Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009

Πώς αλλιώς δηλαδή;

« ΄Όταν γεννήθηκε ο Φάκος και η Σαραγώ νόμισε ότι όλα θα ήταν αλλιώς… Νόμισε πως θα έκρυβε τα όνειρά της μέσα στα τριαντάφυλλα και θα τα κρατούσε εκεί, να μοσκοβολούν παντοτινά.». Η Σαραγώ , που πάντοτε έδενε σ΄ όλα πολύχρωμες κορδελίτσες. Στόλιζε τα πάντα με φιογκάκια (σελ. 14, 73, 82, 91, 114, 156) και ζωγράφιζε τον Γιάνκο με δικά της χρώματα (58). Σκληρή και εγωίστρια με τον πατέρα της, ανυποχώρητη και ανελέητη, όπως κι εκείνος, βιώνει την αυταπάτη της νίκης, ενώ στην πραγματικότητα χάνουν και οι δύο, αφού το πείσμα τους υπερισχύει της αγάπης (σελ. 103). Κι όταν ο πατέρας , ακόμα και μετά το θάνατό του, ειρωνεύεται το γαμπρό που ποτέ δεν αποδέχθηκε, η Σαραγώ συμπαραστέκεται στον Γιάνκο, παρά την προσπάθεια της Κουλίτσας να την προσγειώσει. Αλλά «Μετά την προσγείωση; ΄Η βάζεις μια βόμβα και ανατινάζεις το αεροσκάφος, ή φτύνεις στα μούτρα σου και προχωρείς προς άγνωστη κατεύθυνση. Εξαρτάται από το τσαγανό του επιβάτη. Πάντως η πιο βολική λύση είναι να βρες ένα ωραίο άλλοθι να παραμείνεις στη θέση σου και να παραγγείλεις ένα διπλό καπουτσίνο. Πάμε γι΄ άλλα, λες… Και ξερογλείφεσαι… Αν το ξέρεις κιόλας ότι αυτά τα άλλα είναι μια αυταπάτη, τότε … με γεια σου με χαρά σου (σελ. 113). Η μοίρα, η μοίρα… «που μόνη της περιδιάβαινε , ανενόχλητη, τσαλαβουτούσε στα νερά, ποδοπατούσε τα όνειρα των γλάρων και έλιωνε μέσα στις χούφτες της τα μικρά κοχύλια και τις αφύλακτες ψυχές» την οδηγεί σε διλήμματα ζωής, που δεν διστάζει να τα απαντήσει με γνώμονα την αγάπη : εγώ θα το υποστηρίξω το παιδί μου (σελ. 168). Παλεύει μέσα της σε έναν αγώνα εσωτερικό , μοναχικό και αδιέξοδο «Αλίμονο σε κείνους που κλείνουν και τις χαραμάδες της ψυχής τους , να μην ξεφύγει απέξω ο καπνός… Εγώ θα μείνω εδώ μόνη μου, να ιχνηλατώ τους ίσκιους της ψυχής μου… Θα μείνω εδώ μόνη μου , να νομίζω συνεχώς ότι πακετάρω τα όνειρά μου για μια φυγή» (σελ. 174). Η αγάπη ξεχειλίζει από μέσα της στις δύσκολες στιγμές του γιου της «Ο έρωτας είναι τα φτερά της ψυχής μας. Μόνο που, σχεδόν πάντα, είναι αέρινα. Σαν του ΄Ικαρου, Αξίζει όμως, αξίζει να πετάξεις τόσο ψηλά. Να δεις τον κόσμο, έστω για λίγο, σαν να τον έπλασε ο Θεός μόνο και μόνο για να στον κάνει δώρο» (σελ. 179), καθώς και «υπάρχουν τόσοι και τόσοι που περπατούν με άρβυλα πάνω σε γυάλινες ψυχές… Οι σχέσεις των ανθρώπων είναι δύσκολες… Να δίνεις αγάπη στους άλλους, αλλά να περιφρουρείς τα όριά σου, Φάκο μου» . Μέσα από τις αντιξοότητες και τις αμφιβολίες αναδεικνύεται η ομορφιά και η δύναμη της «Τόσος ουρανός, χωμένος μέσα στις χούφτες της! Είπε ένα μωβ νυχτολούλουδο σ΄ ένα άσπρο, που μόλις είχε ανθίσει. ΄Οσο προχωρά η ψυχή της μέσα στο σκοτάδι, τόσο φωτίζεται. Τόσο λάμπει, απάντησε το άσπρο κι έγειρε στην αγκαλιά του μωβ» (σελ. 233) . Μετά την απώλεια της Κουλίτσας και την ασθένεια του Φάκου, η Σαραγώ κλονίζεται, αλλά γρήγορα βρίσκει συμπαράσταση στο πρόσωπο ενός γιατρού : «Πρόσεξες τη φύση; Δίπλα στο δηλητηριώδες φυτό , φυτρώνει πάντα κάποιο άλλο με το αντίδοτο του δηλητηρίου. Ψάξε μέσα σου και βρες το δικό σου αντίδοτο, το μυστικό κουτί που είναι κρυμμένη η δύναμή σου. Κι αν έχασες στον πανικό σου το κλειδάκι, σπάσ΄το, Σαραγώ! Παραβίασέ το ! Και προχώρα!» (σελ. 279), επιτρέποντας παράλληλα στη ρομαντική και ονειροπόλα της διάθεση να μας μελαγχολήσει «Τα ταξίδια της ζωής μας …. Ξεκινάμε, φεύγουμε για μακριά, κάνουμε σχέδια να εξερευνήσουμε όλη τη ζωή, και πάντα στο ίδιο σημείο ξαναγυρνάμε. Αράζουμε στην κόγχη ενός ονείρου, που έμεινε εκεί και μας περίμενε» (σελ. 286)
Στον αντίποδα της Σαραγώς ο Γιάνκος : «πίσω από τη σιωπή κρυβόταν ένα φοβισμένο τίποτε. ΄Ένα καμουφλάζ μιας μίζερης καχεκτικής ζωής», παρόλο που η Σαραγώ στο πρόσωπό του βλέπει σοφία και δύναμη «Πού να ήξερε η Σαραγώ πώς τα βαθιά πηγάδια κρύβουν μέσα τους λασπόνερα και όχι πνιγμένα φεγγάρια» (σελ. 16)
Η Αλκυόνη Παπαδάκη έχει πρωταγωνιστές στις ιστορίες της κυρίως γυναίκες. Μαζί με τη Σαραγώ σημαντική παρουσία η Κουλίτσα, που η μόνη της διασκέδαση ήταν να «πηγαίνει για καφέ» παρέα με τις γλαδιόλες και τις καμέλιες. Η Κουλίτσα δεν ήταν από εκείνους που παίρνουν τα ηνία της ζωής. Δεν ήταν από τη φτιαξιά των καπεταναίων. Η Κουλίτσα ήταν πάντα ένα φοβισμένος μούτσος, κλεισμένος σαν ποντίκι στ΄ αμπάρια του πλεούμενου (σελ. 44). Ζει και πεθαίνει χωρίς να μάθει ποτέ πώς λειτουργεί η αγάπη, συγχέοντας την αγάπη με την προστασία, αρνούμενη επίμονα να μάθει την αλήθεια για το παιδί που έφερε στο κόσμο.
Βασικοί χαρακτήρες ο Φάκος, ένα φοβισμένο ανθρωπάκι, έτοιμο να λιποτακτήσει από το μετερίζι ανά πάσα ώρα και στιγμή (σελ. 196), που εισέπραξε την αγάπη «σαν κραυγή απελπισίας», ενώ η αγάπη «απλά και αθόρυβα πρέπει να φτάνει. Σαν τους κύκλους του νερού όταν πετάξεις ένα βότσαλο» (σελ. 159), που κέρδισε το χρήμα, τη φήμη και τη δόξα, αλλά έχασε την ψυχή του (241) και ο Μπιλ, ο στερημένος από αγάπη, που χάθηκε σ΄ ένα σύννεφο γεμάτο βροχή. Ποιος ξέρει αν πίσω απ΄ αυτό το σύννεφο, αν καρτερούσε ο ήλιος, ή αν παραμόνευε άλλο σύννεφο, γεμάτο χαλάζι… Κανείς δεν έμαθε. Ποτέ (σελ. 222)

