Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009

Νόμπελ Λογοτεχνίας 2009

Με επικρατέστερους υποψήφιους τον Ισραηλινό συγγραφέα Άμος Οζ και την Αλγερινή Άσια Τζεμπάρ, η Σουηδική Ακαδημία προκάλεσε έκπληξη απονέμοντας το Νόμπελ Λογοτεχνίας της χρονιάς στη Γερμανίδα ρουμανικής καταγωγής, άγνωστη και ελάχιστα μεταφρασμένη έξω από τη Γερμανία, Χέρτα Μίλερ. Αιτιολόγησε την απόφασή της αυτή , αναφέροντας ότι η συγγραφέας «με την πυκνότητα της ποίησής της και την ειλικρίνεια της πρόζας της σκιαγραφεί το σύμπαν των στερημένων».

Η Χέρτα Μίλερ γεννήθηκε το 1953 στη Ρουμανία σ΄ ένα μικρό γερμανόφωνο χωριό της Τρανσυλβανίας και το 1987 μετανάστευσε στη Δυτική Γερμανία με τον σύζυγό της, καθώς στη Ρουμανία δεν της επέτρεπαν να εκδώσει τα έργα της, στα οποία επέκρινε ανοικτά το ολοκληρωτικό καθεστώς Τσαουσέσκου, όπως διευκρινίζει η Σουηδική Ακαδημία. Το πρώτο της μυθιστόρημα ήταν «Η Συνάντηση» το 1997, ενώ είχε προηγηθεί μία συλλογή διηγημάτων το 1982, με την οποία πρωτοεμφανίστηκε, που λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε από το ρουμανικό καθεστώς το 1984. Η συλλογή δημοσιεύτηκε τελικά στη Γερμανία, και το έργο της που παρουσίαζε τη ζωή σε ένα μικρό, γερμανόφωνο χωριό στη Ρουμανία ενθουσίασε τους αναγνώστες.

Άλλα της μυθιστορήματα είναι «Η αλεπού ήταν κιόλας ο κυνηγός», «Το Ζώο της Καρδιάς», ενώ στα ελληνικά κυκλοφορεί το «Μετέωροι Ταξιδιώτες» από τις εκδόσεις Ηρόδοτος σε μετάφραση Κατερίνας Χατζή από το 1993 .

Η Χέρτα Μίλερ είναι μυθιστοριογράφος, ποιήτρια και δοκιμιογράφος , γράφει στα γερμανικά και εξομολογείται : «Δεν έγραψα ποτέ στα ρουμανικά, αλλά έχω επαφή με αυτή τη γλώσσα και φυσικά τα ρουμανικά παίζουν ένα ρόλο. Ακόμα και αν γράφω τις λέξεις στα γερμανικά, η ματιά είναι ρουμανική». Στο έργο της περιγράφει τις συνθήκες ζωής κάτω από το καθεστώς του Νικολάε Τσαουσέσκου. Ζει και εργάζεται στο Βερολίνο.

Το Νόμπελ έδωσε σε όλο τον κόσμο τη δυνατότητα να γνωρίσει μια δυνατή, πρωτότυπη φωνή η οποία ήταν γνωστή και έχαιρε εκτίμησης μονάχα στο γερμανόφωνο αναγνωστικό κοινό.

Τα αποκλειστικά δικαιώματα έκδοσης των βιβλίων της φετινής νικήτριας του βραβείου Νόμπελ Χέρτα Μίλερ απέκτησαν για την Ελλάδα οι Εκδόσεις Καστανιώτη. Ο πρώτος τίτλος αναμένεται να κυκλοφορήσει την άνοιξη του 2010.

Το Εμβατήριο του Ωκεανού

Νυχτερινό λιμάνι
Φώτα πνιγμένα στα νερά
πρόσωπα δίχως μνήμη και συνέχεια
φωτισμένα από τους περαστικούς προβολείς μακρινών πλοίων
κι ύστερα φωτισμένα στην σκιά του ταξιδιού
λοξά ιστία με κρεμασμένες λάμπες ονείρου
σαν τις ραγισμένες φτερούγες αγγέλων που αμάρτησαν
οι στρατιώτες με τις κάσκες
ανάμεσα στην νύχτα και στο κάρβουνο
τραυματισμένα χέρια σαν την συγνώμη που έφτασεν αργά.

