Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Μαρέα

Στο Γιακουμή Βαλάση


Ο Αλτεμπαράν ψάχνει να βρεί μεσ' στα νερά
το παλλινώριο που τον γέλασε δυο κάρτες.
Στης προβολής να τρέχουν βλέπαμε τους χάρτες
του Chagall άλογα --- τσίρκο του Seurat.


Πυξίδα γέρικη --- ataxie locomotrice ---
και στοιχειωμένη από τα χείλια σου σφυρίχτρα.
Στην κόντρα γέφυρα προσμένατε κι' οι τρείς
να λύσει τ' άστρο του Αλμποράν η χαρτορίχτρα.


Της τραμουντάνας τ' άστρο, τ' άστρα του Νοτιά
παντρεύονται με πορφυρόχρωμους κομήτες.
Του Magazan οι θερμαστές οι Σοδομίτες
παίξαν του Σέσωστρη την κόρη στα χαρτιά.



Η ξύλινη που όλοι αγαπήσαμε Γοργόνα,
καθώς βουτά παίρνει παράξενες ανάσες.
Προτού κολλήσουμε για πάντα στις Σαργάσσες,
μας πρόδωσε μ' έναν πνιγμένο του Νορόνα.


Πουλιά στα ξάρτια --- καραντί --- στεργιανή ζάλη
χελιδονόψαρα --- πνιγμένου δαχτυλίδι.
Του ναυτικού το δυσκολώτερο ταξίδι
το κυβερνάν του Μαγγελάνου οι παπαγάλοι.


Η καραβίσια σκύλα οσμίζεται ρεστία
και το κορμί σου το νερό που θα καλάρει.
Τη νύχτα ο ναύτες κυνηγάνε το φεγγάρι
και την ημέρα ταξιδεύουνε στ' αστεία.