Αν ήταν όλα ... αλλιώς ...

«Αν η ψυχή μας φορούσε πάντα τα καλά της …
Αν όλος ο κόσμος ήταν ένα κουκούλι που θα μας προστάτευε, και μέσα εκεί, με όλη μας την άνεση, θα γινόμασταν από σκουλήκια πεταλούδες …
Αν ήταν όλα … αλλιώς !...
Μα τότε, πώς θα ξεχωρίζαμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας;»
Με το καινούριο της βιβλίο η Αλκυόνη Παπαδάκη έρχεται γι΄ άλλη μια φορά να μας παρασύρει σε ένα όνειρο, στο όνειρο εκείνο που καταφέρνουμε να δούμε το φως που κλείνουν μέσα τους τα φύλλα της παπαρούνας. Από τη θλίψη, τον πόνο , την αδικία και την οργή στη λύτρωση και την ηθική δικαίωση. ΄Οσοι δεν μπορούν να αναζητήσουν την ευτυχία, όσοι δεν συνομιλούν με την ψυχή τους , όσοι κλείνονται μέσα στη σιωπή, φεύγουν , κι όσοι αγγίζουν τα μυστικά της ζωής επιβιώνουν και δικαιώνονται, ενώ το μέλλον στο πρόσωπο των δύο νέων παραμένει ανεξιχνίαστο και ομιχλώδες. Η άτυχη Κουλίτσα, ο τραχύς Γιάνκος, η ονειροπόλα Σαραγώ, ο στερημένος από αγάπη Μπιλ, ο καλομαθημένος Φάκος, χαρακτήρες που μέσα τους μπορεί ο καθένας μας να αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό του κι αυτό τους κάνει πιο προσιτούς, πιο δικούς μας, ανθρώπους της γειτονιάς μας και , γιατί όχι, και του σπιτιού μας.
Το ύφος της Αλκυόνης Παπαδάκη, αυτή η συνεχής ονειροπόληση, το αγκάλιασμα όλων των προσώπων του βιβλίου της, το ντάντεμα θα έλεγα της ψυχής , δημιουργεί στον αναγνώστη μια παρηγοριά και μια απενοχοποίηση για τη δική του στάση απέναντι στους άλλους, απέναντι στη ζωή. Ο ίδιος ο αναγνώστης γίνεται πρωταγωνιστής στην ιστορία και έτσι χαϊδεύει τον εαυτό του , αποκοιμίζει την ψυχή του και την παρηγορεί για τις μύχιες σκέψεις και πράξεις του. Στα βιβλία της Αλκυόνης Παπαδάκη ακόμη και το πιο ταπεινό φυλλαράκι έχει υπόσταση και ρόλο , τα βατράχια, οι πεταλούδες και τα λουλούδια παρατηρούν τη συμπεριφορά των ανθρώπων, μιλούν γι΄ αυτή, την περιβάλλουν με συμπόνια και κατανόηση κρύβοντας μέσα στις σκέψεις τους κάτι από τη σοφία του σύμπαντος
Συχνά μέσα στις σελίδες της η συγγραφέας στρέφεται προς τον Δημιουργό επικαλούμενη τη παρέμβασή του , με τη θλιβερή όμως διαπίστωση ότι οι προσευχές μας δεν εισακούγονται πάντοτε , με μια ρομαντική διάθεση εσωτερίκευσης και μελαγχολίας
«Πόσο εύκολα ξεχνούν οι άνθρωποι πως ο Θεός σκοτώνει την άνοιξη! Μαδάει τα τριαντάφυλλα! Σβήνει τελικά την ομορφιά! Τόση μανία κι αυτός με τη γομολάστιχα» (σελ. 10) .
Οι χαρακτήρες ξετυλίγονται σιγά σιγά και παράλληλα , ενώ ο καθένας τους παραμένει κλεισμένος σε ένα δικό του καταφύγιο, χωρίς ποτέ να μοιραστούν τα μυστικά τους , προστατευμένοι από βολικά άλλοθι.
Από το βιβλίο δε λείπουν βέβαια και κάποιες διαπιστώσεις ζωής , κάποια γενικά συμπεράσματα , απλοϊκά κάπως, αλλά που κρύβουν μέσα τους την αγωνία και τον προβληματισμό της συγγραφέως, από τα οποία άλλα μπορείς να τα δεχθείς γιατί αποτελούν διαχρονικές αλήθειες κι άλλα μπορούν να δημιουργήσουν γόνιμους προβληματισμούς : «Αν καταφέρεις να επιζήσεις, να κολυμπήσεις ως την απέναντι όχθη, δεν είσαι πια ο ίδιος. Θα είσαι ένας άλλος. Θα χάσεις το ένδυμα της ψυχής που διάλεξες. Προχωράς από κει και πέρα στην ζωή . με μια στολή που δεν σου πάει. Σε προφυλάσσει μεν, αλλά δεν σου πάει» (σελ. 124), «Υπάρχουν τρία είδη ανθρώπων. Αυτοί που σέρνονται με τα τέσσερα πίσω από τη μοίρα τους, αυτοί που την πιάνουν τα κέρατα και την αλλάζουν , με όποιο κόστος, κι αυτοί που απλώς την ακολουθούν, φυτεύοντας όμως σε κάθε σωρό σκατά που συναντούν κι από μία τουλίπα» (129) , «Η ομορφιά σώζει» (σελ. 179), «Χρειάζεται να επιμένεις. Να μη βγαίνεις από το παιχνίδι, ακόμη κι αν δεν ξέρεις τους κανόνες… Ο καλός ο παίχτης παίζει κυρίως για τη γοητεία του παιχνιδιού» (σελ. 141), «΄Οσο κι αν αγαπάς τον άλλον, το μυστικό του είναι πρόκληση. Θέλεις να το περιεργαστείς, να το ψαχουλέψεις», (σελ. 71), «η υπέρτατη κατάκτηση της ψυχής είναι η ταπεινότητα» (σελ. 225) , «Υπάρχουν άνθρωποι που φτάνουν ως το τέλος τους κρατώντας μέσα στην ψυχή τους ένα βουλωμένο γράμμα… Και κυλάει ο χρόνος … Και το γράμμα κιτρινίζει . Ξεθωριάζει. Παραπέφτει… ΄Ένα παραμύθι λέει πως τα βότσαλα της θάλασσας είναι τ΄ ανείπωτα μυστικά των ανθρώπων» (σελ. 273).
Αλλά η μαγεία της Αλκυόνης Παπαδάκη βρίσκεται στην αλληγορία και στην ανταπόκριση της φύσης στα γεγονότα που εξελίσσονται μπροστά στα μάτια μας . ΄Ετσι η κάπαρη επιμένει να ονειρεύεται (σελ. 118), η αγριοτριανταφυλλιά ξεραίνεται δύο τρία χρόνια αφότου έφυγε η Σαραγώ από το πατρικό της, η εσπέρια αρνείται να ανθίσει και να δώσει χαρά στην Κουλίτσα ανθίζοντας μόνο μετά τον θάνατό της και οι ερωτευμένοι γλάροι γίνονται παρατηρητές και σχολιαστές της ζωής των ανθρώπων, του ψέματος και της ανάγκης του .
«Αν ήταν όλα … αλλιώς», ένας τίτλος παραπειστικός και απατηλός. Γιατί η ζωή δεν είναι πρόβα, είναι η τελική παράσταση. Η επίγνωση του παρόντος είναι ένα μεγάλο επίτευγμα για τον άνθρωπο που απαιτεί μακρόχρονη προσπάθεια και αδιάλειπτη προσήλωση σ΄ αυτό το στόχο. Για να θυμηθούμε τους αρχαίους μας «ό,τι έγινε, καλώς καμωμένο» ή την ελληνική παράδοση «ας μην κλαίμε πάνω από το χυμένο γάλα». Κατά τα άλλα η Αλκυόνη Παπαδάκη υφαίνει όνειρα στα ταξίδια της ψυχής μας.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