Αιχμάλωτοι δεμένοι στις άγκυρες
ένας κρίκος γύρω στο λαιμό του ορίζοντα
κι άλλες αλυσίδες εκεί στα πόδια των παιδιών
και στα χέρια της αυγής που κρατούν μια μαργαρίτα.
...
Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.
Άπ΄ τα παράθυρα γλιστρούσε ο ουρανός
κι η μητέρα καθισμένη
στο χαμηλό σκαμνί
κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
με τα ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
γραμμένη στη γλαυκή διαφάνεια

Εσύ δεν είχες έρθει ακόμη.
Κοιτούσα την δύση και σε έβλεπα
-μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου
-ένα μειδίαμα σκιάς βαθειά στη Θάλασσα.

Η μητέρα μου κρατούσε τα χέρια.
Μα εγώ
πίσω από τον τρυφερό της ώμο
πίσω απ΄ τα μαλλιά της τα χλωμά
στρωτά με ένα στρώμα υπομονής και ευγένειας
κοιτούσα σοβαρός την θάλασσα.

Ένας γλάρος με φώναζε
στο βάθος της εσπέρας
εκεί στην γαλανή καμπύλη των βουνών.
...
Γυμνοί παλέψαμε στην αμμουδιά το μεσημέρι
με τα υγρά κορμιά των δωδεκάχρονων παιδιών
πιο πολύ για το αγκάλιασμα παρά για την πάλη
πιο πολύ για την πάλη παρά για την νίκη
μονάχα για την νίκη.

Αλμυρά μαλλιά
ηλιοψημένοι μηροί
ο φλοίσβος ανάμεσα στο φιλί
η θάλασσα πιο πέρα απ΄ το σπασμό.

Τα μεσημέρια βουίζοντας κατέβαιναν σε στροβίλους φωτιάς
να τυλίξουν μ΄ άσπρες φλόγες τα ψαράδικα σπίτια
να κάψουν τις καρδιές που δεν αντιστέκονται.

Έξω από τα παράθυρα το γαληνό κιθάρισμα του μπάτη
το φωτεινό πρόσωπο της ευωδίας
στην άσπρη μνήμη του καλοκαιριού
με μια μαβιά δέσμη σκιάς
λοξά στο βελουδένιο μάγουλο.

Χρυσή αναπνοή του ατέλειωτου νερού
δίχτυα που λιάζονται στα βράχια
βάρκες γεμάτες καρπούς και λουλούδια
τα σπίτια μας γραμμένα μες στη θάλασσα
να τα σπίτια μας.
...
Μας πήραν το θαλασσινό τραγούδι
μας δέσαν τα θαλασσινά μας πόδια.

Παιδάκια σιωπηλά κι απορημένα
με τα αλατισμένα ματόκλαδα
με τα μεγάλα μάτια τα γαλάζια
περνάμε φοβισμένα στις μεγάλες πολιτείες
κάτω απ΄ τα νοσοκομεία που μυρίζουν ύπνο κι ιδρώτα
κάτω απ΄ τα σπίτια με τούς κόκκινους γλόμπους
κάτω απ΄ τα μέγαρα
που καπνίζουν αίμα νύχτα κι αρπαγή.

Μητέρα μητέρα
που αρνηθήκαμε
την τρυφερή σοφία των δακρύων σου
που ΄ναι το μακρόθυμο χέρι σου
με την έκφραση της καρτερίας
που ΄ναι το χέρι σου
ν΄ ακούσουμε την αυγή και την θάλασσα
να ζεστάνουμε τη μοναξιά;

Μητέρα
ο ουρανός γκρεμίστηκε
στα δάκρια των αθώων.

Εμείς που περπατήσαμε τις νύχτες
σε λευκά δάση μαργαριταριών
εμείς που πελεκήσαμε στην πέτρα
τη γαληνή μορφή του ονείρου
δεν ξέρουμε να περπατάμε
πάνω στους δρόμους που κάθε μέρα βάφονται
με το αίμα του ξανθού Ιησού.