Από το Πούσι του Ν. Καββαδία

Περί Αστέρων και Συμπάντων

Κάθε βιβλίο είναι ένα ταξίδι, ένα ταξίδι μοναχικό και μοναδικό , σε οδηγεί σε μέρη άγνωστα, εξωτικά και πρωτόγνωρα, άλλες πάλι φορές σε μέρη γνώριμα που η εξερεύνησή τους ανάγεται σε μυστήριο του νου, αυτής της πολυμήχανης ενέργειας που έχει την ικανότητα να προσεγγίζει τις λέξεις και τα γράμματα σε αλλεπάλληλα επίπεδα , έτσι ώστε η ανάγνωση ενός βιβλίου να γίνεται κάθε φορά μια ιδιαίτερη , προσωπική εμπειρία.
Το βιβλίο «Περί αστέρων και συμπάντων» του Βασίλη Ξανθόπουλου είναι ένα διαστημικό ταξίδι και ταυτόχρονα ένα ταξίδι στο κέντρο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, ο Κοπέρνικος, ο Γαλιλαίος, ο Κέπλερ, ο Γραμματικάκης, ο Χώκιν, οι επιστήμονες του CERN κυριαρχούν στη σκέψη μου καθώς βυθίζομαι στις σελίδες του. Επιστημονικό, αλλά κατανοητό επιτρέπει σε κάθε αναγνώστη να συμμετέχει στην προσπάθεια κατανόησης του Κόσμου. Περιλαμβάνει δύο διαλέξεις του καθηγητή, ο οποίος έφυγε απροσδόκητα και βίαια από τη ζωή το 1990 , με σκοπό να δοθεί στο ελληνικό κοινό η δυνατότητα να προσεγγίσει θέματα σύγχρονης φυσικής.
Στην ενότητα της αστροφυσικής εκφράζεται η άποψη ότι η ζωή των αστεριών είναι ένας συνεχής αγώνας ενάντια στη βαρύτητα, που, ενώ τα δημιούργησε, προσπαθεί μετά να τα καταστρέψει. «Τα αστέρια, όπως και όλοι οι βιολογικοί οργανισμοί, περνούν από τα στάδια της ανάπτυξης , της ωριμότητας και των γηρατειών». Στην προσπάθειά τους να ζήσουν τα αστέρια παράγουν ενέργεια μέσα από θερμοπυρηνικές αντιδράσεις, καίγοντας υδρογόνο το οποίο μετατρέπουν σε ήλιο. Οι διαθέσιμες ποσότητες ενέργειας όμως είναι περιορισμένες, έτσι τα αστέρια κάποτε πεθαίνουν. Ανάλογα με τη μάζα τους , μετά το θάνατό τους γίνονται λευκοί και στη συνέχεια σκοτεινοί νάνοι, αστέρες νετρονίων ή μαύρες τρύπες. ΟΙ μαύρες τρύπες δεν είναι τα άκρως επικίνδυνα ουράνια σώματα που «κατατρώγουν» ό,τι υπάρχει γύρω τους. Είναι επικίνδυνες μόνο για τους πολύ περίεργους που τις πλησιάζουν σε μια συγκεκριμένη απόσταση και θανατηφόρες γι΄ αυτούς που ξεπερνούν αυτό το όριο . Η τελευταία απεγνωσμένη αμυντική προσπάθεια των αστεριών κατά της βαρύτητας είναι οι εκρήξεις σουπερνόβα, που σκορπίζουν στο Γαλαξία τα απαραίτητα για τη ζωή μας χημικά στοιχεία. Η ονομαστότερη (στον πολιτισμό μας!) έκρηξη σουπερνόβα παρατηρήθηκε το 1054 μ.Χ. από Κινέζους αστρονόμους στον αστερισμό του Ταύρου. Η έκρηξη αυτή δημιούργησε το νεφέλωμα του Καρκίνου που σήμερα το βλέπουμε με απόσταση 6.500 ετών φωτός. Σε κάποιον σουπερνόβα οφείλουμε τη ζωή μας. Από τη δεύτερη γενιά αστέρων και μετά σε έναν γαλαξία, ηλιακά συστήματα με πλανήτες σαν τη Γη μπορούν να σχηματισθούν, με χημική σύνθεση κατάλληλη για να δημιουργήσουν ζωή. Το σύμπαν είναι γεμάτο από γαλαξίες και οι γαλαξίες αποτελούνται από αστέρια, πρακτικά όμως είναι άδειοι και επομένως η ζωή των αστεριών δεν επηρεάζεται από τους γειτονικούς τους αστέρες. Αναφέρονται πρακτικά παραδείγματα τα οποία βοηθούν στην κατανόηση των μεγεθών και των αποστάσεων στο σύμπαν . Υπάρχει, εκτός από την ικανοποίηση της εύρεσης της αλήθειας και ένα επιπλέον όφελος από την κατανόηση της ζωής και της εξέλιξης των αστεριών: «Το γεγονός ότι πλέον θα ξέρω ότι ο ΄Ηλιος μας δημιουργήθηκε πριν από πέντε δισεκατομμύρια χρόνια, πως πολύ γρήγορα πήρε τη σημερινή του μορφή και τις σημερινές του διαστάσεις , πως μετά από πέντε δισεκατομμύρια χρόνια θα γίνει ερυθρός γίγαντας που κι αν ακόμη δεν περιλάβει, σίγουρα θα πλησιάσει πολύ και θα κατακαύσει τη Γη μας, και πως μερικά εκατομμύρια χρόνια αργότερα θα γίνει λευκός νάνος και πολύ σύντομα σκοτεινός, με κάνουν να αισθάνομαι πως με τη βοήθεια της επιστήμης, κατάφερα κάπως να επεκτείνω τη χρονική διάρκεια και τους ορίζοντες της μικρής ζωής μου». Τα αστέρια σε θέματα συμπεριφοράς συγκρίνονται με τον άνθρωπο (σελ. 39) και μάλιστα η διαφορά τους από τους ανθρώπους είναι ότι περνούν το στάδιο της εφηβείας τους μετά από την ωριμότητά τους, λίγο πριν από το τέλος της ζωής τους. Αυτή η διαπίστωση μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση διότι και η Αστρολογία αντιμετωπίζει τους πλανήτες ως έμψυχες οντότητες , οι οποίες μάλιστα αντιπροσωπεύουν αρχέτυπες δυνάμεις και ιδέες , όπως ο Ήλιος που εκφράζει την ενέργειά μας.
Η δεύτερη ενότητα ασχολείται με κοσμολογικά προβλήματα. Η μεγαλύτερη επανάσταση στη κοσμολογία συνέβη γύρω στα 1930, όταν ο Χαμπλ απέδειξε, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι το σύμπαν διαστέλλεται. Το πραγματικό σύμπαν, όπως το αντιλαμβανόμαστε σήμερα, είναι δέκα φορές μεγαλύτερο (σε γραμμικές διαστάσεις) από το σύμπαν του Χαμπλ. Μαθαίνουμε ότι αυτό που διαστέλλεται είναι ο χώρος, δεν υπάρχει κέντρο και πέρας του σύμπαντος και οι ορίζοντες μας συνεχώς διευρύνονται. Μέσα σε τι διαστέλλεται το σύμπαν; Προφανώς μέσα σε τίποτα! (σελ. 75) . Το ορατό σύμπαν, αυτό δηλαδή που βλέπουμε με τα τηλεσκόπια που διαθέτουμε, αποτελείται από μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια γαλαξίες, λίγο – πολύ σαν το δικό μας Γαλαξία, ισοτροπικά και σχεδόν ομογενώς κατανεμημένους γύρω μας, σε βάθος μέχρι 10 δισεκατομμύρια έτη φωτός. Ανεξάρτητα όμως του αν το σύμπαν είναι πεπερασμένο ή άπειρο, για μας ουσιαστικά υπάρχει και θα υπάρχει πάντα μόνον ένα πεπερασμένο κομμάτι (σελ. 77). Αναπτύσσει τη θεωρία της μεγάλης έκρηξης παρακολουθώντας βήμα προς βήμα την εξέλιξη του σύμπαντος από την υπέρπυκνη εποχή της απόλυτης μοναξιάς στη βαθμιαία πτώση της θερμοκρασίας του, στη δημιουργία των στοιχειωδών σωματιδίων και των πυρήνων ηλίου και δευτερίου , μέχρι την απελευθέρωση του φωτός από την ύλη και το σχεδόν σύγχρονο πέρασμα από την φωτοκρατία στην υλοκρατία. Οι γαλαξίες δεν απομακρύνονται επειδή ασκούνται πάνω τους κοσμικές δυνάμεις, αλλά εξαιτίας της αρχικής ορμής που απέκτησαν κατά τη μεγάλη έκρηξη. Για το μέλλον του σύμπαντος εκφράζεται η άποψη ότι εξαρτάται αποκλειστικά από την πυκνότητά του. Οι παρατηρήσεις δεν είναι τόσο ακριβείς ώστε να καταλήξουν οι αστροφυσικοί στο συμπέρασμα ότι θα εξακολουθήσει να διαστέλλεται επ΄ άπειρον ή αν κάποτε θα αρχίσει να συστέλλεται και θα έχει πεπερασμένη συνολική ζωή. Στην συνέχεια γίνεται ανάλυση της θεωρίας του πληθωριστικού σύμπαντος , που συζητήθηκε ιδιαίτερα στη δεκαετία του ογδόντα. Τέλος εξετάζεται το ανθρωπικό αξίωμα , που προσπαθεί να εξηγήσει κύρια χαρακτηριστικά του σύμπαντος από μόνο το γεγονός ότι υπάρχει σ΄ αυτό ζωή αναπτυγμένης μορφής. Πιο συγκεκριμένα αναλύεται η σκέψη ότι η ανάπτυξη της ζωής (όπως τη βλέπουμε γύρω μας ) θα ήταν αρκετά αμφισβητήσιμη σ΄ ένα σύμπαν στο οποίο, αν και αυτό θα υπάκουε σ τους ίδιους φυσικούς νόμους (όπως τους καταλαβαίνουμε σήμερα) , θα είχαν λίγο διαφορετικές τιμές οι μικροσκοπικές και μακροσκοπικές σταθερές. Η βασική ιδέα – παραδοχή του ανθρωπικού αξιώματος είναι πως ο αντικειμενικός σκοπός ύπαρξης του σύμπαντος είναι να αποκτήσει την αυτογνωσία του (σελ. 117). Το σύμπαν θέλει να καταλάβει τον εαυτό του, να ανακαλύψει τη δομή του και τους φυσικούς νόμους που το κυβερνούν. Αυτό καταφέρνει δημιουργώντας κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη της ζωής. Η ανθρώπινη κλίμακα φαίνεται να είναι πολύ κοντά στον γεωμετρικό μέσο όρο της αστρονομικής και της πυρηνικής ή ατομικής κλίμακας, αναφορικά δηλαδή με το χρόνο, τη μάζα και το μήκος. Ανάλογες σκέψεις συναντούμε και στην «Κόμη της Βερενίκης». Πόσα σύμπαντα υπάρχουν; Είναι δυνατόν να υπάρχουν παράλληλα σύμπαντα; Δεν υπάρχει απάντηση, αλλά το μυαλό μου φτερούγισε στη Νάρνια. Το ανθρωπικό αξίωμα μας δίνει, εκτός από την ικανοποίηση μιας κάποιας κατανόησης των φυσικών σταθερών του σύμπαντος, και την αίσθηση πως κάτι αξίζουμε , κάποιο ρόλο παίζουμε μέσα στο αχανές σύμπαν. Ποιος ξέρει μπορεί να είμαστε και ο σκοπός της δημιουργίας!