Αλκυόνη Παπαδάκη "Επανάσταση είναι να αγαπάς τη ζωή"

Από το βιβλίο «Οι Κάργιες» (1997), αφιερωμένο σ΄ αυτούς που έκαμα βαρκάδα στη ψυχή τους.
«Η Ιβανή παραξενεύτηκε. Δεν απάντησε αμέσως. ΄Εκανε μια μεγάλη βόλτα και ξαναγύρισε κοντά στη Φιλίνα. «Ψάχνεις να βρεις το Θεό, μάτια μου; Και τι είσαι, στραβή; Κοίταξε εκείνη την κίτρινη μαργαρίτα: μέσα στην καρδιά της έχει το θρόνο του ο Θεός. Κοίταξε εκείνη τη χρυσόμυγα που κάθεται στο άγουρο μανταρίνι: καβάλα στα φτερά της σεργιανάει τον κόσμο ο Θεός. Ιχοχόοοο».

Από το βιβλίο «Σαν Χειμωνιάτικη Λιακάδα» (1999) , αφιερωμένο σε κείνους που μπορούν να κρατούν στο χέρι τους ένα κοχύλι και να ονειρεύονται το πέλαγος…
«Είναι μερικοί άνθρωποι που δεν μπόρεσαν ποτέ να διαβάσουν το μυστικό σημείωμα που άφησε μέσα τους ο Θεός. Δεν είχαν το απαιτούμενο φως για να το διαβάσουν. Και τ΄ άφησαν διπλωμένο να κιτρινίζει σ΄ ένα κρυφό συρταράκι της ψυχής τους …Χαρά σ΄ αυτούς που γέμισαν την ψυχή τους και διάβασαν τραγουδιστά το μυστικό τους σημειωματάκι. Αν το ΄σκισαν μετά, αν το ΄καψαν, το έκαναν μόνο και μόνο για το κέφι τους. Για να κλείσουν το μάτι στο Θεό»

Από το Τετράδιο της Αλκυόνης (1999), αφιερωμένο σ΄ αυτούς που ξέρουν να ζουν, ν΄ αγαπούν, να ελπίζουν, να χαίρονται …
«Θυμάμαι τότε… Κάτω απ΄ τα πλατάνια, στην πηγή. Διψούσα και μου ΄φερες στη χούφτα σου κρύο νερό. ΄Ολη μου τη ζωή ξεδίψασε».

Από το βιβλίο «Βαρκάρισσα της Χίμαιρας» (2001) αφιερωμένο σ΄ όλες τις βαρκάρισσες και τους βαρκάρηδες της Χίμαιρας. Ιδίως σ΄ αυτούς που ξεκίνησαν τη βαρκάδα τους με απαγορευτικό …
Να ονειρεύεσαι, μου ΄λεγε ένας φίλος που μ΄ αγαπούσε και με ήξερε καλά. Τα όνειρα, συνήθως , προδίνουν. Παραπλανούν. Καμιά φορά και σκοτώνουν. ΄Όμως, δε γίνεται να ζεις χωρίς να ονειρεύεσαι. Δεν έχει νόημα. Δεν έχει ουσία. Να ονειρεύεσαι! Κοίτα μόνο να έχεις σταμπάρει καλά την έξοδο κινδύνου από τα όνειρά σου. Τότε σώζεσαι. Και ποια είναι η έξοδος κινδύνου; Τίποτε δεν είναι στη ζωή το παν! ΄Εχει και παρακάτω … ΄Εχει κι άλλο… Προχώρα, λοιπόν, ξεκόλλα. Αυτή είναι η έξοδος κινδύνου!»