Πίσω απ΄ τους τοίχους μας παραμονεύουν
Απ΄ τις γωνιές φεύγουν περίτρομα
πλήθη αγριοπερίστερων.

Πόρτες χάσκουν την νύχτα.
Ξίφη αστράφτουν.
Ένα φεγγάρι αποκεφαλισμένο.

Οι άνθρωποι ετοιμάζουν σκάλες
με ανθρώπινα κόκαλα
για να ανέβουν.

Κύριε Κύριε
κι εμείς εδώ
στη μέση των μεγάλων δρόμων
λυπημένοι κι αδέξιοι
με το άδειο δισάκι στα χέρια
μ' ένα κλουβί αηδονιών στη ράχη
με την πλατιά μνήμη της θάλασσας στο μέτωπο
με χέρια αθώα που δεν επαιτούν.

Μητέρα δεν μας μένει τίποτα.
Που θ΄ απαγκιάσουμε;
Που θα κοιμηθούμε;
...
Παιδί μελαχρινό με τα γαλάζια μάτια
με τα πυκνά μαλλιά που τα χτένισε η θάλασσα
παιδί με το ανεύθυνο βάδισμα που ποτέ δεν ρωτούσε την γη
περήφανο παιδί που αρνιόσουνα την εκκλησία της Κυριακής
που έφτιαχνες χαρταετούς και πλοία με τα τετράδια της αριθμητικής
θυμάσαι τον γέρο καπετάνιο
που ξέχασε το λιμάνι κοιτάζοντας τα αστέρια
για να κερδίσει την νιότη τραγουδώντας τη θάλασσα;

Έτσι την ώρα που μας άφηνε
το τελευταίο χαμόγελο της νύχτας
και δεν είχαμε άλλο πλοίο να μπαρκάρουμε
κι ήταν οι προκυμαίες χωρίς φανάρια κι επιβάτες
απαντήσαμε τον ίσκιο μας ώ παιδί της θάλασσας
απαντήσαμε σένα μ΄ ένα φεγγάρι ανοιξιάτικο στα χέρια
να βηματίζεις μονάχο στ΄ ακρογιάλι ανάμεσα στα βράχια
όπου ρεμβάζουν γαλήνια τα καβούρια και οι φώκιες.

Μάτια χορτασμένα με ζωγραφιές υδάτινες
που πεινούν ακόμη το νερό
παρελάσεις άστρων στη μνήμη κοιμισμένων γλάρων
έφοδος ξαφνική των δελφινιών, πανικός των υδρόβιων
και πάνω στους ραγισμένους καθρέφτες του νερού
η κυκλική απόδραση του γαλαξία.

Η σιγή φεύγει πάλι τρομαγμένη
μακριά στην κοιμισμένη παραλία
- λευκή κόρη των πνιγμένων καπετάνιων
που ζει στα ερείπια του πανάρχαιου μώλου
και κάθε νύχτα που γεμίζει το φεγγάρι
την κυνηγούν οι μεθυσμένοι ναύτες.

Κύριε τ' ουρανού της γης και της θάλασσας
ως πότε θ΄ αγρυπνούμε
ως πότε θα διψάμε
ως πότε δεν θα πεθαίνουμε;
...
1939-1940

Δίστιχα από τον Επιτάφιο

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, λουλούδι της ερμιάς μου,

πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;

Πουλί μου, εσύ που μού ' φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ' άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.

Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο διες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου μπήγω.
---------------------

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
Άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες , και δίχως να χορταίνεις
Άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα,
Τα όσα γλυκά , τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα.

Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα λάδι,
Και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
Κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ΄ αστέρια και τα πλάτια
Τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.
-------------------

Γλυκέ μου εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιε μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε.

Δες, πλάι μας περνούν πολλοί, περνούν καβαλλαραίοι,
όλοι στητοί και δυνατοί και σαν και σένα ωραίοι.

Ανάμεσά τους, γιόκα μου, θωρώ σε αναστημένο,
το θώρι σου στο θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.

Γιε μου στ' αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,
σου πήρα το ντουφέκι σου, κοιμήσου εσύ πουλί μου.

