Σήμερον μαύρος ουρανός,σήμερον μαύρη μέρα,
σήμερον εσταυρώσανε, τον πάντων βασιλέα.
Σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερον έβαλαν βουλήνοι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά οι τρισκαταραμένοι.
Σαν κλέφη τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τις αυλές εκεί τον τυραγνάνε.
Κι' η Παναγιά η δέσποινα κ' οι άλλες οι γυναίκες
έπιασαν το στρατί στρατί, στρατί το μονοπάτι.
Το μονοπάτι τς' έβγαλε μεσ' στου ληστή την πόρτα.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει.
Τηρά και δεξιώτερα βλέπει τον Άγιο Γιάννη-
Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιού μου
μην είδες τον υιγιόκα μου και σένα δάσκαλό σου;-
Δεν έχω γλώσσα να σου πω γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμο,για να σού τονε δείξω.
Βλέπεις εκείνον τον γυμνό, τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτημένο;
Οπούναι τα ματάκια του ραμμένα με μετάξι,
κι οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είναι ο γυιόκας σου και μένα δάσκαλός μου.
΄Οπως μας το παρέδωσε ο Φώτης Κόντογλου στο κείμενό του με τίτλο "Σήμερον κρεμάται" (περιλαμβάνεται στο βιβλίο ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΣ - Η δοκιμασία του λογικού, Εκδόσεις Αρμός )
Τετάρτη 22 Απριλίου 2009
Οι πόνοι της Παναγίας
Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάζεις.
Ξαίρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράζεις.
Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό,
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.
Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω, την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ' απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ,
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι...
Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ' αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τα' ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις,
θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είν' αλήθεια πιο χρυσή, σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.
Από την ίδια συλλογή
Σε ποιο νησί του ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάζεις.
Ξαίρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράζεις.
Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό,
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.
Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω, την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ' απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ,
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι...
Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ' αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τα' ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις,
θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είν' αλήθεια πιο χρυσή, σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.
Από την ίδια συλλογή
Η μάνα του Χριστού
Πως οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει.
Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τηνε θρέφαν
κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!
Α! πώς είχα σα μάνα κ΄εγώ λαχταρήσει
(ήταν όνειρο κ΄ ΄εμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ΄άλλα σου αδέρφια να σ΄είχα γεννήσει
κι΄ από δόξες αλάργα κι αλάργ΄ από μίση!
Ένα κόκκινο σπίτι σ΄ αυλή με πηγάδι...
και μιά δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι...
νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.
Κι άμ΄ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεματα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
ν΄ ανασενει βαθιά τ΄ όλο κέδρον αγέρι.
Κι αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ίσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,
η ακριβή σου να βγαίνει νερό να σου χύσει,
ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν΄αρχίσει.
Κι ο κατάχρονος θάνατος θα΄τανε μέλι
και πολλή φύτρα θ΄άφηνες τέκνα κι αγγόνια
καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,
τ΄αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.
Κατεβάζω στα μάτια τη μαύρη ομπόλια,
γιά να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει...
Ξεφαντώνουν τ΄αηδόνια στα γύρω περβόλια,
λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.
Φεύγεις πάνου στην άνοιξη, γιέ μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν εχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη γιέ μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!
Καθώς κλαίει, σαν της πέρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυό σου τα μάτια μεγάλα:
τρέχουν αίμα τα στήθια, που βύζαξες γάλα.
Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου
στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας νά μπεις!
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)
δεν ηξέραν ακόμα ούτε ποιό τ΄όνομά σου!
Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη...
Δολερά ξεσηκώσανε τ΄άγνωμα πλήθη
κι όσο ο γήλιος να πέσει και νά΄ρθει το δείλι,
το σταυρό σου καρφώσαν οι οχτροί σου κ΄οι φίλοι.
Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι΄ακόμα,
σα ρωτήσανε:"Ποίος ο Χριστός;" τ είπες "Να με"!
Αχ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ΄ έμαθ΄ακόμα!
Από το Φως που Καίει του Κ. Βάρναλη
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει.
Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τηνε θρέφαν
κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!
Α! πώς είχα σα μάνα κ΄εγώ λαχταρήσει
(ήταν όνειρο κ΄ ΄εμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τ΄άλλα σου αδέρφια να σ΄είχα γεννήσει
κι΄ από δόξες αλάργα κι αλάργ΄ από μίση!
Ένα κόκκινο σπίτι σ΄ αυλή με πηγάδι...
και μιά δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι...
νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ,
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.
Κι άμ΄ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεματα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
ν΄ ανασενει βαθιά τ΄ όλο κέδρον αγέρι.
Κι αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ίσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,
η ακριβή σου να βγαίνει νερό να σου χύσει,
ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν΄αρχίσει.
Κι ο κατάχρονος θάνατος θα΄τανε μέλι
και πολλή φύτρα θ΄άφηνες τέκνα κι αγγόνια
καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,
τ΄αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.
Κατεβάζω στα μάτια τη μαύρη ομπόλια,
γιά να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει...
Ξεφαντώνουν τ΄αηδόνια στα γύρω περβόλια,
λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.
Φεύγεις πάνου στην άνοιξη, γιέ μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν εχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη γιέ μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!
Καθώς κλαίει, σαν της πέρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυό σου τα μάτια μεγάλα:
τρέχουν αίμα τα στήθια, που βύζαξες γάλα.
Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου
στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας νά μπεις!
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!)
δεν ηξέραν ακόμα ούτε ποιό τ΄όνομά σου!
Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη...
Δολερά ξεσηκώσανε τ΄άγνωμα πλήθη
κι όσο ο γήλιος να πέσει και νά΄ρθει το δείλι,
το σταυρό σου καρφώσαν οι οχτροί σου κ΄οι φίλοι.
Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι΄ακόμα,
σα ρωτήσανε:"Ποίος ο Χριστός;" τ είπες "Να με"!
Αχ! δεν ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ΄ έμαθ΄ακόμα!
Από το Φως που Καίει του Κ. Βάρναλη
Κυριακή 5 Απριλίου 2009
Μαρέα
Στο Γιακουμή Βαλάση
Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρεί μεσ' στα νερά
το παλλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες.
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες
του Chagall άλογα --- τσίρκο του Seurat.
Πυξίδα γέρικη --- ataxie locomotrice ---
και στοιχειωμένη από τα χείλια σου σφυρίχτρα.
Στην κόντρα γέφυρα προσμένατε κι' οι τρείς
να λύσει τ' άστρο του Αλμποράν η χαρτορίχτρα.
Της τραμουντάνας τ' άστρο, τ' άστρα του Νοτιά
παντρεύονται με πορφυρόχρωμους κομήτες.
Του Magazan οι θερμαστές οι Σοδομίτες
παίξαν του Σέσωστρη την κόρη στα χαρτιά.
Η ξύλινη που όλοι αγαπήσαμε Γοργόνα,
καθώς βουτά παίρνει παράξενες ανάσες.
Προτού κολλήσουμε για πάντα στις Σαργάσσες,
μας πρόδωσε μ' έναν πνιγμένο του Νορόνα.
Πουλιά στα ξάρτια --- καραντί --- στεργιανή ζάλη
χελιδονόψαρα --- πνιγμένου δαχτυλίδι.
Του ναυτικού το δυσκολώτερο ταξίδι
το κυβερνάν του Μαγγελάνου οι παπαγάλοι.
Η καραβίσια σκύλα οσμίζεται ρεστία
και το κορμί σου το νερό που θα καλάρει.
Τη νύχτα ο ναύτες κυνηγάνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ' αστεία.
Από το Πούσι του Ν. Καββαδία
Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρεί μεσ' στα νερά
το παλλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες.
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες
του Chagall άλογα --- τσίρκο του Seurat.
Πυξίδα γέρικη --- ataxie locomotrice ---
και στοιχειωμένη από τα χείλια σου σφυρίχτρα.
Στην κόντρα γέφυρα προσμένατε κι' οι τρείς
να λύσει τ' άστρο του Αλμποράν η χαρτορίχτρα.