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Τίμησα την Παγκόσμια Μέρα της Ποίησης με Γιάννη Ρίτσο

Το ποίημα είναι τ΄ αρνητικό της σιωπής


Αφιερωμένη στο Γιάννη Ρίτσο η φετινή χρονιά, που το Υπουργείο Πολιτισμού ανακήρυξε ως «έτος Ρίτσου», ενώ το Ε.ΚΕ.ΒΙ. προγραμματίζει εκδηλώσεις για να τιμήσει το μεγάλο δημιουργό . Εκατό χρόνια πέρασαν από τη γέννηση του στη Μονεμβασιά . Ο πατέρας του μεγαλοκτηματίας , χάνει την περιουσία του , ενώ , παράλληλα με την οικονομική καταστροφή της οικογένειας, η μητέρα του και ο αδελφός του πεθαίνουν το 1921 από φυματίωση. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο , έρχεται στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως δακτυλογράφος , λίγο καιρό όμως μετά προσβάλλεται κι αυτός από φυματίωση. Επιστρέφει στη Μονεμβασιά όπου η ποίηση, η ζωγραφική και η μουσική είναι οι σύντροφοι του . Γύρω στα 1927 νοσηλεύεται στο σανατόριο Σωτηρία για τρία χρόνια. Εκεί ο Ρίτσος γνωρίζεται με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του. Εκεί μυείται στα κουμμουνιστικά ιδεώδη. Από το φθινόπωρο του 1930 και για ένα χρόνο ζει στα Χανιά, αρχικά στο Άσυλο Φυματικών της Καψαλώνας και μετά από προσωπική καταγγελία του για τις άθλιες συνθήκες ζωής που επικρατούσαν εκεί , μεταφέρεται μαζί με όλους τους τροφίμους σε άλλο σανατόριο. . Τον Οκτώβρη του 1931 επιστρέφει στην Αθήνα . Σκηνοθετεί, συμμετέχει σε παραστάσεις. Η υγεία του βελτιώνεται σταδιακά. Το 1932 ο πατέρας του μπαίνει στο Ψυχιατρείο στο Δαφνί , όπου και πεθαίνει μερικά χρόνια αργότερα. Η πρώτη ποιητική συλλογή δημοσιεύεται το 1934 με το τίτλο Τρακτέρ κάτω από το ψευδώνυμο Ι.Σοστίρ. Την ίδια χρονιά προσλαμβάνεται ως επιμελητής εκδόσεων του οίκου Γκοβόστη και γράφεται στο Κ.Κ.Ε.. Οι νεκροί μιας διαδήλωσης καπνεργατών , που χτυπήθηκε από την αστυνομία , στη Θεσσαλονίκη τον οδηγούν στον «Επιτάφιο»:

΄Ησουν καλός κι ήσουν γλυκός κι είχες τις χάρες όλες
Όλα τα χάδια του αγεριού, του κήπου όλες τις βιόλες

Το 1937 νοσηλεύεται στο σανατόριο της Πάρνηθας. Γράφει την «Εαρινή Συμφωνία»:

Η αγάπη
Πιο μεγάλη
Απ΄ τη σιωπή
Γεφυρώνει το θεό με τον άνθρωπο
Και γεμίζει το απέραντο χάσμα
Με φτερά και λουλούδια

Κατά τη διάρκεια της κατοχής ο Ρίτσος ζει κατάκοιτος, παρόλα αυτά συμμετέχει στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ. Το 1943 εκδίδεται η «Δοκιμασία»:

Κάθε άνθρωπος έχει τη θέση του στον ήλιο
Κάθε άνθρωπος έχει ένα όνειρο. Κάθε άνθρωπος
Έχει έναν ουρανό πάνου από την πληγή του
Κι ένα μικρό παράνομο σημείωμα της άνοιξης μέσα στην τσέπη του.

Το 1948 εξορίζεται λόγω της αριστερής δράσης του διαδοχικά στη Λήμνο, τη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη. ‘ Όταν επιστρέφει στην Αθήνα, πολιτεύεται στην ΕΔΑ. Το 1954 παντρεύεται την παιδίατρο Φαλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία αποκτούν μια κόρη την Έρη.
Δημοσιεύει τη γνωστή «Σονάτα του Σεληνόφωτος»:

Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
Μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
΄Αφησέ με να ΄ρθω μαζί σου.

Το 1956 ταξιδεύει στη Σοβιετική Ένωση ως μέλος αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων . Γράφει τις εντυπώσεις του στην «ΑΥΓΗ». Το 1966 εκδίδεται η «Ρωμιοσύνη»:

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
Αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ΄ τα ξένα βήματα,
Αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνον στον ήλιο,
Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.

Μετά το πραξικόπημα του 1967 εξορίζεται ξανά, αυτή τη φορά στη Γυάρο , τη Λέρο και τη Σάμο, όπου περιορίζεται στο σπίτι της γυναίκας του για λόγους υγείας. Τα βιβλία του απαγορεύονται .
Το 1973 κυκλοφορούν τα «Δεκαοκτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας»:

Κουβέντα μ΄ ένα λουλούδι
-Κυκλάμινο, κυκλάμινο, στου βράχου τη σχισμάδα,
Πού βρήκες χρώματα κι ανθείς, πού μίσκο και σαλεύεις;
-Μέσα στο βράχο σύναζα το γαίμα στάλα-στάλα,
Μαντήλι ρόδινο έπλεξα κι ήλιο μαζεύω τώρα.

Λίγο αργότερα το «Καπνισμένο Τσουκάλι»:

Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ' τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.

Μετά την πτώση της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση έζησε κυρίως στην Αθήνα και τιμήθηκε για το έργο του από την Ελλάδα και άλλες χώρες του κόσμου. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα διεθνή βραβεία Ποίησης στο Βέλγιο, στην Σόφια και στη Γαλλία , το βραβείο Λένιν , το Διεθνές Βραβείο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ειρήνης , το βραβείο Ποιητή Διεθνούς Ειρήνης του ΟΗΕ. Ανακηρύσσεται μέλος της Ακαδημίας του Μάιντς της Ομοσπονδιακής Γερμανίας το 1970 , επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. το 1975 και του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1987. Το 1986 προτείνεται για το βραβείο Νόμπελ. ΄Εφυγε από τη ζωή το Νοέμβρη του 1990 και η σορός του ενταφιάστηκε στη γενέτειρά του, όπως ήταν η επιθυμία του.

Το έργο του Γιάννη Ρίτσου αποτελείται από εκατό ποιητικές συλλογές και πολλές μεταφράσεις. Πολλά έργα του μεταφράζονται και εκδίδονται στο εξωτερικό. Η ποίησή του είναι διαποτισμένη από το όραμά του για το μέλλον, από τις ιδέες της Αδελφοσύνης, της Ειρήνης και της Ελευθερίας, μιλά για τρακτέρ, για πυραμίδες, για την άνοιξη και τον χειμώνα , για τις γειτονιές του κόσμου, για το νεκρό σπίτι και το καπνισμένο τσουκάλι, για την ανυπότακτη πολιτεία , για το σώμα και το αίμα, για πέτρες και γέφυρες, για τον έρωτα και τον θάνατο. ΄Αλλοτε αγωνιστικός, άλλοτε τρυφερός, άλλοτε στοχαστικός παρηγορητής κι άλλοτε παθιασμένος επαναστάτης , δραματικός, αλλά και ρεαλιστής, επικός, αλλά και λυρικός, ο Γιάννης Ρίτσος , ο μεγάλος βάρδος της Αριστεράς, είναι ένας από τους μεγαλύτερους ΄Ελληνες ποιητές.

Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, …
Τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

Είμαστε πλασμένοι από το ίδιο υλικό με τα όνειρα

Βρισκόμαστε γύρω στα 1770, εποχή του διαφωτισμού , στη Πορτογαλία. Οι σκοτεινές και παρωχημένες ιδέες και πρακτικές του Μεσαίωνα παραχώρησαν τη θέση τους στο φως του ορθού λόγου και της πίστης στη πρόοδο του ανθρώπου. Δόθηκε ώθηση στον ορθολογισμό και στον ανθρωπισμό αναδεικνύοντας τη λογική σαν μέτρο για την μελέτη κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Ο Τόμας Φόγκελ, ο οποίος έχει σπουδάσει φιλολογία, ιστορία τέχνης και θεολογία, τηρεί με το βιβλίο του «Το τελευταίο παραμύθι του Μιγκέλ Τόρρες ντα Σίλβα» μια κριτική στάση απέναντι στον Διαφωτισμό, υποστηρίζοντας σε συνέντευξή του ότι πρέπει να «διαλύσουμε τον ανταγωνισμό που μας κληροδότησε ο Διαφωτισμός, να φτιάξουμε ένα κόσμο που αξίζει να τον αφηγηθούμε, ένα κόσμο όπου η επιστήμη και η φαντασία, με τις δικές τους αλήθειες η κάθε μία , θα είναι σεβαστές και ισοδύναμες».
Ο Μανουέλ Τόρρες ντα Σίλβα φαίνεται να είναι το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου, ενώ κυριαρχεί σε όλες τις σελίδες η παρουσία του παππού του Μιγκέλ, ο οποίος , όσο ζούσε ήταν μεγάλος παραμυθάς, ένας άνθρωπος από αυτούς «που συναντάς μόνο στις σκηνές των νομάδων ή στα καφενεία της Ανατολής» (σελ. 83).
«Με τα γράμματα και τις λέξεις φτιάχνουμε παραβολές, με τους αριθμούς στα μαθηματικά φτιάχνουμε εξισώσεις. Και στις δύο περιπτώσεις το ζήτημα είναι να βρούμε τη λύση», αποκαλύπτει ο παππούς στον εγγονό του . «Είναι δυνατόν να υπολογίσουμε το τέλος μιας άλυτης ιστορίας;», αναρωτιέται αργότερα ο Μανουέλ. Κι ο δάσκαλος του Ριμπέιρο του απαντά: «Στην τέχνη του υπολογισμού ψάχνεις τον κοινό παρονομαστή. Στη γραμματική ερευνάς την εσωτερική λογική».
Το τελευταίο παραμύθι του Μιγκέλ Τόρες ντα Σίλβα είναι ένα παραμύθι και ταυτόχρονα ένα πρόβλημα, κι ο Μανουέλ θέλει να βρει τη λύση του. Αλλά έχουν άραγε όλα τα προβλήματα λύση ή μήπως η λύση είναι αυτή που προτείνει ο καθηγητής Ριμπέιρο και το παραμύθι έχει ήδη ολοκληρωθεί πριν τον πνιγμό του παππού;
Ο Μανουέλ ξεκινά την αναζήτησή του στην Κοΐμπρα, όπου έρχεται να σπουδάσει μαθηματικά, όπως ήταν η επιθυμία του παππού του. Εκεί με τη βοήθεια και συμπαράσταση του καθηγητή Ριμπέιρο και της Μαρίας αρχίζει να ανακαλεί τις ιστορίες του παππού, τις οποίες ο παππούς αφηγούταν κρατώντας το ακροατήριό του μαγεμένο, ενώ ο Μανουέλ θέλει να τις καταγράψει, όπως να γράψει και άλλες δικές του ιστορίες.
Ο καθηγητής Ριμπέιρο είναι αφοσιωμένος στην επιστήμη του, αλλά συχνά υπερβαίνει τα όρια της. ΄Ετσι ενώ ο παππούς δίδαξε τον Μανουέλ ότι «υπάρχουν πολλοί δρόμοι για όποιον θέλει να ερευνήσει τον κόσμο και τα μυστικά του», ο καθηγητής του από το πρώτο κιόλας μάθημα ισχυρίζεται ότι «όποιος θέλει να κατανοήσει τον κόσμο, πρέπει να εμβαθύνει στη μελέτη των μαθηματικών». Αναφέρεται στους αρχαίους ΄Ελληνες και κυρίως στον Πυθαγόρα, ο οποίος έδωσε στους αριθμούς μεταφυσική διάσταση χρησιμοποιώντας τους για να προσδιορίσει τον κόσμο. Ο παππούς λέει ότι «καλό είναι να ακούει κανείς ιστορίες, καλύτερο όμως είναι ν΄ ακολουθεί τη δική του». Υπάρχουν δύο ταξίδια: το εσωτερικό ταξίδι και το ταξίδι έξω στον κόσμο. Ο ελκυστικός, σύντομος δρόμος συχνά καταλήγει σε αδιέξοδο, ενώ ο δύσβατος αποδεικνύεται πάντοτε ο καλύτερος». Κάτι ανάλογο διδάσκει και ο καθηγητής Ριμπέιρο στους μαθητές του λέγοντας «΄Ισως το δυσκολότερο ταξίδι που θα μπορούσε κανείς να κάνει, είναι το κοπιώδες ταξίδι σε δύσβατα μονοπάτια, το ταξίδι του υποχρεωτικού δισταγμού, των παρακάμψεων που απαιτούν πολύ χρόνο, υπομονή, επιμονή και ψυχραιμία». Τα μαθηματικά συγκρίνονται με την αγάπη (σελ. 37) και με το σκάκι (σελ. 38) . «Τα μαθηματικά είναι μια περιπέτεια, σαν το θαλασσινό ταξίδι, την ανακάλυψη νέων τόπων ή σαν την τέχνη». ΄Οσοι δεν ασχολούνται με τα μαθηματικά γίνονται αντικείμενο χλευασμού και η αλήθεια προκύπτει μόνο από τους αριθμούς. Κι όμως οι ιστορίες του παππού είναι αληθινές, γιατί σύμφωνα με τον καθηγητή Ριμπέιρο «η πραγματικότητα είναι υπαρκτή, η αλήθεια όμως είναι γνήσια δημιουργία . Ο αφηγητής εφευρίσκει το υλικό των ονείρων μας , μας μπολιάζει με τις ψεύτικες ιστορίες του ενάντια σε μια πραγματικότητα που ψεύδεται» (σελ. 42). Μπορούμε να πιστέψουμε ένα παραμύθι; Μπορούμε να παραχωρήσουμε πίστη σε κάτι που θα κάνει τον άλλον πλούσιο; ΄Ετσι επανερχόμαστε στη σχέση αφήγησης και αριθμών , και πιο ειδικά στη σχέση μαθηματικών και ποίησης. Τα μαθηματικά είναι το σύνολο των κανόνων που επιτρέπουν στην ποίηση να ξεδιπλωθεί (σελ. 47), αλλά και «όποιος έχει καρδιά και χρησιμοποιήσει το πνεύμα και τη λογική, θα δει ότι η καρδιά του δίνει έτοιμη τη λύση» (σελ. 102). Η τέχνη των αριθμών χρειάζεται για να κατανοείς και η γλώσσα για να ευτυχείς (σελ. 56). Οι συμπτώσεις και η τύχη εμφανίζονται επανειλημμένα (σελίδες 34, 57, 69 , 75, 91, 111, 144 και 152 ) . Σαν ποίημα ακούγονται οι επαναλήψεις στο βιβλίο, για τον Μανουέλ που σπουδάζει γεωμετρία και αριθμητική , πίνει κρασί και τρώει κατσικίσιο τυρί και ψωμί. Ο Μανουέλ θυμάται τις ιστορίες και τις ξεδιπλώνει μπροστά μας , για τον κήπο, το δικαστή, τους δερβίσηδες, το δηλητήριο του φιδιού, τη συμπόνια, το λιοντάρι και τον λαγό, για τον Μάρκο Αυρήλιο και αυτές ήταν τότε , που τις αφηγήθηκε ο παππούς , θεραπευτικές, και μπορεί να είναι ακόμη. ΄Ετσι φθάνουμε στη Χρυσή Τομή και στη σχέση ιστορίας, αφηγητή και ακροατή. Η ιστορία αποκτά αυτόνομη ύπαρξη μετά την αφήγηση (143).
΄Ένα βιβλίο ποιητικό, αφιερωμένο στην μαγεία της αφήγησης «Καμιά φορά φτάνει να ρίξεις μια ματιά στον νυχτερινό ουρανό. Και τότε σ΄ ένα από τα αστέρια θα αγκυροβολήσει η ψυχή σου» (σελ. 85).
Ακόμη «Η αράχνη εκεί πάνω υφαίνει τον ιστό της ακολουθώντας αυστηρούς μαθηματικούς κανόνες. ΄Ετσι πλέκουμε κι εμείς τα όνειρά μας, υφαίνουμε ιστορίες που υπακούνε σε παλιούς κανόνες, άγνωστους ακόμη σε μεγάλο βαθμό. Κι επειδή μας απομένει χρόνος, λύνουμε και σπαζοκεφαλιές πάνω από τον αργαλειό του Υψίστου» (σελ. 119) .
Κι ενώ ο Μανουέλ θυμάται τη φράση του παππού «Αν ανοίξεις την πόρτα στη ζωή σου, θα βρεις περισσότερη φαντασία απ΄ όση ονειρεύτηκες ποτέ» (σελ. 71), ποιος είναι ο δρόμος για να ανοίξει κάποιος την πόρτα στη ζωή του; Ο ένας δρόμος είναι να πιστέψεις ότι υπάρχει διέξοδος κι ο άλλος «Η απάντηση είναι μέσα σου. Και ο δρόμος μέχρι εκεί είναι συχνά μακρύς».

Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

Πες μου μια λέξη, αυτή τη μόνη λέξη ...

Ο Δημ. Μπουραντάς στην εισαγωγή του βιβλίου του "΄Ολα σου τα ΄μαθα, μα ξέχασα μια λέξη" μας ξεκαθαρίζει ότι « το μυθιστόρημά του δεν φιλοδοξεί να δρέψει λογοτεχνικές δάφνες, αλλά να αποδειχθεί ένα διδακτικό κείμενο». ΄Ετσι το προβλέψιμο σκηνικό, το περιορισμένο και τεχνοκρατικό επαναλαμβανόμενο λεξιλόγιο, η έλλειψη εικόνων, η ανεπάρκεια των περιγραφών και η μονομέρεια των στόχων θεωρούνται εκ προοιμίου αναμενόμενα . Κι όμως κατάφερε να διεκδικήσει και να εξασφαλίσει το βραβείο αναγνωστών 2008. Με αφορμή το βιβλίο αυτό έκανα κάποιες σκέψεις σχετικά με το σύστημα που γεννά και δίνει αξία σε παρόμοια βιβλία. Το πολύπαθο σύστημα παιδείας στη χώρα μας, που αναγκάζει τα παιδιά να τρέχουν σε ένα αγώνα ταχύτητας από το νηπιαγωγείο στερώντας τους τον ελεύθερο χρόνο, την επικοινωνία με τα ανείπωτα, το νόημα της ζωής. Ο Πήτερ Παν χάνει την αίσθηση του πετάγματος και ο μικρός πρίγκιπας εγκαθίσταται υποχρεωτικά σ΄ ένα πλανήτη που δεν τον αναγνωρίζει για δικό του. Μέσα σ΄ αυτή την κοινωνία της εντατικοποίησης και της ανταγωνιστικότητας, της κοινωνίας των δύο ταχυτήτων, των ηγετών , της «αριστοκρατίας» και του λαουτζίκου. Επομένως λέξεις όπως συνεργασία, κατανόηση και αδελφοσύνη χάνουν το νόημά τους.

Το βιβλίο αυτό «΄Όλα σου τα ΄μαθα , μα ξέχασα μια λέξη», μου προκάλεσε μια απέραντη θλίψη, καθώς έχω την αίσθηση ότι είναι απλώς το σύμπτωμα στην ασθένεια της μοναξιάς και αποξένωσης , όπως συμπτώματα είμαστε όλοι μας στο μέτρο που εντασσόμαστε μέσα σ΄ αυτό και μέσα απ΄ αυτό αποδεχόμαστε τους ρόλους που μας προτείνει και επιβάλλει. Υπάρχει διέξοδος; Η μόνη διαφυγή είναι κατά την ταπεινή μου άποψη η πνευματικότητα, η οποία εμπεριέχει την αυτο-εξέταση και την αυτο-αποδοχή, την κατανόηση του άλλου και την συγχώρεση, όχι σαν κούφιες λέξεις ενός συστήματος που κλέβοντάς τες από άλλους πολιτισμούς τις οικειοποιείται σε μια απέλπιδα προσπάθεια να γίνει λειτουργικό και αποτελεσματικό, αλλά σαν δείγμα μιας ανώτερης ποιότητας ζωής που συμβάλλει στη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής και των ανθρώπινων σχέσεων. Η υποταγή σε βαθιές αξίες, όλο ψηλότερα , όλο βαθύτερα που έλεγε και ο ποιητής, η υπόκλιση μπροστά σε έννοιες που έχουν νόημα και ουσία και δεν λειτουργούν υποκριτικά, αλλά πηγαία και αυθόρμητα.