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού Αγωνιστή

Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ' όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες
μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε . 'Έχουμε πατρίδα.

'Έχω κρατήσει μέσα μου την τουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κι έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
'Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κι είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κι έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.
Το πρώτο σου παιχνίδι , Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.

'Έπαιξες τη φωτιά. 'Έπαιξες το Χριστό.
'Έπαιξες τον Αϊ Γιώργη και το Διγενή.
'Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν τα μεσάνυχτα.
'Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.

Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει

΄Ηταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν΄ ακούς κάτω απ΄ τη στέγη σου τ΄ ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
΄Αναψες κάτω από το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο και προχώρησες...

Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κι έπαιξες τον ΄Ανθρωπο!

(του Νικηφόρου Βρεττάκου
όπως καταγράφεται στην Ανθολογία του Βασίλη Βασιλικού "Λύρα Ελληνική")

Μικρός τύμβος (17 Νοεμβρίου 1973)

Δίχως τουφέκι και σπαθί, με τον ήλιο στο μέτωπο,
υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.

Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ώς εκεί
που ωραία λουλούδια τις μορφές σας
λιτανεύει ο αέρας της αρετής.

Ω παιδιά μου,
μπροστά σ' αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.

Από τη συλλογή "Παραλειπόμενα" του ΝΙκ. Βρεττάκου

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009

΄Αλωση ή Πτώση;

… το 1955 καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν οι περιουσίες των Ρωμιών και των άλλων μειονοτήτων στην Ιστανμπούλ, επειδή ήταν αδύνατο να συγκρατηθούν τα πλήθη που είχαν υποκινηθεί από την τουρκική κυβέρνηση. Τα γεγονότα αυτά που συμπεριλάμβαναν καταστροφές εκκλησιών και δολοφονίες παπάδων, μοιάζουν σε λεηλασία και ωμότητα με τα γεγονότα που περιγράφουν οι «Δυτικοί» ιστορικοί της «πτώσης». Οι Ρωμιοί που εγκατέλειψαν τα τελευταία πενήντα χρόνια την Ιστανμπούλ εξαιτίας των λαθών των τουρκικών και των ελληνικών κυβερνήσεων που συμπεριφέρονταν στις μειονότητες τους, από τότε που η Ελλάδα και η Τουρκία έγιναν εθνικά κράτη, σαν να ήταν όμηροι, είναι περισσότεροι από κείνους που την εγκατέλειψαν στα πενήντα χρόνια μετά το 1453.