Από το βιβλίο «Στον ΄Ισκιο των Πουλιών» (2003) αφιερωμένο στους φίλους που χαθήκαμε στις στροφές της ζωής, με αβάσταχτη νοσταλγία
«Είναι κάτι νύχτες , που τ΄ αστέρια κατεβαίνουνε χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι και νοτίζει την ψυχή σου.
Είναι κάτι νύχτες , που όλα σιγοτραγουδούν. Ακόμη κι οι πέτρες….
Είν΄ αυτές οι νύχτες που τ΄ άστρα κατεβαίνουν χαμηλά.
Που λιώνει το φεγγάρι. Που όλα σιγοτραγουδούν.
Είναι αυτές οι νύχτες τελικά, που βλέπεις καθαρά, το χρώμα που έχουν τα μάτια της μοναξιάς. ΄Ιδιο ακριβώς, όπως οι στάχτες από τα όνειρα».

Από το βιβλίο «Ξεφυλλίζοντας τη Σιωπή» (2004) αφιερωμένο σ΄ αυτούς που έδεσαν την άγκυρά τους στα φτερά των γλάρων
«Είσαι για ένα ταξίδι, στ΄ ανοιχτά; Είσαι για ένα ρίσκο;
Θέλω να μου υποσχεθείς πως δε θα πάρεις μετεωρολογικό δελτίο
Πως δε θα ΄χεις μαζί σου προμήθειες κι αποσκευές
Πως δε θα γεμίσεις το πλεούμενο με σωσίβια
Θα δέσουμε την άγκυρά μας στα φτερά των γλάρων
Και θα ορίσουμε τιμονιέρη μας το πιο τρελό δελφίνι
Θα σου χαρίσω όλο το γαλάζιο του πελάγου
΄Ολο το χρυσάφι του ήλιου
΄Ολο το ροζ του δελφινιού».

Από το βιβλίο «Στο Ακρογιάλι της Ουτοπίας» (2005)
«Μη χάνεσαι, Χρύσα. ΄Ελεγα και ξανάλεγα δυνατά, σαν να είχα τον εαυτό μου απέναντι. Μη βουλιάζεις. Αφού δεν έχεις τίποτε άλλο να κρατηθείς, κρατήσου από ένα φύλλο τριαντάφυλλου.
Κοίταξε γύρω την ομορφιά. Η ομορφιά του κόσμου δεν πρόδωσε ποτέ κανένα. Είν΄ εκεί. Και σε περιμένει».

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2009

Εαρινή Συμφωνία

Αγαπημένη,
δεν έχω παρά μόνο μιας στιγμής
τη ζωή και το φτερούγισμα.

Δε βλέπεις
πάνω στο δέρμα μου
το πρωτάνοιχτο θάμβος;

Δεν ακούς
μες στις ίνες μου
μύρια φτερά μικρών κορυδαλλών
που μόλις τ΄ άγγιξε
η πρώτη ακτίνα
της αυγής;

Πόσο είμαι νέος.
Πόσο είμαι νέος
κάτω απ΄ τα βλέφαρά σου.

Τα πολυτρίχια
των αρχαίων πηγών
που συναθροίζουν τ΄ αργυρά τους δάκρυα
σε γαλανούς καθρέφτες ουρανού
κοιμούνται πίσω απ΄ τα μάτια μου
και σε βλέπουν.

Καμιά διάσπαση.
Η μνήμη των αποχαιρετισμών
δε ρυτιδώνει τα χέρια μου
που όρθρισαν μέσα στα χέρια σου.

Γεύομαι στα χείλη σου
την πρασινάδα της εξοχής
και τους θρύλους της θάλασσας.
Η ζέστα του κορμιού σου
με ντύνει τον ήλιο.

Σφράγισε τις χαραματιές
των παραθύρων.

Οι στοχασμοί κι οι στίχοι
μακραίνουν μες στη νύχτα
κι εμείς απ΄ την κλίνη μας
μόλις ακούμε τις φωνές τους
σαν ομιλίες μεθυσμένων
που αποτείνονται στη σκιά τους
και στη λυμφατική σελήνη.

Το φως των ηγεμονικών μαλλιών σου
σκεπάζει τους ώμους της νύχτας.

Βυθίζονται τ΄ άστρα
στους βυθούς των ματιών σου
κι ανθίζουμε εμείς
έμπιστοι κι ωραίοι
καθώς τα πλάσματα
την πρώτη ημέρα του Θεού
που δεν είχαν ρωτήσει κι απορήσει.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Η Μουσική των Πρώτων Αριθμών

