεδίου, τότε γίνεται κατανοητό ότι υπάρχει και στη γη μια κρυμμένη τάξη που είναι δυνατόν να αποκαλυφθεί στα μάτια του. Διευρύνοντας τον ορίζοντά μας αξίζει να προσθέσουμε μια ακόμη διάσταση, αυτή της επίγνωσης ή της έκτης αίσθησης που οδηγεί σε πιο συνειδητή ζωή και επιτρέπει στον άνθρωπο να αντιλαμβάνεται την αλήθεια της ύπαρξής του .
Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010
Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010
2010: ΄Ετος ... ;
΄Εχουμε συνηθίσει τα τελευταία δέκα χρόνια να ονοματίζουμε κάθε χρονιά με το όνομα ενός συγγραφέα ή ποιητή τιμώντας την προσφορά του στη λογοτεχνική δημιουργία του τόπου μας.
Με την ευκαιρία αυτή διάφορες εκδηλώσεις διοργανώνονται που μας επιτρέπουν να έλθουμε σε μεγαλύτερη επικοινωνία με το έργο του συγκεκριμένου λογοτέχνη, να θυμηθούμε ή να μάθουμε για τη ζωή και τη συγγραφική του δραστηριότητα, να ξεφυλλίσουμε τα βιβλία του, να διαβάσουμε ή να ξαναδιαβάσουμε κάποια από αυτά με νέα προσέγγιση και οπτική, να γίνουμε κοινωνοί της αλήθειας που υπογράφουν με πάθος και όραμα γνωρίζοντας ότι το έργο τους από τη στιγμή που το εμπιστεύονται στον αναγνώστη ελευθερώνεται, διεισδύει στην ψυχή του και εκεί αποκτά νέα υπόσταση, χωρίς όρους και όρια.
Ψάχνοντας σε διάφορες σελίδες στο διαδίκτυο να βρω σε ποιον είναι αφιερωμένη η φετινή χρονιά, βρήκα ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 8 του Γενάρη και το υπογράφει η ΄Ολγα Σέλλα.
Αντιγράφω από αυτό :
«Φέτος το ΕΚΕΒΙ δεν έχει πάρει ακόμα την επίσημη έγκριση του υπουργείου Πολιτισμού για να ανακηρύξει το 2010 «Ετος Καββαδία», αφού συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή του «Μαραμπού» αλλά και «Ετος Τσίρκα», με αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων από τον θάνατο του συγγραφέα των «Ακυβέρνητων Πολιτειών».
Θυμάμαι πάντως ότι το 2006 ανακηρύχθηκε χρονιά Καββαδία, αφού τότε είχαν συμπληρωθεί 30 χρόνια από το θάνατο του ποιητή.
Από το ίδιο άρθρο αντιγράφω κάποιες ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες πληροφορίες, οι οποίες μπορεί να φανούν χρήσιμες στην επιλογή βιβλίων, ανεξάρτητα από τον τιμώμενο συγγραφέα:
«Με το 2010 συνδέονται επετειακά κι άλλοι Ελληνες συγγραφείς:
ο Μ. Καραγάτσης πέθανε το 1960,
ο Αλέξανδρος Δελμούζος γεννήθηκε το 1880,
ο Νίκος Καρούζος πέθανε το 1990,
ο Νίκος Καχτίτσης το 1970,
ο Ιωάννης Κονδυλάκης το 1920,
ο Λορέντζος Μαβίλης γεννήθηκε το 1860,
ο Στράτης Μυριβήλης γεννήθηκε το 1890,
ενώ «γενέθλια» έχουν και σημαντικά βιβλία:
«Θέλετε να χορέψουμε Μαρία» (Μέλπω Αξιώτη, 1940),
«Λεμονοδάσος» (Κοσμάς Πολίτης, 1930),
«Λεωνής» (Γιώργος Θεοτοκάς, 1940),
«Ημερολόγιον καταστρώματος Α» (Γιώργος Σεφέρης, 1940),
«Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα» (Κων. Θεοτόκης, 1920).»
Οι παραπάνω πληροφορίες μπορούν να γίνουν προτάσεις βιβλίων, ενώ παράλληλα περιμένουμε την ανακοίνωση του ονόματος του τιμώμενου λογοτέχνη, με την ελπίδα να μυηθούμε στα μυστικά του φανταστικού του κόσμου.