Το 1955 όταν οι εγγλέζοι ετοιμάζονταν να φύγουν από την Κύπρο και οι έλληνες ν΄ αναλάβουν ολοκληρωτικά τη διακυβέρνηση του νησιού , ένας πράκτορας των μυστικών τουρκικών υπηρεσιών έβαλε βόμβα στο σπίτι που γεννήθηκε ο Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη. ΄Όταν οι εφημερίδες με έκτακτες εκδόσεις και μεγαλοποιώντας το περιστατικό κυκλοφόρησαν την είδηση, το εχθρικό προς τις μη μουσουλμανικές μειονότητες πλήθος που μαζεύτηκε στην πλατεία Τακσίμ, έκαψε, γκρέμισε και λεηλάτησε μέχρι το πρωί, πρώτα τα καταστήματα απ΄ όπου ψωνίζαμε με τη μητέρα μου στο Μπέγιογλου κι έπειτα όλη την πόλη.
Οι καταστροφικοί τσέτες, στις περιοχές όπως το Ορτάκοϊ, το Μπαλουκλή, τα Ψωμαθειά, το Φανάρι, όπου ζούσαν πολλοί Ρωμιοί, με βιαιότητα που προκαλούσε φρίκη, έκαψαν , λεηλάτησαν μικρά φτωχικά ρωμαίικα μπακάλικα, γκρέμισαν μάντρες και μπήκαν σε σπίτια, βίασαν Ρωμιές και Αρμένισσες, μπορεί κανείς να πει ότι φέρθηκαν το ίδιο ανελέητα με τους στρατιώτες που λεηλάτησαν την Ιστανμπούλ, όταν ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Πολιορκητής μπήκε στη πόλη. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι οι οργανωτές, τους οποίος στήριζε η κυβέρνηση, για να κινητοποιήσουν τους πλιατσικολόγους, που για δύο μέρες σκόρπισαν τη φρίκη στην πόλη και μετέτρεψαν την Ιστανμπούλ σε κόλαση χειρότερη κι από τους πιο κακούς εφιάλτες των χριστιανών και των Ευρωπαίων, τους είχαν πει ότι το πλιάτσικο είναι ελεύθερο.
Το πρωί της νύχτας όπου στους δρόμους κινδύνευε να λιντσαριστεί όποιος δεν ήταν μουσουλμάνος , το Μπέγιογλου και η λεωφόρος Ιστικλάλ ήταν γεμάτη από αντικείμενα που δεν μπορούσαν να μεταφερθούν από τα λεηλατημένα μαγαζιά με τις σπασμένες βιτρίνες και πόρτες, αλλά είχαν καταστραφεί με πολλή χαρά. Χρώματα χρώματα, τόπια τόπια τα υφάσματα, χαλιά και φορέματα κι από πάνω αναποδογυρισμένα ψυγεία, ραδιόφωνα, πλυντήρια ρούχων, καινούρια ακόμη τότε στην τουρκική αγορά, το οδόστρωμα δε φαινόταν από τις σπασμένες πορσελάνες, τα παιχνίδια (τα καλύτερα καταστήματα παιχνιδιών ήταν στο Μπέγιογλου) , τα έπιπλα κουζίνας, τα ενυδρεία που ήταν της μόδας τότε, τα κρύσταλλα φωτιστικών. Ποδήλατα , αναποδογυρισμένα ή καμένα αυτοκίνητα, σπασμένα πιάνα, ακρωτηριασμένες κούκλες που κοίταζαν τον ουρανό, πεσμένες ανάσκελα από τη βιτρίνα κάποιου μεγάλου καταστήματος, και μερικά τανκς που έστω και αργά είχαν βγει στους δρόμους για να επαναφέρουν την τάξη.

Ιστανμπούλ (του Ορχάν Παμούκ)

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009

ΣΗΓΑΤΑΚ ΕΤΕΝΥΤΦ ΗΜ

Αμέσως μόλις έμαθα να διαβάζω και να γράφω , στον κόσμο της φαντασίας μου προστέθηκαν και οι αστερισμοί των γραμμάτων. Ο καινούριος αυτός κόσμος δεν απαρτιζόταν από οράματα με νόημα, από εικόνες που διηγιόνταν ιστορίες, παρά μόνο από γράμματα κι από ήχους που βγάζανε τα γράμματα. Διάβαζα οτιδήποτε έβλεπα γραμμένο, τις επωνυμίες εταιρειών στα σταχτοδοχεία, τις αφίσες στους τοίχους, τις ειδήσεις στις εφημερίδες, τις διαφημίσεις, ό,τι γράφανε απέξω τα καταστήματα, τα εστιατόρια, ό,τι ήταν γραμμένο πάνω στα φορτηγά, στα χαρτιά περιτυλίγματος, στις πινακίδες της τροχαίας, στο κουτί της κανέλας στο τραπέζι, στο κουτί με το βούτυρο στην κουζίνα και στα σαπούνια και στα τσιγάρα της γιαγιάς μου και στα κουτιά με τα φάρμακά της. Ούτε ήταν απαραίτητο να καταλαβαίνω τη σημασία των λέξεων αυτών που καμιά φορά διάβαζα δυνατά. Θαρρείς, κάπουμέσα στο μυαλό μου, ανάμεσα στην όραση και το κέντρο αντίληψής μου είχε τοποθετηθεί μια μηχανή που μετέτρεπε όλα τα γράμματα σε συλλαβές και ήχους. ΄Ιδια με ανοιχτό ραδιόφωνο που κανείς δεν το ακούει, σε καφενείο όπου γίνεται πολλή φασαρία, η μηχανή αυτή, που καμιά φορά ούτε εγώ δεν της έδινα σημασία, έκανε συνέχεια εκπομπή.


Ορχάν Παμούκ: Ιστανμπούλ