«Οι πρώτοι αριθμοί , διαμάντια σκορπισμένα σε ολόκληρο το απέραντο σύμπαν των αριθμών, αιώνιοι αριθμοί που υπάρχουν σ΄έναν κόσμο ανεξάρτητο της φυσικής πραγματικότητας. Είναι το δώρο της φύσης προς τους μαθηματικούς. Οι πρώτοι αριθμοί – δηλαδή, οι αδιαίρετοι, αυτοί που δεν μπορούν να γραφούν ως γινόμενο δυο μικρότερων αριθμών – αποτελούν τα άτομα της Αριθμητικής… Παρά την υπερδισχιλιετή προσπάθεια , οι πρώτοι αριθμοί μοιάζουν να αψηφούν κάθε απόπειρα ένταξής τους σ΄ ένα απλό μοτίβο. Στην καρδιά των Μαθηματικών, την αναζήτηση της τάξης, οι μαθηματικοί δεν ακούν τίποτε άλλο από τον ήχο του χάους. Στην πραγματικότητα η ακολουθία των πρώτων αριθμών θυμίζει πολύ περισσότερο μια τυχαία διαδοχή αριθμών, παρά μια καλά διατεταγμένη κανονικότητα . Η τυχαιότητα και το χάος αποτελούν ανάθεμα για τους περισσότερους μαθηματικούς… Παρά την τυχαιότητά τους , οι πρώτοι αριθμοί έχουν έναν αιώνιο και οικουμενικό χαρακτήρα. Θα υπήρχαν, ανεξαρτήτως του αν θα εξελισσόμασταν αρκετά ώστε να τους αναγνωρίσουμε … Το πρώτο τεκμήριο ότι ο άνθρωπος γνώριζε τους πρώτους αριθμούς είναι το «κόκαλο του Ισάνγκο» που χρονολογείται στα 6500 π. Χ. Στην επιφάνειά του διακρίνουμε τρεις στήλες με χαρακιές. Η μία στήλη έχει 11, 13, 17, 19 χαρακιές… Οι πρώτοι που άκουσαν τους ήχους από τα τύμπανα των πρώτων αριθμών ήταν οι Κινέζοι, οι οποίοι απέδιδαν γυναικεία χαρακτηριστικά στους άρτιους αριθμούς και ανδρικά στους περιττούς. Ακόμη θεωρούσαν τους περιττούς αριθμούς που δεν ήταν πρώτοι, π.χ. το 15, ως θηλυπρεπείς... Οι αρχαίοι ΄Ελληνες διαπίστωσαν ότι κάθε αριθμός μπορεί να δημιουργηθεί από τον πολλαπλασιασμό μεταξύ πρώτων αριθμών… Με το «κόσκινο του Ερατοσθένη» δημιουργήθηκε ένας πίνακας πρώτων αριθμών ... Ο Γκάους ήταν ο πρώτος που άκουσε το πρώτο μεγάλο θέμα στη μουσική των πρώτων αριθμών… Η φύση είχε κρύψει μέσα στους πρώτους τη μουσική μιας αόρατης μαθηματικής ορχήστρας. Ο Ρίμαν κοίταξε την εικόνα των πρώτων μέσα από τον καθρέφτη που χώριζε τον κόσμο των αριθμών από το τοπίο της συνάρτησης ζήτα – και είδε τη χαοτική διάταξη των πρώτων αριθμών από τη μια πλευρά του καθρέφτη να μετασχηματίζεται , περνώντας από την άλλη πλευρά , σε μια αυστηρά διατεταγμένη παράταξη των ριζών. Το αίνιγμα της τυχαιότητας των πρώτων μέσα στον πραγματικό κόσμο , αντικαταστάθηκε από την προσπάθεια να κατανοηθεί η αρμονία του τοπίου που διακρίνεται μέσα στον μιγαδικό καθρέφτη».
Με αυτά τα λόγια μας εισάγει ο Βρετανός μαθηματικός και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης Μάρκους ντι Σατόι στη μαγεία των πρώτων αριθμών στο βιβλίο του «Η μουσική των πρώτων αριθμών», που κυκλοφόρησε πριν από λίγα χρόνια από τις εκδόσεις «Τραυλός». Γραμμένο σε γλώσσα όμορφη, διαβάζεται ευχάριστα, προκαλεί το ενδιαφέρον στον αναγνώστη με τις ιστορικές αναφορές και την τοποθέτηση της δράσης στο χώρο και τον χρόνο, εξιστορώντας τη ζωή και περιγράφοντας την προσωπικότητα των επιστημόνων που μελέτησαν το μυστήριο των πρώτων αριθμών . ΄Ετσι ενώ είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται κυρίως σε μαθηματικούς , με βαθμό δυσκολίας για εκείνους που δεν μιλούν την μαθηματική γλώσσα, τελικά είναι στο μεγαλύτερο μέρος του προσιτό ακόμη και στον δύσπιστο αναγνώστη , ο οποίος επιθυμεί να διατρέξει την απόσταση από το 300 π. Χ. μέχρι σήμερα συμμετέχοντας νοερά στην εκστρατεία για την ανακάλυψη του Ιερού Δισκοπότηρου των Μαθηματικών.
Το πρώτο κεφάλαιο «Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος;» παρουσιάζει περιληπτικά το θέμα του βιβλίου και είναι απλό και εύπεπτο. Με μόνη την ανάγνωση αυτού του κεφαλαίου γίνεται ο αναγνώστης κοινωνός της διαδρομής που ακολούθησε το μυστικό των πρώτων αριθμών μέσα από τις προσπάθειες των επιστημόνων να το κατανοήσουν και να το αποκρυπτογραφήσουν.