Με την ευκαιρία αυτή διάφορες εκδηλώσεις διοργανώνονται που μας επιτρέπουν να έλθουμε σε μεγαλύτερη επικοινωνία με το έργο του συγκεκριμένου λογοτέχνη, να θυμηθούμε ή να μάθουμε για τη ζωή και τη συγγραφική του δραστηριότητα, να ξεφυλλίσουμε τα βιβλία του, να διαβάσουμε ή να ξαναδιαβάσουμε κάποια από αυτά με νέα προσέγγιση και οπτική, να γίνουμε κοινωνοί της αλήθειας που υπογράφουν με πάθος και όραμα γνωρίζοντας ότι το έργο τους από τη στιγμή που το εμπιστεύονται στον αναγνώστη ελευθερώνεται, διεισδύει στην ψυχή του και εκεί αποκτά νέα υπόσταση, χωρίς όρους και όρια.
Ψάχνοντας σε διάφορες σελίδες στο διαδίκτυο να βρω σε ποιον είναι αφιερωμένη η φετινή χρονιά, βρήκα ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 8 του Γενάρη και το υπογράφει η ΄Ολγα Σέλλα.
Αντιγράφω από αυτό :
«Φέτος το ΕΚΕΒΙ δεν έχει πάρει ακόμα την επίσημη έγκριση του υπουργείου Πολιτισμού για να ανακηρύξει το 2010 «Ετος Καββαδία», αφού συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή του «Μαραμπού» αλλά και «Ετος Τσίρκα», με αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων από τον θάνατο του συγγραφέα των «Ακυβέρνητων Πολιτειών».
Θυμάμαι πάντως ότι το 2006 ανακηρύχθηκε χρονιά Καββαδία, αφού τότε είχαν συμπληρωθεί 30 χρόνια από το θάνατο του ποιητή.
Από το ίδιο άρθρο αντιγράφω κάποιες ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες πληροφορίες, οι οποίες μπορεί να φανούν χρήσιμες στην επιλογή βιβλίων, ανεξάρτητα από τον τιμώμενο συγγραφέα:
«Με το 2010 συνδέονται επετειακά κι άλλοι Ελληνες συγγραφείς:
ο Μ. Καραγάτσης πέθανε το 1960,
ο Αλέξανδρος Δελμούζος γεννήθηκε το 1880,
ο Νίκος Καρούζος πέθανε το 1990,
ο Νίκος Καχτίτσης το 1970,
ο Ιωάννης Κονδυλάκης το 1920,
ο Λορέντζος Μαβίλης γεννήθηκε το 1860,
ο Στράτης Μυριβήλης γεννήθηκε το 1890,
ενώ «γενέθλια» έχουν και σημαντικά βιβλία:
«Θέλετε να χορέψουμε Μαρία» (Μέλπω Αξιώτη, 1940),
«Λεμονοδάσος» (Κοσμάς Πολίτης, 1930),
«Λεωνής» (Γιώργος Θεοτοκάς, 1940),
«Ημερολόγιον καταστρώματος Α» (Γιώργος Σεφέρης, 1940),
«Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα» (Κων. Θεοτόκης, 1920).»
Οι παραπάνω πληροφορίες μπορούν να γίνουν προτάσεις βιβλίων, ενώ παράλληλα περιμένουμε την ανακοίνωση του ονόματος του τιμώμενου λογοτέχνη, με την ελπίδα να μυηθούμε στα μυστικά του φανταστικού του κόσμου.
Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009
Νόμπελ Λογοτεχνίας 2009
Με επικρατέστερους υποψήφιους τον Ισραηλινό συγγραφέα Άμος Οζ και την Αλγερινή Άσια Τζεμπάρ, η Σουηδική Ακαδημία προκάλεσε έκπληξη απονέμοντας το Νόμπελ Λογοτεχνίας της χρονιάς στη Γερμανίδα ρουμανικής καταγωγής, άγνωστη και ελάχιστα μεταφρασμένη έξω από τη Γερμανία, Χέρτα Μίλερ. Αιτιολόγησε την απόφασή της αυτή , αναφέροντας ότι η συγγραφέας «με την πυκνότητα της ποίησής της και την ειλικρίνεια της πρόζας της σκιαγραφεί το σύμπαν των στερημένων».