Η ζωή μας στο ρελαντί, η ζωή μας σαν παιχνίδι που μέσα σ΄ αυτό βιώνουμε, απολαμβάνουμε, δακρύζουμε, αλλά και χαιρόμαστε, μια μαγική επαφή με τον «χώρο του αοράτου», που υπακούει σε δικούς του νόμους, που λέγονται νόμοι της ανθρωπιάς, νόμοι που κάνουν τον καθένα μας διαφορετικό από τους άλλους αλλά και πάλι ίδιο. Η δίπολη σκέψη μας οδηγεί σε αδιέξοδα, η ζωή είναι μια σύνθεση, μια ολότητα κι ο άνθρωπος είναι πραγματικά ευλογημένος για να υποφέρει. Αν υπάρχει η αίσθηση ότι όλα αυτά τα λέει ο Δημ. Μπουραντάς στο βιβλίο του , σας διαβεβαιώνω ότι είναι ψευδαίσθηση έως και αυταπάτη. Για ένα τουλάχιστον λόγο: διότι η αφετηρία είναι διαφορετική, εκ διαμέτρου αντίθετη. Το βιβλίο αυτό μας εκθέτει τις αξίες και τις έννοιες, σωρευτικά και χωρίς να τους δίνει την αξία που τους αρμόζει, με την προοπτική να δημιουργήσει ένα δικό του σύστημα, με στόχο πετυχημένους ανθρώπους, μόνο που η λέξη επιτυχία είναι ανεπαρκής για να δώσει νόημα στη ζωή του ανθρώπου σήμερα. Ο πετυχημένος άνθρωπος δεν είναι απαραίτητα ευτυχισμένος, γεγονός που διαγράφεται και μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, ενώ το αντίθετο ισχύει πάντοτε. Είναι σαφές ότι οι στόχοι και τα όνειρα ζωντανεύουν το παρόν, διαγράφουν το μέλλον. Χρειάζεται όμως διάλογος μέσα μας ανάμεσα στο εφικτό και το ανέφικτο, τη σύνεση και την τόλμη, την ανάλωση και την εγκράτεια, την αποστασιοποίηση και το δέσιμο. Μέσα από αυτή τη σύνθεση θα επιτύχουμε σαν ανθρώπινα όντα που έχουν ένα κομμάτι θεϊκό μέσα τους. Η αυτογνωσία , που αναφέρεται επανειλημμένα μέσα στις σελίδες του βιβλίου αυτού, είναι μια επίπονη διαδικασία, όχι απλά μια λέξη. Το ίδιο και η αυτοπραγμάτωση, που μια ολόκληρη ζωή είναι μάλλον μικρή για να μπορέσει κάποιος να την αγγίξει. Γεμάτο αντιφάσεις, όπως ενώ ο κόσμος δεν είναι αγγελικά πλασμένος και το ρουσφέτι και η αναξιοκρατία επικρατούν σε διάφορους τομείς της κοινωνίας, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου βρίσκει αγγέλους, γνωρίζοντας τους κατάλληλους ανθρώπους που με την κατάλληλη συμπεριφορά την προωθούν. Η ανάγκη αναγνώρισης της αξίας του ταξιδιού, η φτώχεια της Ιθάκης έρχεται επίσης σε αντίθεση με την διαρκή προσπάθεια για νέες κορυφές , για ψηλότερους στόχους, για μια ατελείωτη αναμέτρηση με τη ζωή , που δημιουργούν κενό στη προσωπική ζωή . Συχνά αναφέρεται ο Νίτσε, και μάλιστα το σημείο εκείνο με την καταιγίδα και τα περήφανα δέντρα, αλλά πουθενά δε γίνεται ορατή η σύγκρουση χαρακτήρων ούτε και κάποια εσωτερική σύγκρουση από την οποία να διαφαίνεται προσωπική βελτίωση. Η πρόταση μάλιστα που αναφέρεται στο τέλος σχετικά με την επίδραση στους νευρώνες για την απάλειψη των αρνητικών συναισθημάτων έχω την αίσθηση ότι μάλλον ακούγεται επικίνδυνη, διότι τείνει στη δημιουργία ανδρείκελων, ανθρώπων χωρίς συναίσθημα. Αναρωτιέμαι , αν βρεθεί τρόπος να αποβάλλει κάποιος τα αρνητικά συναισθήματα , με την ίδια διαδικασία δεν θα μπορούσε άραγε να διώξει και τα θετικά αποβάλλοντας με μηχανικό και τεχνοκρατικό τρόπο την ιδιότητα του ανθρώπου χωρίς αυτό να είναι αποτέλεσμα εσωτερικής διεργασίας και προσπάθειας ; Πώς κάτι τέτοιο θα έκανε έναν άνθρωπο καλύτερο; Μάλλον ταινία επιστημονική φαντασίας μπορεί να προκύψει από μία ιδέα σαν αυτή!

Εν κατακλείδι, μπορεί ο λουστράκος να έγινε διάσημος καρδιοχειρουργός, αν θυμάμαι καλά την παλιά εκείνη ταινία, στη δεκαετία του ΄60, αλλά δεν θα φανταζόμουν ποτέ ότι η ζωή του θα γινόταν ευπώλητο βιβλίο πενήντα χρόνια αργότερα , δημιουργώντας αμφίβολα πρότυπα και περνώντας μέσα από το αυτονόητο , αλλά και την αντίφαση, να αναδεικνύει την τελειότητα , ουσιαστικά την μη αποδοχή της πραγματικότητας , σε στόχο ζωής. Εξάλλου η ζωή δικαιώνεται από τον εαυτό της. Με απλά λόγια αυτό σημαίνει να μπορώ να κάθομαι στη κορφή ενός βουνού και να αγναντεύω τη θάλασσα!

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

Ζωή, την άλλη φορά

«Τη ζωή μου την έχασα ήσυχα – χωρίς κανένα άρπαγμα – εξόν από κάτι γλέντια με τους φίλους, κι από τα ξεστρατίσματα που έκανε συχνά ο νους μου. Πολλές φορές ήταν που σάλεψε μες στο μυαλό μου η εικόνα από μι΄ αλλιώτικη ζωή, αλλά δεν τα κατάφερα ποτέ μου να τη ζήσω.» Με αυτή την παράγραφο κλείνει το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματός του «Ζωή, την άλλη φορά», ο Νίκος Χουλιαράς, κι αυτή η αίσθηση της «αλλιώτικης ζωής» είναι διάχυτη σε ολόκληρο το βιβλίο, διακατέχοντας τους χαρακτήρες του, τον αφηγητή, τα αδέλφια του, τους φίλους του, τους γονείς του, άλλοτε εμφανής και άλλοτε σαν υπόνοια .