Από τον Ευκλείδη στον 3ο αιώνα π.Χ. και τον Πυθαγόρα, ο οποίος είναι ο πρώτος που ανακαλύπτει τη σχέση ανάμεσα στη μουσική και τους αριθμούς, ο Μάρκους ντι Σατόι περνάει στον 18ο αιώνα στον Καρλ Φρίντριχ Γκάους , στον Λέοναρντ ΄Οιλερ, τον Μπέρτραντ Ρίμαν , τον Ντάβιντ Χίλμπερτ και τον ΄Εντμουντ Λαντάου, οι οποίοι έζησαν, δίδαξαν και εργάσθηκαν στο Γκέτινγκεν στη Γερμανία. Τον επόμενο αιώνα τη σκυτάλη παίρνει το Πανεπιστήμιο Τρίνιτυ του Κέημπριτζ στο οποίο δραστηριοποιούνται ο Χάρντι, ο Λίτλγουντ και ο Ραμανουτζάν. Για τη σχέση μάλιστα των μαθηματικών αυτών ο θεατρικός συγγραφέας ΄Αιρα Χάουπτμαν έγραψε το έργο του «Διαμέριση» , με ήρωες τους μαθηματικούς Χάρντι και Ραμανουτζάν, την ινδική θεότητα Ναμαγκίρι και τον Φερμά, το οποίο παίχτηκε στο Σαν Φρανσίσκο. Στον 20ο αιώνα ιδρύεται στο Πρίνστον το Ινστιτούτο Ανωτέρων Μελετών , στο οποίο διδάσκουν μαθηματικοί όπως ο Σέλμπεργκ, ο Γκέντελ, ο Ντάισον, ο Μπομπιέρι. Ανάλογο ινστιτούτο ιδρύεται και κοντά στο Παρίσι , στο οποίο διαπρέπουν η ομάδα Νικολά Μπουρμπακί και οι μαθηματικοί Αντρέ Βέιλ και Αλέν Κον. Παρά τις αντιλήψεις της εποχής, (18ος και 19ος αιώνας) υπήρξαν γυναίκες μαθηματικοί οι οποίες συνεισέφεραν καθοριστικά στην επιστήμη με το έργο τους, όπως οι Σοφί Ζερμέν, ΄Εμι Νέδερ και Τζούλια Ρόμπινσον. Το βιβλίο δεν αναλώνεται απλά στην ιστορία των μαθηματικών μέσα από την προσπάθεια απόδειξης της Υπόθεσης του Ρϊμαν, αλλά πλησιάζει τους ανθρώπους-επιστήμονες προσεγγίζοντας με σεβασμό και λεπτότητα την προσωπική τους ζωή, τις αγωνίες τους και τις συγκρούσεις τους , τις ιδιαιτερότητες και τα συναισθήματά τους. Αυτή η ανάλυση προσδίδει στο βιβλίο προσωπικό χαρακτήρα, κινώντας στον αναγνώστη την περιέργεια να μάθει για τη ζωή των πρωταγωνιστών της εξέλιξης των μαθηματικών, που είναι πια κομμάτι της δικής μας ζωής, ανιχνεύοντας μέσα από τις λέξεις τις πεποιθήσεις , τους πόθους και τα πάθη τους.
Με το τελευταίο κεφάλαιο ο συγγραφέας αγκαλιάζει το βιβλίο του, τελειώνει με τον τρόπο που άρχισε , ανακεφαλαιώνοντας τις κυριότερες στιγμές της μαθηματικής «οδύσσειας», όπως περιγράφει την αναζήτηση του Ιερού Δισκοπότηρου των Μαθηματικών.
Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκαναν κάποιες προτάσεις που εκφράζουν αλήθειες , όπως «΄Όταν τα πράγματα περιπλέκονται, αξίζει τον κόπο να σταθεί κανείς και να αναλογιστεί: έχω κάνει τη σωστή ερώτηση;» (Ενρίκο Μπομπιέρι), «Μια εξίσωση δεν εκφράζει τίποτε για μένα , εκτός και αν εκφράζει μια σκέψη του Θεού» (Σρινιβάσα Ραμανουτζάν), «Αληθινό ερευνητικό ταξίδι δεν είναι η αναζήτηση νέων χωρών, αλλά η παρατήρηση με καινούρια μάτια» (Μαρσέλ Προύστ), «Μουσική είναι η απόλαυση που βιώνει ο ανθρώπινος νους , όταν μετρά χωρίς να συνειδητοποιεί ότι μετρά» (Λάιμπνιτς).
«Ακόμη κι αν δεν αποκαλύψουν ποτέ τα μυστικά τους, οι πρώτοι αριθμοί μας παρασύρουν σε μια συγκλονιστική πνευματική οδύσσεια. Παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ασφάλεια του σύγχρονου ηλεκτρονικού μας κόσμου, ενώ ο συντονισμός τους με την κβαντική φυσική μας κάνει να πιστεύουμε πως έχουν κάτι να μας πουν και σε σχέση με τον φυσικό κόσμο. Παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες των κορυφαίων μαθηματικών να ερμηνεύσουν τις διαμορφώσεις και τους μετασχηματισμούς αυτής της μυστικιστικής μουσικής , οι πρώτοι εξακολουθούν να παραμένουν ένα αναπάντητο αίνιγμα. Περιμένουμε πάντα εκείνον που θα γράψει το όνομά του στην αιωνιότητα, ως ο άνθρωπος που έκανε τους πρώτους να τραγουδήσουν».