Της τραμουντάνας τ' άστρο, τ' άστρα του Νοτιά
παντρεύονται με πορφυρόχρωμους κομήτες.
Του Magazan οι θερμαστές οι Σοδομίτες
παίξαν του Σέσωστρη την κόρη στα χαρτιά.
Η ξύλινη που όλοι αγαπήσαμε Γοργόνα,
καθώς βουτά παίρνει παράξενες ανάσες.
Προτού κολλήσουμε για πάντα στις Σαργάσσες,
μας πρόδωσε μ' έναν πνιγμένο του Νορόνα.
Πουλιά στα ξάρτια --- καραντί --- στεργιανή ζάλη
χελιδονόψαρα --- πνιγμένου δαχτυλίδι.
Του ναυτικού το δυσκολώτερο ταξίδι
το κυβερνάν του Μαγγελάνου οι παπαγάλοι.
Η καραβίσια σκύλα οσμίζεται ρεστία
και το κορμί σου το νερό που θα καλάρει.
Τη νύχτα ο ναύτες κυνηγάνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ' αστεία.
Από το Πούσι του Ν. Καββαδία
Περί Αστέρων και Συμπάντων
Κάθε βιβλίο είναι ένα ταξίδι, ένα ταξίδι μοναχικό και μοναδικό , σε οδηγεί σε μέρη άγνωστα, εξωτικά και πρωτόγνωρα, άλλες πάλι φορές σε μέρη γνώριμα που η εξερεύνησή τους ανάγεται σε μυστήριο του νου, αυτής της πολυμήχανης ενέργειας που έχει την ικανότητα να προσεγγίζει τις λέξεις και τα γράμματα σε αλλεπάλληλα επίπεδα , έτσι ώστε η ανάγνωση ενός βιβλίου να γίνεται κάθε φορά μια ιδιαίτερη , προσωπική εμπειρία.
Το βιβλίο «Περί αστέρων και συμπάντων» του Βασίλη Ξανθόπουλου είναι ένα διαστημικό ταξίδι και ταυτόχρονα ένα ταξίδι στο κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, ο Κοπέρνικος, ο Γαλιλαίος, ο Κέπλερ, ο Γραμματικάκης, ο Χώκιν, οι επιστήμονες του CERN κυριαρχούν στη σκέψη μου καθώς βυθίζομαι στις σελίδες του. Επιστημονικό, αλλά κατανοητό επιτρέπει σε κάθε αναγνώστη να συμμετέχει στην προσπάθεια κατανόησης του Κόσμου. Περιλαμβάνει δύο διαλέξεις του καθηγητή, ο οποίος έφυγε απροσδόκητα και βίαια από τη ζωή το 1990 , με σκοπό να δοθεί στο ελληνικό κοινό η δυνατότητα να προσεγγίσει θέματα σύγχρονης φυσικής.
Στην ενότητα της αστροφυσικής εκφράζεται η άποψη ότι η ζωή των αστεριών είναι ένας συνεχής αγώνας ενάντια στη βαρύτητα, που, ενώ τα δημιούργησε, προσπαθεί μετά να τα καταστρέψει. «Τα αστέρια, όπως και όλοι οι βιολογικοί οργανισμοί, περνούν από τα στάδια της ανάπτυξης , της ωριμότητας και των γηρατειών». Στην προσπάθειά τους να ζήσουν τα αστέρια παράγουν ενέργεια μέσα από θερμοπυρηνικές αντιδράσεις, καίγοντας υδρογόνο το οποίο μετατρέπουν σε ήλιο. Οι διαθέσιμες ποσότητες ενέργειας όμως είναι περιορισμένες, έτσι τα αστέρια κάποτε πεθαίνουν. Ανάλογα με τη μάζα τους , μετά το θάνατό τους γίνονται λευκοί και στη συνέχεια σκοτεινοί νάνοι, αστέρες νετρονίων ή μαύρες τρύπες. ΟΙ μαύρες τρύπες δεν είναι τα άκρως επικίνδυνα ουράνια σώματα που «κατατρώγουν» ό,τι υπάρχει γύρω τους. Είναι επικίνδυνες μόνο για τους πολύ περίεργους που τις πλησιάζουν σε μια συγκεκριμένη απόσταση και θανατηφόρες γι΄ αυτούς που ξεπερνούν αυτό το όριο . Η τελευταία απεγνωσμένη αμυντική προσπάθεια των αστεριών κατά της βαρύτητας είναι οι εκρήξεις σουπερνόβα, που σκορπίζουν στο Γαλαξία τα απαραίτητα για τη ζωή μας χημικά στοιχεία. Η ονομαστότερη (στον πολιτισμό μας!) έκρηξη σουπερνόβα παρατηρήθηκε το 1054 μ.Χ. από Κινέζους αστρονόμους στον αστερισμό του Ταύρου. Η έκρηξη αυτή δημιούργησε το νεφέλωμα του Καρκίνου που σήμερα το βλέπουμε με απόσταση 6.500 ετών φωτός. Σε κάποιον σουπερνόβα οφείλουμε τη ζωή μας. Από τη δεύτερη γενιά αστέρων και μετά σε έναν γαλαξία, ηλιακά συστήματα με πλανήτες σαν τη Γη μπορούν να σχηματισθούν, με χημική σύνθεση κατάλληλη για να δημιουργήσουν ζωή. Το σύμπαν είναι γεμάτο από γαλαξίες και οι γαλαξίες αποτελούνται από αστέρια, πρακτικά όμως είναι άδειοι και επομένως η ζωή των αστεριών δεν επηρεάζεται από τους γειτονικούς τους αστέρες. Αναφέρονται πρακτικά παραδείγματα τα οποία βοηθούν στην κατανόηση των μεγεθών και των αποστάσεων στο σύμπαν . Υπάρχει, εκτός από την ικανοποίηση της εύρεσης της αλήθειας και ένα επιπλέον όφελος από την κατανόηση της ζωής και της εξέλιξης των αστεριών: «Το γεγονός ότι πλέον θα ξέρω ότι ο ΄Ηλιος μας δημιουργήθηκε πριν από πέντε δισεκατομμύρια χρόνια, πως πολύ γρήγορα πήρε τη σημερινή του μορφή και τις σημερινές του διαστάσεις , πως μετά από πέντε δισεκατομμύρια χρόνια θα γίνει ερυθρός γίγαντας που κι αν ακόμη δεν περιλάβει, σίγουρα θα πλησιάσει πολύ και θα κατακαύσει τη Γη μας, και πως μερικά εκατομμύρια χρόνια αργότερα θα γίνει λευκός νάνος και πολύ σύντομα σκοτεινός, με κάνουν να αισθάνομαι πως με τη βοήθεια της επιστήμης, κατάφερα κάπως να επεκτείνω τη χρονική διάρκεια και τους ορίζοντες της μικρής ζωής μου». Τα αστέρια σε θέματα συμπεριφοράς συγκρίνονται με τον άνθρωπο (σελ. 39) και μάλιστα η διαφορά τους από τους ανθρώπους είναι ότι περνούν το στάδιο της εφηβείας τους μετά από την ωριμότητά τους, λίγο πριν από το τέλος της ζωής τους. Αυτή η διαπίστωση μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση διότι και η Αστρολογία αντιμετωπίζει τους πλανήτες ως έμψυχες οντότητες , οι οποίες μάλιστα αντιπροσωπεύουν αρχέτυπες δυνάμεις και ιδέες , όπως ο Ήλιος που εκφράζει την ενέργειά μας.