Η Χέρτα Μίλερ γεννήθηκε το 1953 στη Ρουμανία σ΄ ένα μικρό γερμανόφωνο χωριό της Τρανσυλβανίας και το 1987 μετανάστευσε στη Δυτική Γερμανία με τον σύζυγό της, καθώς στη Ρουμανία δεν της επέτρεπαν να εκδώσει τα έργα της, στα οποία επέκρινε ανοικτά το ολοκληρωτικό καθεστώς Τσαουσέσκου, όπως διευκρινίζει η Σουηδική Ακαδημία. Το πρώτο της μυθιστόρημα ήταν «Η Συνάντηση» το 1997, ενώ είχε προηγηθεί μία συλλογή διηγημάτων το 1982, με την οποία πρωτοεμφανίστηκε, που λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε από το ρουμανικό καθεστώς το 1984. Η συλλογή δημοσιεύτηκε τελικά στη Γερμανία, και το έργο της που παρουσίαζε τη ζωή σε ένα μικρό, γερμανόφωνο χωριό στη Ρουμανία ενθουσίασε τους αναγνώστες.
Άλλα της μυθιστορήματα είναι «Η αλεπού ήταν κιόλας ο κυνηγός», «Το Ζώο της Καρδιάς», ενώ στα ελληνικά κυκλοφορεί το «Μετέωροι Ταξιδιώτες» από τις εκδόσεις Ηρόδοτος σε μετάφραση Κατερίνας Χατζή από το 1993 .
Η Χέρτα Μίλερ είναι μυθιστοριογράφος, ποιήτρια και δοκιμιογράφος , γράφει στα γερμανικά και εξομολογείται : «Δεν έγραψα ποτέ στα ρουμανικά, αλλά έχω επαφή με αυτή τη γλώσσα και φυσικά τα ρουμανικά παίζουν ένα ρόλο. Ακόμα και αν γράφω τις λέξεις στα γερμανικά, η ματιά είναι ρουμανική». Στο έργο της περιγράφει τις συνθήκες ζωής κάτω από το καθεστώς του Νικολάε Τσαουσέσκου. Ζει και εργάζεται στο Βερολίνο.
Το Νόμπελ έδωσε σε όλο τον κόσμο τη δυνατότητα να γνωρίσει μια δυνατή, πρωτότυπη φωνή η οποία ήταν γνωστή και έχαιρε εκτίμησης μονάχα στο γερμανόφωνο αναγνωστικό κοινό.
Τα αποκλειστικά δικαιώματα έκδοσης των βιβλίων της φετινής νικήτριας του βραβείου Νόμπελ Χέρτα Μίλερ απέκτησαν για την Ελλάδα οι Εκδόσεις Καστανιώτη. Ο πρώτος τίτλος αναμένεται να κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2010.
Η Χέρτα Μίλερ γεννήθηκε το 1953 στη Ρουμανία σ΄ ένα μικρό γερμανόφωνο χωριό της Τρανσυλβανίας και το 1987 μετανάστευσε στη Δυτική Γερμανία με τον σύζυγό της, καθώς στη Ρουμανία δεν της επέτρεπαν να εκδώσει τα έργα της, στα οποία επέκρινε ανοικτά το ολοκληρωτικό καθεστώς Τσαουσέσκου, όπως διευκρινίζει η Σουηδική Ακαδημία. Το πρώτο της μυθιστόρημα ήταν «Η Συνάντηση» το 1997, ενώ είχε προηγηθεί μία συλλογή διηγημάτων το 1982, με την οποία πρωτοεμφανίστηκε, που λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε από το ρουμανικό καθεστώς το 1984. Η συλλογή δημοσιεύτηκε τελικά στη Γερμανία, και το έργο της που παρουσίαζε τη ζωή σε ένα μικρό, γερμανόφωνο χωριό στη Ρουμανία ενθουσίασε τους αναγνώστες.
Άλλα της μυθιστορήματα είναι «Η αλεπού ήταν κιόλας ο κυνηγός», «Το Ζώο της Καρδιάς», ενώ στα ελληνικά κυκλοφορεί το «Μετέωροι Ταξιδιώτες» από τις εκδόσεις Ηρόδοτος σε μετάφραση Κατερίνας Χατζή από το 1993 .