Η διήγηση ξεκινά στα 1920 με τον θάνατο του Θεόφιλου Γούδα , τον διηγείται ο ίδιος σε πρώτο πρόσωπο, κάνοντας μια γρήγορη αναδρομή στην ιστορία της οικογένειάς του, που την πορεία της μας παραδίδει να παρακολουθήσουμε στα επόμενα κεφάλαια, όταν την σκυτάλη παίρνει ο εγγονός του, Θεόφιλος Γούδας κι αυτός. Ο Θεόφιλος στις σελίδες που ακολουθούν «παίρνει τη ζωή που απαρνήθηκε , πάλι απ΄ την αρχή, και τη γυρνάει το μέσα έξω». Από την Αθήνα επιστρέφει στο γενέθλιο τόπο του στα Γιάννενα και εξιστορεί τη γέννηση του και τα παιδικά του χρόνια, περνώντας τις θύμησές του μέσα από τους ανθρώπους . Η γραφή του είναι άμεση, γνήσια , λέξεις απλές, γεμάτες σοφία και νόημα . Μας μαγεύει με το λόγο του , μα και πέρα από αυτόν, με τις εικόνες , τα χρώματα, με το μυστήριο της ύπαρξής που το αποκωδικοποιεί μπροστά μας χωρίς κόπο, με διαφάνεια και καθαρότητα. Ξετυλίγει με χιούμορ, αλλά και σαρκασμό ένα πολύχρωμο γαϊτανάκι ανθρώπων που προδόθηκαν από τη ζωή ή ίσως την πρόδωσαν οι ίδιοι ψιθυρίζοντάς της «Ζωή , την άλλη φορά». Σκέψεις για τις γυναίκες και τα παιχνίδια της ζωής (σελ. 73), για την Φόνη και τον Χαρίλαο , για το θάνατο της γιαγιάς , για τη συμφωνία της Γιάλτας (σελ. 101-103), για τα όνειρά του (σελ. 165), για τον άλλον που υπάρχει μέσα στον κάθε άνθρωπο και αποφασίζει γι΄ αυτόν (σελ. 176) , για την ανάγκη του να γράψει που συναντά την αντίδραση της μητέρας του : «σα να της χρώσταγα ένα κομμάτι από τη ζωή μου, και μ΄ αυτό έπρεπε να πληρώσω, αυτό που νόμιζε πως έχασε εκείνη απ΄ τη δική της». Μας μιλά για τους φίλους του, τους παιδικούς, τους νεανικούς, τους φίλους που τον συντρόφεψαν στην Αθήνα. Ο Φάνης ο Καρακάσης, σύντροφος στις παιδικές ζαβολιές, φτασμένος εφοπλιστής που , όταν τον ξανασυναντάει , έχει μια πίκρα στο στόμα : «Το σπίτι μας δεν είναι πουθενά. Ούτε εδώ είναι , ούτε κι εκεί που καθόμαστε.! Και τι κερδίσαμε , Θεόφιλε;» Ο Δημήτρης ο Γαλαζούλας , ο Βάκης ο Αμερικάνος, ο Γιάννης ο Καραβίδας … Η γλώσσα του γίνεται ποιητική όταν μιλάει για τη νύχτα «Τα χρόνια εκείνα η νύχτα ήταν αλλιώτικη από τη νύχτα που βλέπω τώρα. .. Γιατί ο άνθρωπος ο ίδιος αυτά που βλέπει, είναι». Αναδρομή στο στρατό και τα προβλήματά που είχε , μας αφηγείται για τον Βασιλάκη τον Σουλικιά που τον γνώρισε εκεί και που «από μικρός όλο κάτι πράγματα που δεν τα καταλάβαιναν οι άλλοι έκανε …. κι ένιωθε ένα κρύο. Το κρύο που νιώθει ο άνθρωπος όταν το ξέρει πως έχει μείνει μονάχος του , κι ας είναι μες στον κόσμο», για να καταλήξει μετά στο στρατό να κόψει το λαιμό του. Δεκατριών χρονών έχει το πρώτο ερωτικό σκίρτημα με τις ξαδέλφες του την Ελπίδα και τη Γιολάντα. Στα δεκαεπτά ο λόγος του αποκτά μια διάσταση φιλοσοφίας . Παίζει συνέχεια με το θάνατο με τη διαπίστωση ότι «μονάχα η αγωνία μου είμαι κι η ζωή είναι αλλού, βρίσκεται κάπου αλλού η ζωή, αλλά εγώ την παριστάνω εδώ πέρα» . Πηγαινοέρχεται μέσα στο χρόνο ο Χουλιαράς αναδεικνύοντας το αδιέξοδο και το ανέφικτο της ευτυχίας, ενώ ο Θεόφιλος αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στην Αθήνα και τα Γιάννενα. ΄Όταν η μητέρα του αρρωσταίνει, το ξέρει από τα πριν : « Γι΄ αυτό, όταν βρεθήκαμε όλοι μαζί, ψηλά σ΄ εκείνο το διάδρομο με τα ρεύματα, μου φάνηκε πως είμαστε ηθοποιοί και παίζαμε απ΄ την αρχή, κάτι που ήταν τελειωμένο κιόλας πριν από καιρό. Η μοίρα είναι ανελέητη μαζί τους, η μάνα εγχειρίζεται στο στήθος, το μαγαζί του πατέρα καταστρέφεται από φωτιά (σελ. 305). Ο αδελφός του, ο Λέαντρος θέλει να γίνει αεροπόρος , αλλά η μάνα τον πείθει να γίνει αρχιτέκτονας. Τελικά ο Θεόφιλος έρχεται στην Αθήνα ψάχνοντας τον εαυτό του αλλά χωρίς να ξέρει πώς. Πιάνει δουλειά σε ένα εργαστήρι ζωγραφικής ζωγραφίζοντας Κινέζες σε πιατάκια , αποκτά νέους φίλους, τον Τάκη, τον Αχιλλέα, τον Κάηκε, πραξικόπημα του 1967, εξόριστοι , Πολυτεχνείο , θλίψη διανθισμένη με χιούμορ ή αντίστροφα καταλήγοντας ότι μονάχα με τον έρωτα ο άνθρωπος καμιά φορά ξεχνιέται κι ελαφραίνει κι είναι σαν να δίνει κάποια παράσταση. Οι γονείς του πεθαίνουν , πρώτα ο πατέρας, μετά η μάνα . Τα χάπια παρέα του και καταδίκη του , παλεύει να απεξαρτηθεί. Και η ζωή μοιάζει σαν το παλιό εκείνο παιχνίδι, σαν τη μικρή γυάλα που την κούναγες και χιόνιζε στα ψεύτικα, άπιαστη σαν το πουλάκι, που κανείς δεν μπορεί να το πιάσει, ανεξάντλητη και απρόβλεπτη, ακαθόριστες προσδοκίες , ανεκπλήρωτα όνειρα, συναντιέται με τον πόνο και τον θάνατο και από αυτά αντλεί την αλήθεια, ότι αυτή η ζωή υπάρχει, ανάλαφρη, απλή, σαν παιχνίδι κι αυτή αξίζει να ζήσουμε στα όριά της, γιατί δεν υπάρχει άλλη φορά.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

Logicomix : μυθιστόρημα , βιογραφία ή μια πρωτότυπη πρόταση γραφής;

To βιβλίο Logicomics είναι μια ιστορία, ένα παραμύθι πάνω στην αναζήτηση των θεμελίων των μαθηματικών . Οι ήρωες του είναι επιστήμονες της λογικής. Η ιδέα ανήκει στον Απόστολο Δοξιάδη , το αποτέλεσμα όμως είναι δημιούργημα όχι μόνο δικό του, αλλά και των συνεργατών του , του Χρίστου Παπαδημητρίου, του Αλέκου Παπαδάτου και της Annie di Donna.

Κινείται σε τρεις χρόνους παράλληλους. Στην αρχή βρισκόμαστε στο τώρα, όπου οι τέσσερις συνεργάτες σχεδιάζουν την ιστορία και αρχίζουν τη δημιουργία της. Στην συνέχεια μεταφερόμαστε στο Σεπτέμβρη του 1939 όταν ο Χίτλερ εισέβαλε στην Πολωνία. Ο Μπέρτραντ Ράσελ πρόκειται να μιλήσει σε ένα Πανεπιστήμιο στην Αμερική με θέμα «Ο ρόλος της Λογικής στα ανθρώπινα πράγματα». Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του ο Ράσελ ανατρέχει στην παιδική του ηλικία, μετά το θάνατο των γονιών του και διηγείται τη ζωή του οδηγώντας τους ακροατές του πίσω στον Σεπτέμβρη του 1939. Το μυθιστόρημα κλείνει με την παρέα των τεσσάρων συνεργατών στο χρόνο του τώρα.