Η δεύτερη ενότητα ασχολείται με κοσμολογικά προβλήματα. Η μεγαλύτερη επανάσταση στη κοσμολογία συνέβη γύρω στα 1930, όταν ο Χαμπλ απέδειξε, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι το σύμπαν διαστέλλεται. Το πραγματικό σύμπαν, όπως το αντιλαμβανόμαστε σήμερα, είναι δέκα φορές μεγαλύτερο (σε γραμμικές διαστάσεις) από το σύμπαν του Χαμπλ. Μαθαίνουμε ότι αυτό που διαστέλλεται είναι ο χώρος, δεν υπάρχει κέντρο και πέρας του σύμπαντος και οι ορίζοντες μας συνεχώς διευρύνονται. Μέσα σε τι διαστέλλεται το σύμπαν; Προφανώς μέσα σε τίποτα! (σελ. 75) . Το ορατό σύμπαν, αυτό δηλαδή που βλέπουμε με τα τηλεσκόπια που διαθέτουμε, αποτελείται από μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια γαλαξίες, λίγο – πολύ σαν το δικό μας Γαλαξία, ισοτροπικά και σχεδόν ομογενώς κατανεμημένους γύρω μας, σε βάθος μέχρι 10 δισεκατομμύρια έτη φωτός. Ανεξάρτητα όμως του αν το σύμπαν είναι πεπερασμένο ή άπειρο, για μας ουσιαστικά υπάρχει και θα υπάρχει πάντα μόνον ένα πεπερασμένο κομμάτι (σελ. 77). Αναπτύσσει τη θεωρία της μεγάλης έκρηξης παρακολουθώντας βήμα προς βήμα την εξέλιξη του σύμπαντος από την υπέρπυκνη εποχή της απόλυτης μοναξιάς στη βαθμιαία πτώση της θερμοκρασίας του, στη δημιουργία των στοιχειωδών σωματιδίων και των πυρήνων ηλίου και δευτερίου , μέχρι την απελευθέρωση του φωτός από την ύλη και το σχεδόν σύγχρονο πέρασμα από την φωτοκρατία στην υλοκρατία. Οι γαλαξίες δεν απομακρύνονται επειδή ασκούνται πάνω τους κοσμικές δυνάμεις, αλλά εξαιτίας της αρχικής ορμής που απέκτησαν κατά τη μεγάλη έκρηξη. Για το μέλλον του σύμπαντος εκφράζεται η άποψη ότι εξαρτάται αποκλειστικά από την πυκνότητά του. Οι παρατηρήσεις δεν είναι τόσο ακριβείς ώστε να καταλήξουν οι αστροφυσικοί στο συμπέρασμα ότι θα εξακολουθήσει να διαστέλλεται επ΄ άπειρον ή αν κάποτε θα αρχίσει να συστέλλεται και θα έχει πεπερασμένη συνολική ζωή. Στην συνέχεια γίνεται ανάλυση της θεωρίας του πληθωριστικού σύμπαντος , που συζητήθηκε ιδιαίτερα στη δεκαετία του ογδόντα. Τέλος εξετάζεται το ανθρωπικό αξίωμα , που προσπαθεί να εξηγήσει κύρια χαρακτηριστικά του σύμπαντος από μόνο το γεγονός ότι υπάρχει σ΄ αυτό ζωή αναπτυγμένης μορφής. Πιο συγκεκριμένα αναλύεται η σκέψη ότι η ανάπτυξη της ζωής (όπως τη βλέπουμε γύρω μας ) θα ήταν αρκετά αμφισβητήσιμη σ΄ ένα σύμπαν στο οποίο, αν και αυτό θα υπάκουε σ τους ίδιους φυσικούς νόμους (όπως τους καταλαβαίνουμε σήμερα) , θα είχαν λίγο διαφορετικές τιμές οι μικροσκοπικές και μακροσκοπικές σταθερές. Η βασική ιδέα – παραδοχή του ανθρωπικού αξιώματος είναι πως ο αντικειμενικός σκοπός ύπαρξης του σύμπαντος είναι να αποκτήσει την αυτογνωσία του (σελ. 117). Το σύμπαν θέλει να καταλάβει τον εαυτό του, να ανακαλύψει τη δομή του και τους φυσικούς νόμους που το κυβερνούν. Αυτό καταφέρνει δημιουργώντας κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη της ζωής. Η ανθρώπινη κλίμακα φαίνεται να είναι πολύ κοντά στον γεωμετρικό μέσο όρο της αστρονομικής και της πυρηνικής ή ατομικής κλίμακας, αναφορικά δηλαδή με το χρόνο, τη μάζα και το μήκος. Ανάλογες σκέψεις συναντούμε και στην «Κόμη της Βερενίκης». Πόσα σύμπαντα υπάρχουν; Είναι δυνατόν να υπάρχουν παράλληλα σύμπαντα; Δεν υπάρχει απάντηση, αλλά το μυαλό μου φτερούγισε στη Νάρνια. Το ανθρωπικό αξίωμα μας δίνει, εκτός από την ικανοποίηση μιας κάποιας κατανόησης των φυσικών σταθερών του σύμπαντος, και την αίσθηση πως κάτι αξίζουμε , κάποιο ρόλο παίζουμε μέσα στο αχανές σύμπαν. Ποιος ξέρει μπορεί να είμαστε και ο σκοπός της δημιουργίας!
Το βιβλίο «Περί αστέρων και συμπάντων» του Βασίλη Ξανθόπουλου είναι ένα διαστημικό ταξίδι και ταυτόχρονα ένα ταξίδι στο κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, ο Κοπέρνικος, ο Γαλιλαίος, ο Κέπλερ, ο Γραμματικάκης, ο Χώκιν, οι επιστήμονες του CERN κυριαρχούν στη σκέψη μου καθώς βυθίζομαι στις σελίδες του. Επιστημονικό, αλλά κατανοητό επιτρέπει σε κάθε αναγνώστη να συμμετέχει στην προσπάθεια κατανόησης του Κόσμου. Περιλαμβάνει δύο διαλέξεις του καθηγητή, ο οποίος έφυγε απροσδόκητα και βίαια από τη ζωή το 1990 , με σκοπό να δοθεί στο ελληνικό κοινό η δυνατότητα να προσεγγίσει θέματα σύγχρονης φυσικής.
Στην ενότητα της αστροφυσικής εκφράζεται η άποψη ότι η ζωή των αστεριών είναι ένας συνεχής αγώνας ενάντια στη βαρύτητα, που, ενώ τα δημιούργησε, προσπαθεί μετά να τα καταστρέψει. «Τα αστέρια, όπως και όλοι οι βιολογικοί οργανισμοί, περνούν από τα στάδια της ανάπτυξης , της ωριμότητας και των γηρατειών». Στην προσπάθειά τους να ζήσουν τα αστέρια παράγουν ενέργεια μέσα από θερμοπυρηνικές αντιδράσεις, καίγοντας υδρογόνο το οποίο μετατρέπουν σε ήλιο. Οι διαθέσιμες ποσότητες ενέργειας όμως είναι περιορισμένες, έτσι τα αστέρια κάποτε πεθαίνουν. Ανάλογα με τη μάζα τους , μετά το θάνατό τους γίνονται λευκοί και στη συνέχεια σκοτεινοί νάνοι, αστέρες νετρονίων ή μαύρες τρύπες. ΟΙ μαύρες τρύπες δεν είναι τα άκρως επικίνδυνα ουράνια σώματα που «κατατρώγουν» ό,τι υπάρχει γύρω τους. Είναι επικίνδυνες μόνο για τους πολύ περίεργους που τις πλησιάζουν σε μια συγκεκριμένη απόσταση και θανατηφόρες γι΄ αυτούς που ξεπερνούν αυτό το όριο . Η τελευταία απεγνωσμένη αμυντική προσπάθεια των αστεριών κατά της βαρύτητας είναι οι εκρήξεις σουπερνόβα, που σκορπίζουν στο Γαλαξία τα απαραίτητα για τη ζωή μας χημικά στοιχεία. Η ονομαστότερη (στον πολιτισμό μας!) έκρηξη σουπερνόβα παρατηρήθηκε το 1054 μ.Χ. από Κινέζους αστρονόμους στον αστερισμό του Ταύρου. Η έκρηξη αυτή δημιούργησε το νεφέλωμα του Καρκίνου που σήμερα το βλέπουμε με απόσταση 6.500 ετών φωτός. Σε κάποιον σουπερνόβα οφείλουμε τη ζωή μας. Από τη δεύτερη γενιά αστέρων και μετά σε έναν γαλαξία, ηλιακά συστήματα με πλανήτες σαν τη Γη μπορούν να σχηματισθούν, με χημική σύνθεση κατάλληλη για να δημιουργήσουν ζωή. Το σύμπαν είναι γεμάτο από γαλαξίες και οι γαλαξίες αποτελούνται από αστέρια, πρακτικά όμως είναι άδειοι και επομένως η ζωή των αστεριών δεν επηρεάζεται από τους γειτονικούς τους αστέρες. Αναφέρονται πρακτικά παραδείγματα τα οποία βοηθούν στην κατανόηση των μεγεθών και των αποστάσεων στο σύμπαν . Υπάρχει, εκτός από την ικανοποίηση της εύρεσης της αλήθειας και ένα επιπλέον όφελος από την κατανόηση της ζωής και της εξέλιξης των αστεριών: «Το γεγονός ότι πλέον θα ξέρω ότι ο ΄Ηλιος μας δημιουργήθηκε πριν από πέντε δισεκατομμύρια χρόνια, πως πολύ γρήγορα πήρε τη σημερινή του μορφή και τις σημερινές του διαστάσεις , πως μετά από πέντε δισεκατομμύρια χρόνια θα γίνει ερυθρός γίγαντας που κι αν ακόμη δεν περιλάβει, σίγουρα θα πλησιάσει πολύ και θα κατακαύσει τη Γη μας, και πως μερικά εκατομμύρια χρόνια αργότερα θα γίνει λευκός νάνος και πολύ σύντομα σκοτεινός, με κάνουν να αισθάνομαι πως με τη βοήθεια της επιστήμης, κατάφερα κάπως να επεκτείνω τη χρονική διάρκεια και τους ορίζοντες της μικρής ζωής μου». Τα αστέρια σε θέματα συμπεριφοράς συγκρίνονται με τον άνθρωπο (σελ. 39) και μάλιστα η διαφορά τους από τους ανθρώπους είναι ότι περνούν το στάδιο της εφηβείας τους μετά από την ωριμότητά τους, λίγο πριν από το τέλος της ζωής τους. Αυτή η διαπίστωση μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση διότι και η Αστρολογία αντιμετωπίζει τους πλανήτες ως έμψυχες οντότητες , οι οποίες μάλιστα αντιπροσωπεύουν αρχέτυπες δυνάμεις και ιδέες , όπως ο Ήλιος που εκφράζει την ενέργειά μας.