Η Χέρτα Μίλερ είναι μυθιστοριογράφος, ποιήτρια και δοκιμιογράφος , γράφει στα γερμανικά και εξομολογείται : «Δεν έγραψα ποτέ στα ρουμανικά, αλλά έχω επαφή με αυτή τη γλώσσα και φυσικά τα ρουμανικά παίζουν ένα ρόλο. Ακόμα και αν γράφω τις λέξεις στα γερμανικά, η ματιά είναι ρουμανική». Στο έργο της περιγράφει τις συνθήκες ζωής κάτω από το καθεστώς του Νικολάε Τσαουσέσκου. Ζει και εργάζεται στο Βερολίνο.
Το Νόμπελ έδωσε σε όλο τον κόσμο τη δυνατότητα να γνωρίσει μια δυνατή, πρωτότυπη φωνή η οποία ήταν γνωστή και έχαιρε εκτίμησης μονάχα στο γερμανόφωνο αναγνωστικό κοινό.
Τα αποκλειστικά δικαιώματα έκδοσης των βιβλίων της φετινής νικήτριας του βραβείου Νόμπελ Χέρτα Μίλερ απέκτησαν για την Ελλάδα οι Εκδόσεις Καστανιώτη. Ο πρώτος τίτλος αναμένεται να κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2010.
Το Εμβατήριο του Ωκεανού
Νυχτερινό λιμάνι
Φώτα πνιγμένα στα νερά
πρόσωπα δίχως μνήμη και συνέχεια
φωτισμένα από τους περαστικούς προβολείς μακρινών πλοίων
κι ύστερα φωτισμένα στην σκιά του ταξιδιού
λοξά ιστία με κρεμασμένες λάμπες ονείρου
σαν τις ραγισμένες φτερούγες αγγέλων που αμάρτησαν
οι στρατιώτες με τις κάσκες
ανάμεσα στην νύχτα και στο κάρβουνο
τραυματισμένα χέρια σαν την συγνώμη που έφτασεν αργά.
Αιχμάλωτοι δεμένοι στις άγκυρες
ένας κρίκος γύρω στο λαιμό του ορίζοντα
κι άλλες αλυσίδες εκεί στα πόδια των παιδιών
και στα χέρια της αυγής που κρατούν μια μαργαρίτα.
...
Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.
Άπ΄ τα παράθυρα γλιστρούσε ο ουρανός
κι η μητέρα καθισμένη
στο χαμηλό σκαμνί
κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
με τα ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
γραμμένη στη γλαυκή διαφάνεια
Εσύ δεν είχες έρθει ακόμη.
Κοιτούσα την δύση και σε έβλεπα
-μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου
-ένα μειδίαμα σκιάς βαθειά στη Θάλασσα.
Η μητέρα μου κρατούσε τα χέρια.
Μα εγώ
πίσω από τον τρυφερό της ώμο
πίσω απ΄ τα μαλλιά της τα χλωμά
στρωτά με ένα στρώμα υπομονής και ευγένειας
κοιτούσα σοβαρός την θάλασσα.
Ένας γλάρος με φώναζε
στο βάθος της εσπέρας
εκεί στην γαλανή καμπύλη των βουνών.
...
Γυμνοί παλέψαμε στην αμμουδιά το μεσημέρι
με τα υγρά κορμιά των δωδεκάχρονων παιδιών
πιο πολύ για το αγκάλιασμα παρά για την πάλη
πιο πολύ για την πάλη παρά για την νίκη
μονάχα για την νίκη.
Αλμυρά μαλλιά
ηλιοψημένοι μηροί
ο φλοίσβος ανάμεσα στο φιλί
η θάλασσα πιο πέρα απ΄ το σπασμό.
Τα μεσημέρια βουίζοντας κατέβαιναν σε στροβίλους φωτιάς
να τυλίξουν μ΄ άσπρες φλόγες τα ψαράδικα σπίτια
να κάψουν τις καρδιές που δεν αντιστέκονται.
Έξω από τα παράθυρα το γαληνό κιθάρισμα του μπάτη
το φωτεινό πρόσωπο της ευωδίας
στην άσπρη μνήμη του καλοκαιριού
με μια μαβιά δέσμη σκιάς
λοξά στο βελουδένιο μάγουλο.