Τρίτη 4 Αυγούστου 2009

Ζωγραφίζοντας το Πάκουα ...

Στην αρχή ήταν το μπουρίνι. ΄Η μάλλον στην αρχή ήταν η άποψη του δασκάλου να βλέπουμε κατά τη διάρκεια των ασκήσεων τα ιερά σύμβολα, το τάι τσι, τον κύκλο των πέντε στοιχείων και το Πάκουα, διότι και μόνο το γεγονός ότι τα βλέπουμε , ότι είναι μέσα στον κόσμο των αισθήσεών μας είναι ευεργετικό για μας, για τη γαλήνη του μυαλού μας, τη χαλάρωση των εντάσεων, την αρμονία μέσα στο σώμα μας. Έπειτα ήλθε το μπουρίνι, ξαφνικό, απροσδόκητο, απρόβλεπτο. Το ελαφρό αεράκι δυνάμωσε αναπάντεχα και μόλις που πρόλαβα να ξεκρεμάσω τα τρία χαρτόνια πριν τα πάρει μαζί του. ΄Όμως το ένα χαρτόνι σκίστηκε. ΄Ένα συναίσθημα ευθύνης με κατέλαβε. ΄Ισως δεν ήμουν αρκετά προσεκτική, ίσως δεν ήμουν όσο θα έπρεπε προνοητική. Για να διορθώσω τα πράγματα κι επειδή είδα και τον δάσκαλο να ταράζεται , έστω και λίγο, τον καθησύχασα : όταν γυρίσουμε στο Βόλο, θα φτιάξω άλλα. Και το εννοούσα, αλλά όχι ακριβώς όπως το έλεγα.
Η σκέψη μου ταξίδεψε με ταχύτητα σ΄ αυτό το μαγικό μηχάνημα , που με τα κατάλληλα προγράμματα, τις απαραίτητες γνώσεις και εμπειρία μπορεί να δημιουργήσει υπέροχες εικόνες. ΄Όχι ότι διαθέτω κάτι από όλα αυτά. Η κόρη μου όμως διαθέτει ιδιαίτερο ταλέντο και έκανα την αυθόρμητη σκέψη ότι θα μπορούσα να της ζητήσω να με βοηθήσει. ΄Όπως και έπραξα. Από τη σκέψη όμως μέχρι την πράξη υπάρχει μεγάλη απόσταση, που σε κάποιες περιπτώσεις δεν είναι δυνατόν να καλυφθεί. Καταρχήν ήταν αναγκαίο να βρεθεί χρόνος κοινός για συνεργασία. Γεγονός που έγινε. ΄Επειτα ήταν απαραίτητο να της εξηγήσω τι ζητούσα. Εδώ άρχισαν τα δύσκολα. Αφού προσεγγίσαμε κάπως το ζητούμενο, η δημιουργός έχασε τελικά την υπομονή της , ζωγράφισε με την βοήθεια ενός προγράμματος αυτό που της ζήτησα , από τη δική της οπτική γωνία, σχεδιάζοντας το τάι τσι και τον κύκλο των πέντε στοιχείων με άποψη , η οποία απείχε από την άποψη της σχολής μας. Μετά από αυτά ούτε λόγος να γίνεται για το Πάκουα. Την ευχαρίστησα θερμά και άρχισα να προγραμματίζω την δική μου προσπάθεια να αποτυπώσω στο χαρτόνι τα ιερά σύμβολα. Χωρίς να έχω ζωγραφίσει ποτέ μου, χωρίς να έχω χρησιμοποιήσει τα τελευταία χρόνια χάρακα και μοιρογνωμόνιο , χωρίς να έχω εκθέσει σε κόσμο ούτε μία ευθεία γραμμή μου.
Εφοδιάστηκα με αρκετά χαρτόνια για να μπορώ να πειραματίζομαι . Ανάμεσα στους μαρκαδόρους και τα πινέλα με τις μπογιές, προτίμησα τα δεύτερα, έχοντας την αίσθηση ότι χρησιμοποιώντας πινέλο, θα δημιουργούσα κάτι , ενώ οι μαρκαδόροι μου θύμισαν παιδικές ζωγραφιές. ΄Ισως μια αίσθηση ματαιοδοξίας, που επαναλαμβάνεται κι άλλες φορές, όταν πρόκειται για παράδειγμα να διαλέξω αν θα γράψω με κοινό στυλό ή με πένα. Το πινέλο και οι μπογιές λοιπόν θα αποτύπωναν την προσωπική μου σφραγίδα, την προσπάθειά μου να δημιουργήσω κάτι για τη σχολή, διαθέτοντας ιδιαίτερο χρόνο και κόπο. Αυτές οι σκέψεις μου, αυτή η ιδιαιτερότητα με την οποία αντιμετώπισα το όλο θέμα, δεν με διάψευσαν . Ενώ ξεκίνησα να ζωγραφίζω σχεδόν αντιγράφοντας από τα σχέδια που είχα στα χέρια μου, γρήγορα διαπίστωσα ότι αυτό δεν μου αρκούσε. Τα σχέδια του τάι τσι και του κύκλου των πέντε στοιχείων ήταν προσιτά και γρήγορα στο σχεδιασμό τους. Για το Πάκουα όμως, δεν ίσχυε το ίδιο.
΄Αρχισα να ψάχνω στο διαδίκτυο για διάφορες αποτυπώσεις του αναζητώντας αυτή που θα μου άρεσε περισσότερο, αυτή που θα έκφραζε πλησιέστερα τις «οκτώ αλλαγές» . ΄Όπως σχεδίαζα , καταλήφθηκα από δέος μια και αυτό που είχα στα χέρια μου ήταν ένα ιερό σύμβολο που αποτελεί τμήμα της κινέζικης φιλοσοφίας. Η μελέτη του μας βοηθά να κατανοήσουμε ανθρώπους και γεγονότα που αντιμετωπίζουμε στην καθημερινή μας ζωή. Μας βοηθά να κατανοήσουμε το παρελθόν μας οδηγώντας μας με επίγνωση στο μέλλον. Κάθε γραμμή, κάθε πινελιά μου γινόταν με ιδιαίτερη προσοχή και σεβασμό, προσπαθώντας να κρατήσω το νου μου στον συμβολισμό των τριγράμμων : μεγάλη γη (λίμνη), μικρό μέταλλο, μεγάλο μέταλλο (ουρανός), νερό, μικρή γη (βουνό), μεγάλο ξύλο (κεραυνός), μικρό ξύλο (άνεμος), φωτιά και τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά σε έναν άνθρωπο, σε ένα σπίτι, σε μια οικογένεια.
Δεν θα μπορούσα παρά να προσυπογράψω αυτό που διάβασα κάποτε , ότι η εκπαίδευση είναι η επίγνωση της άγνοιάς μας. Κάθε βήμα μας φέρνει πιο κοντά στο ρητό «έν οίδα, ότι ουδέν οίδα», αλλά και στην κατανόηση αυτής της αδυναμίας μας να προσεγγίσουμε τη γνώση και μέσα από αυτή τη σοφία. Γιατί η γνώση – βίωμα , κι όχι η γνώση – εμφύτευση μπορεί να μας οδηγήσει στο φως !

Κυριακή 2 Αυγούστου 2009

Πρέπει ή τιμημένος ο ακέριος άνθρωπος να ζει ή με τιμή να πεθαίνει...

Έφθασα στο Χόρτο γύρω στις δέκα το βράδυ. Στο μικρό θεατράκι, μακριά από τα αυτοκίνητα και τα ανυπόμονα βλέμματα, ανάμεσα στα δέντρα , κάτω από το ασημένιο φεγγάρι της 31 Ιουλίου μια ιδιαίτερη παράσταση ήταν έτοιμη να αρχίσει, ιδιαίτερη, όπως ξεχωριστός ήταν ο ήρωάς της, διαχρονικός και μαρτυρικός, σύμβολο αξιοπρέπειας και τιμής. ΄Όταν έφθασα στο θέατρο, η κ. Πία Χατζηνίκου όρθια, αλλά μέσα στον κόσμο , σα να διηγιόταν σε μια παρέα φίλων, με αμεσότητα και απλότητα, εξιστορούσε το μύθο που πάνω του ήταν στηριγμένος ο ποιητικός μονόλογος που επρόκειτο να παρακολουθήσουμε: Ο Αχιλλέας από τη Φθιώτιδα, ο γιος του Πηλέα και ο Αίας από τη Σαλαμίνα, ο γιος του Τελαμώνα είναι οι πιο γενναίοι από τους ΄Ελληνες κατά τον Τρωικό Πόλεμο. Ο ΄Ομηρος χαρακτηρίζει τον Αίαντα ως το προπύργιο των Αχαιών. ΄Όταν σκοτώνεται ο Αχιλλέας , ο Αίας διεκδικεί τα όπλα του, αλλά με παρέμβαση των Ατρειδών που είχαν την αρχιστρατηγία, του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου, τα όπλα παραχωρούνται στον Οδυσσέα. Ο Αίας μετά από την προσβολή αυτή αποφασίζει να εκδικηθεί τους Αχαιούς. Η θεά Αθηνά όμως σκοτίζει το νου του και αυτός επιτίθεται και σκοτώνει ό,τι ζώο βρει μπροστά του, νομίζοντας ότι σκοτώνει Αχαιούς. Όταν συνέρχεται από την παραφροσύνη του αυτή , αισθάνεται ντροπή και αποφασίζει να δώσει τέρμα στη ζωή του. Η σύζυγός του Τέκμησσα και ο αδελφός του Τεύκρος προσπαθούν να τον μεταπείσουν. Ο Αίας βιώνοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στην ηθική του και το περιβάλλον του αυτοκτονεί , αρνούμενος να ενταχθεί στον προηγούμενο κόσμο του. Η ιστορία του μεταφέρεται από τον ΄Ομηρο του 800 π.Χ. στο Σοφοκλή του 460-450 π.Χ. και από αυτόν στο Γιάννη Ρίτσο της Λέρου και της Σάμου στα 1967-1969. Ο Γιάννης Ρίτσος μας μεταφέρει στη στιγμή που ο Αίας βρίσκει τα λογικά του και αντιλαμβάνεται τι έχει κάνει.