Η δεύτερη ενότητα ασχολείται με κοσμολογικά προβλήματα. Η μεγαλύτερη επανάσταση στη κοσμολογία συνέβη γύρω στα 1930, όταν ο Χαμπλ απέδειξε, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι το σύμπαν διαστέλλεται. Το πραγματικό σύμπαν, όπως το αντιλαμβανόμαστε σήμερα, είναι δέκα φορές μεγαλύτερο (σε γραμμικές διαστάσεις) από το σύμπαν του Χαμπλ. Μαθαίνουμε ότι αυτό που διαστέλλεται είναι ο χώρος, δεν υπάρχει κέντρο και πέρας του σύμπαντος και οι ορίζοντες μας συνεχώς διευρύνονται. Μέσα σε τι διαστέλλεται το σύμπαν; Προφανώς μέσα σε τίποτα! (σελ. 75) . Το ορατό σύμπαν, αυτό δηλαδή που βλέπουμε με τα τηλεσκόπια που διαθέτουμε, αποτελείται από μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια γαλαξίες, λίγο – πολύ σαν το δικό μας Γαλαξία, ισοτροπικά και σχεδόν ομογενώς κατανεμημένους γύρω μας, σε βάθος μέχρι 10 δισεκατομμύρια έτη φωτός. Ανεξάρτητα όμως του αν το σύμπαν είναι πεπερασμένο ή άπειρο, για μας ουσιαστικά υπάρχει και θα υπάρχει πάντα μόνον ένα πεπερασμένο κομμάτι (σελ. 77). Αναπτύσσει τη θεωρία της μεγάλης έκρηξης παρακολουθώντας βήμα προς βήμα την εξέλιξη του σύμπαντος από την υπέρπυκνη εποχή της απόλυτης μοναξιάς στη βαθμιαία πτώση της θερμοκρασίας του, στη δημιουργία των στοιχειωδών σωματιδίων και των πυρήνων ηλίου και δευτερίου , μέχρι την απελευθέρωση του φωτός από την ύλη και το σχεδόν σύγχρονο πέρασμα από την φωτοκρατία στην υλοκρατία. Οι γαλαξίες δεν απομακρύνονται επειδή ασκούνται πάνω τους κοσμικές δυνάμεις, αλλά εξαιτίας της αρχικής ορμής που απέκτησαν κατά τη μεγάλη έκρηξη. Για το μέλλον του σύμπαντος εκφράζεται η άποψη ότι εξαρτάται αποκλειστικά από την πυκνότητά του. Οι παρατηρήσεις δεν είναι τόσο ακριβείς ώστε να καταλήξουν οι αστροφυσικοί στο συμπέρασμα ότι θα εξακολουθήσει να διαστέλλεται επ΄ άπειρον ή αν κάποτε θα αρχίσει να συστέλλεται και θα έχει πεπερασμένη συνολική ζωή. Στην συνέχεια γίνεται ανάλυση της θεωρίας του πληθωριστικού σύμπαντος , που συζητήθηκε ιδιαίτερα στη δεκαετία του ογδόντα. Τέλος εξετάζεται το ανθρωπικό αξίωμα , που προσπαθεί να εξηγήσει κύρια χαρακτηριστικά του σύμπαντος από μόνο το γεγονός ότι υπάρχει σ΄ αυτό ζωή αναπτυγμένης μορφής. Πιο συγκεκριμένα αναλύεται η σκέψη ότι η ανάπτυξη της ζωής (όπως τη βλέπουμε γύρω μας ) θα ήταν αρκετά αμφισβητήσιμη σ΄ ένα σύμπαν στο οποίο, αν και αυτό θα υπάκουε σ τους ίδιους φυσικούς νόμους (όπως τους καταλαβαίνουμε σήμερα) , θα είχαν λίγο διαφορετικές τιμές οι μικροσκοπικές και μακροσκοπικές σταθερές. Η βασική ιδέα – παραδοχή του ανθρωπικού αξιώματος είναι πως ο αντικειμενικός σκοπός ύπαρξης του σύμπαντος είναι να αποκτήσει την αυτογνωσία του (σελ. 117). Το σύμπαν θέλει να καταλάβει τον εαυτό του, να ανακαλύψει τη δομή του και τους φυσικούς νόμους που το κυβερνούν. Αυτό καταφέρνει δημιουργώντας κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη της ζωής. Η ανθρώπινη κλίμακα φαίνεται να είναι πολύ κοντά στον γεωμετρικό μέσο όρο της αστρονομικής και της πυρηνικής ή ατομικής κλίμακας, αναφορικά δηλαδή με το χρόνο, τη μάζα και το μήκος. Ανάλογες σκέψεις συναντούμε και στην «Κόμη της Βερενίκης». Πόσα σύμπαντα υπάρχουν; Είναι δυνατόν να υπάρχουν παράλληλα σύμπαντα; Δεν υπάρχει απάντηση, αλλά το μυαλό μου φτερούγισε στη Νάρνια. Το ανθρωπικό αξίωμα μας δίνει, εκτός από την ικανοποίηση μιας κάποιας κατανόησης των φυσικών σταθερών του σύμπαντος, και την αίσθηση πως κάτι αξίζουμε , κάποιο ρόλο παίζουμε μέσα στο αχανές σύμπαν. Ποιος ξέρει μπορεί να είμαστε και ο σκοπός της δημιουργίας!
Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009
Τίμησα την Παγκόσμια Μέρα της Ποίησης με Γιάννη Ρίτσο
Το ποίημα είναι τ΄ αρνητικό της σιωπής
Αφιερωμένη στο Γιάννη Ρίτσο η φετινή χρονιά, που το Υπουργείο Πολιτισμού ανακήρυξε ως «έτος Ρίτσου», ενώ το Ε.ΚΕ.ΒΙ. προγραμματίζει εκδηλώσεις για να τιμήσει το μεγάλο δημιουργό . Εκατό χρόνια πέρασαν από τη γέννηση του στη Μονεμβασιά . Ο πατέρας του μεγαλοκτηματίας , χάνει την περιουσία του , ενώ , παράλληλα με την οικονομική καταστροφή της οικογένειας, η μητέρα του και ο αδελφός του πεθαίνουν το 1921 από φυματίωση. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο , έρχεται στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως δακτυλογράφος , λίγο καιρό όμως μετά προσβάλλεται κι αυτός από φυματίωση. Επιστρέφει στη Μονεμβασιά όπου η ποίηση, η ζωγραφική και η μουσική είναι οι σύντροφοι του . Γύρω στα 1927 νοσηλεύεται στο σανατόριο Σωτηρία για τρία χρόνια. Εκεί ο Ρίτσος γνωρίζεται με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του. Εκεί μυείται στα κουμμουνιστικά ιδεώδη. Από το φθινόπωρο του 1930 και για ένα χρόνο ζει στα Χανιά, αρχικά στο Άσυλο Φυματικών της Καψαλώνας και μετά από προσωπική καταγγελία του για τις άθλιες συνθήκες ζωής που επικρατούσαν εκεί , μεταφέρεται μαζί με όλους τους τροφίμους σε άλλο σανατόριο. . Τον Οκτώβρη του 1931 επιστρέφει στην Αθήνα . Σκηνοθετεί, συμμετέχει σε παραστάσεις. Η υγεία του βελτιώνεται σταδιακά. Το 1932 ο πατέρας του μπαίνει στο Ψυχιατρείο στο Δαφνί , όπου και πεθαίνει μερικά χρόνια αργότερα. Η πρώτη ποιητική συλλογή δημοσιεύεται το 1934 με το τίτλο Τρακτέρ κάτω από το ψευδώνυμο Ι.Σοστίρ. Την ίδια χρονιά προσλαμβάνεται ως επιμελητής εκδόσεων του οίκου Γκοβόστη και γράφεται στο Κ.Κ.Ε.. Οι νεκροί μιας διαδήλωσης καπνεργατών , που χτυπήθηκε από την αστυνομία , στη Θεσσαλονίκη τον οδηγούν στον «Επιτάφιο»:
΄Ησουν καλός κι ήσουν γλυκός κι είχες τις χάρες όλες
Όλα τα χάδια του αγεριού, του κήπου όλες τις βιόλες
Το 1937 νοσηλεύεται στο σανατόριο της Πάρνηθας. Γράφει την «Εαρινή Συμφωνία»:
Η αγάπη
Πιο μεγάλη
Απ΄ τη σιωπή
Γεφυρώνει το θεό με τον άνθρωπο
Και γεμίζει το απέραντο χάσμα
Με φτερά και λουλούδια
Κατά τη διάρκεια της κατοχής ο Ρίτσος ζει κατάκοιτος, παρόλα αυτά συμμετέχει στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ. Το 1943 εκδίδεται η «Δοκιμασία»:
Κάθε άνθρωπος έχει τη θέση του στον ήλιο
Κάθε άνθρωπος έχει ένα όνειρο. Κάθε άνθρωπος
Έχει έναν ουρανό πάνου από την πληγή του
Κι ένα μικρό παράνομο σημείωμα της άνοιξης μέσα στην τσέπη του.
Το 1948 εξορίζεται λόγω της αριστερής δράσης του διαδοχικά στη Λήμνο, τη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη. ‘ Όταν επιστρέφει στην Αθήνα, πολιτεύεται στην ΕΔΑ. Το 1954 παντρεύεται την παιδίατρο Φαλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία αποκτούν μια κόρη την Έρη.
Δημοσιεύει τη γνωστή «Σονάτα του Σεληνόφωτος»:
Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
Μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
΄Αφησέ με να ΄ρθω μαζί σου.
Το 1956 ταξιδεύει στη Σοβιετική Ένωση ως μέλος αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων . Γράφει τις εντυπώσεις του στην «ΑΥΓΗ». Το 1966 εκδίδεται η «Ρωμιοσύνη»:
Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
Αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ΄ τα ξένα βήματα,
Αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνον στον ήλιο,
Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
Μετά το πραξικόπημα του 1967 εξορίζεται ξανά, αυτή τη φορά στη Γυάρο , τη Λέρο και τη Σάμο, όπου περιορίζεται στο σπίτι της γυναίκας του για λόγους υγείας. Τα βιβλία του απαγορεύονται .
Το 1973 κυκλοφορούν τα «Δεκαοκτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας»:
Κουβέντα μ΄ ένα λουλούδι
-Κυκλάμινο, κυκλάμινο, στου βράχου τη σχισμάδα,
Πού βρήκες χρώματα κι ανθείς, πού μίσκο και σαλεύεις;
-Μέσα στο βράχο σύναζα το γαίμα στάλα-στάλα,
Μαντήλι ρόδινο έπλεξα κι ήλιο μαζεύω τώρα.
Λίγο αργότερα το «Καπνισμένο Τσουκάλι»:
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ' τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.
Μετά την πτώση της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση έζησε κυρίως στην Αθήνα και τιμήθηκε για το έργο του από την Ελλάδα και άλλες χώρες του κόσμου. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα διεθνή βραβεία Ποίησης στο Βέλγιο, στην Σόφια και στη Γαλλία , το βραβείο Λένιν , το Διεθνές Βραβείο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης , το βραβείο Ποιητή Διεθνούς Ειρήνης του ΟΗΕ. Ανακηρύσσεται μέλος της Ακαδημίας του Μάιντς της Ομοσπονδιακής Γερμανίας το 1970 , επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. το 1975 και του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1987. Το 1986 προτείνεται για το βραβείο Νόμπελ. ΄Εφυγε από τη ζωή το Νοέμβρη του 1990 και η σορός του ενταφιάστηκε στη γενέτειρά του, όπως ήταν η επιθυμία του.
Το έργο του Γιάννη Ρίτσου αποτελείται από εκατό ποιητικές συλλογές και πολλές μεταφράσεις. Πολλά έργα του μεταφράζονται και εκδίδονται στο εξωτερικό. Η ποίησή του είναι διαποτισμένη από το όραμά του για το μέλλον, από τις ιδέες της Αδελφοσύνης, της Ειρήνης και της Ελευθερίας, μιλά για τρακτέρ, για πυραμίδες, για την άνοιξη και τον χειμώνα , για τις γειτονιές του κόσμου, για το νεκρό σπίτι και το καπνισμένο τσουκάλι, για την ανυπότακτη πολιτεία , για το σώμα και το αίμα, για πέτρες και γέφυρες, για τον έρωτα και τον θάνατο. ΄Αλλοτε αγωνιστικός, άλλοτε τρυφερός, άλλοτε στοχαστικός παρηγορητής κι άλλοτε παθιασμένος επαναστάτης , δραματικός, αλλά και ρεαλιστής, επικός, αλλά και λυρικός, ο Γιάννης Ρίτσος , ο μεγάλος βάρδος της Αριστεράς, είναι ένας από τους μεγαλύτερους ΄Ελληνες ποιητές.
Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, …
Τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος.