Χρυσή αναπνοή του ατέλειωτου νερού
δίχτυα που λιάζονται στα βράχια
βάρκες γεμάτες καρπούς και λουλούδια
τα σπίτια μας γραμμένα μες στη θάλασσα
να τα σπίτια μας.
...
Μας πήραν το θαλασσινό τραγούδι
μας δέσαν τα θαλασσινά μας πόδια.
Παιδάκια σιωπηλά κι απορημένα
με τα αλατισμένα ματόκλαδα
με τα μεγάλα μάτια τα γαλάζια
περνάμε φοβισμένα στις μεγάλες πολιτείες
κάτω απ΄ τα νοσοκομεία που μυρίζουν ύπνο κι ιδρώτα
κάτω απ΄ τα σπίτια με τούς κόκκινους γλόμπους
κάτω απ΄ τα μέγαρα
που καπνίζουν αίμα νύχτα κι αρπαγή.
Μητέρα μητέρα
που αρνηθήκαμε
την τρυφερή σοφία των δακρύων σου
που ΄ναι το μακρόθυμο χέρι σου
με την έκφραση της καρτερίας
που ΄ναι το χέρι σου
ν΄ ακούσουμε την αυγή και την θάλασσα
να ζεστάνουμε τη μοναξιά;
Μητέρα
ο ουρανός γκρεμίστηκε
στα δάκρια των αθώων.
Εμείς που περπατήσαμε τις νύχτες
σε λευκά δάση μαργαριταριών
εμείς που πελεκήσαμε στην πέτρα
τη γαληνή μορφή του ονείρου
δεν ξέρουμε να περπατάμε
πάνω στους δρόμους που κάθε μέρα βάφονται
με το αίμα του ξανθού Ιησού.
Πίσω απ΄ τους τοίχους μας παραμονεύουν
Απ΄ τις γωνιές φεύγουν περίτρομα
πλήθη αγριοπερίστερων.
Πόρτες χάσκουν την νύχτα.
Ξίφη αστράφτουν.
Ένα φεγγάρι αποκεφαλισμένο.
Οι άνθρωποι ετοιμάζουν σκάλες
με ανθρώπινα κόκαλα
για να ανέβουν.
Κύριε Κύριε
κι εμείς εδώ
στη μέση των μεγάλων δρόμων
λυπημένοι κι αδέξιοι
με το άδειο δισάκι στα χέρια
μ' ένα κλουβί αηδονιών στη ράχη
με την πλατιά μνήμη της θάλασσας στο μέτωπο
με χέρια αθώα που δεν επαιτούν.
Μητέρα δεν μας μένει τίποτα.
Που θ΄ απαγκιάσουμε;
Που θα κοιμηθούμε;
...
Παιδί μελαχρινό με τα γαλάζια μάτια
με τα πυκνά μαλλιά που τα χτένισε η θάλασσα
παιδί με το ανεύθυνο βάδισμα που ποτέ δεν ρωτούσε την γη
περήφανο παιδί που αρνιόσουνα την εκκλησία της Κυριακής
που έφτιαχνες χαρταετούς και πλοία με τα τετράδια της αριθμητικής
θυμάσαι τον γέρο καπετάνιο
που ξέχασε το λιμάνι κοιτάζοντας τα αστέρια
για να κερδίσει την νιότη τραγουδώντας τη θάλασσα;
Έτσι την ώρα που μας άφηνε
το τελευταίο χαμόγελο της νύχτας
και δεν είχαμε άλλο πλοίο να μπαρκάρουμε
κι ήταν οι προκυμαίες χωρίς φανάρια κι επιβάτες
απαντήσαμε τον ίσκιο μας ώ παιδί της θάλασσας
απαντήσαμε σένα μ΄ ένα φεγγάρι ανοιξιάτικο στα χέρια
να βηματίζεις μονάχο στ΄ ακρογιάλι ανάμεσα στα βράχια
όπου ρεμβάζουν γαλήνια τα καβούρια και οι φώκιες.
Μάτια χορτασμένα με ζωγραφιές υδάτινες
που πεινούν ακόμη το νερό
παρελάσεις άστρων στη μνήμη κοιμισμένων γλάρων
έφοδος ξαφνική των δελφινιών, πανικός των υδρόβιων
και πάνω στους ραγισμένους καθρέφτες του νερού
η κυκλική απόδραση του γαλαξία.