Αντιγράφοντας από την ιστοσελίδα του Ε.ΚΕ.ΒΙ. :

«Το θέατρο του Ρίτσου είναι ένα θέατρο γλώσσας και ιδεών. Το ανθρώπινο πάθος, είτε τη “γυναικεία” ψυχή αφορά είτε την “ανδρική”, φωτίζεται στοργικά και συνάμα ανελέητα ως έρμαιο μιας υπέρτερης διαπλοκής δυνάμεων, που φέρουν τα ωραία ονόματα Πόθος, Δόξα, Ομορφιά, και συνθέτουν το δίχτυ της Μοίρας μας. Στους “μονολόγους” του Ρίτσου το πάθος δεν εκτίθεται ως άμεσο βίωμα, αλλά ως αναδρομή. Όχημα αυτής της αναδρομής είναι η γλώσσα. Κάτι περισσότερο: η γλώσσα και το παιχνίδι της είναι η μόνη ταυτότητα των ηρώων του. Οι κατά συνθήκη ονομασίες, Αίας, Ορέστης, Ελένη, κτλ. δε σηματοδοτούν ατομικές οντότητες, αλλά κόμπους του Μύθου ή, μ' άλλα λόγια, της ακατάλυτης δύναμης του Απρόσωπου που εξυφαίνει, που πλέκει τη μικρή ζωή του καθενός μας.».

Η Εστία Θεάτρου Βόλου Ερινεώς δημιουργήθηκε γύρω στα 1992 με την πρωτοβουλία και την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιάννη Τράντα. Στόχος της η μελέτη και παρουσίαση ελληνικών κυρίως κειμένων , οικουμενικής διάστασης με διαχρονικές και πανανθρώπινες αξίες. Το χειμώνα του 2008 μας καθήλωσε με την παράστασή της στο Δημοτικό Θέατρο Βόλου «Imagine ή το Τοπίο του Είναι» με αποσπάσματα από έργα των Σεφέρη, Παπαδιαμάντη και Πεντζίκη. Φέτος συμμετέχοντας στο αφιέρωμα για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου παρουσιάζει τον Αίαντα από την ποιητική συλλογή «Τέταρτη Διάσταση». Τέταρτη διάσταση , ένας άλλος τρόπος να αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα, η επίγνωση μιας αλήθειας που προέρχεται μέσα από το χρόνο και το βίωμα , μια διαφορετική οπτική βασισμένη σε ώριμη, αλλά και οδυνηρή γνώση.
Ο Γιάννης Ρίτσος με τον Αίαντα επιχειρεί μια επικίνδυνη κατάδυση στην ψυχή και το υποσυνείδητο του ήρωα αναδεικνύοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στην συνείδησή του και την κοινωνική του υπόσταση. Σημείωσα κάποιους στίχους , ελάχιστους όμως,
όπως τις σκέψεις του ήρωα για τη φιλία : «Τίποτα δεν είναι ο φόβος του εχθρού μπροστά στο φόβο του φίλου που ξέρει τις κρυφές πληγές κι εκεί σημαδεύει»,
για τις τύψεις : «Κοίτα , στον τοίχο, μια μαύρη μύγα, μαύρη, μαύρη, μεγαλώνει, μαυρίζει τη μέρα, μαύρον αέρα ρουθουνίζει – σκέπασέ την με το χέρι σου, σκότωσέ την, δεν μπορώ να την βλέπω»,
για τη μοναξιά «Δεν είχα να κρατηθώ από πουθενά, μήτε απ΄ την ίδια μου τη ζώνη – καθώς την έψαχνα τυφλά, το ΄νιωσα ξάφνου πως είταν κομμένη κι αντί να με κρατήσει, την κρατούσα απ΄ το χέρι»,
για την ομορφιά της φύσης «Σηκώθηκε κοντά μου ένα κοπάδι γλάροι, με στέγασε μια άσπρη τρεμάμενη αψίδα»,
για την αυτογνωσία «Και σας πρόδωσα αλήθεια, μια και τον εαυτό μου έχω προδώσει», αλλά και «Εμένα μου φτάνει αυτό που βρήκα χάνοντας τα πάντα».
Ο δραματικός μονόλογος του Αίαντα μας συγκλόνισε. Ο Γιάννης Τράντας μας μετέδωσε με πειστικότητα και συναίσθημα την απελπισία του ήρωα, «μίσησα για πάντα τ΄ όνομά μου», τη μοναξιά του , την αδυναμία , αλλά και άρνηση ένταξης σε ένα περιβάλλον ξένο προς την ηθική και την γνώση του, την ντροπή και τη θλίψη του για τον πόνο που προκάλεσε , το αδιέξοδο και την απογοήτευση του , αφού η ζωή του δεν έχει πια νόημα. Μαζί του η Ευαγγελία Κατούνια, ως Τέκμησσα , σύζυγος του Αίαντα, ο Ευάγγελος Κακάλιας ως φρουρός και ο Γιώργος Λεβέντης ως Τεύκρος, αδελφός του Αίαντα. Ζωντανή μουσική συνόδευε όλη την παράσταση, άλλοτε ασυγκράτητη κι άλλοτε διακριτική η μουσική του Πέτρου Δουρδουμπάκη, νότες ζεστές ,νότες πιάνου, νότες φλάουτου, νότες που συνδυασμένες με τις λέξεις δημιουργούν ένα μαγικό μανδύα που τυλίγει τον θεατή , τον απομονώνει από το παρόν και τον οδηγεί σ΄ ένα ταξίδι της ψυχής πέρα από το ορατό και αισθητό, στην αλήθεια της τέχνης που είναι η αλήθεια της ζωής. Γιατί, όπως λέει ο ποιητής, «Η καρδιά του ανθρώπου είναι μια νοτισμένη ρίζα μες στο χώμα, υπομονετική, κρυμμένη τόσο βαθιά – μπορεί και πάλι να πετάξει βλαστάρια».