Σύμφωνα με τον Δοξιάδη το κόμικ είναι ιδανικό να διηγηθεί ιστορίες ηρώων με υψηλούς στόχους. Οι πρωταγωνιστές της αναζήτησης είναι άνθρωποι παθιασμένοι, τολμηροί, πραγματικοί υπερήρωες. Ο Ράσελ επιλέχθηκε ως κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας διότι ήταν πολιτικός, ακτιβιστής, φιλόσοφος, άνθρωπος με πάθη και ιδέες. Πρόκειται για την ιστορία της λογικής και της τρέλας, για το ανέφικτο της απόλυτης αλήθειας μέσα στα όρια του ανθρώπινου νου, μια ιστορία σε πολλά σημεία δυσνόητη, ιδιαίτερα στην ανάλυση των μαθηματικών και φιλοσοφικών εννοιών. Η συγγραφή με την μορφή κόμικ διευκολύνει την ανάγνωση με την έννοια ότι η εικόνα μπορεί να ξεκουράσει τον αναγνώστη και να τον οδηγήσει μέσα από τις εικόνες προς την εξέλιξη της ιστορίας, ενώ οι φιλοσοφικές και μαθηματικές έννοιες εκτίθενται με σαφήνεια, αλλά χωρίς απλουστεύσεις και εξαντλητικές επεξηγήσεις . ΄Αλλωστε ο Χρίστος και ο Απόστολος διαφωνούν ως προς την δομή της ιστορίας, ο μεν Χρίστος υποστηρίζει ότι αυτή κινείται και από τους χαρακτήρες και από την δράση, ενώ ο Απόστολος δίνει μια τραγική απόχρωση θεωρώντας υπεύθυνους τους χαρακτήρες για τις πράξεις και τις ιδέες τους. Επιπλέον είναι τόσο συμπυκνωμένο το κείμενο από άποψη ιδεών και συγκρούσεων, αποδοχών και αναιρέσεων, ώστε αν ήταν ένα σύνηθες μυθιστόρημα θα ήταν εξειδικευμένο και απευθυνόμενο σε λίγους, ενώ τώρα με τη βοήθεια των εικόνων και των χρωμάτων μπορούν και οι λιγότερο υποψιασμένοι να γευτούν κάτι από τους μεγάλους προβληματισμούς που ταλαιπώρησαν τις αρχές του 20ουαιώνα τους επιστήμονες και τους φιλοσόφους.

Μέσα από τις σελίδες του Logicomix και μέσα από τα μάτια και την αντίληψη του Ράσελ γνωρίζουμε τον Ευκλείδη, τον Ουάιτχεντ, τον Κάντορ, τον Φρέγκε, τον Κούρτ Γκέντελ, τον Φον Νόιμαν, τον Χίλμπερτ και φυσικά τον μαθητή του Λούντβιχ Βιντγκενστάιν, όλες ιδιαίτερες προσωπικότητες των μαθηματικών, της λογικής και της φιλοσοφίας του τέλους του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Παρακολουθούμε τις αντιφάσεις της φιλοσοφίας, τη βεβαιότητα που εμπνέουν τα μαθηματικά, την αγωνία των επιστημόνων μπροστά στον κλονισμό των θεμελίων του έργου τους, την καθημερινή γλώσσα να αντικαθίσταται από τη γλώσσα της επιστήμης, αλλά και την επιστροφή στην καθημερινή γλώσσα από τον Βίντγκενστάιν. Το παράδοξο του Ράσελ και η θεωρία της μη πληρότητας του Γκέντελ ξετυλίγονται μπροστά μας αφήνοντάς μας έκπληκτους μπροστά στη δυνατότητα της επιστήμης να ανατρέπει ό,τι θεωρούνταν μέχρι τη στιγμή εκείνη δεδομένο. Παράλληλα ο Ράσελ ασχολείται με την τέχνη, διαβάζει ΄Ιψεν, Τουργκένιεφ, ποίηση, όπως Σέλευ και Γέητς και αργότερα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τρομάζει μπροστά στο Παράλογο. Γνωρίζει όμως ότι ο Παλαιός Κόσμος και η τέχνη που τις εκφράζει πρέπει να καταστραφούν. Η ομιλία του Ράσελ τελειώνει με τις διαπιστώσεις του, αποτέλεσμα αγωνίας και προσπάθειας όλης της ζωής του: « η Λογική είναι ένα πανίσχυρο εργαλείο μέσα σε κάποια όρια. ΄Όταν η Λογική μιλά για την ανθρώπινη ζωή, είναι στενά. Κι όταν παίρνει το σχήμα γενικόλογων και φαινομενικά τέλειων θεωριών, είναι μια καλοστημένη απάτη. Ακόμη κι όλη η επιστήμη δεν φτάνει για να καταλάβουμε το νόημα του κόσμου, όπως έλεγε και ο Βιτγκενστάιν. Θέλω να παραμείνω ειρηνιστής. Αλλά πώς να αντέξω μια Ευρώπη κτήμα του Χίτλερ και του Στάλιν;…΄Ηλθε ο καιρός να στραφούμε στην τριάδα Δικαιοσύνη, Ευθύνη, τη διάκριση ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, δηλ. στις ανεπίδεκτες επιστημονικής αντιμετώπισης έννοιες κατά τον Σλικ. Η ιστορία μου είναι ένα σήμα κινδύνου, ένα αφηγηματικό επιχείρημα κατά των λύσεων «πασπαρτού». Εμένα μου έμαθε πως δεν αρκούν οι λύσεις-συνταγές. Και σίγουρα όχι όταν πρόκειται να αντιμετωπίσεις αληθινά δύσκολα προβλήματα».

Στην τελευταία πράξη του βιβλίου μας περιμένει μια υπέροχη έκπληξη. Οι τέσσερις συνεργάτες παρακολουθούν πρόβες από την Ορέστεια του Αισχύλου. Το μήνυμα του βιβλίου έρχεται από τα βάθη των αιώνων : η αληθινή σοφία θέλει μια γερή δόση από αυτά που συνήθως τα πετάμε ως μη-σοφά.

Κλείνοντας θέλω να παραθέσω εδώ ένα απόσπασμα από ένα άλλο αγαπημένο βιβλίο, τη Σαμαρκάνδη του Αμίν Μααλούφ. Λέει κάπου ο Ομάρ Καγιάμ: Από το έργο των σοφών θυμόμαστε μόνο ό,τι ανέτρεψε τις θεωρίες των άλλων, εκείνο όμως που οικοδομούν οι ίδιοι θα γκρεμισθεί αναπόφευκτα, ακόμη και θα γελοιοποιηθούν από τους μεταγενέστερους. Τέτοιος είναι ο νόμος της επιστήμης. Η ποίηση δεν γνωρίζει παρόμοιο νόμο: δεν απορρίπτει ποτέ αυτό που προηγήθηκε και δεν την απορρίπτει ποτέ αυτό που ακολουθεί, διατρέχει με απόλυτη ηρεμία τους αιώνες. Γι΄ αυτό γράφω τα ρουμπαγιάτ μου. Ξέρεις τι με γοητεύει στις επιστήμες; Ότι βρίσκω μέσα τους την υπέρτατη ποίηση: στα μαθηματικά, τη μεθυστική δίνη των αριθμών, στην αστρονομία, το αινιγματικό ψιθύρισμα του σύμπαντος. Αλλά για το Θεό, μην έλθει κανείς να μου μιλήσει για την αλήθεια!