Η σιγή φεύγει πάλι τρομαγμένη
μακριά στην κοιμισμένη παραλία
- λευκή κόρη των πνιγμένων καπετάνιων
που ζει στα ερείπια του πανάρχαιου μώλου
και κάθε νύχτα που γεμίζει το φεγγάρι
την κυνηγούν οι μεθυσμένοι ναύτες.
Κύριε τ' ουρανού της γης και της θάλασσας
ως πότε θ΄ αγρυπνούμε
ως πότε θα διψάμε
ως πότε δεν θα πεθαίνουμε;
...
1939-1940
Φώτα πνιγμένα στα νερά
πρόσωπα δίχως μνήμη και συνέχεια
φωτισμένα από τους περαστικούς προβολείς μακρινών πλοίων
κι ύστερα φωτισμένα στην σκιά του ταξιδιού
λοξά ιστία με κρεμασμένες λάμπες ονείρου
σαν τις ραγισμένες φτερούγες αγγέλων που αμάρτησαν
οι στρατιώτες με τις κάσκες
ανάμεσα στην νύχτα και στο κάρβουνο
τραυματισμένα χέρια σαν την συγνώμη που έφτασεν αργά.
Αιχμάλωτοι δεμένοι στις άγκυρες
ένας κρίκος γύρω στο λαιμό του ορίζοντα
κι άλλες αλυσίδες εκεί στα πόδια των παιδιών
και στα χέρια της αυγής που κρατούν μια μαργαρίτα.
...
Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.
Άπ΄ τα παράθυρα γλιστρούσε ο ουρανός
κι η μητέρα καθισμένη
στο χαμηλό σκαμνί
κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
με τα ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
γραμμένη στη γλαυκή διαφάνεια
Εσύ δεν είχες έρθει ακόμη.
Κοιτούσα την δύση και σε έβλεπα
-μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου
-ένα μειδίαμα σκιάς βαθειά στη Θάλασσα.
Η μητέρα μου κρατούσε τα χέρια.
Μα εγώ
πίσω από τον τρυφερό της ώμο
πίσω απ΄ τα μαλλιά της τα χλωμά
στρωτά με ένα στρώμα υπομονής και ευγένειας
κοιτούσα σοβαρός την θάλασσα.
Ένας γλάρος με φώναζε
στο βάθος της εσπέρας
εκεί στην γαλανή καμπύλη των βουνών.
...
Γυμνοί παλέψαμε στην αμμουδιά το μεσημέρι
με τα υγρά κορμιά των δωδεκάχρονων παιδιών
πιο πολύ για το αγκάλιασμα παρά για την πάλη
πιο πολύ για την πάλη παρά για την νίκη
μονάχα για την νίκη.
Αλμυρά μαλλιά
ηλιοψημένοι μηροί
ο φλοίσβος ανάμεσα στο φιλί
η θάλασσα πιο πέρα απ΄ το σπασμό.
Τα μεσημέρια βουίζοντας κατέβαιναν σε στροβίλους φωτιάς
να τυλίξουν μ΄ άσπρες φλόγες τα ψαράδικα σπίτια
να κάψουν τις καρδιές που δεν αντιστέκονται.
Έξω από τα παράθυρα το γαληνό κιθάρισμα του μπάτη
το φωτεινό πρόσωπο της ευωδίας
στην άσπρη μνήμη του καλοκαιριού
με μια μαβιά δέσμη σκιάς
λοξά στο βελουδένιο μάγουλο.
Χρυσή αναπνοή του ατέλειωτου νερού
δίχτυα που λιάζονται στα βράχια
βάρκες γεμάτες καρπούς και λουλούδια
τα σπίτια μας γραμμένα μες στη θάλασσα
να τα σπίτια μας.
...
Μας πήραν το θαλασσινό τραγούδι
μας δέσαν τα θαλασσινά μας πόδια.
Παιδάκια σιωπηλά κι απορημένα
με τα αλατισμένα ματόκλαδα
με τα μεγάλα μάτια τα γαλάζια
περνάμε φοβισμένα στις μεγάλες πολιτείες
κάτω απ΄ τα νοσοκομεία που μυρίζουν ύπνο κι ιδρώτα
κάτω απ΄ τα σπίτια με τούς κόκκινους γλόμπους
κάτω απ΄ τα μέγαρα
που καπνίζουν αίμα νύχτα κι αρπαγή.