Αφιερωμένη στο Γιάννη Ρίτσο η φετινή χρονιά, που το Υπουργείο Πολιτισμού ανακήρυξε ως «έτος Ρίτσου», ενώ το Ε.ΚΕ.ΒΙ. προγραμματίζει εκδηλώσεις για να τιμήσει το μεγάλο δημιουργό . Εκατό χρόνια πέρασαν από τη γέννηση του στη Μονεμβασιά . Ο πατέρας του μεγαλοκτηματίας , χάνει την περιουσία του , ενώ , παράλληλα με την οικονομική καταστροφή της οικογένειας, η μητέρα του και ο αδελφός του πεθαίνουν το 1921 από φυματίωση. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο , έρχεται στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως δακτυλογράφος , λίγο καιρό όμως μετά προσβάλλεται κι αυτός από φυματίωση. Επιστρέφει στη Μονεμβασιά όπου η ποίηση, η ζωγραφική και η μουσική είναι οι σύντροφοι του . Γύρω στα 1927 νοσηλεύεται στο σανατόριο Σωτηρία για τρία χρόνια. Εκεί ο Ρίτσος γνωρίζεται με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του. Εκεί μυείται στα κουμμουνιστικά ιδεώδη. Από το φθινόπωρο του 1930 και για ένα χρόνο ζει στα Χανιά, αρχικά στο Άσυλο Φυματικών της Καψαλώνας και μετά από προσωπική καταγγελία του για τις άθλιες συνθήκες ζωής που επικρατούσαν εκεί , μεταφέρεται μαζί με όλους τους τροφίμους σε άλλο σανατόριο. . Τον Οκτώβρη του 1931 επιστρέφει στην Αθήνα . Σκηνοθετεί, συμμετέχει σε παραστάσεις. Η υγεία του βελτιώνεται σταδιακά. Το 1932 ο πατέρας του μπαίνει στο Ψυχιατρείο στο Δαφνί , όπου και πεθαίνει μερικά χρόνια αργότερα. Η πρώτη ποιητική συλλογή δημοσιεύεται το 1934 με το τίτλο Τρακτέρ κάτω από το ψευδώνυμο Ι.Σοστίρ. Την ίδια χρονιά προσλαμβάνεται ως επιμελητής εκδόσεων του οίκου Γκοβόστη και γράφεται στο Κ.Κ.Ε.. Οι νεκροί μιας διαδήλωσης καπνεργατών , που χτυπήθηκε από την αστυνομία , στη Θεσσαλονίκη τον οδηγούν στον «Επιτάφιο»:
΄Ησουν καλός κι ήσουν γλυκός κι είχες τις χάρες όλες
Όλα τα χάδια του αγεριού, του κήπου όλες τις βιόλες
Το 1937 νοσηλεύεται στο σανατόριο της Πάρνηθας. Γράφει την «Εαρινή Συμφωνία»:
Η αγάπη
Πιο μεγάλη
Απ΄ τη σιωπή
Γεφυρώνει το θεό με τον άνθρωπο
Και γεμίζει το απέραντο χάσμα
Με φτερά και λουλούδια
Κατά τη διάρκεια της κατοχής ο Ρίτσος ζει κατάκοιτος, παρόλα αυτά συμμετέχει στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ. Το 1943 εκδίδεται η «Δοκιμασία»:
Κάθε άνθρωπος έχει τη θέση του στον ήλιο
Κάθε άνθρωπος έχει ένα όνειρο. Κάθε άνθρωπος
Έχει έναν ουρανό πάνου από την πληγή του
Κι ένα μικρό παράνομο σημείωμα της άνοιξης μέσα στην τσέπη του.
Το 1948 εξορίζεται λόγω της αριστερής δράσης του διαδοχικά στη Λήμνο, τη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη. ‘ Όταν επιστρέφει στην Αθήνα, πολιτεύεται στην ΕΔΑ. Το 1954 παντρεύεται την παιδίατρο Φαλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία αποκτούν μια κόρη την Έρη.
Δημοσιεύει τη γνωστή «Σονάτα του Σεληνόφωτος»:
Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
Μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
΄Αφησέ με να ΄ρθω μαζί σου.
Το 1956 ταξιδεύει στη Σοβιετική Ένωση ως μέλος αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων . Γράφει τις εντυπώσεις του στην «ΑΥΓΗ». Το 1966 εκδίδεται η «Ρωμιοσύνη»:
Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
Αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ΄ τα ξένα βήματα,
Αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνον στον ήλιο,
Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
Μετά το πραξικόπημα του 1967 εξορίζεται ξανά, αυτή τη φορά στη Γυάρο , τη Λέρο και τη Σάμο, όπου περιορίζεται στο σπίτι της γυναίκας του για λόγους υγείας. Τα βιβλία του απαγορεύονται .
Το 1973 κυκλοφορούν τα «Δεκαοκτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας»:
Κουβέντα μ΄ ένα λουλούδι
-Κυκλάμινο, κυκλάμινο, στου βράχου τη σχισμάδα,
Πού βρήκες χρώματα κι ανθείς, πού μίσκο και σαλεύεις;
-Μέσα στο βράχο σύναζα το γαίμα στάλα-στάλα,
Μαντήλι ρόδινο έπλεξα κι ήλιο μαζεύω τώρα.
Λίγο αργότερα το «Καπνισμένο Τσουκάλι»:
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ' τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.
Μετά την πτώση της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση έζησε κυρίως στην Αθήνα και τιμήθηκε για το έργο του από την Ελλάδα και άλλες χώρες του κόσμου. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα διεθνή βραβεία Ποίησης στο Βέλγιο, στην Σόφια και στη Γαλλία , το βραβείο Λένιν , το Διεθνές Βραβείο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης , το βραβείο Ποιητή Διεθνούς Ειρήνης του ΟΗΕ. Ανακηρύσσεται μέλος της Ακαδημίας του Μάιντς της Ομοσπονδιακής Γερμανίας το 1970 , επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. το 1975 και του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1987. Το 1986 προτείνεται για το βραβείο Νόμπελ. ΄Εφυγε από τη ζωή το Νοέμβρη του 1990 και η σορός του ενταφιάστηκε στη γενέτειρά του, όπως ήταν η επιθυμία του.
Το έργο του Γιάννη Ρίτσου αποτελείται από εκατό ποιητικές συλλογές και πολλές μεταφράσεις. Πολλά έργα του μεταφράζονται και εκδίδονται στο εξωτερικό. Η ποίησή του είναι διαποτισμένη από το όραμά του για το μέλλον, από τις ιδέες της Αδελφοσύνης, της Ειρήνης και της Ελευθερίας, μιλά για τρακτέρ, για πυραμίδες, για την άνοιξη και τον χειμώνα , για τις γειτονιές του κόσμου, για το νεκρό σπίτι και το καπνισμένο τσουκάλι, για την ανυπότακτη πολιτεία , για το σώμα και το αίμα, για πέτρες και γέφυρες, για τον έρωτα και τον θάνατο. ΄Αλλοτε αγωνιστικός, άλλοτε τρυφερός, άλλοτε στοχαστικός παρηγορητής κι άλλοτε παθιασμένος επαναστάτης , δραματικός, αλλά και ρεαλιστής, επικός, αλλά και λυρικός, ο Γιάννης Ρίτσος , ο μεγάλος βάρδος της Αριστεράς, είναι ένας από τους μεγαλύτερους ΄Ελληνες ποιητές.
Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, …
Τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος.
Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009
Είμαστε πλασμένοι από το ίδιο υλικό με τα όνειρα
Βρισκόμαστε γύρω στα 1770, εποχή του διαφωτισμού , στη Πορτογαλία. Οι σκοτεινές και παρωχημένες ιδέες και πρακτικές του Μεσαίωνα παραχώρησαν τη θέση τους στο φως του ορθού λόγου και της πίστης στη πρόοδο του ανθρώπου. Δόθηκε ώθηση στον ορθολογισμό και στον ανθρωπισμό αναδεικνύοντας τη λογική σαν μέτρο για την μελέτη κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Ο Τόμας Φόγκελ, ο οποίος έχει σπουδάσει φιλολογία, ιστορία τέχνης και θεολογία, τηρεί με το βιβλίο του «Το τελευταίο παραμύθι του Μιγκέλ Τόρρες ντα Σίλβα» μια κριτική στάση απέναντι στον Διαφωτισμό, υποστηρίζοντας σε συνέντευξή του ότι πρέπει να «διαλύσουμε τον ανταγωνισμό που μας κληροδότησε ο Διαφωτισμός, να φτιάξουμε ένα κόσμο που αξίζει να τον αφηγηθούμε, ένα κόσμο όπου η επιστήμη και η φαντασία, με τις δικές τους αλήθειες η κάθε μία , θα είναι σεβαστές και ισοδύναμες».
Ο Μανουέλ Τόρρες ντα Σίλβα φαίνεται να είναι το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου, ενώ κυριαρχεί σε όλες τις σελίδες η παρουσία του παππού του Μιγκέλ, ο οποίος , όσο ζούσε ήταν μεγάλος παραμυθάς, ένας άνθρωπος από αυτούς «που συναντάς μόνο στις σκηνές των νομάδων ή στα καφενεία της Ανατολής» (σελ. 83).