Μητέρα μητέρα
που αρνηθήκαμε
την τρυφερή σοφία των δακρύων σου
που ΄ναι το μακρόθυμο χέρι σου
με την έκφραση της καρτερίας
που ΄ναι το χέρι σου
ν΄ ακούσουμε την αυγή και την θάλασσα
να ζεστάνουμε τη μοναξιά;
Μητέρα
ο ουρανός γκρεμίστηκε
στα δάκρια των αθώων.
Εμείς που περπατήσαμε τις νύχτες
σε λευκά δάση μαργαριταριών
εμείς που πελεκήσαμε στην πέτρα
τη γαληνή μορφή του ονείρου
δεν ξέρουμε να περπατάμε
πάνω στους δρόμους που κάθε μέρα βάφονται
με το αίμα του ξανθού Ιησού.
Πίσω απ΄ τους τοίχους μας παραμονεύουν
Απ΄ τις γωνιές φεύγουν περίτρομα
πλήθη αγριοπερίστερων.
Πόρτες χάσκουν την νύχτα.
Ξίφη αστράφτουν.
Ένα φεγγάρι αποκεφαλισμένο.
Οι άνθρωποι ετοιμάζουν σκάλες
με ανθρώπινα κόκαλα
για να ανέβουν.
Κύριε Κύριε
κι εμείς εδώ
στη μέση των μεγάλων δρόμων
λυπημένοι κι αδέξιοι
με το άδειο δισάκι στα χέρια
μ' ένα κλουβί αηδονιών στη ράχη
με την πλατιά μνήμη της θάλασσας στο μέτωπο
με χέρια αθώα που δεν επαιτούν.
Μητέρα δεν μας μένει τίποτα.
Που θ΄ απαγκιάσουμε;
Που θα κοιμηθούμε;
...
Παιδί μελαχρινό με τα γαλάζια μάτια
με τα πυκνά μαλλιά που τα χτένισε η θάλασσα
παιδί με το ανεύθυνο βάδισμα που ποτέ δεν ρωτούσε την γη
περήφανο παιδί που αρνιόσουνα την εκκλησία της Κυριακής
που έφτιαχνες χαρταετούς και πλοία με τα τετράδια της αριθμητικής
θυμάσαι τον γέρο καπετάνιο
που ξέχασε το λιμάνι κοιτάζοντας τα αστέρια
για να κερδίσει την νιότη τραγουδώντας τη θάλασσα;
Έτσι την ώρα που μας άφηνε
το τελευταίο χαμόγελο της νύχτας
και δεν είχαμε άλλο πλοίο να μπαρκάρουμε
κι ήταν οι προκυμαίες χωρίς φανάρια κι επιβάτες
απαντήσαμε τον ίσκιο μας ώ παιδί της θάλασσας
απαντήσαμε σένα μ΄ ένα φεγγάρι ανοιξιάτικο στα χέρια
να βηματίζεις μονάχο στ΄ ακρογιάλι ανάμεσα στα βράχια
όπου ρεμβάζουν γαλήνια τα καβούρια και οι φώκιες.
Μάτια χορτασμένα με ζωγραφιές υδάτινες
που πεινούν ακόμη το νερό
παρελάσεις άστρων στη μνήμη κοιμισμένων γλάρων
έφοδος ξαφνική των δελφινιών, πανικός των υδρόβιων
και πάνω στους ραγισμένους καθρέφτες του νερού
η κυκλική απόδραση του γαλαξία.
Η σιγή φεύγει πάλι τρομαγμένη
μακριά στην κοιμισμένη παραλία
- λευκή κόρη των πνιγμένων καπετάνιων
που ζει στα ερείπια του πανάρχαιου μώλου
και κάθε νύχτα που γεμίζει το φεγγάρι
την κυνηγούν οι μεθυσμένοι ναύτες.
Κύριε τ' ουρανού της γης και της θάλασσας
ως πότε θ΄ αγρυπνούμε
ως πότε θα διψάμε
ως πότε δεν θα πεθαίνουμε;
...
1939-1940
Δίστιχα από τον Επιτάφιο
Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, λουλούδι της ερμιάς μου,
πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;
Πουλί μου, εσύ που μού ' φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;
Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ' άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο διες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου μπήγω.
---------------------
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
Άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω
Στο λιακωτό και κοίταζες , και δίχως να χορταίνεις
Άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης
Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα,
Τα όσα γλυκά , τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα.
Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα λάδι,
Και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι
Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
Κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.
Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ΄ αστέρια και τα πλάτια
Τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.
-------------------
Γλυκέ μου εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιε μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε.
Δες, πλάι μας περνούν πολλοί, περνούν καβαλλαραίοι,
όλοι στητοί και δυνατοί και σαν και σένα ωραίοι.
Ανάμεσά τους, γιόκα μου, θωρώ σε αναστημένο,
το θώρι σου στο θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.
Γιε μου στ' αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,
σου πήρα το ντουφέκι σου, κοιμήσου εσύ πουλί μου.
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, λουλούδι της ερμιάς μου,
πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;
Πουλί μου, εσύ που μού ' φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;
Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ' άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο διες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου μπήγω.
---------------------
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
Άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω
Στο λιακωτό και κοίταζες , και δίχως να χορταίνεις
Άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης
Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα,
Τα όσα γλυκά , τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα.
Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα λάδι,
Και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι
Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
Κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.
Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ΄ αστέρια και τα πλάτια
Τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.
-------------------
Γλυκέ μου εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιε μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε.
Δες, πλάι μας περνούν πολλοί, περνούν καβαλλαραίοι,
όλοι στητοί και δυνατοί και σαν και σένα ωραίοι.
Ανάμεσά τους, γιόκα μου, θωρώ σε αναστημένο,
το θώρι σου στο θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.
Γιε μου στ' αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,
σου πήρα το ντουφέκι σου, κοιμήσου εσύ πουλί μου.
Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009
Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού Αγωνιστή
Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες
μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε . 'Έχουμε πατρίδα.
'Έχω κρατήσει μέσα μου την τουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κι έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
'Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κι είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κι έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.
Το πρώτο σου παιχνίδι , Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
'Έπαιξες τη φωτιά. 'Έπαιξες το Χριστό.
'Έπαιξες τον Αϊ Γιώργη και το Διγενή.
'Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν τα μεσάνυχτα.
'Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει
΄Ηταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν΄ ακούς κάτω απ΄ τη στέγη σου τ΄ ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
΄Αναψες κάτω από το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο και προχώρησες...
Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κι έπαιξες τον ΄Ανθρωπο!
(του Νικηφόρου Βρεττάκου
όπως καταγράφεται στην Ανθολογία του Βασίλη Βασιλικού "Λύρα Ελληνική")
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες
μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε . 'Έχουμε πατρίδα.
'Έχω κρατήσει μέσα μου την τουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κι έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
'Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κι είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κι έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.
Το πρώτο σου παιχνίδι , Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
'Έπαιξες τη φωτιά. 'Έπαιξες το Χριστό.
'Έπαιξες τον Αϊ Γιώργη και το Διγενή.
'Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν τα μεσάνυχτα.
'Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει
΄Ηταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν΄ ακούς κάτω απ΄ τη στέγη σου τ΄ ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
΄Αναψες κάτω από το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο και προχώρησες...
Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κι έπαιξες τον ΄Ανθρωπο!
(του Νικηφόρου Βρεττάκου
όπως καταγράφεται στην Ανθολογία του Βασίλη Βασιλικού "Λύρα Ελληνική")
Μικρός τύμβος (17 Νοεμβρίου 1973)
Δίχως τουφέκι και σπαθί, με τον ήλιο στο μέτωπο,
υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.
Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ώς εκεί
που ωραία λουλούδια τις μορφές σας
λιτανεύει ο αέρας της αρετής.
Ω παιδιά μου,
μπροστά σ' αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.
Από τη συλλογή "Παραλειπόμενα" του ΝΙκ. Βρεττάκου
υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.
Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ώς εκεί
που ωραία λουλούδια τις μορφές σας
λιτανεύει ο αέρας της αρετής.
Ω παιδιά μου,
μπροστά σ' αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.
Από τη συλλογή "Παραλειπόμενα" του ΝΙκ. Βρεττάκου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