«Με τα γράμματα και τις λέξεις φτιάχνουμε παραβολές, με τους αριθμούς στα μαθηματικά φτιάχνουμε εξισώσεις. Και στις δύο περιπτώσεις το ζήτημα είναι να βρούμε τη λύση», αποκαλύπτει ο παππούς στον εγγονό του . «Είναι δυνατόν να υπολογίσουμε το τέλος μιας άλυτης ιστορίας;», αναρωτιέται αργότερα ο Μανουέλ. Κι ο δάσκαλος του Ριμπέιρο του απαντά: «Στην τέχνη του υπολογισμού ψάχνεις τον κοινό παρονομαστή. Στη γραμματική ερευνάς την εσωτερική λογική».
Το τελευταίο παραμύθι του Μιγκέλ Τόρες ντα Σίλβα είναι ένα παραμύθι και ταυτόχρονα ένα πρόβλημα, κι ο Μανουέλ θέλει να βρει τη λύση του. Αλλά έχουν άραγε όλα τα προβλήματα λύση ή μήπως η λύση είναι αυτή που προτείνει ο καθηγητής Ριμπέιρο και το παραμύθι έχει ήδη ολοκληρωθεί πριν τον πνιγμό του παππού;
Ο Μανουέλ ξεκινά την αναζήτησή του στην Κοΐμπρα, όπου έρχεται να σπουδάσει μαθηματικά, όπως ήταν η επιθυμία του παππού του. Εκεί με τη βοήθεια και συμπαράσταση του καθηγητή Ριμπέιρο και της Μαρίας αρχίζει να ανακαλεί τις ιστορίες του παππού, τις οποίες ο παππούς αφηγούταν κρατώντας το ακροατήριό του μαγεμένο, ενώ ο Μανουέλ θέλει να τις καταγράψει, όπως να γράψει και άλλες δικές του ιστορίες.
Ο καθηγητής Ριμπέιρο είναι αφοσιωμένος στην επιστήμη του, αλλά συχνά υπερβαίνει τα όρια της. ΄Ετσι ενώ ο παππούς δίδαξε τον Μανουέλ ότι «υπάρχουν πολλοί δρόμοι για όποιον θέλει να ερευνήσει τον κόσμο και τα μυστικά του», ο καθηγητής του από το πρώτο κιόλας μάθημα ισχυρίζεται ότι «όποιος θέλει να κατανοήσει τον κόσμο, πρέπει να εμβαθύνει στη μελέτη των μαθηματικών». Αναφέρεται στους αρχαίους ΄Ελληνες και κυρίως στον Πυθαγόρα, ο οποίος έδωσε στους αριθμούς μεταφυσική διάσταση χρησιμοποιώντας τους για να προσδιορίσει τον κόσμο. Ο παππούς λέει ότι «καλό είναι να ακούει κανείς ιστορίες, καλύτερο όμως είναι ν΄ ακολουθεί τη δική του». Υπάρχουν δύο ταξίδια: το εσωτερικό ταξίδι και το ταξίδι έξω στον κόσμο. Ο ελκυστικός, σύντομος δρόμος συχνά καταλήγει σε αδιέξοδο, ενώ ο δύσβατος αποδεικνύεται πάντοτε ο καλύτερος». Κάτι ανάλογο διδάσκει και ο καθηγητής Ριμπέιρο στους μαθητές του λέγοντας «΄Ισως το δυσκολότερο ταξίδι που θα μπορούσε κανείς να κάνει, είναι το κοπιώδες ταξίδι σε δύσβατα μονοπάτια, το ταξίδι του υποχρεωτικού δισταγμού, των παρακάμψεων που απαιτούν πολύ χρόνο, υπομονή, επιμονή και ψυχραιμία». Τα μαθηματικά συγκρίνονται με την αγάπη (σελ. 37) και με το σκάκι (σελ. 38) . «Τα μαθηματικά είναι μια περιπέτεια, σαν το θαλασσινό ταξίδι, την ανακάλυψη νέων τόπων ή σαν την τέχνη». ΄Οσοι δεν ασχολούνται με τα μαθηματικά γίνονται αντικείμενο χλευασμού και η αλήθεια προκύπτει μόνο από τους αριθμούς. Κι όμως οι ιστορίες του παππού είναι αληθινές, γιατί σύμφωνα με τον καθηγητή Ριμπέιρο «η πραγματικότητα είναι υπαρκτή, η αλήθεια όμως είναι γνήσια δημιουργία . Ο αφηγητής εφευρίσκει το υλικό των ονείρων μας , μας μπολιάζει με τις ψεύτικες ιστορίες του ενάντια σε μια πραγματικότητα που ψεύδεται» (σελ. 42). Μπορούμε να πιστέψουμε ένα παραμύθι; Μπορούμε να παραχωρήσουμε πίστη σε κάτι που θα κάνει τον άλλον πλούσιο; ΄Ετσι επανερχόμαστε στη σχέση αφήγησης και αριθμών , και πιο ειδικά στη σχέση μαθηματικών και ποίησης. Τα μαθηματικά είναι το σύνολο των κανόνων που επιτρέπουν στην ποίηση να ξεδιπλωθεί (σελ. 47), αλλά και «όποιος έχει καρδιά και χρησιμοποιήσει το πνεύμα και τη λογική, θα δει ότι η καρδιά του δίνει έτοιμη τη λύση» (σελ. 102). Η τέχνη των αριθμών χρειάζεται για να κατανοείς και η γλώσσα για να ευτυχείς (σελ. 56). Οι συμπτώσεις και η τύχη εμφανίζονται επανειλημμένα (σελίδες 34, 57, 69 , 75, 91, 111, 144 και 152 ) . Σαν ποίημα ακούγονται οι επαναλήψεις στο βιβλίο, για τον Μανουέλ που σπουδάζει γεωμετρία και αριθμητική , πίνει κρασί και τρώει κατσικίσιο τυρί και ψωμί. Ο Μανουέλ θυμάται τις ιστορίες και τις ξεδιπλώνει μπροστά μας , για τον κήπο, το δικαστή, τους δερβίσηδες, το δηλητήριο του φιδιού, τη συμπόνια, το λιοντάρι και τον λαγό, για τον Μάρκο Αυρήλιο και αυτές ήταν τότε , που τις αφηγήθηκε ο παππούς , θεραπευτικές, και μπορεί να είναι ακόμη. ΄Ετσι φθάνουμε στη Χρυσή Τομή και στη σχέση ιστορίας, αφηγητή και ακροατή. Η ιστορία αποκτά αυτόνομη ύπαρξη μετά την αφήγηση (143).
΄Ένα βιβλίο ποιητικό, αφιερωμένο στην μαγεία της αφήγησης «Καμιά φορά φτάνει να ρίξεις μια ματιά στον νυχτερινό ουρανό. Και τότε σ΄ ένα από τα αστέρια θα αγκυροβολήσει η ψυχή σου» (σελ. 85).
Ακόμη «Η αράχνη εκεί πάνω υφαίνει τον ιστό της ακολουθώντας αυστηρούς μαθηματικούς κανόνες. ΄Ετσι πλέκουμε κι εμείς τα όνειρά μας, υφαίνουμε ιστορίες που υπακούνε σε παλιούς κανόνες, άγνωστους ακόμη σε μεγάλο βαθμό. Κι επειδή μας απομένει χρόνος, λύνουμε και σπαζοκεφαλιές πάνω από τον αργαλειό του Υψίστου» (σελ. 119) .
Κι ενώ ο Μανουέλ θυμάται τη φράση του παππού «Αν ανοίξεις την πόρτα στη ζωή σου, θα βρεις περισσότερη φαντασία απ΄ όση ονειρεύτηκες ποτέ» (σελ. 71), ποιος είναι ο δρόμος για να ανοίξει κάποιος την πόρτα στη ζωή του; Ο ένας δρόμος είναι να πιστέψεις ότι υπάρχει διέξοδος κι ο άλλος «Η απάντηση είναι μέσα σου. Και ο δρόμος μέχρι εκεί είναι συχνά μακρύς».
Ο Μανουέλ Τόρρες ντα Σίλβα φαίνεται να είναι το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου, ενώ κυριαρχεί σε όλες τις σελίδες η παρουσία του παππού του Μιγκέλ, ο οποίος , όσο ζούσε ήταν μεγάλος παραμυθάς, ένας άνθρωπος από αυτούς «που συναντάς μόνο στις σκηνές των νομάδων ή στα καφενεία της Ανατολής» (σελ. 83).
«Με τα γράμματα και τις λέξεις φτιάχνουμε παραβολές, με τους αριθμούς στα μαθηματικά φτιάχνουμε εξισώσεις. Και στις δύο περιπτώσεις το ζήτημα είναι να βρούμε τη λύση», αποκαλύπτει ο παππούς στον εγγονό του . «Είναι δυνατόν να υπολογίσουμε το τέλος μιας άλυτης ιστορίας;», αναρωτιέται αργότερα ο Μανουέλ. Κι ο δάσκαλος του Ριμπέιρο του απαντά: «Στην τέχνη του υπολογισμού ψάχνεις τον κοινό παρονομαστή. Στη γραμματική ερευνάς την εσωτερική λογική».
Το τελευταίο παραμύθι του Μιγκέλ Τόρες ντα Σίλβα είναι ένα παραμύθι και ταυτόχρονα ένα πρόβλημα, κι ο Μανουέλ θέλει να βρει τη λύση του. Αλλά έχουν άραγε όλα τα προβλήματα λύση ή μήπως η λύση είναι αυτή που προτείνει ο καθηγητής Ριμπέιρο και το παραμύθι έχει ήδη ολοκληρωθεί πριν τον πνιγμό του παππού;
Ο Μανουέλ ξεκινά την αναζήτησή του στην Κοΐμπρα, όπου έρχεται να σπουδάσει μαθηματικά, όπως ήταν η επιθυμία του παππού του. Εκεί με τη βοήθεια και συμπαράσταση του καθηγητή Ριμπέιρο και της Μαρίας αρχίζει να ανακαλεί τις ιστορίες του παππού, τις οποίες ο παππούς αφηγούταν κρατώντας το ακροατήριό του μαγεμένο, ενώ ο Μανουέλ θέλει να τις καταγράψει, όπως να γράψει και άλλες δικές του ιστορίες.
Ο καθηγητής Ριμπέιρο είναι αφοσιωμένος στην επιστήμη του, αλλά συχνά υπερβαίνει τα όρια της. ΄Ετσι ενώ ο παππούς δίδαξε τον Μανουέλ ότι «υπάρχουν πολλοί δρόμοι για όποιον θέλει να ερευνήσει τον κόσμο και τα μυστικά του», ο καθηγητής του από το πρώτο κιόλας μάθημα ισχυρίζεται ότι «όποιος θέλει να κατανοήσει τον κόσμο, πρέπει να εμβαθύνει στη μελέτη των μαθηματικών». Αναφέρεται στους αρχαίους ΄Ελληνες και κυρίως στον Πυθαγόρα, ο οποίος έδωσε στους αριθμούς μεταφυσική διάσταση χρησιμοποιώντας τους για να προσδιορίσει τον κόσμο. Ο παππούς λέει ότι «καλό είναι να ακούει κανείς ιστορίες, καλύτερο όμως είναι ν΄ ακολουθεί τη δική του». Υπάρχουν δύο ταξίδια: το εσωτερικό ταξίδι και το ταξίδι έξω στον κόσμο. Ο ελκυστικός, σύντομος δρόμος συχνά καταλήγει σε αδιέξοδο, ενώ ο δύσβατος αποδεικνύεται πάντοτε ο καλύτερος». Κάτι ανάλογο διδάσκει και ο καθηγητής Ριμπέιρο στους μαθητές του λέγοντας «΄Ισως το δυσκολότερο ταξίδι που θα μπορούσε κανείς να κάνει, είναι το κοπιώδες ταξίδι σε δύσβατα μονοπάτια, το ταξίδι του υποχρεωτικού δισταγμού, των παρακάμψεων που απαιτούν πολύ χρόνο, υπομονή, επιμονή και ψυχραιμία». Τα μαθηματικά συγκρίνονται με την αγάπη (σελ. 37) και με το σκάκι (σελ. 38) . «Τα μαθηματικά είναι μια περιπέτεια, σαν το θαλασσινό ταξίδι, την ανακάλυψη νέων τόπων ή σαν την τέχνη». ΄Οσοι δεν ασχολούνται με τα μαθηματικά γίνονται αντικείμενο χλευασμού και η αλήθεια προκύπτει μόνο από τους αριθμούς. Κι όμως οι ιστορίες του παππού είναι αληθινές, γιατί σύμφωνα με τον καθηγητή Ριμπέιρο «η πραγματικότητα είναι υπαρκτή, η αλήθεια όμως είναι γνήσια δημιουργία . Ο αφηγητής εφευρίσκει το υλικό των ονείρων μας , μας μπολιάζει με τις ψεύτικες ιστορίες του ενάντια σε μια πραγματικότητα που ψεύδεται» (σελ. 42). Μπορούμε να πιστέψουμε ένα παραμύθι; Μπορούμε να παραχωρήσουμε πίστη σε κάτι που θα κάνει τον άλλον πλούσιο; ΄Ετσι επανερχόμαστε στη σχέση αφήγησης και αριθμών , και πιο ειδικά στη σχέση μαθηματικών και ποίησης. Τα μαθηματικά είναι το σύνολο των κανόνων που επιτρέπουν στην ποίηση να ξεδιπλωθεί (σελ. 47), αλλά και «όποιος έχει καρδιά και χρησιμοποιήσει το πνεύμα και τη λογική, θα δει ότι η καρδιά του δίνει έτοιμη τη λύση» (σελ. 102). Η τέχνη των αριθμών χρειάζεται για να κατανοείς και η γλώσσα για να ευτυχείς (σελ. 56). Οι συμπτώσεις και η τύχη εμφανίζονται επανειλημμένα (σελίδες 34, 57, 69 , 75, 91, 111, 144 και 152 ) . Σαν ποίημα ακούγονται οι επαναλήψεις στο βιβλίο, για τον Μανουέλ που σπουδάζει γεωμετρία και αριθμητική , πίνει κρασί και τρώει κατσικίσιο τυρί και ψωμί. Ο Μανουέλ θυμάται τις ιστορίες και τις ξεδιπλώνει μπροστά μας , για τον κήπο, το δικαστή, τους δερβίσηδες, το δηλητήριο του φιδιού, τη συμπόνια, το λιοντάρι και τον λαγό, για τον Μάρκο Αυρήλιο και αυτές ήταν τότε , που τις αφηγήθηκε ο παππούς , θεραπευτικές, και μπορεί να είναι ακόμη. ΄Ετσι φθάνουμε στη Χρυσή Τομή και στη σχέση ιστορίας, αφηγητή και ακροατή. Η ιστορία αποκτά αυτόνομη ύπαρξη μετά την αφήγηση (143).
΄Ένα βιβλίο ποιητικό, αφιερωμένο στην μαγεία της αφήγησης «Καμιά φορά φτάνει να ρίξεις μια ματιά στον νυχτερινό ουρανό. Και τότε σ΄ ένα από τα αστέρια θα αγκυροβολήσει η ψυχή σου» (σελ. 85).
Ακόμη «Η αράχνη εκεί πάνω υφαίνει τον ιστό της ακολουθώντας αυστηρούς μαθηματικούς κανόνες. ΄Ετσι πλέκουμε κι εμείς τα όνειρά μας, υφαίνουμε ιστορίες που υπακούνε σε παλιούς κανόνες, άγνωστους ακόμη σε μεγάλο βαθμό. Κι επειδή μας απομένει χρόνος, λύνουμε και σπαζοκεφαλιές πάνω από τον αργαλειό του Υψίστου» (σελ. 119) .
Κι ενώ ο Μανουέλ θυμάται τη φράση του παππού «Αν ανοίξεις την πόρτα στη ζωή σου, θα βρεις περισσότερη φαντασία απ΄ όση ονειρεύτηκες ποτέ» (σελ. 71), ποιος είναι ο δρόμος για να ανοίξει κάποιος την πόρτα στη ζωή του; Ο ένας δρόμος είναι να πιστέψεις ότι υπάρχει διέξοδος κι ο άλλος «Η απάντηση είναι μέσα σου. Και ο δρόμος μέχρι εκεί είναι συχνά μακρύς».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
